Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιος Γιωργάκη, Αρ. Υπόθεσης: 1546/14, 16/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B151 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1546/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Γεώργιος Γιωργάκη Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16/09/2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κολόνα Για τον Κατηγορούμενο: κα. Αρκάδη Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος δια του παρόντος κατηγορητηρίου αντιμετωπίζει την ακόλουθη κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ότι στις 15/08/2012 στην Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΤΚΡΚ 138 στην Λεωφόρο 28ης Οκτωβρίου, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο του Κυριάκου Κωνσταντίνου, τέως από την Αραδίππου. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της, παρουσίασε επτά μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα την Αριάδνη Κωνσταντίνου (ΜΚ1), τον Αστ. 2738, Μάριο Ματθαίου (ΜΚ2), τον Λοχ.2759 Π. Χριστοφή (ΜΚ3), τον Α/Αστ. 1611 Μ Χρυσάνθου, (ΜΚ4), τον Έφη Δημητριάδη (ΜΚ5), τον Ανθούλη Αθανάσιο (ΜΚ6) και τέλος τον Popat Bakulkuman (ΜΚ7). Πέραν των πιο πάνω, η Υπεράσπιση του κατηγορούμενου προέβηκε σε παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως τέτοια. Τα εν λόγω από κοινού κατατεθέντα παραδεκτά Γεγονότα αλλά και Τεκμήρια έχουν ως ακολούθως: Τεκμήρια και Παραδεκτά Γεγονότα: - Γραπτή Κατάθεση Στέλιου Ραπτόπουλου (ΜΚ1 στο κατηγορητήριο) - Τεκμήριο
- - Το άτομο που αναφέρεται στην εν λόγω κατάθεση (Τεκμήριο 1) είναι ο Κυριάκος Κωνσταντίνου, το θύμα στο θανατηφόρο δυστύχημα που εκδικάζεται με την παρούσα υπόθεση. - Η ιατρική αναφορά του Δρ. Παναγιώτη Δημοσθένους (ΜΚ2 στο κατηγορητήριο) του Γ. Ν. Λεμεσού - Τεκμήριο
- - Το πρόσωπο που εξέτασε ο Δρ. Δημοσθένους σε σχέση με το Τεκμήριο 2 πρόκειται για το θύμα της παρούσας ποινικής υπόθεσης. - Πιστοποιητικό θανάτου εκδοθέν από την Δρ. Γεωργία Κοντοπίθαρη (ΜΚ3 στο κατηγορητήριο), ημερ.19/8/2012 - Τεκμήριο
- - Το πιστοποιητικό θανάτου - τεκμήριο 3 αφορά το θύμα της παρούσας ποινικής υπόθεσης. - Η ιατροδικαστική έκθεση του Δρ. Νικόλα Χαραλάμπους (ΜΚ4 στο κατηγορητήριο) - Τεκμήριο
- - Το τεκμήριο 4 αφορά τον αποβιώσαντα Κυριάκο Κωνσταντίνου, θύμα στην παρούσα υπόθεση. - Η κατάθεση της Στέλλας Κυπριανίδου (ΜΚ9 στο κατηγορητήριο) μεταφράστριας σε μια εκ των καταθέσεων από τα αγγλικά στα ελληνικά - Τεκμήριο
- - Η κατάθεση του Αστ.1855 Π. Παναγιώτου ο οποίος έλαβε τις φωτογραφίες από την νενομισμένη νεκροψία στην σορό του θύματος Κυριάκου Κωνσταντίνου - Τεκμήριο
- - Τέλος ως Τεκμήριο 7 κατατέθησαν οι φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά την νενομισμένη νεκροψία του θύματος. Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση (Έγγραφο Β), ως άλλωστε ήταν δικαίωμα του ενώ δεν παρουσίασε οιοδήποτε μάρτυρα Υπεράσπισης. Πέρα της πιο πάνω μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και των παραδεκτών γεγονότων και Τεκμηρίων, κατατέθηκαν επίσης απότους μάρτυρες κατηγορίας τα τεκμήρια 8 μέχρι και
- Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ στα ουσιαστικότερα της μέρη κατωτέρω, κατά την αξιολόγηση της για να διαφανούν και οι εκατέρωθεν θέσεις. Από την μαρτυρία που ενώπιον μου τέθηκε από τους μάρτυρες που ανωτέρω αναφέρω προκύπτει ότι η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι στις 15/08/2012 και περί ώρα 17:40μ.μ, ενώ ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα - ταξί με αρ. Εγγραφής ΤΚΡΚ 138 με επιβάτες πενταμελή οικογένεια τουριστών στην οδό 28ης Οκτωβρίου έχοντας δυτική κατεύθυνση και κρατώντας την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με βάση την πορεία του, οδηγώντας απερίσκεπτα, αλόγιστα και επικίνδυνα κτύπησε τον πεζό που διασταύρωνε τον επίδικο δρόμο την στιγμή εκείνη με αποτέλεσμα να επέλθει από την σύγκρουση ο θάνατος του. Ο πεζός ήταν ο Κυριάκος Κωνσταντίνου ο οποίος απεβίωσε συνεπεία των τραυματισμών του από το κτύπημα στις 19/08/
- Μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας αλλά και την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, προκύπτει ότι η εκδοχή που προωθήθηκε είναι ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο ενώ οδηγούσε το πιο πάνω μηχανοκίνητο όχημα με την κατεύθυνση που ανωτέρω αναφέρεται και στην δεξιά λωρίδα με βάση την πορεία του και μόλις είχε περάσει το ξενοδοχείο PIER BEACH HOTEL APTS είδε σε πολύ μικρή απόσταση γύρω στα 8 με 10 μέτρα να εισέρχεται στον δρόμο από τα δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του μέσω της διαχωριστικής λωρίδας ένας νεαρός ο οποίος κοίταζε προς την θάλασσα και όχι στον δρόμο. Ενήργησε άμεσα με κίνηση του τιμονιού του προς τα αριστερά με σκοπό να τον αποφύγει αλλά ο νεαρός συνέχισε την πορεία του με αποτέλεσμα να συγκρουστεί η αριστερή πλευρά του σώματος του στο όχημα του. Μέσα από τις θέσεις των δυο πλευρών, ως συνοπτικά τις αναφέρω ανωτέρω, προκύπτει ότι σημείο διαφοράς αποτελεί ο τρόπος που οδηγούσε το όχημα του ο κατηγορούμενος αμέσως πριν την σύγκρουση και εάν από τις τότε περιστάσεις μπορούσε να αποφύγει την μοιραία σύγκρουση. Όλα τα άλλα στοιχεία που περιβάλλουν την υπόθεση και αφορούν την πορεία του κατηγορούμενου, τον τόπο και χρόνο αλλά και άλλα στοιχεία που θα διαφανούν στην πορεία αποτέλεσαν αναντίλεκτα και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Συνεπακόλουθα θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με σκοπό την ανεύρεση των πιο πάνω κύριων γεγονότων καθώς επίσης και άλλων αντικρουόμενων εκδοχών σε σχέση με παρεμφερή γεγονότα που θα οδηγήσουν στην ανεύρεση των πιο πάνω. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). ΜΚ1 - Αριάδνη Κωνσταντίνου Η ΜΚ1 είναι η μητέρα του θύματος η οποία αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήρια 8 και 9 τις καταθέσεις τις οποίες έδωσε στην Αστυνομία μετά το μοιραίο δυστύχημα και ως Τεκμήριο 9 γραπτή περαιτέρω κατάθεση που η ίδια παρουσίασε στην Αστυνομία. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι μετέβηκε με τον σύζυγο της και τον γιό της στην παραλιακή οδό της 28ης Οκτωβρίου μετά την επιστροφή τους από Πάφο. Στην οδό αυτή υπήρχε αρκετός κόσμος και κίνηση. Η ίδια και ο σύζυγος της κάθισαν για καφέ ενώ το θύμα ανέφερε ότι θα επισκεφθεί παρακείμενη εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης. Περίπου 5 λεπτά μετά που το θύμα τους άφησε είδε έναν άγνωστο άντρα να προσεγγίζει το καφέ και να ζητά στα αγγλικά να καλέσουν ασθενοφόρο γιατί είχε γίνει δυστύχημα. Η ίδια από ένστικτο ως αναφέρει έτρεξε προς τον δρόμο και είδε αρκετό κόσμο μαζεμένο ενώ είδε ένα μερσεντές μαύρο να είναι σταματημένο με το μπροστινό μέρος προς την Πάφο. Μπροστά από το όχημα αυτό είδε πεσμένο τον γιό της να αιμορραγεί. Πρόσεξε ότι στον ανεμοθώρακα του ταξί υπήρχε κτύπημα σε κοίλο σχήμα από το κεφάλι του θύματος στο σημείο μπροστά από το τιμόνι του οδηγού. Τότε άκουσε κάποιον άντρα που αντιλήφθηκε ότι ήταν ο οδηγός του ταξί να φωνάζει ότι τον σκότωσε και θα μπει φυλακή. Είδε κάποια άτομα να δίδουν στο θύμα πρώτες βοήθειες ενώ κάποιος άγνωστος της έλεγε να μην κλαίει. Η ΜΚ1 ισχυρίζεται ότι κάποιος άλλος άγνωστος άντρας με ένα κουβά νερό καθάριζε το ταξί από την πλευρά του συνοδηγού Η ίδια έφυγε από την σκηνή ακολουθώντας το ασθενοφόρο που μετέφερε τον γιό της αφού έγραψε τους αριθμούς εγγραφής του ταξί και το όνομα και αριθμό του αστυφύλακα που προσήλθε στην σκηνή. Η ΜΚ1 ανέφερε περαιτέρω στην κατάθεση της Τεκμήριο 8 ότι δεν μπορεί να γνωρίζει πως επακριβώς έγινε το δυστύχημα, δεν γνώριζε καν αν το θύμα κτυπήθηκε την ώρα που πήγαινε προς την εκκλησία ή την ώρα που γύριζε προς το καφέ. Ενώπιον μου η ΜΚ1 αναφέρθηκε στην ορατότητα του δρόμου στην κίνηση που κατά την ίδια υπήρχε. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 ανέφερε εκ νέου την πορεία που ακολούθησε προς το καφέ. Αναφέρθηκε στην έλλειψη αυτόπτων μαρτύρων εφόσον κατά την ίδια υπήρχε πάρα πολύς κόσμος και σίγουρα κάποιος θα είδε πως έγινε το δυστύχημα. Η ίδια τηλεφωνούσε στην αστυνομία για να ενημερωθεί για την πορεία των ερευνών και εκεί ενημερώθηκε ότι ο συνοδηγός του κατηγορούμενου αρχικά δεν ήθελε να δώσει κατάθεση γιατί δεν ήθελε να εμπλακεί αλλά αργότερα όταν επέστρεψε στην Αγγλία μετάνιωσε και ζήτησε να δώσει δεύτερη κατάθεση ενώ η ΜΚ1 αρνήθηκε ότι έκανε οιαδήποτε προσπάθεια να εντοπίσει τον Άγγλο επιβάτη αναζητώντας μαρτυρία. Επανέλαβε τέλος ότι η ίδια δεν είδε την σύγκρουση του οχήματος με το θύμα. Η ΜΚ1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο δίδοντας την μαρτυρία της με ηρεμία και αμεσότητα αλλά και με καθαρότητα σκέψεων. Οφείλω όμως να σημειώσω ότι τα όσα ανάφερε δεν έχουν σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν στα ευρήματα μου αναφορικά με τα καίρια ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν. Η ΜΚ1, παρά τον αναμφίβολο και αντιληπτό και από το Δικαστήριο, πόνο μιας μάνας που έχασε τον γιό της, δεν διαφώτισε σε κανένα σημείο σε σχέση με τον ακριβή τρόπο που επήλθε η μοιραία σύγκρουση. Άλλωστε η ίδια ανέφερε ότι δεν είδε πως ακριβώς έλαβε χώρα το δυστύχημα. Συνολικά αναφέρω ότι αποδέχομαι την μαρτυρία της ως αξιόπιστη πλην των αναφορών που δεν δύναμαι να αποδεχτώ όπως την τροχαία κίνηση που η ίδια χαρακτήρισε ως μεγάλη σε αντίθεση με την πλειοψηφία όλων των άλλων μαρτύρων κατηγορίας. Το κατά πόσο τα όσα ανέφερε επηρεάζουν ή δύναται να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα θα εξεταστεί κατωτέρω. ΜΚ2 - Αστ. 2738, Μάριος Ματθαίου και ΜΚ3 - Ανα. Λοχίας 2759, Παύλος Χριστοφή. Οι Μ.Κ.2 και 3 ήταν οι Αστυνομικοί οι οποίοι επισκέφθηκαν τη σκηνή του δυστυχήματος. Ο ΜΚ2 την ίδια ημέρα του δυστυχήματος, ο ΜΚ3 αργότερα μετά τον θάνατο του θύματος. Ο ΜΚ2 ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 13) αλλά και τι σχέδιο επί κλίμακας (τεκμήριο 14) και περισυνέλεξαν όλη την πραγματική μαρτυρία που εντόπισαν στη σκηνή καθώς επίσης τη σημείωσαν και στο σχέδιο. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως το πρόσωπο που αρχικά κλήθηκε και επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος, την ημέρα του μοιραίου συμβάντος. Εξέθεσε τα γεγονότα τα γεγονότα τα οποία διαπίστωσε κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος, τα συμπεράσματα που ο ίδιος έβγαλε από την πραγματική μαρτυρία που κατείχε και την υπόλοιπη προφορική μαρτυρία, καθώς επίσης και τις ενέργειες και όλη εμπλοκή του στην υπόθεση. Ο δε Μ.Κ.3 ήταν το πρόσωπο που επισκέφθηκε εκ νέου την σκηνή όταν το θύμα είχε πλέον καταλήξει, με σκοπό να λάβει συμπληρωματικά μέτρα για την συμπλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης. Οι μάρτυρες αυτοί μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι επρόκειτο περί ανεξάρτητων και αμερόληπτων μαρτύρων, οι οποίοι εξέτασαν το επίδικο δυστύχημα με πάσα επιμέλεια και προσοχή. Δεν έχω διαπιστώσει σε οποιοδήποτε στάδιο της μαρτυρίας τους ότι απέκρυψαν από το Δικαστήριο οποιαδήποτε γεγονότα ή πραγματική μαρτυρία που εντοπίστηκε στη σκηνή με σκοπό να πετύχουν την καταδίκη του κατηγορουμένου. Αντίθετα μου δημιούργησαν την εικόνα ότι προσήλθαν στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρουν τα όσα οι ίδιοι διαπίστωσαν κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος με ειλικρίνεια και σαφήνεια. Ο ΜΚ2 υπηρετεί από το 2002 μέχρι και σήμερα σον Κλάδο Διερεύνησης Δυστυχημάτων της Τροχαίας Λεμεσού με εκπαίδευση στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου στα θέματα διερεύνησης δυστυχημάτων, στην εύρεση ταχύτητας από ίχνη τροχοπέδησης, πλαγιολίσθησης. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 την κατάθεση που ετοίμασε σε σχέση με το υπό διερεύνηση δυστύχημα. Περαιτέρω αναγνώρισε το Τεκμήριο προς αναγνώριση Α, τις 16 φωτογραφίες τις οποίες ο ίδιος έλαβε από την σκηνή του δυστυχήματος και οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Ο ίδιος ετοίμασε τόσο το πρόχειρο σχεδιάγραμμα όσο και το επί κλίμακας. Επεξηγώντας το Τεκμήριο 14 ανέφερε ότι απεικονίζονται η οδός της 28ης Οκτωβρίου στο σημείο όπου στην βόρεια πλευρά της υπάρχει η καθολική εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, το ξενοδοχείο Pier Beach και επίσης στην βόρεια πλευρά φαίνονται οι συμβολές των οδών Ιερουσαλήμ και Ρηγαίνης. Στην δε νότια πλευρά είναι ο νέος δημόσιος χώρος στάθμευσης του μόλου και η καφετέρια «Το Θαλασσάκι». Η πορεία του κατηγορούμενου ήταν με δυτική κατεύθυνση και τηρούσε την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και έχει σημειωθεί στο Τεκμήριο 14 με ένδειξη «Α». Σημειώνω εδώ ότι αποδέχομαι πλήρως τα όσα ανέφερε ο ΜΚ2 σε σχέση με την ακολουθητέα πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου, τα οποία και δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης (αναφερόμενο ως σημείο Χ) σημειώθηκε ως Χ επί του Τεκμηρίου 14 καθ' υπόδειξη του κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος δε ανέφερε ότι βάση του σημείου Χ, ο πεζός εισήλθε στον δρόμο από την άκρη της κτιστής νησίδας εντός του δρόμου 2 μέτρα. Σημειώνω ότι σύμφωνα με τον ΜΚ2 το πλάτος του δρόμου είναι στο σύνολο 7.40 ενώ με βάση την βασική γραμμή μέτρησης το σημείο Χ βρίσκεται σε απόσταση 5.40 από την γραμμή αυτή. Η κτιστή νησίδα είναι διαχωριστική των δύο κατευθύνσεων και για να ανέβεις υπάρχει σκαλί ύψους 30 πόντων περίπου. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι στην σκηνή του δυστυχήματος δεν εντόπισε οποιοδήποτε ίχνος στον δρόμο που να υποδηλώνει που ακριβώς είχε κτυπηθεί το θύμα ενώ δεν υπήρχαν καθόλου ίχνη τροχοπέδησης. Ο τύπος οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος έχει σύστημα φρένων ABS δηλαδή Anti-lock Braking System το οποίο όταν ενεργοποιηθεί δεν αφήνει τους τροχούς να κλειδώσουν και να αφήσουν συνεχόμενο ίχνος στην άσφαλτο. Όταν όμως το σύστημα αυτό ενεργοποιηθεί με βίαιο τρόπο από τον οδηγό σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να αφήσει διακεκομμένα μαυρίσματα των τροχών, τα οποία στην προκειμένη περίπτωση, παρά τον εξονυχιστικό έλεγχο της πορείας του οχήματος μέχρι την τελική του θέση, δεν εντόπισε. Η ανυπαρξία ιχνών τροχοπέδησης κατά την εμπειρική γνώμη του ΜΚ2 και με βάση την κηλίδα αίματος που βρέθηκε στην σκηνή που κατέληξε το θύμα αλλά και των όσων ανέφερε ο κατηγορούμενος, είναι ότι το αυτοκίνητο πήγαινε με χαμηλή ταχύτητα ή κανονική και όταν ενεργοποίησε τα φρένα σταμάτησε αμέσως. Την ορατότητα ανατολικά και μέχρι το σημείο Χ την καθορίζει στα 350 μέτρα. Ο δρόμος που συνέβη το δυστύχημα είναι ευθύς και σημειώνει ελαφριά κλίση προς αριστερόστροφα ενώ δεν υπάρχει οιαδήποτε ανωμαλότητα στο οδόστρωμα. Ο δρόμος την ημέρα εκείνη ήταν στεγνός και η τροχαία κίνηση πολύ αραιή. Σε σχέση με την ταχύτητα του κατηγορούμενου, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι, έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης δεν μπορεί να γνωρίζει την ταχύτητα του. Με βάση την εκπαίδευση του, ένας οδηγός, οδηγώντας με ταχύτητα 50 χιλιομέτρων, που ήταν και το ανώτατο όριο στον συγκεκριμένο δρόμο, έχει ένα δευτερόλεπτο χρόνο αντίδρασης από την στιγμή που βλέπει τον κίνδυνο μπροστά του. Δηλαδή επεξηγεί, μέσο όρο ένα δευτερόλεπτο ο οδηγός να δει τον κίνδυνο και να ενεργήσει πατώντας τα φρένα. Σημειώνει ότι η αναφορά σε χρόνους σε αυτό το σημείο αφορά κλάσματα του δευτερολέπτου. Με ταχύτητα 50 χιλιομέτρων στον δρόμο της 28ης Οκτωβρίου ένας οδηγός μπορεί να διανύσει περί τα 13 μέτρα το δευτερόλεπτο. Αναφορικά με το πλάτος του δρόμου, αυτό καθορίζεται στα 7.40 μέτρα ενώ υπάρχει κτιστή διαχωριστική νησίδα του δρόμου η οποία στο σημείο εκείνο είναι καλυμμένη με γρασίδι το πλάτος του οποίου καθορίζεται στα 4.10 μέτρα. Η κηλίδα αίματος τοποθετήθηκε στο σχεδιάγραμμα με την ένδειξη «Κ». Το πλάτος της δεξιάς λωρίδας που οδηγούσε ο κατηγορούμενος ήταν 3.70 μέτρα. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 το σημείο Κ σχετίζεται με το σημείο Χ, το οποίο δεν μπορεί να αμφισβητήσει, παρά το ότι του το υπέδειξε ο κατηγορούμενος, καθότι αυτό το σημείο Χ βρίσκεται στην ίδια πορεία πιο μπροστά στην τελική θέση του οχήματος που βάση της ζημιάς που υπέστη στην μπροστινή δεξιά γωνία που βρίσκεται το φανάρι με μια νοητή γραμμή σε ευθεία με το σημείο που κατέληξε το σώμα του θύματος είναι λογικό να είναι εκεί ή έστω εκεί κοντά. Από την βασική γραμμή μέτρησης το σημείο Χ απέχει 5.
- Την ακριβή ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου δεν μπορεί να την γνωρίζει. Όταν ο ίδιος μετέβηκε στο χώρο συνάντησε εκεί τον κατηγορούμενο, τη μητέρα του θύματος και πολίτες. Η κίνηση ήταν πολύ αραιή και οι μόνοι που βρίσκονταν εκεί ήταν ορισμένοι αλλοδαποί που επισκέπτονται την εκκλησία των καθολικών. Αναζήτησαν μαρτυρία από τους παρευρισκόμενους αλλά κανένας δεν είδε πως συνέβη το δυστύχημα. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι μετέφερε πελάτες οι οποίοι πήγαν στο ξενοδοχείο Pier Beach και εκεί τους αναζήτησε ο συνάδελφος του Αστ.
- Εκτός από τους επιβάτες ο Αστ.1611 εντόπισε και ακόμα ένα ανεξάρτητο μάρτυρα ο οποίος τον επίδικο χρόνο καθόταν στην καφετέρια του ξενοδοχείου. Παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε δεν εντόπισε άλλο μάρτυρα καθότι τα άτομα που κάθονταν στην καφετέρια «θαλασσάκι» δεν είχαν ορατότητα προς τον δρόμο. Ο Μ.Κ. 2 ανάλυσε περαιτέρω τις φωτογραφίες που έλαβε από την σκηνή του δυστυχήματος - Τεκμήριο12 δείχνοντας τον δρόμο, την τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου στην 1η φωτογραφία (αρ.1). Με αναφορά στην φωτογραφία με αρ.5 αναφέρει ότι παρουσιάζεται η τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου και η κηλίδα αίματος από το θύμα όπως επίσης και νερό το οποίο φαίνεται να είχε ρίξει κάποιος πάνω στο αίμα αλλά δεν γνωρίζει τους λόγους. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με το θέμα αυτό του νερού που φαίνεται να ρίχθηκε ο ΜΚ2 αναφέρει ότι αυτό δεν άλλαξε κάτι στα δεδομένα καθότι δεν αλλοίωσε την κηλίδα αίματος ενώ ο πιθανός λόγος που έγινε αυτό είναι κάτι που συνήθως πράττει αρκετός κόσμος με σκοπό να καλύψουν είτε με χώμα είτε με νερό αίματα για να μην βλέπουν αυτό το αποτρόπαιο θέαμα. Οι φωτογραφίες 10 και 11 δείχνουν ένα σημείο επαφής του θύματος με το όχημα στην μπροστινή δεξιά πλευρά του προφυλακτήρα κάτω από το δεξιό φανάρι. Οι φωτογραφίες 12 και 13 δείχνουν την πορεία του σώματος του θύματος πάνω στο αυτοκίνητο, αφού υπάρχει απώλεια σκόνης ενώ στις φωτογραφίες 14 και 15 το σημείο όπου το κεφάλι του θύματος κτύπησε το όχημα στην κάτω δεξιά γωνία του ανεμοθώρακα όπου υπήρχαν ίχνη μαλλιών κοντά στην κάθετη δεξιά διαγώνια σιδερένια δοκό του ανεμοθώρακα. Ο Μ.Κ 2 αναφέρθηκε και στο σημείο Β του Τεκμηρίου 14, που αποτελεί την πορεία του θύματος και όπως και το σημείο Χ και αυτή υποδείχθηκε στον μάρτυρα από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με το σημείο Β το θύμα κατέβαινε στο δρόμο κάπου μεταξύ ηλεκτρικού πασσάλου και φοινικιάς με δυτική πορεία. Σημαντική ήταν η αναφορά του Μ.Κ.2 σε σχέση με την ορατότητα του κατηγορούμενου στον επίδικο δρόμο με βάση την πορεία του. Απαντώντας στο ερώτημα για ποιό λόγο τοποθέτησε την διαχωριστική νησίδα με όλα τα διακριτικά σημεία απ' αυτής, απάντησε ότι τα τοποθέτησε γιατί ήθελε να δείξει την πραγματική ορατότητα που έχει ένας οδηγός ο οποίος κατευθύνεται με δυτική πορεία επί της εν λόγω οδού, ως ήταν η πορεία του κατηγορούμενου, αλλά επίσης και την ορατότητα που είχε και ο πεζός προς το αυτοκίνητο. Στην περίπτωση αυτή ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι όταν ένα όχημα έρχεται με δυτική πορεία στην οδό 28ης Οκτωβρίου, λόγω της συστοιχίας αυτών των φοινίκων και των πασσάλων οδικού φωτισμού που βρίσκονται περίπου στο μέσο της κτιστής νησίδας, σε μια μεγάλη απόσταση ένας οδηγός δεν μπορεί να διακρίνει εύκολα κάποιον, δηλαδή πέραν της δεξιάς πλευρά βάση της πορείας του με την συστοιχία όλων αυτών των δέντρων και πασσάλων. Η πραγματική ορατότητα κάποιου οδηγού είναι αριστερά βάση της πορείας του πέραν αυτής της συστοιχίας σε μια απόσταση περί τα 60 μέτρα. Όταν ο οδηγός κατευθύνεται στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας μπορεί να δει ανάμεσα σε αυτά τα δέντρα και τους πάσσαλους κάποιο πεζό να έρχεται αλλά πρέπει ο ίδιος να το θελήσει και να κοιτάξει δεξιά. Την ίδια ορατότητα με τον κατηγορούμενο είχε και ο πεζός από το σημείο που του υποδείχθηκε ότι εισήλθε στον δρόμο. Ο Μ.Κ.2 απάντησε και στο ερώτημα κατά πόσο ο κατηγορούμενος μπορούσε να δει το θύμα με βάση την πιο πάνω αναφορά του για ορατότητα περί των 60 μέτρων. Στο κρίσιμο αυτό ερώτημα ο ΜΚ2 απάντησε ότι ο ίδιος σαν ανακριτής δεν μπορεί να γνωρίζει ακριβώς το σημείο που βρισκόταν το όχημα σε σχέση με τον πεζό. Επίσης δεν μπορεί να διαπιστώσει την ταχύτητα του. Ο ΜΚ2 ανέφερε περαιτέρω ότι ελλείπει μαρτυρία για την ακριβή θέση που είχε ο πεζός την στιγμή που εισερχόταν στον δρόμο σε σχέση με το όχημα ενώ δεν μπορεί να γνωρίζει εάν ο πεζός εισήλθε βιαστικά στον δρόμο ή εάν κοίταζε προτού επιχειρήσει να διασταυρώσει την αριστερή πλευρά του δρόμου. Με τις ελλείψεις αυτές δεν μπόρεσε να απαντήσει στο πιο πάνω ερώτημα ενώ το μόνο που μπόρεσε να αναφέρει με βεβαιότητα είναι ότι η ορατότητα του οδηγού που κατευθύνεται με δυτική πορεία στον παραλιακό δρόμο είναι πέραν της συστοιχίας που σας ανέφερα. Συγκεκριμένα και περαιτέρω ο ΜΚ2 αναφέρει «Δεν μπορώ να γνωρίζω τη θέση που βρισκόταν ο κατηγορούμενος με το αυτοκίνητο του, την ακριβή ταχύτητα που πήγαινε και σε πόση απόσταση ακριβώς μπορούσε να δει στην ευθεία. Είναι ερωτήματα τα οποία δεν μπορούσα να απαντήσω και σαν εξεταστής κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος.» Περαιτέρω αναφέρει ότι δεν γνωρίζει σε ποιό σημείο του σώματος του κτυπήθηκε πρώτη φορά ο πεζός ενώ σε σχέση με το όχημα πρώτη επαφή είχε με το μπροστινό δεξιό μέρος του προφυλακτήρα κάτω από το δεξιό φανάρι. Καμία μαρτυρία επίσης εντοπίστηκε για τον τρόπο ενέργειας του θύματος, ήτοι πως αυτός μπήκε στον δρόμο ενώ δεν μπόρεσε να διαπιστώσει την κατεύθυνση που κοίταζε ο πεζός την ώρα που εισερχόταν στον δρόμο. Σε σχέση με την τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου το οποίο βρέθηκε με κλήση προς τα αριστερά, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η θέση αυτή ενισχύει τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου κατά την κατάθεση του ότι έκανε ελιγμό προς τα αριστερά όταν είδε το θύμα να μπαίνει εντός του δρόμου και άμεσα ενήργησε με αυτό τον τρόπο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 ανέφερε σε σχέση με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου περί ελιγμού στα αριστερά, ότι με βάση αυτόν του τον ισχυρισμό αντέδρασε σωστά όταν διαπίστωσε τον κίνδυνο. Ως κίνδυνο καθόρισε την στιγμή που ο οδηγός αντιλαμβάνεται ότι θα εμπλακεί σε δυστύχημα και στην προκειμένη, την στιγμή που κατάλαβε ότι θα κτυπήσει τον πεζό. Με βάση τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου για την ταχύτητα του και τον χρόνο αντίδρασης που ανέφερε για τα 13 μέτρα το δευτερόλεπτο είναι λογικό να επεσυνέβη το δυστύχημα αλλά αυτό το αναφέρει μόνο υποθετικά εάν οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου ευσταθούν. Σε σχέση με την θέση του σώματος του θύματος στο έδαφος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι βάση της κηλίδας αίματος αυτό βρέθηκε μπροστά από το αυτοκίνητο, ενώ η κηλίδα φαίνεται στα 3.60 - 3.80 στο δρόμο. Με γνώμονα την ζημιά που υπέστη το όχημα διαπίστωσε ότι ο πεζός με βάση την ορμή του αυτοκινήτου έπεσε με το σώμα του πάνω στο όχημα και αφού κατέληξε στο μπροστινό δεξιό φτερό κτύπησε με το κεφάλι στον ανεμοθώρακα και μετά εκτινάχθηκε μπροστά από το όχημα και κατέληξε στο σημείο που βρέθηκε η κηλίδα αίματος. Δεν μπορεί όμως να γνωρίζει σε πόση απόσταση πετάχτηκε στον αέρα. Ερωτηθείς από την συνήγορο υπεράσπισης για το θέμα της ταχύτητας σε σχέση με την τελική θέση του θύματος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι επειδή το σώμα του θύματος είναι ξένο σώμα προς το αυτοκίνητο, εάν το όχημα είχε υπερβολική ταχύτητα, το σώμα θα ταξίδευε πάνω από το όχημα και θα κατέληγε στο πίσω μέρος αυτού ή στο πλευρό ανάλογα με την φορά. Το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση το θύμα βρέθηκε μπροστά από το όχημα σημαίνει ότι αυτό κινείτο με ταχύτητα η οποία ήταν μέσα στα λογικά όρια. Ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει την οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου πριν το δυστύχημα αλλά το μόνο που μπόρεσε να διαπιστώσει, βάσει των ισχυρισμών του ίδιου, είναι ότι σε κάποια στιγμή είδε το θύμα και ενήργησε κάνοντας ελιγμό προς τα αριστερά κτυπώντας το θύμα το οποίο βρέθηκε σε συγκεκριμένο σημείο. Σε σχέση με τα συμπληρωματικά μέτρα που έλαβε, αναφέρει ότι μετά που έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και ο ίδιος του ανέφερε την πρόθεση του να στρίψει δεξιά στην επόμενη της πορείας του, πάροδο όπου ανοίγει μια τρίτη δεξιά λωρίδα, επισκέφθηκε εκ νέου την σκηνή και τοποθέτησε και αυτή την λωρίδα αλλά και για να θέσει με πληρότητα και τα όσα του ανέφερε ο κατηγορούμενος για την ορατότητα σε σχέση και με την διαχωριστική κτιστή νησίδα. Ως ανέφερα και ανωτέρω ο ΜΚ2 έκανε ιδιαίτερα καλή εντύπωση στο Δικαστήριο αναφέροντας τα όσα ο ίδιος διαπίστωσε στην σκηνή αλλά και τα όσα ο ίδιος συμπεραίνει με γνώμονα την εμπειρογνωμοσύνη του, χωρίς να διαπιστώσω σε οιοδήποτε στάδιο ότι αυτός απέκρυψε οτιδήποτε έχοντας σκοπό την καταδίκη του κατηγορούμενου. Αντίθετα μου δημιούργησε την εντύπωση ότι προσήλθε με σκοπό να αναφέρει την αλήθεια στο Δικαστήριο βοηθώντας το να καταλήξει σε συμπεράσματα ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Συνεπακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της ως αξιόπιστη και ειλικρινή. O MK3 περαιτέρω, αναγνώρισε την κατάθεση του (Τεκμήριο 17) και την συμπληρωματική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 18). Ο ΜΚ3 μετά την δυστυχή κατάληξη του θύματος στις 19/8/2012, ανέλαβε περαιτέρω την διερεύνηση του, ως θανατηφόρου πλέον, οπόταν και μετέβηκε με τον ΜΚ2, εκ νέου στην σκηνή με σκοπό να λάβουν συμπληρωματικά μέτρα. Ο ΜΚ3 αναφέρω καταρχήν ότι υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού στον κλάδο διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Είναι αστυνομικός φωτογράφος, σχεδιαστής και εξεταστής μηχανοκίνητων οχημάτων, ειδικός στην εύρεση ταχύτητας από ίχνη τροχοπέδησης, πλαγιολίσθησης. Τέλος παρακολούθησε πρόγραμμα εκπαίδευσης προχωρημένου επιπέδου διερεύνησης και αναπαράστασης τροχαίων δυστυχημάτων. Η υπηρεσία του ανέρχεται στα 26 έτη. Στις 21/8/2012 βρισκόταν με τον ΜΚ2 στην σκηνή για την λήψη συμπληρωματικών μέτρων όπου και τους προσέγγισε ο Popat Bakulkumar ο οποίος ήταν επιβάτης στο ταξί του κατηγορούμενου την επίδικη ημερομηνία. Το πρόσωπο αυτό την ημέρα του δυστυχήματος έδωσε κατάθεση στην αστυνομία ενώ στις 21/8 τους ρωτούσε για την κατάσταση του θύματος. Εκεί ο ΜΚ3 του ανέφερε ότι το θύμα απεβίωσε και του έδωσε τα στοιχεία του εφόσον ο ίδιος τα ζήτησε σε περίπτωση που θα ήθελε να αναφέρει οτιδήποτε. Το πρόσωπο αυτό στις 26/09/2012 επικοινώνησε με τον ΜΚ3 και του ανάφερε την επιθυμία του να δώσει νέα κατάθεση καθότι στην αρχική δεν τα ανέφερε ενόψει της επιθυμίας του να μην αναμειχθεί περαιτέρω. Ο ΜΚ3 μέσω διαδικασιών δικαστικής συνδρομής της Interpol, διευθέτησε την λήψη κατάθεσης από άγγλους συναδέλφους του η οποία και αποστάληκε στον ίδιο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 αναφέρθηκε στην επικοινωνία που είχε με την μητέρα του θύματος, η οποία ρωτούσε τακτικά για την πορεία των ερευνών. Ο ίδιος δεν έδωσε ποτέ στοιχεία μαρτύρων στην μητέρα και δεν θυμάται αν η ίδια τα ζήτησε. Εκείνο που θυμάται έντονα είναι την απορία της μητέρας για την ανυπαρξία μαρτύρων αλλά ο ίδιος της ανέφερε ότι λόγω της αργίας και των κλειστών καταστημάτων δεν εντόπισαν μάρτυρες. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του ΜΚ3 αποτέλεσε το ζήτημα κατά πόσο η ΜΚ1 - μητέρα του θύματος, είχε οιαδήποτε ανάμειξη ή σχέση με την επιθυμία του συνοδηγού του κατηγορούμενου να δώσει συμπληρωματική κατάθεση. Θέση της υπεράσπισης ως αυτή εκφράστηκε μέσα από τις ερωτήσεις της ευπαιδεύτου συνηγόρου ήταν ότι η μητέρα επηρέασε με κάποιο τρόπο τον μάρτυρα αυτόν να δώσει την 2η του κατάθεση με τον ΜΚ3 να αρνείται κατηγορηματικά ότι έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία στην μητέρα για να επικοινωνήσει μαζί του. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ο ίδιος ενημέρωσε την ΜΚ1 για την επιθυμία αυτή του μάρτυρα να δώσει συμπληρωματική κατάθεση αλλά δεν της ανέφερε οτιδήποτε για το περιεχόμενο και τις λεπτομέρειες αυτής. Ο ΜΚ3 αναφέρθηκε και σε επιστολές που η ΜΚ1 - μητέρα απέστειλε στον Γενικό Εισαγγελέα και τον Αρχηγό της Αστυνομίας και οι οποίες αφορούσαν την έλλειψη μαρτύρων και την θέση της για την μη αναζήτηση αυτών. Το περιεχόμενο αυτής της επιστολής εξετάστηκε απο τον Γενικό Εισαγγελέα ο οποίος δεν εντόπισε κάτι το μεμπτό και απάντησε με σχετική επιστολή. Ο ίδιος αναφέρθηκε και στο περιεχόμενο της 1ης κατάθεσης του συνοδηγού ο οποίος ανέφερε ότι δεν είχε δει τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα και στην 2η του κατάθεση όπου αναφέρει ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο κατηγορούμενος είχαν στραμμένο το κεφάλι τους προς το ξενοδοχείο. Η εντύπωση που άφησε ο ΜΚ3 στο Δικαστήριο, ως ανωτέρω ανέφερα ήταν θετική. Ο ΜΚ3 προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει τα όσα ο ίδιος γνωρίζει σε σχέση με την υπόθεση σε συνδυασμό με τις δικές του ενέργειες χωρίς να διαπιστώσω οτιδήποτε που να μου δημιουργεί αμφιβολίες για τα κίνητρα του. Συνεπακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ3 στην ολότητα της ως αξιόπιστη. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι αμφότερων των ΜΚ2 και ΜΚ3 η μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ενώ τα όσα ανέφεραν αναλύοντας τα ευρήματα τους σε συνδυασμό με το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος παρέμειναν αναντίλεκτα. Ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας των πιο πάνω μαρτύρων, ήταν η πραγματική μαρτυρία που εντόπισαν στη σκηνή, η ετοιμασία του προχείρου σχεδίου του δυστυχήματος και του επί κλίμακας. Οι μάρτυρες αυτοί ανέφεραν ότι είναι σχεδιαστές σκηνών δυστυχημάτων, εξουσιοδοτημένοι φωτογράφοι της Αστυνομίας, ειδικοί στην εύρεση ταχύτητας οχημάτων από ίχνη τροχοπέδησης και πλαγιολίσθησης και χειριστές συσκευών προκαταρκτικού και τελικού ελέγχου αλκοτέστ. Έτυχαν εκπαίδευσης για τα πιο πάνω στην Αστυνομική Ακαδημία και επίσης και οι δύο υπηρετούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο στη Τροχαία Λεμεσού στο κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων και διαθέτουν και σχετική πείρα στον τομέα αυτό. Σε σχέση με το μέρος της μαρτυρίας τους που αφορά το σχέδιο της σκηνής και τη πραγματική μαρτυρία καθώς επίσης και τα συμπεράσματα τους επί αυτής, με βάση τα πιο πάνω και τη νομολογία οι μάρτυρες αυτοί θεωρούνται εμπειρογνώμονες και σκοπό έχουν να διαφωτίσουν το Δικαστήριο για να καταλήξει στα δικά του ευρήματα αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα συνυπολογίζοντας και ελέγχοντας και την ορθότητα της υπόλοιπης μαρτυρίας που έχει ενώπιον του. Θα πρέπει να δώσουν στο Δικαστήριο τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων τους (βλ. Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Eπίσης, έχει λεχθεί σε σωρεία αποφάσεων ότι η πραγματική μαρτυρία δεν αποδεικνύει πώς έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί πολύτιμο υλικό με βάση το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα για τις συνθήκες που επεσυνέβη ένα δυστύχημα (βλ. Meshiou v. Eleftheriou
(1982)1 C.L.R. 486 και Charalambous and another v. Kaifas
(1986)1 C.L.R. 278). Περαιτέρω, η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Κονναρή v. Κυριάκου
(1996)1 Α Α.Α.Δ. 267 Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Από τη πραγματική μαρτυρία που κατέθεσαν οι μάρτυρες στο Δικαστήριο, αποδέχομαι τις φωτογραφίες που λήφθηκαν από τον Μ.Κ.2 (τεκμήριο 12) και απεικονίζουν τη σκηνή του δυστυχήματος και το ενεχόμενο όχημα. Οι φωτογραφίες αυτές κατατέθηκαν στο Δικαστήριο χωρίς ένσταση, δεν έτυχαν αμφισβήτησης σε σχέση με την αυθεντικότητα τους και ούτε έχει προκύψει οτιδήποτε που να δείχνει ότι αυτές δεν παρουσιάζουν την πραγματική εικόνα ή ότι αλλοιώθηκαν ή έτυχαν οποιασδήποτε επέμβασης. Επομένως, κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να μην τις αποδεχτώ και τις αποδέχομαι. Επίσης, αποδέχομαι το σχέδιο της σκηνής που ετοιμάστηκε από τον Μ.Κ.2 και ότι αυτό απεικονίζει το δρόμο όπου έγινε το επίδικο δυστύχημα. Σημειώνω ότι τόσο το σημείο σύγκρουσης (χ) όσο και η πορεία του πεζού αλλά και το σημείο που ο πεζός φέρεται να εισήλθε στον δρόμο (Β) έχουν υποδειχθεί από τον κατηγορούμενο, ελλείψη άλλης μαρτυρίας και ο ίδιος σε κανένα μετέπειτα στάδιο δεν τα αμφισβήτησε. Εν πάση περιπτώσει δεν κρίνω ότι με οιοδήποτε τρόπο κατά το στάδιο της ακρόασης με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβητήθηκε ή κλονίστηκε η ορθότητα του σχεδίου και το ότι αυτό αναφέρει την ακριβή απεικόνιση της σκηνής του δυστυχήματος. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για την πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου αλλά και την τελική του θέση (Α1). Το σημείο σύγκρουσης (Χ) απέχει από τη βασική γραμμή μέτρησης 5.40 μέτρα. Επιπλέον αποδέχομαι όλες τις μετρήσεις που φαίνονται στο σχέδιο αφού αυτές λήφθηκαν από τους Μ.Κ.2 και ΜΚ4 κατά την επίσκεψη τους στη σκηνή, δεν έτυχαν αμφισβήτησης και ούτε έχει προκύψει οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι είναι λανθασμένες. Όπως φαίνεται στο σχέδιο αλλά εξηγήθηκε και από τους μάρτυρες αυτούς, ο δρόμος στο σημείο έχει πλάτος στα 7.40 μέτρα ενώ υπάρχει κτιστή διαχωριστική νησίδα του δρόμου η οποία στο σημείο εκείνο είναι καλυμμένη με γρασίδι το πλάτος του οποίου καθορίζεται στα 4.10 μέτρα. Στην νησίδα υπάρχουν σε συστοιχία πυλώνες οδικού φωτισμού, φοίνικες ύψους και πλάτους 2 μέτρων και φοίνικες μεγάλους ύψους. Το πλάτος της δεξιάς λωρίδας που οδηγούσε ο κατηγορούμενος ήταν 3.70 μέτρα. Από την μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 μπορώ ακόμη να αποδεχθώ και αποδέχομαι τις αναφορές τους για την ορατότητα όπως αυτές επεξηγήθηκαν κυρίως απο τον ΜΚ2 και αναλύονται ανωτέρω. Οι μετρήσεις και οι αναφορές του ΜΚ2 σε σχέση με την ορατότητα του κατηγορούμενου στον επίδικο δρόμο δεν αμφισβητήθηκαν απο την Υπεράσπιση και επιπλέον έχουν επεξηγηθεί και μέσα από τις φωτογραφίες σε συνδυασμό με τα φυσικά στοιχεία που υπάρχουν στον επίδικο δρόμο. ΜΚ4 - Α/Αστ. 1611- Μάρκος Χρυσάνθου Ο ΜΚ4 υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού στο Τμήμα διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων για 17 από τα συνολικά 24 χρόνια υπηρεσίας του. Έτυχε εκπαίδευσης στο traffic course της Αστυνομικής ακαδημίας και είναι αστυνομικός φωτογράφος. Η κατάθεση του σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Στις 15/8/2012 επισκέφθηκε με τον ΜΚ2 την σκηνή του δυστυχήματος και αναφέρθηκε περαιτέρω στις δικές του ενέργειες στην διερεύνηση. Συγκεκριμένα υπέβαλε τον κατηγορούμενο σε έλεγχο αλκοόλης με αποτέλεσμα τα 4mg (Τεκμήριο 20) και αναζήτησε ανεξάρτητους μάρτυρες. Μετέβηκε στα υποστατικά που βρίσκονται στην βόρεια πλευρά της 28ης Οκτωβρίου και εντόπισε στην μπυραρία του Pier Beach Hotel τον μάρτυρα Έφη Δημητριάδη και το συνοδηγό του ταξί μαζί με τα μέλη της οικογένειας του. Έλαβε κατάθεση από τον Δημητριάδη επί τόπου ενώ σε αργότερο στάδιο αλλά την ίδια μέρα, στον σταθμό από τον συνοδηγό. Παρά την αναζήτηση του δεν εντόπισε άλλους ανεξάρτητους μάρτυρες. Βοήθησε περαιτέρω τον ΜΚ2 στην λήψη μέτρων από την σκηνή. Ο συνοδηγός ήταν σοκαρισμένος φυσιολογικά όπως κάθε ανθρώπου που θα του τύγχανε αυτό το περιστατικό σε συνδυασμό ότι ήταν τουρίστας σε μια ξένη χώρα αλλά ήταν σε θέση να δώσει κατάθεση. Ο ΜΚ4 ομοίως με τους άλλους συναδέλφους του, ΜΚ2 και ΜΚ3 άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ανέφερε με αμεσότητα και ειλικρίνεια τα όσα ο ίδιος ανέλαβε να διεκπεραιώσει. Η μαρτυρία του βεβαίως σημειώνω ότι αφορά κυρίως διαδικαστικά ζητήματα όπως η λήψη καταθέσεων και η διαδικασία ελέγχου αλκοόλης και δεν άπτεται των ουσιωδών ζητημάτων της οδικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ4 ως αληθή και αξιόπιστη στην ολότητα της. ΜΚ5 - Έφης Δημητριάδης Ο ΜΚ5 έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία (τεκμήριο 21) όπου και αναφέρεται στην κίνηση του δρόμου την ημέρα εκείνη. Σύμφωνα με τον ΜΚ5 δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στον δρόμο, ο οποίος ήταν ασυνήθιστα άδειος. Επίσης δεν υπήρχαν πολλοί πεζοί. Ο ίδιος καθόταν ως αναφέρει στην κατάθεση του στην μπυραρία του ξενοδοχείου Pier Beach Hotel. Σε κάποια στιγμή άκουσε φρένα αυτοκινήτου και όταν γύρισε είδε ένα ταξί μαύρου χρώματος μακράς βάσεως με αρ. Εγγραφής ΤKPK138 το οποίο κατευθυνόταν δυτικά προς το λιμάνι να κτυπά με το μπροστινό του μέρος στο φανάρι ένα πεζό άντρα. Ο ίδιος δεν είδε αν ο πεζός έτρεχε ή περπατούσε στο δρόμο, ούτε την κατεύθυνση του, η που αυτός έβλεπε στον δρόμο. Όταν κτυπήθηκε εκσφενδονίστηκε στον αέρα για περίπου 3 μέτρα και κτύπησε στο έδαφος μπροστά στο ταξί. Η σύγκρουση σύμφωνα με τον ΜΚ5 έγινε στο κέντρο του δρόμου προς την αριστερή λωρίδα χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει το ακριβές σημείο ενώ το ταξί σταμάτησε επιτόπου. Δεν είδε το όχημα του κατηγορούμενου πριν την σύγκρουση και συνεπώς δεν μπορεί να αναφέρει κάτι για την ταχύτητα του. Ο ίδιος δεν πλησίασε στο σημείο και έμεινε περίπου 30 - 40 μέτρα μακριά από την σκηνή. Είδε το θύμα στην άσφαλτο και μετά από 10 περίπου λεπτά είδε το ασθενοφόρο που τον παρέλαβε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στην μπυραρία καθόταν με μια φίλη του η οποία όμως δεν είδε πως έγινε το δυστύχημα. Τον συνοδηγό τον είδε με την οικογένεια του στο ξενοδοχείο και μίλησε μαζί τους, είδε ότι ήταν σοκαρισμένοι γιατί ως του ανέφεραν ήταν η πρώτη φορά που πήγαιναν ταξίδι ενώ ο ίδιος ο συνοδηγός του ανέφερε ότι δεν πρόσεξε πως έγινε το δυστύχημα. Ο ΜΚ5 δεν άφησε αρνητική εικόνα στο Δικαστήριο και καταλήγω ότι ανέφερε την αλήθεια. Η δε μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Η μαρτυρία του όμως δεν θεωρείται ουσιώδης όσον αφορά την οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου πριν την σύγκρουση. Ο ΜΚ5 εκτός από το σημείο της αναφοράς του σε άκουσμα φρένων, το οποίο αποδέχομαι, δεν έδωσε οιαδήποτε άλλα στοιχεία τα οποία να μπορούν να διαφωτίσουν το Δικαστήριο σε σχέση πάντοτε με τα ουσιώδη γεγονότα κατά την επίδικη στιγμή του δυστυχήματος. Με αυτές τις παρατηρήσεις και αναφορές αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ
- ΜΚ6 - Ανθούσης Αθανάσιος Ο ΜΚ6 ήταν ο ναυαγοσώστης στην παραλία πλησίον του σημείου σύγκρουσης. Με βάση την κατάθεση του (Τεκμήριο 22) την ημέρα και ώρα του δυστυχήματος και περί ώρα 17:40 κάποιος άγνωστος άνδρας τον πλησίασε και τους ανάφερε ότι χρειάζεται βοήθεια ένα πεζός ο οποίος κτυπήθηκε από αυτοκίνητο. Ο ίδιος μαζί με ένα συνάδελφο του ναυαγοσώστη μετέβηκαν στην σκηνή με τον εξοπλισμό τους για παροχή πρώτων βοηθειών. Το θύμα ήταν κάτω σε θέση ανάνηψης και δεν επικοινωνούσε. Του χορήγησαν οξυγόνο, σταθεροποίησαν τον αυχένα και άμεσα ήρθε το ασθενοφόρο. Ο ίδιος ανάφερε κατά την αντεξέταση του ότι βρισκόταν περί τα 200 μέτρα από τον σημείο σύγκρουσης και όχι 400 ως καταγράφηκε στην κατάθεση του αλλά δεν άκουσε ή είδε κάτι. Το θύμα βρισκόταν στην μέση του δρόμου προς την δυτική - νότια πλευρά, 2 - 3 μέτρα μπροστά από το μαύρο ταξί. Ο ΜΚ6 ήταν ένα από τα πρόσωπα που έδωσε τις πρώτες βοήθειες το θύμα πριν έρθει το ασθενοφόρο. Η μαρτυρία του δεν αφορά άμεσα τα επίδικα ζητήματα εφόσον ο ίδιος ενεπλάκη μετά που το τροχαίο επεσυνέβη και δεν έχει να αναφέρει οτιδήποτε που να αφορά την στιγμή της σύγκρουσης. Η δε μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα σημείο της από την υπεράσπιση. Σημειώνω βεβαίως ότι αποδέχομαι την αναφορά του στην θέση που βρέθηκε το σώμα του θύματος μετά την σύγκρουση σε σχέση πάντοτε και με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, αναφορά η οποία σημειώνω συμπίπτει και συμφωνεί και με τις αναφορές των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας. Συνεπακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ6 στο σύνολο της ως αξιόπιστη. ΜΚ7 - Popat Bakulkumar Ο μάρτυρας αυτός αποτέλεσε σημείο αναφοράς για όλους τους άλλους μάρτυρες και η μαρτυρία που έδωσε κρίνεται εκ πρώτης ουσιώδης για τα επίδικα ζητήματα εφόσον πρόκειται για το πρόσωπο που βρισκόταν στην θέση του συνοδηγού του οχήματος του κατηγορούμενου κατά τον χρόνο σύγκρουσης με το θύμα. Ο ΜΚ7 διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήρια 23 και 24 την αρχική του κατάθεση ημερ.15/08/2012 στην αγγλική γλώσσα συνοδευόμενη από μετάφραση αυτής στην ελληνική, ενώ περαιτέρω αναγνώρισε την συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε στο Ηνωμένο Βασίλειο με ημερ.8/2/2013 (Τεκμήρια 25 και 26). Στην αρχική του κατάθεση την ημέρα του δυστυχήματος ο ΜΚ7 αναφέρει ότι το ταξί του κατηγορούμενου τηρούσε δυτική κατεύθυνση στην αντίθετη λωρίδα από το ξενοδοχείο τους ενώ ο κατηγορούμενος οδηγούσε με κανονική ταχύτητα περί τα 40 - 50 km. Την στιγμή εκείνη δεν υπήρχε κανένα όχημα ή πίσω ή μπροστά τους. Ο ίδιος έβλεπε τα πίσω καθίσματα και μιλούσε με την οικογένεια του όταν ξαφνικά ένιωσε το ταξί να στρίβει προς τα αριστερά της πορείας του. Αμέσως γύρισε μπροστά και είδε ένα άντρα που ήταν πεζός να κτυπά το κεφάλι του στον μπροστινό ανεμοθώρακα στην δεξιά πλευρά. Πρώτα σύμφωνα με τον ΜΚ7 κτύπησε στον μπροστινό προφυλακτήρα στην δεξιά πλευρά αλλά δεν είδε με ποιό μέρος του σώματος του διότι δεν τον είδε πριν την σύγκρουση ούτε ποια πορεία ακολουθούσε ούτε προς τα που κοίταζε. Τον είδε μόνο την στιγμή της σύγκρουσης και αφού κτύπησε είδε ότι έπεσε στο έδαφος μπροστά από το όχημα στην δεξιά πλευρά. Το ταξί σταμάτησε αμέσως με μια κλίση προς τα αριστερά να βλέπει την παραλία. Αναφέρθηκε περαιτέρω στις πρώτες βοήθειες που δόθηκαν στο θύμα και σημείωσε ότι ο ίδιος δεν είδε που κοιτούσε ο κατηγορούμενος την ώρα της σύγκρουσης αλλά ούτε και γνωρίζει το σημείο της σύγκρουσης το οποίο υποθέτει ότι ήταν στην μέση των λωρίδων χωρίς όμως να είναι σίγουρος. Μετά το δυστύχημα ρώτησε την οικογένεια του αν είδε κάτι αλλά ούτε αυτοί είδαν οτιδήποτε. Ο ίδιος μετέβηκε μετά το δυστύχημα στο ξενοδοχείο που βρισκόταν απέναντι από το σημείο σύγκρουσης με την οικογένεια του. Τα πιο πάνω αποτελούν συνοπτικά το περιεχόμενο και τις θέσεις του ΜΚ7 στα πλαίσια της αρχικής του κατάθεσης κατά την ημέρα που επεσυνέβη το μοιραίο δυστύχημα. Τα τεκμήρια 25 και 26 αφορούν την 2η κατάθεση που ο ΜΚ7 έδωσε στην Αγγλία. Κατά την διάρκεια της διαδρομής προς το ξενοδοχείο από το αεροδρόμιο Λάρνακας, ο ίδιος μιλούσε με τον κατηγορούμενο για δουλειά αλλά και για το αυτοκίνητο που οδηγούσε. Το οδήγημα του κατηγορούμενου σύμφωνα με τον ΜΚ7 ήταν ικανοποιητικό και ο τελευταίος ήταν προσεκτικός όταν οδηγούσε. Όταν έφτασαν περίπου στο ύψος του ξενοδοχείου πρόσεξε ότι ο κατηγορούμενος, κοίταξε στα δεξιά. Σύμφωνα με τον ΜΚ7 ο κατηγορούμενος φαίνεται να ανάλωσε λίγο περισσότερο χρόνο κοιτάζοντας δεξιά σύμφωνα με την πορεία του και ο λόγος πιστεύει είναι ότι ήθελε να βεβαιωθεί ότι έφτασε στο σωστό ξενοδοχείο. Ο ΜΚ7 επίσης κοίταζε για να βεβαιωθεί για το ξενοδοχείο. Η ταχύτητα του κατηγορούμενου εκείνη την ώρα ήταν γύρω στα 25-30 μίλια. Αυτό το υπολογίζει χωρίς να κοίταξε το μιλίμετρο, όμως δεν του φάνηκε να ξεπέρασε το όριο ταχύτητας, η δε οδήγηση του κατηγορούμενου ήταν αρκετά καλή και άνετη. Μετά την κίνηση αυτή του κατηγορούμενου σύμφωνα με τον ΜΚ7 προς το ξενοδοχείο, γύρισαν προς το δρόμο και είδε τότε ένα πεζό στην μέση του δρόμου. Τότε είδε τον κατηγορούμενο να κορνάρει πιέζοντας το τιμόνι, ενεργώντας με τρόπο να τον αποφύγει πάτησε φρένο και έστριψε ξαφνικά προς την άκρη της λωρίδας του δρόμου. Σύμφωνα με τον ΜΚ7 ο κατηγορούμενος έκανε ότι μπορούσε για να αποφύγει τον πεζό παρόλα αυτά συγκρούστηκε με αυτόν. Ο πεζός εκτινάχθηκε στον αέρα με τα πόδια και προσγειώθηκε στον ανεμοθώρακα του οχήματος ο οποίος και ράγισε. Μετά την σύγκρουση και συγκεκριμένα μετά από 10 - 15 λεπτά ο ίδιος αποχώρησε με την οικογένεια του από την σκηνή και πήγαν στο ξενοδοχείο που τους είχε υποδείξει ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τον ΜΚ7 η μέρα ήταν ηλιόλουστη και δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο στην ορατότητα. Ακολούθως τον επισκέφθηκε η αστυνομία στο ξενοδοχείο αλλά ο ίδιος ήταν πολύ σοκαρισμένος και φοβισμένος. Βρισκόταν σε μια ξένη χώρα της οποίας τους νόμους δεν γνώριζε και ανησύχησε για την οικογένεια του ενώ το μόνο που ήθελε ήταν να επιστρέψει στην Αγγλία. Ανησύχησε μήπως τους πάρουν τα διαβατήρια και δεν μπορούσαν να φύγουν και γι' αυτό τον λόγο επέλεξε να πει στην αστυνομία αρχικά ότι δεν είχε να μαρτυρήσει οτιδήποτε. Με την επιστροφή του στην Αγγλία προσπάθησε πολλές φορές να επικοινωνήσει με την Κυπριακή Αστυνομία αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Όταν το κατάφερε αυτό ανέφερε ότι επιθυμούσε να δώσει συμπληρωματική κατάθεση. Τα πιο πάνω αποτελούν τα όσα ο ΜΚ7 ανάφερε τόσο στην 1η όσο και στην 2η κατάθεση του. Για τις διαφορές στις θέσεις του ο ΜΚ7 έτυχε σωρεία ερωτήσεων τόσο κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του όσο και κατά της αντεξέταση του. Σύμφωνα με τον ΜΚ7 όταν έδωσε την 1η κατάθεση δεν είχε αντιληφθεί ότι το δυστύχημα ήταν θανατηφόρο γι'αυτό δεν έδωσε όλες τις πληροφορίες, καθότι δεν προσπάθησε να θυμηθεί αυτές. Όταν έμαθε ότι το θύμα απεβίωσε άρχισε να θυμάται πολύ προσεκτικά και κατάλαβε ότι έπρεπε να συγκεντρώσει πληροφορίες. Αφού μίλησε και με την οικογένεια του για το περιστατικό και αφού ήταν απόλυτα βέβαιος για το τί είχε δει αποφάσισε να μιλήσει στην Αστυνομία και να δώσει 2η κατάθεση. Σε σχέση με την 1η του κατάθεση αναφέρει ότι όταν την έδωσε ήταν πολύ σοκαρισμένος και δεν είπε οτιδήποτε ψέματα απλά όλα στο μυαλό του ήταν πολύ θολά. Την στιγμή του δυστυχήματος πράγματι είχε γυρίσει πίσω και δεν είπε ψέματα γι' αυτό. Αρχικά πίστευε ότι το ατύχημα δεν ήταν σοβαρό και ότι το θύμα είχε απλά κτυπήσει το πόδι του ενώ θα τα διευθετούσαν όλα οι ασφάλειες, γι' αυτό τον λόγο δεν προσπάθησε να θυμηθεί τι ακριβώς είχε συμβεί. Όταν ενημερώθηκε από κάποιο άτομο στο ξενοδοχείο ότι ο πεζός απεβίωσε, κάποιες μέρες μετά, είπε ότι έπρεπε να θυμηθεί με κάθε λεπτομέρεια τι συνέβηκε και αυτό θα μπορούσε να το κάνει όταν θα ήταν ήρεμος και ασφαλής πίσω στην χώρα του. Αφότου έμαθε ότι το θύμα απεβίωσε ευρισκόμενος στο μπαλκόνι του δωματίου του είδε αστυνομικούς να λαμβάνουν φωτογραφίες και σκέφτηκε ότι θα ήταν καλύτερα να τους μιλήσει, οπότε τους πλησίασε και ζήτησε στοιχεία επικοινωνίας σε περίπτωση που θυμηθεί κάτι όταν επιστρέψει. Με την επιστροφή του και αφού θυμήθηκε την λεπτομέρεια που αναφέρει στην 2η του κατάθεση, συμβουλεύθηκε ένα φίλο του Άγγλο, πρώην αστυνομικό, τον οποίο ρώτησε αν μπορεί να αλλάξει κάτι από την αρχική του κατάθεση και ο ίδιος του εισηγήθηκε να επικοινωνήσει με την Κυπριακή Αστυνομία πράγμα που έκανε. Όταν επικοινώνησε με τον κο. Παύλο (ΜΚ 3) του ανάφερε την Interpol και ξεκίνησε η διαδικασία η οποία τελικά και ακολουθήθηκε. Ερωτούμενος να αναλύσει την αναφορά του στο γύρισμα του κεφαλιού του κατηγορούμενου προς το ξενοδοχείο ο ΜΚ7 αναφέρθηκε αρχικά ότι ο κατηγορούμενος δεν γύριζε γύρω γύρω ενώ το οδήγημα του ήταν πολύ καλό. Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με τον ΜΚ7 είχε εξ' ολοκλήρου έλεγχο του οχήματος του ενώ δεν πήγαινε με μεγάλη ταχύτητα. Ο ΜΚ7 σε καμία περίπτωση δεν ένιωσε ότι δεν ήταν ασφαλής στο ταξίδι με τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος κοίταξε δεξιά όπως όλοι κάνουμε σύμφωνα με τον ΜΚ7 και αντί να φέρει το πρόσωπο του ευθεία σπατάλησε περίπου 5 - 10 δευτερόλεπτα κοιτάζοντας δεξιά. Ο ίδιος όταν είδε τον κατηγορούμενο να γυρίζει δεξιά, γύρισε και αυτός και είδε το ξενοδοχείο που θα έμεναν οπότε υπέθεσε ότι έψαχνε το ξενοδοχείο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ7 αναφέρθηκε στο κίνητρα του για να δώσει 2η κατάθεση. Ο ΜΚ 7 επανέλαβε τις θέσεις και ισχυρισμούς του περί του ότι ήταν σοκαρισμένος στην 1η κατάθεση και ενόψει του ότι δεν είχε αντιληφθεί την σοβαρότητα του δυστυχήματος πίστευε ότι έδινε μια τυπική κατάθεση με σκοπό να διευθετηθούν τα ζητήματα με την ασφάλεια. Η αναφορά του στην 1η κατάθεση ότι γύρισε πίσω και μιλούσε με την οικογένεια του δεν ήταν ψευδής καθότι αυτό γινόταν καθ' όλη την διάρκεια του ταξιδιού από το αεροδρόμιο στην Λεμεσό αλλά όταν ενημερώθηκε για το θανατηφόρο αποτέλεσμα αποφάσισε να σκεφτεί πολύ προσεκτικά και τότε θυμήθηκε αυτή την λεπτομέρεια την ώρα που αμφότεροι γύρισαν προς το ξενοδοχείο με τον κατηγορούμενο. Σημειώνει ότι ο κατηγορούμενος την ώρα που κοίταξε δεξιά, κοίταζε σε επίπεδο ματιού. Στην Κύπρο προσήλθε με σκοπό να δώσει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ τα έξοδα του θα τα καλύψει η Εισαγγελία. Από τα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου 2012 προσπάθησε να επικοινωνήσει με την Κυπριακή Αστυνομία καθότι αυτή η λεπτομέρεια που θυμήθηκε, ήταν πίστευε, βασική. Θυμήθηκε ότι αμέσως πριν την σύγκρουση δεν ήταν γυρισμένος πίσω αλλά έβλεπε μπροστά, όταν ο κατηγορούμενος κοίταξε στα δεξιά και επειδή η στιγμή αυτή ήταν λίγο μεγάλη κοίταξε και αυτός. Ο κατηγορούμενος μετά γύρισε μπροστά και γύρισε και ο ίδιος και έγινε το δυστύχημα. Αυτή ήταν συνοπτικά η λεπτομέρεια που θυμήθηκε και ήθελε να αναφέρει επιπρόσθετα με την 1η του κατάθεση. Κατά τον ίδιο η 1η με την 2η του κατάθεση δεν είναι αντιφατικές ούτε έχουν τόσες διαφορές, η 2η κατάθεση του είναι πιο λεπτομερής. Σε σχέση με τα 5 - 10 δευτερόλεπτα που ανάφερε ότι διήρκησε το γύρισμα του κεφαλιού του κατηγορούμενου προς τα δεξιά και υποβάλλοντας του ότι οδηγώντας με 50 χιλιόμετρα την ώρα και καλύπτοντας 13 μέτρα το δευτερόλεπτο αυτό είναι αδύνατο, ο ΜΚ7 ανάφερε ότι δεν είχε ρολόι και η αναφορά στον χρόνο είναι καθαρά η δική του εκτίμηση. Η πρώτη επαφή του θύματος ήταν με την δεξιά πλευρά του προφυλακτήρα του οχήματος. Ο ΜΚ7 αποτέλεσε τον μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα της σκηνής του δυστυχήματος την επίδικη στιγμή της σύγκρουσης του οχήματος με το θύμα. Ο μάρτυρας αυτός προβλημάτισε σε μεγάλο βαθμό το Δικαστήριο, κυρίως λόγο των διαφορών που εντοπίζονται στις 2 καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία. Το περιεχόμενο των 2 καταθέσεων ο ΜΚ7 ανέλυσε και ανέπτυξε ενώπιον μου και με βάση την συμπεριφορά του κατά το στάδιο αυτό θα αξιολογηθεί. Προτού προχωρήσω όμως με την αξιολόγηση των ισχυρισμών του ΜΚ7 θα πρέπει να αναφέρω ότι η μαρτυρία του θα κριθεί και θα αξιολογηθεί όχι αποκομμένη από το σύνολο της λοιπής μαρτυρίας που δόθηκε αλλά σε συνδυασμό με αυτήν, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη μου ότι η μαρτυρία που δόθηκε και αξιολογήθηκε ανωτέρω κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή. Σημειώνω περαιτέρω ότι η μαρτυρία του ΜΚ7 είναι η μοναδική που αμφισβητήθηκε έντονα από την πλευρά της υπεράσπισης με αναφορά στους ισχυρισμούς του ΜΚ7 για την οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά το στάδιο αμέσως πριν την σύγκρουση του οχήματος με τον πεζό. Έχω παρακολουθήσει με πάρα πολύ προσοχή τον μάρτυρα αυτό, λόγω του σημαντικού της μαρτυρίας του, ως ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας. Έχω διεξέλθει του περιεχομένου τόσο της 1ης κατάθεσης του που δόθηκε αμέσως μετά το δυστύχημα όσο και της 2ης που δόθηκε μετά από μερικούς μήνες. Περαιτέρω έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο της προφορικής του ενώπιον μου μαρτυρίας και τις εξηγήσεις που έδωσε στο γιατί αποφάσισε να δώσει την δεύτερη του κατάθεση μετά από 6 μήνες. Λαμβάνω υπόψη μου περαιτέρω την λοιπή μαρτυρία που δόθηκε και η οποία έγινε ήδη αποδεκτή από το Δικαστήριο. Εκείνο που προκύπτει από όλα τα πιο πάνω είναι ότι οι δυο διαφορετικές εκδοχές αναφορικά με την αντίληψη αυτού του μάρτυρα για τον τρόπο που συνέβηκε το δυστύχημα - καθότι περί δύο διαφορετικών εκδοχών πρόκειται - ως τις ανέφερε στις γραπτές του καταθέσεις, δημιουργούν ερωτηματικά στο Δικαστήριο αναφορικά με το κίνητρο του στο να προβεί στην 2η του κατάθεση με σκοπό να διαφοροποιήσει την 1η αλλά και τον λόγο που το έπραξε. Αντεξεταζόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου επί αυτού του θέματος ο ίδιος έδωσε κάποιες εξηγήσεις οι οποίες όμως δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο και ούτε συνάδουν με την κοινή λογική. Ο ίδιος ανέφερε στην 1η του κατάθεση ότι δεν είχε αντιληφθεί τον τρόπο που συνέβηκε το δυστύχημα γιατί είχε γυρισμένο το κεφάλι του προς τα πίσω και δεν έβλεπε τον δρόμο και όταν γύρισε μπροστά είχε αντιληφθεί τον πεζό όταν ο τελευταίος κτύπησε στο όχημα. Στην 2η κατάθεση του δίδει μια άλλη εκδοχή για την αντίληψη του δυστυχήματος και μάλιστα λεπτομερή τόσο για τις ενέργειες του κατηγορούμενου οδηγού όσο και για τις δικές του. Είπε ουσιαστικά ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του για 5 - 10 δευτερόλεπτα με γυρισμένο το κεφάλι προς τα δεξιά, κοιτάζοντας το ξενοδοχείο που θα τους αποβίβαζε. Ο ίδιος ο ΜΚ7 είχε και αυτός γυρισμένο το κεφάλι του και έβλεπε τον κατηγορούμενο να κάνει αυτή την ενέργεια και καθόρισε και τον χρόνο που ο κατηγορούμενος οδηγούσε. Περαιτέρω ανέφερε ότι όταν γύρισαν μπροστά και οι δύο είδε το θύμα εντός του δρόμου και να κτυπά στον αριστερό προφυλακτήρα, και να πέφτει στον ανεμοθώρακα. Όπως προκύπτει από την παράθεση της μαρτυρίας αλλά και τα πιο πάνω πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές για την αντίληψη του, άρα οι εξηγήσεις του αναφορικά με τον λόγο που έδωσε την 2η κατάθεση και συγκεκριμένα ότι πρώτα δεν θυμόταν και μετά όταν ενημερώθηκε ότι το δυστύχημα ήταν θανατηφόρο προσπάθησε να θυμηθεί, δεν πείθουν το Δικαστήριο. Στην 1η του κατάθεση δεν αναφέρει ότι δεν θυμάται πως έλαβε χώρα το δυστύχημα αλλά ξεκάθαρα ότι δεν αντιλήφθηκε και ότι η 1η φορά που το κατάλαβε ήταν όταν είδε το θύμα να κτυπά στον ανεμοθώρακα. Στην 2η κατάθεση του παρουσιάζει μια διαφορετική εντελώς εκδοχή και λεπτομέρειες της οδικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου και μάλιστα αυτό γίνεται μετά από πάροδο 6 μηνών από το συμβάν. Λογικά ο μάρτυρας αυτός θα έπρεπε να είχε καλύτερη μνήμη κατά την 1η του κατάθεση και όχι μετά την πάροδο αυτών των μηνών και εν πάση περιπτώσει δεν ισχυρίζεται και δεν λέει ότι λόγω κλονισμού και σοκ δεν θυμόταν στην 1η κατάθεση πως επεσυνέβη αλλά αντίθετα περιγράφει πως το αντιλήφθηκε. Λέγοντας αυτά με κανένα τρόπο δεν ισχυρίζομαι και δεν αποδέχομαι την ορθότητα της 1ης κατάθεσης αλλά θίγω την αντίφαση της 1ης με την 2η. Επίσης δεν μπορώ να αποδεχτώ την δικαιολογία ότι μετά που ενημερώθηκε ότι το δυστύχημα ήταν θανατηφόρο αποφάσισε να προσπαθήσει να θυμηθεί τον τρόπο και να δώσει την 2η κατάθεση. Ένας πολίτης που είναι αυτόπτης μάρτυρας σε δυστύχημα δίδει την εκδοχή και την αντίληψη του ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του δυστυχήματος. Ακόμα όμως και να δεχτώ ότι ήθελε να βοηθήσει επειδή το δυστύχημα κατέληξε θανατηφόρο είναι ξεκάθαρο ότι η 2η κατάθεση του είναι αντιφατική με την 1η και με κανένα τρόπο δεν την συμπληρώνει όπως προσπάθησε να πει στο Δικαστήριο. Περαιτέρω ουδεμία άλλη μαρτυρία τέθηκε που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε γνώση της περιοχής ή του ξενοδοχείου που θα κατέβαζε τον ΜΚ7 και την οικογένεια του. Η εξήγηση ότι ενημερώθηκε ότι ήταν θανατηφόρο το δυστύχημα και γι'αυτό τον λόγο προσπάθησε να θυμηθεί δημιουργεί περισσότερα ερωτηματικά, εφόσον ενημερώθηκε γι΄αυτό πριν φύγει από την Κύπρο. Γιατί τότε, όχι άμεσα δεν επισκέφθηκε ή επικοινώνησε με την Αστυνομία παρά μόνο αποφάσισε αυτό όταν επέστρεψε στην Αγγλία και μετά από κάποιους μήνες. Ούτε η θέση ότι μόνο πίσω στην χώρα του θα ένιωθε ασφαλής για να προσπαθήσει να θυμηθεί κάτι για να συμπληρώσει πείθει, τότε πως προκύπτει και έδωσε την 1η του κατάθεση με την συγκεκριμένη εκδοχή. Όλα τα πιο πάνω δημιουργούν στο Δικαστήριο εύλογα ερωτήματα αναφορικά με την αξιοπιστία και την ορθότητα της μαρτυρίας του ΜΚ
- Ως εκ των ανωτέρω δεν δύναμαι να αποδεχτών την μαρτυρία αυτή την οποία και απορρίπτω στην ολότητα της. Με την παρουσίαση και του ΜΚ 7 ολοκληρώθηκε η παρουσίαση μαρτύρων από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής. Μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ('Έγγραφο Β). Ήταν δικαίωμα του να ενεργήσει όπως έπραξε και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του, ούτε και πρέπει εκ τούτου να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Θεμιστοκλέους -v- Αστυνομία
(1981)2 C.L.R. 200, Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου -v- Αστυνομία
(1990)2 ΑΑΔ 250, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, σημειώθηκε και κατατέθηκε ως «Έγγραφο Β». Η ανώμοτη δήλωση έχει μελετηθεί προσεκτικά από το Δικαστήριο για σκοπούς όμως πληρότητας αναφέρω τα ουσιώδη και βασικά σημεία της: Ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι μέχρι το 2006 ήταν επαγγελματίας οδηγός ενώ από το 2006 μέχρι και σήμερα επαγγελματίας οδηγός ταξί με σχετική άδεια. Κατέχει άδεια οδήγησης πέραν των 30 χρόνων. Την επίδικη ημερομηνία παρέλαβε πενταμελή οικογένεια τουριστών από το αεροδρόμιο Λάρνακας περί τις 16:00 με προορισμό το ξενοδοχείο Pier Beach Hotel στην Λεμεσό στην οδό 28ης Οκτωβρίου. Περί τις 17:30 έφτασε στην Λεμεσό και κατευθύνθηκε προς το παραλιακό δρόμο όπου βρίσκεται το ξενοδοχείο. Η ταχύτητα του κατηγορούμενου σύμφωνα με τον ίδιο ήταν περί τα 30 - 40 ΧΑΩ ενώ όταν πλησίασε το ξενοδοχείο τηρούσε την δεξιά λωρία κυκλοφορίας και όδευε προς την τρίτη λωρίδα που ανοίγει λίγα μέτρα πιο κάτω για να στρίψει δεξιά στην οδό Αιμίλιου Χουρμούζιου αμέσως μετά το ξενοδοχείο. Η κίνηση ήταν πολύ αραιή και δεν υπήρχαν αυτοκίνητα μπροστά αλλά ούτε και πίσω του. Ξαφνικά και μόλις είχε περάσει το ξενοδοχείο του προορισμού του είδε σε πολύ μικρή απόσταση γύρω στα 8 με 10 μέτρα να εισέρχεται στον δρόμο από τα δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του μέσω της διαχωριστικής νησίδας του δρόμου ένας νεαρός. Στο μέσο της εν λόγω διαχωριστική νησίδας βρίσκονται ψηλοί και χαμηλοί φοίνικες καθώς και ηλεκτρικοί πάσσαλοι οδικού φωτισμού και ως εκ τούτου είναι η θέση του ότι η ορατότητα του ανάμεσα στα εν λόγω δέντρα και πασσάλους και ειδικά οδηγώντας στην δεξιά λωρίδα ήταν περιορισμένη. Ο κατηγορούμενος δηλώνει ότι είδε για πρώτη φορά το θύμα όταν ο τελευταίος βρισκόταν πάνω στην άκρη της λίνιας στην νότια πλευρά της διαχωριστικής νησίδα. Το θύμα κοίταζε προς την θάλασσα και δεν κοίταξε καθόλου προς το μέρος του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι μόλις είδε το θύμα να μπαίνει στο δρόμο αστραπιαία έστριψε το τιμόνι αριστερά για να τον αποφύγει αλλά ο νεαρός συνέχισε την πορεία του και κτύπησε στο μπροστινό δεξιό φτερό του οχήματος με την αριστερή πλευρά του σώματος του και έπεσε κτυπώντας το κεφάλι του στην κάτω δεξιά γωνιά του ανεμοθώρακα. Ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι ταυτόχρονα πάτησε φρένα και λόγω της χαμηλής του ταχύτητας το όχημα του ακινητοποιήθηκε λίγα μέτρα πιο κάτω στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Ο ίδιος ενημέρωσε την αστυνομία, η οποία είχε ήδη ενημερωθεί. Αναφέρει περαιτέρω ο κατηγορούμενος ότι αμέσως του δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι το θύμα ήταν αλλοδαπός και μπερδεύτηκε λόγω του ότι στην Κύπρο οδηγούμε στην αριστερή λωρίδα και γι' αυτό δεν κοίταξε προς τα αριστερά. Ο κατηγορούμενος δηλώνει ότι το θύμα αποκλείεται να έλεγξε την κυκλοφορία πριν εισέλθει στον δρόμο για να διασταυρώσει. Επιπλέον αναφέρει ότι γνώριζε πολύ καλά που βρίσκεται το ξενοδοχείο που κατευθυνόταν καθότι αυτό είναι από τα πρώτα που κτίστηκαν στην Λεμεσό και ο ίδιος ως οδηγός ταξί έκανε αμέτρητες κούρσες προς αυτό. Το ξενοδοχείο είναι εύκολα ορατό από μεγάλη απόσταση πριν και λόγω της επιγραφής του και δεν υπήρχε κανένας λόγος ο ίδιος να κοιτάξει προς τα δεξιά για να το εντοπίσει. Τέλος ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι το σημείο που έγινε το ατύχημα, η εκεί βλάστηση και η απόσταση που βρισκόταν όταν εμφανίστηκε ο πεζός δεν του άφηναν οποιαδήποτε άλλα περιθώρια αντίδρασης παρά την συγκεκριμένη κίνηση του τιμονιού που έκανε. Ήταν αδύνατο για τον ίδιο να προβλέψει αφού είδε από πολύ μικρή απόσταση ότι αυτός θα εισερχόταν στο οδόστρωμα αφού όλα έλαβαν χώρα αστραπιαία και σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ο κατηγορούμενος δηλώνει ολοκληρώνοντας την δήλωση του ότι ενήργησε κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις ορθά και με τον ίδιο τρόπο που θα ενεργούσε οποιοσδήποτε άλλος προσεκτικός, λογικός και συνετός οδηγός. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τη νομολογία πιο πάνω, εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια του να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. Η ανώμοτη δήλωση σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλ. Μαυρικίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 80/06, ημερ. 4/7/2007). Μελετώντας την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώνω ότι ουσιαστικά ένα μέρος των όσων αναφέρει σε σχέση με τα γεγονότα δεν έχουν αμφισβητηθεί αντίθετα συνάδουν με σημαντικό μέρος της ένορκης μαρτυρία που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι μέσα από την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου ουσιαστικά τίθεται η δική του θέση για τον τρόπο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το δυστύχημα, θέσεις και ισχυρισμοί οι οποίες συνάδουν πλήρως και με τα όσα ανέφερε στις δυο ανακριτικές του καταθέσεις προς την Αστυνομία (Τεκμήρια 15 και 18) στις ημερομηνίες 15/08/2012 και 04/09/2012. Από την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου αποδέχομαι τις αναφορές του στην αραιή τροχαία κίνηση που επιβεβαιώνεται από τους ΜΚ 2 και 5 και στην ταχύτητα η οποία ναι μεν δεν εξακριβώθηκε από τον ανακριτή επακριβώς όμως λαμβάνω υπόψη μου την αναφορά του ΜΚ2 για κανονική ταχύτητα και όχι μεγάλη με γνώμονα την θέση του σώματος του θύματος μετά το κτύπημα. Οι αναφορές αυτές του κατηγορούμενου έχουν την πειστικότητα που εξετάζει και διερευνά το Δικαστήριο σε μια ανώμοτη δήλωση με την έννοια ότι αυτές οι αναφορές συνάδουν με τα όσα οι ΜΚ 2 και ΜΚ 3 ανέφεραν. Ουσιαστικά η θέση του κατηγορούμενου για την ταχύτητα του φαίνεται να μην αποκλείεται ούτε και από τους εμπειρογνώμονες και ιδιαίτερα τον ΜΚ2 ο οποίος αναφέρει ότι ο ισχυρισμός αυτός συνάδει με τα ευρήματα του. Εξετάζοντας τώρα την θέση του κατηγορούμενου για το ότι ουσιαστικά διαπίστωσε τον κίνδυνο εισδοχής του πεζού στον δρόμο και την κίνηση αποφυγής στην οποία διέφυγε, και γενικότερα τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα και τις ενέργειες. Αποδέχομαι την θέση του για την πορεία θύματος καθότι αυτή αποτελεί θέση και δήλωση ενάντια στα συμφέροντα του καθώς και τις ενέργειες που έπραξε μετά την αντίληψη του θύματος. Πέραν τούτου δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στην θέση του για το πότε ο ίδιος αντιλήφθηκε το θύμα να εισέρχεται στον δρόμο αλλά και οτιδήποτε ανέφερε γι' αυτό. Αυτή η εκδοχή δεν συνάδει με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και δεν δόθηκε ενόρκως για να μπορεί να αξιολογηθεί. Ως εκ τούτου πέραν των όσων δίδω βαρύτητα ανωτέρω δεν δύναμαι να αποδεχτώ οτιδήποτε άλλο. Ευρήματα: Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, καθώς επίσης και τις αρχές που διέπουν τα θέματα πραγματικής μαρτυρίας, παραδεκτών γεγονότων και γραπτών καταθέσεων κατηγορουμένου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο κατηγορούμενος στις 15/08/2012 και περί ώρα 17:40 οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής ΤΚΡΚ 138 με επιβάτες πενταμελή οικογένεια τουριστών στην οδό 28ης Οκτωβρίου στην Λεμεσό, έχοντας δυτική κατεύθυνση και κρατώντας την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας η οποία είχε πλάτος 3.70 μέτρα. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο Κυριάκος Κωνσταντίνου (θύμα) ηλικίας 23 ετών, τέως από την Λάρνακα επιχείρησε να διασταυρώσει τον πιο πάνω δρόμο, εισερχόμενος σε αυτόν από την κτιστή διαχωριστική νησίδα. Στην προσπάθεια του να διασταυρώσει και εισερχόμενος στην λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο ο κατηγορούμενος κτυπήθηκε από το όχημα του κατηγορούμενου, εκτινάχθηκε και ακινητοποιήθηκε σε σημείο μπροστά από το όχημα. Το όχημα του κατηγορούμενου βρέθηκε ακινητοποιημένο με κλίση προς τα αριστερά και συγκεκριμένα προς την θάλασσα. Το σημείο σύγκρουσης (σημείο Χ), του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος με τον πεζό βρίσκεται 2 μέτρα από την άκρη της κτιστής νησίδας η οποία έχει σκαλί 30 περίπου εκατοστών. Ο δρόμος που έγινε το εν λόγω δυστύχημα είναι συνολικού πλάτους 7.40 μέτρων, είναι δύο κατευθύνσεων και διαχωρίζεται στο μέσο με την πιο πάνω κτιστή νησίδα στην οποία υπάρχει συστοιχία χαμηλών και ψηλών φοινίκων αλλά και πασσάλων ηλεκτρισμού. Το συνολικό πλάτος των 2 λωρίδων κυκλοφορίας με βάση την πορεία του κατηγορούμενου είναι 7.40 άρα 3.70 έκαστη και το σημείο χ απέχει 2 μέτρα από την κτιστή διαχωριστική νησίδα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορούμενου. Ο δρόμος της 28ης Οκτωβρίου είναι ευθύς και σημειώνει ελαφριά κλίση προς τα αριστερόστροφα ενώ δεν υπάρχει οποιαδήποτε ανωμαλότητα στο οδόστρωμα. Ο δρόμος την ημέρα του δυστυχήματος ήταν στεγνός ενώ η κίνηση ήταν πολύ αραιή. Από την σύγκρουση το θύμα κτυπήθηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού με ασθενοφόρο, αφού πρώτα και μέχρι την άφιξη του ασθενοφόρου, έλαβε πρώτες βοήθειες από τους ναυαγοσώστες της παρακείμενης παραλίας. Λόγω της κρισιμότητας των τραυμάτων του το θύμα μεταφέρθηκε στην μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου και υπέκυψε στα τραύματα του στις 19/08/2012 και περί ώρα 12:05μ.μ. Στις 20/08/2012 ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους διενέργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σορού του θύματος και απεφάνθη ότι η αιτία θανάτου ήταν βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Βάρος Απόδειξης: Στο ποινικό δικαιικό μας σύστημα, το βάρος απόδειξης ενός εκάστου συστατικού στοιχείου φέρει η Κατηγορούσα Αρχή, στο ανώτατο βαθμό απόδειξης, ήτοι πέραν πάση λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Νομική Πτυχή του αδικήματος στην παρούσα υπόθεση: Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος, λόγο αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Ως διαφαίνεται από την διατύπωση του ίδιου του άρθρου 210 τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, είναι ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, επέφερε τον θάνατο του θύματος. Σύμφωνα με τη νομολογία, η οποία ερμήνευσε τις πιο πάνω απαιτούμενες συμπεριφορές, η στοιχειοθέτηση μιας επικίνδυνης πράξης εξυπακούει τουλάχιστον την απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Το στοιχείο αυτό είναι το ελάσσων που πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η παράλειψη ή το λάθος του οδηγού τη συγκεκριμένη στιγμή δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η επικίνδυνη οδήγηση. Πρέπει να συνδεθεί με τις σχετικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η λέξη 'επικίνδυνος' στη συνήθη γραμματική της ερμηνεία, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (Επίτομο Νέο Λεξικό Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιουνή) (βλ. Μιχαλάκης Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Επίσης, στην Αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: "fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving..Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case." Σε ότι δε αφορά την ερμηνεία του όρου ¨απερίσκεπτη¨ το κριτήριο δεν είναι μόνο αντικειμενικό αλλά και υποκειμενικό και θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την οδήγηση του κατηγορουμένου. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με τέτοιο τρόπο που εγκυμονούσε εμφανή ή σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο τυχόν θα χρησιμοποιούσε το οδικό δίκτυο ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημίας σε περιουσία. Επιπλέον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε με αυτό τον τρόπο χωρίς να σκεφτεί την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή ότι ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη του, εντούτοις ενέργησε με τον τρόπο που ενέργησε διακινδυνεύοντας (βλέπε R v Lawrence [1981] 1 ALL E. R. 974, R v Reid [1992] 3 ALL E. R. 673, R v. Caldwell
(1981)1 ALL ER 961 και Γεν. Εισαγγελέας ν Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ σελ.473). Σε σχέση με την ερμηνεία του όρου 'αλόγιστη', είναι η πράξη ή συμπεριφορά η οποία εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια προσώπων, τον οποίο ο κατηγορούμενος αψηφά. Είναι η μη λελογισμένη ενέργεια δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις (βλ. Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, 223). Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι όροι «αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά» υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Τέλος, με βάση το λεκτικό του εν λόγω άρθρου οι πιο πάνω αναφερόμενες συμπεριφορές, πρέπει να συνδέονται με το αποτέλεσμα. Δηλαδή, θα πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο άλλου προσώπου. Επιπλέον, θα πρέπει να λεχθεί ότι θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Περαιτέρω με τα πιο πάνω και για σκοπούς διευκρίνησης αναφέρω ότι η στοιχειοθέτηση του αδικήματος που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα διαφέρει από την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της αμέλειας που προνοείται στο άρθρο 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου. Στην περίπτωση της αμελούς οδήγησης εκείνο που ελέγχεται είναι κατά πόσο ο οδηγός επέδειξε χαμηλότερο επίπεδο προσοχής και φροντίδας από αυτό που αναμένεται να υποδειχθεί από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της αμελούς οδήγησης: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Η πιο πάνω ανάπτυξη της νομικής πτυχής του αδικήματος του άρθρου 210 αφορά γενικά το αδίκημα και πως τα συστατικά στοιχεία αυτού αναλύθηκαν και ερμηνεύτηκαν μέσα από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε σχέση με το καθήκον ενός οδηγού όταν πρόκειται για σύγκρουση οχήματος με θύμα ένα πεζό. Σημαντική απόφαση σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα αποτελεί η Ποινική Έφεση με αρ.5797, Paul Lesley Murrel v. Αστυνομίας,
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 όπου εξετάστηκε το κομβικό σημείο έναρξης της υποχρέωσης ενός οδηγού σε σχέση με πεζό. Σύμφωνα με αυτήν: «Το καθήκον για επιμέλεια συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Είναι θεμελιωμένο ότι το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων γεννάται αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφεαυτής την ύπαρξη κινδύνου έναντι του οποίου πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει, όπως προέκυψε και σ' αυτή την υπόθεση, αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο. Όταν εκδηλώθηκε ο κίνδυνος η απόσταση του αυτοκινήτου από τον πεζό και η ταχύτητα με την οποία το όχημα σύννομα διακινείτο (60 χιλιόμετρα την ώρα) δεν παρείχε εξ αντικειμένου τη δυνατότητα αποτροπής της σύγκρουσης.» (ο τονισμός είναι δικός μου). Κατάληξη: Με βάση τα όσα ανωτέρω ανάφερα θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματα πραγματικών γεγονότων, παρατηρώ ότι ελλείπουν ευρήματα και/ή μαρτυρία αναφορικά με την οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου αμέσως πριν από την σύγκρουση η οποία να στοιχειοθετεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας είτε αλόγιστη είτε απερίσκεπτη είτε επικίνδυνη οδήγηση όπως καθορίζει η Νομολογία που ανέλυσα ανωτέρω. Τα μοναδικά ευρήματα του Δικαστηρίου ήταν ότι το θύμα επιχείρησε να διασταυρώσει την Λεωφόρο 28ης Οκτωβρίου από τα δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου και κτυπήθηκε από το όχημα του κατηγορούμενου σε απόσταση 2 μέτρων από την διαχωριστική κτιστή νησίδα. Έχει επίσης προκύψει ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με κανονική ταχύτητα και δεν προέκυψε οτιδήποτε άλλο σε σχέση με τον τρόπο που οδηγούσε πριν από την σύγκρουση. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα και ελλείψει οιασδήποτε άλλης άμεσης μαρτυρίας σε σχέση με την οδηγητική συμπεριφορά του κατηγορούμενου, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο συνάγεται από αυτά είτε επικίνδυνη, είτε αλόγιστη είτε απερίσκεπτη οδήγηση η οποία να προκάλεσε τον θάνατο του θύματος. Δεν έχει προκύψει από την ενώπιον μου μαρτυρία σε ποιο σημείο του δρόμου ο κατηγορούμενος βρισκόταν όταν το θύμα εκδήλωσε την πρόθεση του και/ή επιχείρησε να διασταυρώσει εισερχόμενος από την διαχωριστική κτιστή νησίδα εντός του δρόμου. Το μόνο εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι το θύμα κτυπήθηκε σε απόσταση μόλις 2 μέτρων από την διαχωριστική νησίδα και εντός του δρόμου και μάλιστα στον δεξιό προφυλακτήρα και φτερό του οχήματος του κατηγορούμενου καταλήγοντας να κτυπά με το κεφάλι του στο κάτω δεξιό μέρος του ανεμοθώρακα. Λαμβάνοντας υπόψη μου το σημείο επαφής του θύματος με το όχημα και την απόσταση που διάνυσε εντός του δρόμου μέχρι το σημείο σύγκρουσης εγείρονται σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο ο κατηγορούμενος, λαμβάνοντας υπόψη την ταχύτητα με την οποία κινείτο και την θέση του ΜΚ2 ότι με ταχύτητα 50 ΚΜ ένα αυτοκίνητο καλύπτει 13 μέτρα το δευτερόλεπτο, ήτοι από την στιγμή αντίληψης του κινδύνου, κατά πόσο αυτός βρισκόταν σε τέτοια απόσταση από την οποία να συνάγεται το συμπέρασμα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τουλάχιστον η σύγκρουση του με το θύμα οφειλόταν στην επικίνδυνη οδήγηση του. Αντιθέτως εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι το θύμα κτυπήθηκε μόλις εισήλθε εντός του δρόμου διανύοντας σε αυτόν πολύ μικρή απόσταση και επίσης ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε αποτρεπτική κίνηση πριν να συγκρουστεί με το θύμα. Επίσης σημειώνω ότι ελλείπει παντελώς οιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την συμπεριφορά του θύματος με αναφορά στον τρόπο που αυτό επιχείρησε αλλά και εισήλθε στον δρόμο. Ενόψει των πιο πάνω και στην απουσία οιονδήποτε άλλων ευρημάτων αναφορικά με τον τρόπο που ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του αμέσως πριν την σύγκρουση κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος το οποίο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Λαμβάνοντας υπόψη μου την πιο πάνω κατάληξη αλλά ειδικότερα τα ευρήματα του Δικαστηρίου για τις συνθήκες που συνέβη το δυστύχημα κρίνω ότι παρέλκει η εξέταση του ενδεχομένου το Δικαστήριο να προβεί σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου προσθέτοντας κατηγορία για αμελή οδήγηση και τούτο διότι ούτε τέτοιο αδίκημα στοιχειοθετείται από τα ενώπιον μου γεγονότα. Ένας οδηγός έχει υποχρέωση να οδηγεί με την δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή και να λαμβάνει έγκαιρα αποτρεπτικά μέτρα την στιγμή που ένας κίνδυνος εκδηλώνεται στον δρόμο. Η υποχρέωση του οδηγού να λαμβάνει αποτρεπτικά μέτρα στις περιπτώσεις οδικών δυστυχημάτων με πεζούς είναι η στιγμή την οποία ο πεζός επιχειρεί να εισέλθει εντός του δρόμου ή εκδηλώνει μια τέτοια πρόθεση (βλέπε ανωτέρω στην νομική πτυχή). Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς να τηρεί επαρκή έλεγχο του δρόμου ούτε η απόσταση η οποία αυτός βρισκόταν όταν το θύμα επιχείρησε να εισέλθει στον δρόμο οπότε αποτέλεσε ορατό και υπαρκτό κίνδυνο γι' αυτόν. Ενόψει τούτων ούτε αδίκημα αμελούς οδήγησης δύναται να στοιχειοθετηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας που να δικαιολογούσε την εξέταση της περίπτωσης τροποποίησης του κατηγορητηρίου και εισαγωγής άλλης κατηγορίας. Συνεπακόλουθα των όσων ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να παρουσιάσει μαρτυρία ικανή να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το αδίκημα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, συνεπώς αυτός απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. (Υπ)........... Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο