← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Κώστα Λουκά, Αρ. Υπόθεσης: 3870/14, 28/9/2016

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Κώστα Λουκά, Αρ. Υπόθεσης: 3870/14, 28/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3870/14 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Κώστα Λουκά Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 28/9/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Χαραλάμπους Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία μόνο κατηγορία για το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 3/9/2012 στη Λεμεσό με σκοπό την υποκίνηση του Ανδρέα Κουτρουκκίδη να παραλείψει πράξη την οποία είχε νομικό δικαίωμα να τελέσει, τον απείλησε ότι θα του προκαλούσε βλάβη λέγοντας του ότι «εννά σου σπάσω τα μούτρα ρε, εννά σε σκοτώσω ρε». Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε πολύ περιορισμένη. Κατά τη διάρκεια της κατατέθηκε εκ συμφώνου η κατάθεση του Λοχία 532 Θάνου Χαραλάμπους ημερομηνίας 23/11/2012 (Τεκμήριο 1) και το περιεχόμενο της δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου η ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο με παραδεκτό γεγονός μόνο τη λήψη της κατάθεσης αυτής, καθώς και η γραπτή κατηγορία (Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα). Δηλώθηκε επίσης παραδεκτό γεγονός ότι ο Κώστας Λουκά στο όνομα του οποίου γίνεται αναφορά στα Τεκμήρια 2 και 3, είναι ο κατηγορούμενος. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ως μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής κλήθηκε μόνο ο παραπονούμενος, Ανδρέας Κουτρουκκίδης. Μετά δε από την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και άσκησε το δικαίωμα της σιωπής χωρίς να καλέσει κανένα άλλο μάρτυρα υπεράσπισης. Τόσο η μαρτυρία, όσο και η επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν οι συνήγοροι είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, καθώς και στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνήγορου του κατηγορούμενου την οποία παρέδωσε στο Δικαστήριο και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. Ο παραπονούμενος, Μ.Κ.1, σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσε την γραπτή του κατάθεση ως Τεκμήριο Α, υιοθέτησε το περιεχόμενο της ως μέρος της κύριας του εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από τον συνήγορο του κατηγορούμενου. Αυτός μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Και αυτό γιατί μαρτύρησε με αμεσότητα, θετικότητα, σταθερότητα και ευθύτητα και χωρίς καθόλου ενδοιασμούς, ενώ η όλη στάση και συμπεριφορά του ήταν τέτοια που έχω πεισθεί ότι μαρτύρησε τα όσα πραγματικά διαδραματίσθηκαν. Για αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Όπως προαναφέρεται ο κατηγορούμενος μετά την κλήση του σε απολογία επέλεξε και άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Είναι νομολογημένο ότι η σιωπή, σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Τhemistocleous v. The Police

(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να παραμείνει σιωπηλός μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Δεδομένων των παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο Μ.Κ.1 μαζί με άλλα πρόσωπα που κατοικούν όλοι στην ίδια περιοχή, καταχώρησαν εναντίον του κατηγορούμενου, της ΣΥ.Φ.ΑΕΛ και πολλών άλλων προσώπων αγωγή για άρση οχληρίας που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους αυτοί προκαλούν στην περιοχή. Στις 3/9/2012 ο Μ.Κ.1 και ενώ αναχωρούσε από το εστιατόριο Charcoal Grill, συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο στον υπαίθριο χώρο του εστιατορίου. Ο κατηγορούμενος του είπε «΄Ινταμπο ρε κουμπάρε» και ο Μ.Κ.1 τον χαιρέτησε. Τότε ο κατηγορούμενος εντελώς απρόκλητα άρχισε να του φωνάζει δυνατά και με τρόπο που να ακούγεται και σε άλλα πρόσωπα που ήταν παρόντα και να του λέει «Είσαι εσύ άνθρωπος να μου κινήσεις αγωγή ρε». Ο Μ.Κ.1 προσπάθησε να τον ηρεμήσει μιλώντας του ήρεμα, αλλά ο κατηγορούμενος ο οποίος βρισκόταν εκτός εαυτού συνέχισε να του φωνάζει χρησιμοποιώντας τις αισχρές εκφράσεις και χαρακτηρισμούς που αναφέρει ο Μ.Κ.1 στο Τεκμήριο Α, λέγοντας του επίσης «εννά σου σπάσω τα μούτρα ρε, εννά σε σκοτώσω ρε». Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος έτρεμε ολόκληρος και όταν ο Μ.Κ.1 του το επεσήμανε και τον ρώτησε γιατί τρέμει, ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι ήταν γιατί ήθελε να τον σκοτώσει. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου προκάλεσε στον Μ.Κ.1 ανησυχία. Το όλο συμβάν έγινε αντιληπτό και από κατοίκους των γύρω πολυκατοικιών οι οποίοι παρακολούθησαν τα όσα διαδραματίσθηκαν. Μεταξύ αυτών ήταν και η σύζυγος του Μ.Κ.
  1. Στις 3/9/2012 ο Μ.Κ.1 μετέβη στην αστυνομία όπου κατήγγειλε το περιστατικό και στις 10/9/2012 κλήθηκε και έδωσε την κατάθεση (Τεκμήριο Α). Κατά τη διερεύνηση των αδικημάτων της ανησυχίας, της απειλής βιαιοπραγίας και της δημόσιας εξύβρισης, ο κατηγορούμενος κλήθηκε επανειλημμένα από την αστυνομία για να δώσει κατάθεση για το επεισόδιο χωρίς όμως να το πράξει. Ως αποτέλεσμα εκδόθηκε εναντίον του δικαστικό ένταλμα σύλληψης. Στις 27/9/2012 συνελήφθη και στην ανακριτική κατάθεση την οποία έδωσε, αρνήθηκε ότι έλαβε χώρα οποιοδήποτε επεισόδιο και ότι απείλησε ή εξύβρισε τον Μ.Κ.
  2. Στη συνέχεια κατηγορήθηκε γραπτώς και δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη κανενός από τα τρία αδικήματα που αναφέρονται πιο πάνω. Το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, βασίζεται στο άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα το οποίο και προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Όπως λέχθηκε στην υπόθεση στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 16 « ..... η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς το σκοπό αποτροπής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δε στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. (Βλ. μεταξύ άλλων Kallenos v. Police
(1969)2 C.L.R., 210)». Και στη συγκεκριμένη περίπτωση τα λόγια που εκστόμισε ο κατηγορούμενος προς τον παραπονούμενο, αναμφίβολα και εξ' αντικειμένου εμπεριέχουν τη δυνατότητα εκφοβισμού αφού με αυτά ο κατηγορούμενος απείλησε τον Μ.Κ.1 ότι θα τον σκοτώσει. Για να στοιχειοθετηθεί όμως το αδίκημα, πρέπει η απειλή να έχει σκοπό τον εκφοβισμό κάποιου για να μην κάμει μια πράξη, την οποία νόμιμα δικαιούται να κάμει. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510, συστατικό στοιχείο του αδικήματος αποτελεί η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον για να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει. Αν ελλείπει το συστατικό αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας. Στο σημείο τούτο είναι που παρουσιάζεται αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Και αυτό γιατί ο Μ.Κ.1 με πλήρη ειλικρίνεια δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος σε καμία περίπτωση δεν τον απείλησε με άμεσο τρόπο σε σχέση με την αγωγή που ο παραπονούμενος μαζί με άλλα πρόσωπα καταχώρησε εναντίον του κατηγορούμενου και άλλων. Η απάντηση επί του θέματος περιορίσθηκε στο εξής. «Έμμεσα μπορεί, δεν είμαι σίγουρος». Από τη στιγμή που ο παραπονούμενος δεν ήταν βέβαιος και δεν μπόρεσε να πει με θετικότητα ότι έστω και με έμμεσο τρόπο η απειλή που εκστόμισε εναντίον του ο κατηγορούμενος αποσκοπούσε στον εκφοβισμό του για την έγερση ή την πορεία της αγωγής, η κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου είναι καταδικασμένη σε αποτυχία για το λόγο ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η κατηγορία. (Υπ.).................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Criminal/final Apili vieopragias cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.