Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Γεώργιου Έλληνα κ.α., Αρ. Υπόθ.: 2282/16, 15/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2016:27 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 2282/16 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α - εναντίον -
- Γεώργιου Έλληνα
- Γεώργιου Λοή
- Κώστα Παύλου
- Γιώργου Αριστοτέλους
- Ιωάννη Δημητρίου
- Παναγιώτη Κορνηλίου
- Μιχαλάκη Ξενοφώντος
- Χριστάκη Καλλινίκου
- Γεώργιου Μαυρέα 10.Ανδρέα Μακρή 11.Ανδρέα Μουζουρίδη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15.09.2016 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Σ. Μάτσας Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Ν. Καλλής Για τον κατηγορούμενο 3: Κ. Λ. Λυσάνδρου Για τον κατηγορούμενο 4: κ. Χ. Τιμοθέου Για τους κατηγορουμένους 6 και 8: κ. Κ. Αριστείδου Για τον κατηγορούμενο 7: κ. Α. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο 9: κ. Γ. Παπαϊωάννου Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8 και 9 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στο υπό κρίση κατηγορητήριο περιλαμβάνονται 109 συνολικά κατηγορίες. Οι κατηγορίες αυτές αφορούν τα πιο κάτω αδικήματα: Ι. Πλαστογραφίας εγγράφου ΙΙ. Κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου ΙΙΙ. Πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις ΙV. Eξασφάλιση πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις V. Nομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες VΙ. Συνωμοσίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά τη χρονική περίοδο 2007 - 2009, στη Λεμεσό και σχετίζονται με έντεκα διαφορετικές περιπτώσεις χορηγήσεων δανείων από την πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγ. Φύλας. Οι κατηγορούμενοι, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, καταρτούσαν πλαστά έγγραφα ήτοι αιτήσεις μέλους για χορήγηση δανείων και εξασφάλιζαν με τον τρόπο αυτό πιστώσεις για διάφορα ποσά το συνολικό ύψος των οποίων ανέρχεται σε €11.461.
- Είναι η θέση της υπεράσπισης του κατηγορουμένου 7, την οποία υιοθέτησαν και οι κατηγορούμενοι 6 και 8, ότι προτού οι κατηγορούμενοι απαντήσουν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να δώσει εξηγήσεις για τη συνένωση των κατηγοριών περί συνωμοσίας μαζί με τα ουσιαστικά αδικήματα. Είναι η θέση της ότι από την στιγμή που στο κατηγορητήριο περιλαμβάνονται ουσιαστικά αδικήματα η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να δικαιολογήσει γιατί επέλεξε να συμπεριλάβει και τα αδικήματα της συνωμοσίας. Ο κ. Αργυρού προς υποστήριξη του αιτήματός του επικαλέσθηκε τις αρχές που καταγράφονται στο σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleadings, Evidence and Practice του 2004, την Κυπριακή απόφαση Χρυσάνθου και Δημοκρατίας[1] και αριθμό Αγγλικών αποφάσεων. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι η συμπερίληψη των κατηγοριών της συνωμοσίας στο υπό κρίση κατηγορητήριο ήταν πλήρως δικαιολογημένη. Εξήγησε ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά μια σειρά δανειακών συμβάσεων οι οποίες είχαν προωθηθεί από τους κατηγορούμενους και στην συνέχεια εγκρίθηκαν από τους ιδίους. Οι κατηγορούμενοι ήταν τα πρόσωπα που ελάμβαναν τις αποφάσεις για χορήγηση των δανείων και οι οποίοι γνώριζαν ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα καταδολίευσης της τράπεζας. Είναι η θέση του ότι με τη συμπερίληψη των κατηγοριών της συνωμοσίας θα γίνουν πιο κατανοητές οι ενέργειες που συνιστούν τα ουσιαστικά αδικήματα για τα οποία, ως ανέφερε χαρακτηριστικά «η μαρτυρία είναι κάπως νεφελώδης». Διευκρίνισε ότι ενώ για το κάθε ουσιαστικό αδίκημα δεν υπάρχει συγκεκριμένη άμεση μαρτυρία, για τα αδικήματα της συνωμοσίας το Δικαστήριο θα μπορούσε πιο εύκολα να καταλήξει σε ευρήματα. Επεσήμανε επίσης ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου η συνωμοσία είναι πιο ειδεχθές αδίκημα από τα ουσιαστικά αδικήματα. Τα πιο πάνω, σύμφωνα πάντα με τον κ. Αριστείδη αποτελούν παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία δικαιολογούν την επίδικη συνένωση των κατηγοριών. Με βάση το Criminal Practice Direction (Preliminary proceedings)[2], όταν σε ένα κατηγορητήριο περιλαμβάνονται ουσιαστικές κατηγορίες και μια ή περισσότερες κατηγορίες συνωμοσίας που σχετίζονται με τις πρώτες, αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να δικαιολογήσει τη συνένωση. Σε περίπτωση που αποτύχει να το πράξει, τότε αναμένεται να επιλέξει κατά πόσο θα προχωρήσει με τις ουσιαστικές κατηγορίες ή τις κατηγορίες της συνωμοσίας. Αιτήματα για διαχώριση των κατηγοριών γίνονται συνήθως δεκτά εκεί όπου οι ουσιαστικές κατηγορίες δεν προσθέτουν οτιδήποτε στις κατηγορίες της συνωμοσίας και είναι απλώς 'sample counts', (κατηγορίες δείγμα) που σχετίζονται με την εκτέλεση της συνωμοσίας. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που η ουσιαστική κατηγορία αφορά 'sample count', (κατηγορία δείγμα) υπάρχουν περιπτώσεις όπου το αίτημα για διαχώριση των κατηγοριών δυνατόν να απορριφθεί. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice[3] διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω : «Applications to sever are invariably made when the substantive counts add nothing to the conspiracy allegation but are simply sample counts relating to the carrying out of the conspiracy. Such applications are usually granted and the Crown elects which limb of the indictment it proposes to proceed upon. It should be remembered, however, that the fact that the substantive counts are sample counts is not per se a ground for granting an application to sever. One example of where such an application should be refused is where sample counts do not reflect the overall criminality of the case. A further example arises when (notwithstanding the decision in DPP v. Shannon [1975] A.C. 717, HL, post, §33-70, and section 5
(8)and
(9)of the 1977 Act, ante, §33-35), only two persons are alleged to have conspired together. On the assumption that the conspiracy count is properly included, it is submitted that there can be no objection to sample counts being included to cater for the possibility that one of the alleged conspirators will be acquitted. A similar argument may be advanced where, for example, of three alleged conspirators, two are husband and wife.» Σχετική επί του πιο πάνω θέματος είναι και η Αγγλική απόφαση R. v. Jones and others[4] όπου και εκεί τονίζεται, μεταξύ άλλων, ότι στις περιπτώσεις όπου οι ουσιαστικές κατηγορίες δεν αντανακλούν το πραγματικό εύρος της εγκληματικότητας τότε θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι κατηγορίες της συνωμοσίας. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω από τη σελίδα 124: «In our view, the judge was right in his refusal to quash this count. The question whether a conspiracy charge is properly included in an indictment cannot be answered by the application of any rigid rules. Each case must be considered on its own facts. There are, however, certain guiding principles. The offences charged on the indictment should not only be supported by the evidence on the depositions or witness statements, but they should also represent the criminality disclosed by that evidence. It is not desirable to include a charge of conspiracy which adds nothing to an effective charge of a substantive offence. But where charges of substantive offences do not adequately represent the overall criminality, it may be appropriate and right to include a charge of conspiracy.» Ως αναφέρεται και στο πιο πάνω απόσπασμα κατά πόσο σε ένα κατηγορητήριο που περιλαμβάνει κατηγορίες επί ουσιαστικών αδικημάτων μπορούν να συμπεριληφθούν και κατηγορίες συνωμοσίας, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και δεν ρυθμίζεται από αυστηρούς και άκαμπτους κανόνες[5]. Σύμφωνα με το γενικό κανόνα δεν είναι επιθυμητό σε ένα κατηγορητήριο να περιλαμβάνονται και οι δύο πιο πάνω κατηγορίες αδικημάτων, στο γενικό κανόνα όμως υπάρχουν πέραν των εξαιρέσεων που αναφέραμε πιο πάνω και οι ακόλουθες : I. Όταν η υπόθεση είναι περίπλοκη και είναι αναγκαίο να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο ολόκληρη η εικόνα γεγονότων, II. Όταν υπάρχει ισχυρή μαρτυρία για το αδίκημα της συνωμοσίας και λιγότερο ισχυρή για το ουσιαστικό αδίκημα. III. Όταν η πράξη της συνωμοσίας αποτελεί πιο ειδεχθές αδίκημα από τη διάπραξη του ουσιαστικού αδικήματος. Επισημαίνουμε ότι δεν χρειάζεται να συντρέχουν και οι τρεις προυποθέσεις για να δικαιολογείται η συμπερίληψη στο κατηγορητήριο και των αδικημάτων της συνωμοσίας. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice[6]: «
(2)Τhere are exceptions which include the following. (
- a)Cases of complexity in which the interests of justice can only be served by presenting to a jury an overall picture which cannot be achieved by charging a relatively small series of substantive offences: R. v. Hammersley, 42 Cr.App.R. 207, CCA; R. v. Simmonds [1969] 1 Q.B. 685 at 690, 51 Cr.App.R. 316 at 322, 323, CA. The indictment ought to include charges which simplify the issues, shun complexity and avoid a multiplicity of counts. Sometimes, a charge of conspiracy may be the simpler way of presenting the case or reflecting the overall criminality of the case: R. v. Jones (J.), ante, at p. 124. (
- b)Cases in which a general conspiracy, e.g., to steal, is likely to be inferred by the jury from the evidence but in which the particular acts constituting the thefts may only be supported by rather nebulous evidence: R. v. Cooper and Compton, 32 Cr.App.R. 102, CCA. Where there is clear evidence of conspiracy but little evidence that any of the conspirators committed any of the overt acts, a count for conspiracy is both justifiable and necessary. Where there is evidence that some, but not all, of the defendants committed a few, but not all of the overt acts, a count for conspiracy is justified: R. v. Greenfield, ante. (
- c)Cases where the agreement to commit the offence is itself more wicked than the act. Thus a conspiracy to desecrate a Jewish cemetery (maximum penalty 10 years) could be charged although, when the agreement was carried out, the amount of damage cause rendered the substantive offence of criminal damage triable only summarily (maximum penalty three months): R. v. Ward [1997] 1 Cr.App.R.(S) 442, CA.» Σε σχέση με τη δεύτερη εξαίρεση όπου η μαρτυρία της συνωμοσίας είναι πιο ισχυρή από τη μαρτυρία που αφορά τα ουσιαστικά αδικήματα, σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση R. v. James Greenfields[7], όπου τονίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι εκεί που η μαρτυρία για τη συνωμοσία είναι ισχυρή ενώ για το ουσιαστικό αδίκημα αδύνατη τότε η συμπερίληψη και των δύο αδικημάτων στο ίδιο κατηγορητήριο όχι μόνο δικαιολογείται αλλά και επιβάλλεται. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του θέματος είναι κατά πόσο η συμπερίληψη του αδικήματος της συνωμοσίας θα προκαλέσει αδικία στην υπεράσπιση και θα επηρεάσει τη δίκαιη δίκη. Το θέμα αυτό θα πρέπει να κριθεί σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα γεγονότα της υπόθεσης. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση R. v. Jones (ανωτέρω) και R. v. Findlay and Francis[8]. Οι πιο πάνω αρχές έχουν υιοθετηθεί και από τα Κυπριακά Δικαστήρια, σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις Constantinides v. The Republic[9], Papadopoullos v. The Republic[10], Κρίνος Θεοχάρους ν. Δημοκρατία[11] και Χρυσάνθου και Δημοκρατίας (ανωτέρω). Στη τελευταία απόφαση, το Εφετείο επανέλαβε ότι ' ... η συνύπαρξη της κατηγορίας της συνωμοσίας μαζί με το ουσιαστικό αδίκημα δεν είναι επιθυμητή διότι πιθανόν να προκαλέσει επιπλοκές'. Τονίζεται όμως παράλληλα ότι κάθε υπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται στη βάση των δικών της δεδομένων και ο κανόνας δεν είναι άκαμπτος. Στις σελίδες 245 και 246 διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: ' ... το ανεπιθύμητο με βάση τη νομολογία δεν εξισούται με απαγόρευση. Η συμπερίληψη απλώς και μόνο της κατηγορίας της συνωμοσίας δεν μπορεί να οδηγήσει άνευ ετέρου σε ακυρότητα της διαδικασίας εκτός εάν, όπως αποφασίστηκε και στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, το δικαστήριο θεωρήσει ότι ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε δυσμενώς κατά την υπεράσπιση του ή ήταν γενικότερα άδικη γι' αυτόν.' Παρατηρούμε ότι με βάση την πιο πάνω απόφαση, εκείνο που θα πρέπει τελικά να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η συνύπαρξη των δύο κατηγοριών, της συνωμοσίας και του ουσιαστικού αδικήματος, επηρεάζει τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και κατ΄επέκταση τη δίκαιη δίκη. Στρεφόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παρατηρούμε ότι με βάση τα ό,σα έχει θέσει ενώπιον μας η Κατηγορούσα Αρχή, η συμπερίληψη των κατηγοριών της συνωμοσίας είναι αναγκαία λόγω της φύσης της υπόθεσης και της περιπλοκότητας αυτής. Σε σχέση με το τελευταίο είναι κάτι το οποίο από μόνοι μας μπορούμε να διαπιστώσουμε, μετά από μια απλή ανάγνωση του κατηγορητηρίου, τα αδικήματα της συνωμοσίας είναι άμεσα συνυφασμένα με τα ουσιαστικά αδικήματα. Παράλληλα δε αναγνωρίζουμε ότι το εύρος της εγκληματικότητας των πράξεων που αποδίδονται στους κατηγορουμένους δυνατόν να μην παρουσιαστεί δεόντως στο δικαστήριο, σε περίπτωση που οι κατηγορίες της συνωμοσίας δεν συμπεριληφθούν. Πέραν τούτου όμως η μαρτυρία που έχει στα χέρια της η Κατηγορούσα Αρχή, σύμφωνα πάντα με τον εκπρόσωπο της, σε σχέση με τα αδικήματα της συνωμοσίας είναι πιο ισχυρή από τη μαρτυρία που αφορά τα ουσιαστικά αδικήματα. Επί του σημείου αυτού ο κ. Αργυρού εισηγήθηκε ότι οι πάνω θέσεις που προέβαλε η Κατηγορούσα Αρχή ήταν 'αόριστες, γενικές και απροσδιόριστες' και κατ' επέκταση θα έπρεπε να προσκομισθούν περαιτέρω στοιχεία καθότι το βάρος είναι στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να δικαιολογήσει τη συμπερίληψη των κατηγοριών της συνωμοσίας. Επισημαίνουμε ότι το υπό κρίση αίτημα υποβλήθηκε στα πολύ αρχικά στάδια της διαδικασίας, προτού οι κατηγορούμενοι απαντήσουν καν στις κατηγορίες. Κρίνουμε ότι για σκοπούς εξέτασης του θέματος που ηγέρθη, τα στοιχεία που παρέθεσε η Κατηγορούσα Αρχή είναι ικανοποιητικά υπό τις περιστάσεις. Πέραν των πιο πάνω δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία, από τα οποία να μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα, τουλάχιστον στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, ότι οι κατηγορούμενοι επηρεάζονται δυσμενώς από τη συμπερίληψη στο κατηγορητήριο των κατηγοριών της συνωμοσίας ή ότι θα προκληθεί κάποια αδικία στο τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας λόγω του γεγονότος αυτού (βλ. Papadopoulos v. Republic[12]). Όπως δε έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί και αναγνωριστεί από τη νομολογία (βλ. Ανδρέας Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας[13], Βασιλείου ν. Δημοκρατίας[14] και Πουμπουρής ν. Αστυνομίας[15]) η αόριστη και γενική αναφορά για μη δίκαιη δίκη χωρίς παράθεση των λόγων επί των οποίων βασίζεται η συγκεκριμένη εισήγηση δεν μπορεί να υποστηρίξει τέτοια θέση. Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να παρατηρήσουμε ότι οι ποινικές υποθέσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία αποφασίζονται από επαγγελματίες δικαστές και όχι από ενόρκους όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι κίνδυνοι δυσμενούς επηρεασμού του Δικαστηρίου από τη συμπερίληψη στο ίδιο κατηγορητήριο και των δύο κατηγοριών αδικημάτων, ήτοι του ουσιαστικού και της συνωμοσίας, είναι πιο απομακρυσμένοι στη προκειμένη περίπτωση λόγω της επαγγελματικής κατάρτισης του Δικαστηρίου. Αυτό τονίσθηκε και στην πρωτόδικη απόφαση του Ε.Δ. Αρτέμη, ως ήταν τότε, στην υπόθεση Police v. Kyriacou[16], όπου ένα από τα επιχειρήματα που είχαν προωθηθεί ήταν ότι το δικαστήριο θα επηρεαζόταν δυσμενώς αν επέτρεπε τη συμπερίληψη του αδικήματος της συνωμοσίας, καθότι θα άκουγε μαρτυρία η οποία δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή σε σχέση με το ουσιαστικό αδίκημα. Το Δικαστήριο απέρριψε την πιο πάνω εισήγηση στηριζόμενο μεταξύ άλλων στον πιο πάνω παράγοντα, ήτοι στον επαγγελματισμό των Δικαστών. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα : '. As regards the prejudice that may be caused by the reception of evidence on a conspiracy count which evidence may be inadmissible on a substantive count, there should be no exaggeration in Cyprus as the judges who try criminal cases have the legal training to enable them to draw the line where necessary'. Εν πάση περιπτώσει, κρίνουμε ότι το ζήτημα αυτό δύναται να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο και με το πέρας της δίκης, όταν πλέον το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία και παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της αποδοχής ή απόρριψης τέτοιου αιτήματος. Καταλήγουμε ότι η συμπερίληψη των κατηγοριών της συνωμοσίας είναι υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένη. (Υπ.) ............... Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΤ Subject: Criminal/Assize Court/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση απόφαση - Συνένωση των κατηγοριών περί συνωμοσίας μαζί με τα ουσιαστικά αδικήματα [1]
(2011)2 Α.Α.Δ. 221 [2] 14A
(2013)1 W.L.R. 3164 [3] Edition 2007, par. 33-59 [4] 59, Cr.App.R. 120 [5] Βλ. Επίσης σχετικά το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, edition 2007, par. 33-60, p.3097 [6] Edition 2007 par. 33-60, page 3097 [7] 57 Cr.App.R. 849 [8] [1992] Crim. L.R. 372 CA [9]
(1977)2 C.L.R.337 [10]
(1980)2 C.L.R. 10 [11]
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 [12]
(1980)2 C.L.R. 10 [13]
(2007)2 Α.Α.Δ. 505 [14]
(2002)2 Α.Α.Δ. 104 [15]
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 [16]
(1979)1 J.S.C 222, cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο