Κυριάκος Αδάμου ν. Κωνσταντίνου Γεωργιάδη κ.α., Αρ.Υπόθ. 1987/13, 7/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ.Υπόθ. 1987/13 Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Κυριάκος Αδάμου Παραπονούμενος ν
- Κωνσταντίνου Γεωργιάδη
- Γεώργιου Γεωργιάδη
- CHRYSSO OROS ENTERPRISES LTD Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 07 Σεπτεμβρίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Παραπονούμενο: κος Α. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενους: κος Χ. Χατζηστερκώτης Κατηγορούμενοι 1 και 2: Παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι, αντιμετωπίζουν τρεις κατηγορίες ήτοι την 4η, 5η και 6η - οι κατηγορίες 1, 2 και 3 απορρίφθηκαν στο εκ πρώτης όψεως στάδιο - οι οποίες τους καταλογίζουν απάτη εναντίον του παραπονούμενου κατά παράβαση των αρ. 300 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Οι κατηγορούμενοι, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι οποίες, πλην του επίμαχου ποσού και της κατ' ισχυρισμό ημερομηνίας απόσπασης του, είναι πανομοιότυπες για κάθε κατηγορία, «με δόλιο τέχνασμα και επινόημα απέσπασαν από τον παραπονούμενο» το ποσό που αναφέρεται σε κάθε κατηγορία. Η ισχυριζόμενη απάτη των κατηγορουμένων, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες, «συνίσταντο στο ότι οι κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν και υπέδειξαν στον παραπονούμενο αναληθή κείμενα και / ή αναληθείς λογιστικές καταστάσεις που αφορούσαν την κατηγορούμενη 3 εταιρεία και / ή με έγγραφη συμφωνία πώλησης μετοχών ημερομηνίας 05/02/2010 έπεισαν τον παραπονούμενο ότι επρόκειτο να του μεταβιβάσουν μετοχές της κατηγορούμενης 3 εταιρείας, πράγμα που δεν έπραξαν». Ο παραπονούμενος, για να αποδείξει την υπόθεση του, πέραν της δικής του μαρτυρίας (ΜΚ1), κάλεσε ακόμη δύο μάρτυρες, την Σαμπρίνα Τεχιλίμ (ΜΚ2) και το λογιστή, Ζήνων Λάμπρου (ΜΚ3). Αφού οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία και στις τρεις προαναφερόμενες κατηγορίες, επέλεξαν, ως άλλωστε ήταν δικαίωμα τους, ο μεν πρώτος να καταθέσει ενόρκως, (ΜΥ1), τόσο προς υπεράσπιση του εαυτού του όσο και της κατηγορούμενης 3, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος επέλεξε να τηρήσει σιωπή. Πέραν του ΜΥ1, η υπεράσπιση κάλεσε ακόμη δύο μάρτυρες, το λογιστή Λάμπρο Γναύτη (ΜΥ2) και τη Μάχη Ματθαίου, (ΜΥ3), υπάλληλο στο λογιστικό γραφείο του ΜΥ
- Τα πιο κάτω προκύπτουν από τη μαρτυρία να συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών: Ο παραπονούμενος, ο οποίος είναι επαγγελματίας μάγειρας - σεφ, γνωρίστηκε με τους κατηγορούμενους 1 και 2, περί το 2008, στα πλαίσια επισκέψεων του, ως πελάτης, στο κέντρο αναψυχής με την ονομασία «OUSIA LOUNGE CAFÉ», που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 λειτουργούσαν μέσω της κατηγορούμενης 3, της οποίας ήταν μέτοχοι και διευθυντές. Στα πλαίσια της εν λόγω γνωριμίας, αποφασίστηκε όπως γίνει μια συνεργασία μεταξύ των μερών, στη βάση της οποίας η επιχείρηση θα αναβαθμιζόταν, τόσο ως προς το χαρακτήρα, όσο και ως προς την ποιότητα της, με τον παραπονούμενο να συνεισφέρει στο όλο εγχείρημα, αφ' ενός με τις γνώσεις και την εμπειρία του ως σεφ και αφ' ετέρου, ως συνέταιρος. Για το σκοπό αυτό υπογράφτηκε στις 5/2/10, μεταξύ του παραπονούμενου και των κατηγορουμένων 1 και 2, συμφωνία πώλησης μετοχών, σύμφωνα με την οποία, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 θα μεταβίβαζαν στον παραπονούμενο, από 500 μετοχές από αυτές που είχαν στην κατηγορούμενη 3, ήτοι το 25% της ιδιοκτησίας, έναντι του συνολικού ποσού των €90.000 (βλ. Τεκμήριο 1). Κατά τις προκαταρκτικές συζητήσεις των μερών καταρτίστηκε ανεπίσημη οικονομική κατάσταση της εταιρείας στην οποία καταγράφηκαν τα μέχρι τότε, αλλά και τα μελλοντικά αναμενόμενα, έσοδα και έξοδα της επιχείρησης. (βλ. Τεκμήριο 4). Στην εν λόγω κατάσταση, τα έσοδα καταγράφονται σε σχέση με 13μηνες περιόδους (Αύγ. 08 - Αύγ. 09, Οκτ.09-Οκτ.10, Νοε.10-Νοε.11). Τα έξοδα της επιχείρησης υπολογίστηκαν επί ετήσιας βάσης (annually). Από τις €90.000 που συμφωνήθηκαν, το ποσό των €84.000, είχε, μέχρι την υπογραφή της συμφωνίας, ήδη καταβληθεί από τον παραπονούμενο στους κατηγορούμενους 1 και 2, μέσω τριών τραπεζικών επιταγών, στις 29/01/10 και 4/2/10 (βλ. Τεκμήριο 5Α), ενώ η μεταβίβαση των μετοχών συμφωνήθηκε να γίνει ταυτόχρονα με την υπογραφή της συμφωνίας. Οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν επ' ονόματι της κατηγορούμενης 3 και κατατέθηκαν σε σχετικό λογαριασμό της, (βλ. Τεκμήριο 5Β). Το υπόλοιπο ποσό των €6000, συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός ενός χρόνου από την υπογραφή της συμφωνίας. Παρά τη σχετική πρόνοια στη συμφωνία περί μεταβίβασης μετοχών στον παραπονούμενο με την υπογραφή της συμφωνίας, τέτοια μεταβίβαση ουδέποτε έγινε. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας και την καταβολή του ποσού των €84.000, ο παραπονούμενος εργάστηκε ως σεφ στην επιχείρηση με μισθό €1040, για περίπου 1½ μήνα, ήτοι μέχρι τον Μάρτιο 2010, (βλ. Τεκμήριο 6), όταν και επήλθε ρήξη στις σχέσεις των μερών και αυτός αποχώρησε Στις 06/05/10, ο παραπονούμενος, μέσω του τότε δικηγόρου του, απέστειλε επιστολή προς τους κατηγορούμενους με την οποία τους καταλογίζει αντισυμβατική συμπεριφορά σε σχέση με την παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τους για μεταβίβαση των μετοχών της κατηγορούμενης 3 και διορισμό του ως διευθυντή της κατηγορούμενης 3 καθώς και απόκρυψη του γεγονότος ότι η περιουσία της κατηγορούμενης 3 βαρύνετο με δύο κυμαινόμενες επιβαρύνσεις της ALPHA BANK για το ποσό των €85.
- Στη βάση τούτων, ο παραπονούμενος τερμάτισε τη συμφωνία 5/2/10, ζήτησε επιστροφή του ποσού των €84.000 και επιφύλαξε το δικαίωμα του να αξιώσει αποζημιώσεις από τους κατηγορούμενους για τυχόν ζημιές που του προκλήθηκαν συνεπεία της από μέρους των κατηγορουμένων παράβασης της συμφωνίας 5/2/
- (βλ. Τεκμήριο 9). Οι κατηγορούμενοι, με τη σειρά τους, μέσω του δικού τους δικηγόρου, απέρριψαν τους ισχυρισμούς του παραπονούμενου περί αθέτησης από μέρους τους της συμφωνίας 5/2/10, ισχυρίστηκαν ότι είναι ο παραπονούμενος που επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά με την αδικαιολόγητη αποχώρηση του από την επιχείρηση, του απέδωσαν ψευδείς παραστάσεις και προχώρησαν και αυτοί σε τερματισμό της συμφωνίας. Όπως ο παραπονούμενος, έτσι και αυτοί, επεφύλαξαν το δικαίωμα τους να αξιώσουν από τον πρώτο, αποζημιώσεις για ζημιές που ήθελε υποστούν ένεκα της δικής του αντισυμβατικής του συμπεριφοράς. (βλ. επίσης Τεκμήριο 9) Περί τον Ιανουάριο 2011, ένεκα και της ανακατασκευής του οδικού δικτύου στην περιοχή που λειτουργούσε η επιχείρηση των κατηγορουμένων, η εν λόγω επιχείρηση έκλεισε και δραστηριοποιήθηκε εκ νέου μετά από ένα χρόνο από άλλη εταιρεία. Στις 21 Φεβρουαρίου 2011, με την υπογραφή σχετικού εγγράφου με τίτλο «Payment Confirmation», οι κατηγορούμενοι επέστρεψαν στον παραπονούμενο ποσό €10.000, αφήνοντας «outstanding balance of investment» το ποσό των €74.
- (βλ. Τεκμήριο 11) Εναντίον των κατηγορουμένων, ο παραπονούμενος, καταχώρησε πέραν από την παρούσα, την πολιτική αγωγή 4591/12 στο Ε.Δ. Λεμεσού, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Τα πιο πάνω ευρήματα μου, συνιστούν, όπως προανέφερα και το κοινό έδαφος επί του οποίου προβλήθηκαν οι εκατέρωθεν θέσεις των μερών. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία η οποία εξ' άλλου, επεκτάθηκε και σε θέματα που είτε δεν αφορούν τα πραγματικά επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης είτε αφορά σε αστικής φύσεως διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των μερών και οι οποίες εκκρεμούν προς εκδίκαση ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου (βλ. π.χ ισχυριζόμενη πρόκληση κατάθλιψης και ψυχολογικού τραύματος στον παραπονούμενο, ισχυριζόμενα προβλήματα δυσλεξίας και αναλφαβητισμού του κατηγορούμενου 2, αν και πώς ο παραπονούμενος εξασφάλισε και εξόφλησε δάνεια που είχε με εμπορικές τράπεζες, άλλες ισχυριζόμενες ζημιές που τα μέρη ισχυρίστηκαν ότι υπέστηκαν κ.ο.κ). Αναφορά στην μαρτυρία, γίνεται μόνο εκεί όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. ΕΚΔΟΧΗ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΟΥ Τα παράπονα που ο παραπονούμενος πρόβαλε εναντίον των κατηγορουμένων με τη μαρτυρία που προσκόμισε προς υποστήριξη της υπόθεσης του συνοψίζονται ως εξής: α) Οι κατηγορούμενοι δεν εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις ως όφειλαν και ως αυτές προέκυπταν από τη συμφωνία 5/2/10 και μέχρι σήμερα αρνούνται και/ή αμελούν να το πράξουν, οικειοποιούμενοι έτσι το ποσό των €74.000 (βλ. παρ.8 και 15 Γρ.Δ. ΜΚ1 - Έγγραφο Α) - έμφαση δική μου β) Εξωθήθηκε στην υπογραφή της συμφωνίας από τις υποσχέσεις των κατηγορουμένων, ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα αναβαθμιζόταν η επιχείρηση και θα ρυθμιζόταν η συνεργασία των μερών (βλ. παρ.9 και 13 Έγγραφο Α) - έμφαση δική μου. γ) Εξαπατήθηκε από τις οικονομικές καταστάσεις καθώς και από τα άλλα ενημερωτικά έγγραφα που του προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι (βλ. Τεκμήριο 3), ως προς την πραγματική αξία και κερδοφορία της επιχείρησης. (βλ. παρ.10, 11 και 19 Έγγραφο Α) - έμφαση δική μου. δ) Αν γνώριζε την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρείας θα μπορούσε να αποφασίσει κατά πόσο θα συναινούσε ή όχι στη συμφωνία (παρ.22 Έγγραφο Α) - έμφαση δική μου. Προς υποστήριξη της θέσης του ότι οι οικονομικές καταστάσεις, Τ.4, ήταν αναληθείς και παραπλανητικές ένεκα των παραπλανητικών και δυσανάλογων υπολογισμών εσόδων-εξόδων (13 μήνες έσοδα - 12 μήνες έξοδα) προσκομίστηκε η μαρτυρία του ΜΚ3 ενώ αναφορικά με τη θέση του ότι, όπως εκ των υστέρων διεφάνη, οι κατηγορούμενοι δεν είχαν ποτέ πρόθεση να τον κάνουν συνέταιρο, προσκομίστηκε η μαρτυρία της ΜΚ2 η οποία ισχυρίστηκε ότι κάτι τέτοιο της παραδέκτηκε ο κατηγορούμενος 1 όταν αυτή του ζήτησε εξηγήσεις για τη διακοπή της συνεργασίας. ΕΚΔΟΧΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Από την άλλη πλευρά, η μαρτυρία της υπεράσπισης κινήθηκε στις ίδιες γραμμές, με τους κατηγορούμενους να απαντούν ουσιαστικά στις θέσεις του παραπονούμενου αλλά και να επικαλούνται αντισυμβατική συμπεριφορά του τελευταίου, η οποία, ως ισχυρίζονται, τους προκάλεσε ζημιές. Η εκδοχή της υπεράσπισης ήταν συνοπτικά η εξής: α) Ο λόγος που οι μετοχές δεν μεταβιβάστηκαν στον παραπονούμενο με την υπογραφή της συμφωνίας και δεν διορίστηκε διευθυντής, είναι επειδή ο ίδιος τους είχε ζητήσει να περιμένουν μέχρι να τους ειδοποιήσει σχετικά. (βλ. παρ.30, 40 και 47 Γρ.Δ. ΜΥ1 - Έγγραφο Β) β) Το πλάνο και ο τρόπος της αναβάθμισης της επιχείρησης αποφασίστηκε σε συνεργασία με τον παραπονούμενο ο οποίος μάλιστα όχι μόνο παρουσιάστηκε να έχει τις απαραίτητες γνώσεις και εμπειρία για να φέρει εις πέρας το όλο εγχείρημα, αλλά αντίθετα συνεισέφερε ενεργά στη σύλληψη της όλης ιδέας, προσφέροντας τις δικές του εισηγήσεις και απόψεις. Επομένως δεν ήταν θέμα μονομερών υποσχέσεων αλλά από κοινού συνεννόησης και προτροπής. (βλ. παρ.17-20, 22-25 - Έγγραφο Β). γ) Όλα τα στοιχεία που αφορούσαν την υφιστάμενη ή μελλοντική αξία και κερδοφορία της επιχείρησης ήταν εις γνώση του παραπονούμενου από την αρχή και μελετήθηκαν και συντάχτηκαν από όλους τους εμπλεκόμενους μαζί. Καμία επομένως παραπλάνηση ως προς αυτά τα δεδομένα έγινε στον παραπονούμενο, η απόφαση του οποίου να γίνει συνέταιρος στην επιχείρηση ήταν αποκλειστικά δική του. (βλ. παρ.28,29, 32-39 Έγγραφο Β). δ) Από την επίσημη έναρξη της συνεργασίας, ο παραπονούμενος άρχισε να δείχνει σημάδια έλλειψης ενδιαφέροντος με απόγειο την ξαφνική και αντισυμβατική του αποχώρηση μόλις 1 ½ μήνα μετά, χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστικά εξήγηση. Αυτό αποτέλεσε καίριο πλήγμα για την επιχείρηση, η ζωτικότητα της οποίας βασίστηκε κατά πολύ στον παραπονούμενο, με αποτέλεσμα, όταν ήρθε το επόμενο μεγάλο πλήγμα με το κλείσιμο των δρόμων, η επιχείρηση να αναγκαστεί να κλείσει. Μεγάλο μέρος της ευθύνης επομένως για τη ζημιά που υπέστηκαν οι κατηγορούμενοι το φέρει ο ίδιος ο παραπονούμενος. (βλ. παρ. 30 και 43-44 Έγγραφο Β) Προς υποστήριξη του ότι ο παραπονούμενος γνώριζε ανά πάσα στιγμή την πραγματική αξία και κερδοφορία της επιχείρησης, η υπεράσπιση επικαλέστηκε τη μαρτυρία των ΜΥ2 και ΜΥ3, λογιστή και λογιστικού υπαλλήλου αντίστοιχα, οι οποίοι κατέθεσαν αναφορικά με συνάντηση που είχαν οι κατηγορούμενοι και παραπονούμενος στο γραφείο του ΜΥ2, πριν την υπογραφή της συμφωνίας, όπου και τους δόθηκαν οι ελεγμένοι λογαριασμοί της εταιρείας για το 2008 και τους έγινε ενημέρωση για το περιεχόμενο τους. Σημειώνω εδώ ότι η μαρτυρία των εν λόγω δύο μαρτύρων, περιορίστηκε στη δική τους εμπλοκή στην όλη υπόθεση, την οποία οι ίδιοι παρουσίασαν ως τυπική αφού ο μεν ΜΥ2 δεν ενεπλάκη καθόλου στον καταρτισμό των οποιωνδήποτε εγγράφων επί των οποίων στηρίζει τα παράπονα του ο παραπονούμενος ή στις διαπραγματεύσεις των μερών, ενώ η ενημέρωση που έδωσε στα μέρη αφορούσε την εικόνα που παρουσίαζαν οι λογαριασμοί του 2008 παρόλο που η γενικότερη εικόνα δεν είχε μεταβληθεί ιδιαίτερα κατά το χρόνο της συνάντησης, η δε ΜΥ3 απλά κατέθεσε το τιμολόγιο του λογιστικού γραφείου αναφορικά με την ετοιμασία των λογαριασμών του 2008 και δεν έτυχε οποιασδήποτε αντεξέτασης. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά το πέρας της υπόθεσης για την υπεράσπιση, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις το πλήρες κείμενο των οποίων είναι στο φάκελο της υπόθεσης και δεν θεωρώ σκόπιμο να το επαναλάβω. Ειδική αναφορά στις τελικές αγορεύσεις θα προβώ στην παρούσα όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Κρίνω όμως σκόπιμο όπως σε αυτό το σημείο ασχοληθώ με δύο θέματα που προκύπτουν από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αντίστοιχα. Στην δική του αγόρευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονούμενου, στις σελ.19-20, συνοψίζει ποια είναι κατά την άποψη του η όλη υπόθεση που αποδείχτηκε εναντίον των κατηγορουμένων. Σύμφωνα με το συνήγορο: Οι κατηγορούμενοι, «γνώριζαν ότι δεν επρόκειτο να μεταβιβάσουν τις μετοχές της Κατηγορούμενης 3 εταιρείας στον Παραπονούμενο ως όφειλαν...(και)...παρουσίασαν στον Παραπονούμενο αναληθείς λογιστικούς πίνακες και/ή οικονομικές καταστάσεις, πλάθοντας μία δόλια και/ή επιπόλαια και/ή επίπλαστη μελλοντική εικόνα της επιχείρησης τους, γνωρίζοντας όμως εξ' αρχής ότι η επιχείρηση τους θα έκλεινε λόγω της ανακατασκευής του οδικού δικτύου στην εκεί περιοχή... (και παρά ταύτα) παρουσίασαν σε αυτόν (τον παραπονούμενο) οικονομικές καταστάσεις με τις οποίες του παρουσίαζαν ότι η επιχείρηση τους θα λειτουργούσε ανελλιπώς για τα επόμενα έτη..με σκοπό την απόκτηση χρηματικού ποσού από τον παραπονούμενο.» Κατ' αρχή επισημαίνω ότι σε κανένα σημείο τους, οι λεπτομέρειες αδικήματος, καταλογίζουν τέτοια συμπεριφορά στους κατηγορούμενους ως τη συνοψίζει ο συνήγορος. Το αν τέτοια συμπεριφορά δυνατό να εντάσσεται στις πρόνοιες του αρ.300 είναι άνευ σημασίας εφόσον δεν είναι αυτό που το κατηγορητήριο αποδίδει στους κατηγορούμενους, ως την επίδικη αξιόποινη συμπεριφορά. Υπενθυμίζω ότι πρόκειται περί ποινικής υπόθεσης στην οποία δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες κι' αν είναι. Κάτι τέτοιο θα καταστρατηγούσε το ίδιο το θεμέλιο της δίκαιης δίκης. (βλ. σχ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σάκκος ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Επιπρόσθετα όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε και ο παραπονούμενος περιέλαβε ποτέ στα παράπονα του οτιδήποτε αναφορικά με την αναστολή της λειτουργίας της επιχείρησης λόγω ανακατασκευής του οδικού δικτύου πόσο μάλλον παράπονο για προηγούμενη γνώση και απόκρυψη αυτού του γεγονότος από τους κατηγορούμενους. Είναι η υπεράσπιση που ισχυρίστηκε ως λόγο αναστολής των εργασιών τα οδικά έργα και αυτό για να απαντήσει στον ισχυρισμό του παραπονούμενου ότι η λειτουργία της επιχείρησης αναστάληκε υπό την πρόφαση των κατηγορουμένων ότι «δήθεν...(θα)...προβούν σε ανακαίνιση του εν λόγω υποστατικού της κατηγορούμενης 3 Εταιρείας και να ενοικιάσουν το διπλανό ή και εφαπτόμενο υποστατικό...πράγμα το οποίο δεν έπραξαν ή και δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε εργασία ή και ανακαίνιση...παρά μόνο οικειοποιήθηκαν παράνομα το ποσό...»(βλ. παρ.14 Έγγραφο Α.) Ως εκ τούτου οι επί του προκειμένου εισηγήσεις του κ. Νεοκλέους δεν μπορούν παρά να αγνοηθούν και απορριφθούν. Στρέφομαι τώρα σε δύο σημεία στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων η οποία εκτείνεται σε 105 σελίδες και στην οποία ο συνήγορος καταπιάνεται με διάφορα θέματα τόσο νομικά όσο και πραγματικά. Α) Στις σελ. 9-12, ο ευπαίδευτος συνήγορος, για πρώτη φορά στην υπόθεση, υποστηρίζει ότι με τον τρόπο που είναι διατυπωμένες οι λεπτομέρειες αδικήματος και δη με τη χρήση διαζευκτικών συνδέσμων ως προς τον ισχυριζόμενο τρόπο διάπραξης του αδικήματος της απάτης, παρατηρείται πολλαπλότητα η οποία οδηγεί αναπόφευκτα σε απόρριψη της υπόθεσης. Ως προς αυτή την εισήγηση του κ. Χατζηστερκώτη, κατ' αρχή σημειώνω ότι το θέμα της πολλαπλότητας κατηγορητηρίου αφορά στην πάγια νομολογιακή αρχή που δεν επιτρέπει την συμπερίληψη σε μία κατηγορία πέραν του ενός αδικήματος. Αντίθετα, το να προβάλλονται διάφοροι τρόποι διάπραξης του ίδιου αδικήματος δεν θεωρείται πολλαπλότητα έστω και αν οι τρόποι αυτοί προβάλλονται διαζευκτικά. (βλ. Araouzos and Son v. Police
(1980)2 CLR 131, Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 249 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486). Σε κάθε περίπτωση όμως, ο κανόνας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη δίκαιη δίκη και αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ότι το κατηγορούμενο πρόσωπο δεν θα έλθει αντιμέτωπο με κατηγορίες που δεν του γνωστοποιήθηκαν δεόντως έτσι ώστε να μην γνωρίζει τι ακριβώς θα αντιμετωπίσει στη δίκη και να στερηθεί της δυνατότητας να υπερασπίσει κατάλληλα τον εαυτό του. Ένσταση επί πολλαπλότητας βέβαια μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο, όμως σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να καταδειχτεί ο δυσμενής επηρεασμός στα δικαιώματα του κατηγορούμενου προσώπου (βλ. επίσης Σ.Π. ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2014:B426, Ποιν.Εφ. 207/2013, 25/6/2014) Στην παρούσα υπόθεση δεν διαπιστώνω να προέκυψε τέτοιος δυσμενής επηρεασμός στους κατηγορούμενους ως για πρώτη φορά προβλήθηκε στην τελική αγόρευση του συνηγόρου τους. Αντίθετα, οι κατηγορούμενοι, όχι μόνο αντεξέτασαν, μέσω του συνηγόρου τους, και μάλιστα εκτενώς όπως μπορεί να φανεί και από τα πρακτικά, όλους τους μάρτυρες του παραπονούμενου αλλά υπέβαλαν και τις δικές τους συγκεκριμένες θέσεις τόσο κατά την αντεξέταση των μαρτύρων από τον συνήγορο τους όσο και με τη προσκόμιση, αντίστοιχα εκτενούς μαρτυρίας. Η κύρια εξέταση του κατηγορούμενου 1 μάλιστα, έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης, με 48 παραγράφους σε 18 σελίδες στα πλαίσια της οποίας κατατέθηκαν και αρκετά τεκμήρια. Ως εκ των πιο πάνω η εν λόγω εισήγηση του κ. Χατζηστερκώτη κρίνεται αβάσιμη και ως τέτοια απορρίπτεται. Β) Στη παρ. 17 της σελ.25 της αγόρευσης του, ο κ. Χατζηστερκώτης, υποβάλλει ότι οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι για το αδίκημα της συνομωσίας, θα πρέπει να απορριφθούν καθ' ότι ουδόλως έχουν αποδειχθεί από τη προσκομισθείσα μαρτυρία. Προς υποστήριξη της εισήγησης του, ο συνήγορος κάμνει αναφορά στη μαρτυρία παραθέτοντας και αποσπάσματα από τα πρακτικά της διαδικασίας. Ως προς αυτή την εισήγηση θα αρκεστώ να αναφέρω απλά ότι οι εν λόγω κατηγορίες (1η, 2η και 3η), απορρίφθηκαν στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως και οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν και απαλλάχτηκαν από αυτές. Ως εκ τούτου η εισήγηση του συνηγόρου δεν θα με απασχολήσει. Στρέφομαι τώρα στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Είμαι της γνώμης ότι, στην προκείμενη περίπτωση, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, η αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, όχι μόνο δεν είναι αναγκαία αλλά αντίθετα δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό αφού η όλη φύση της υπόθεσης, ως ποινική υπόθεση που εδράζεται στο αρ.300 Κεφ.154 έχει παρανοηθεί από αμφότερες τις πλευρές. (βλ. σχ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28.) [1] Κατ' αρχή σημειώνω τους εξής δύο σημαντικούς παράγοντες τους οποίους δυστυχώς, αμφότερες οι πλευρές παραγνώρισαν: A) Όλες οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, εδράζονται και περιορίζονται αποκλειστικά στο αδίκημα της απάτης με βάση τις πρόνοιες του αρ.300 Κεφ.
- B) Οι λεπτομέρειες αδικήματος της κάθε κατηγορίας αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν το αυστηρό πλαίσιο εντός του οποίου θα πρέπει να εξεταστεί η ισχυριζόμενη ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων σε σχέση πάντοτε με το αδίκημα του αρ.300 Κεφ.
- ΑΠΑΤΗ - ΑΡ.300 ΚΕΦ.154 Το αδίκημα της απάτης που προνοείται στο αρ.300 του Κεφ.154 ή καλύτερα το αδίκημα του «cheating» όπως το αδίκημα αναφέρεται στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του Κεφ.154, είναι ουσιαστικά το παλιό ομώνυμο αδίκημα που υπήρχε στο κοινοδίκαιο και το οποίο στην Κύπρο, αντίθετα με την Αγγλία, κωδικοποιήθηκε, με το αρ.300 του Κεφ.154 οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής: «Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Κρίνω σκόπιμο όμως όπως παραθέσω αυτούσιο και το αυθεντικό αγγλικό κείμενο του άρθρου: «Cheating - Any person who by means of any fraudulent trick or device obtains from any other person anything capable of being stolen or induces any other person to deliver to any person money or goods or any greater sum of money or greater quantity of goods than he would have paid or delivered but for such trick or device, is guilty of a misdemeanour, and is liable to imprisonment for three years. Σημειώνω ότι μέχρι το 2006 που τροποποιήθηκε, το αδίκημα του αρ.300 θεωρείτο πλημμέλημα, όπως άλλωστε ήταν και στο κοινοδίκαιο. Η εν λόγω τροποποίηση όμως περιορίστηκε αποκλειστικά στην αναγωγή του σε κακούργημα και τίποτα περισσότερο με τις υπόλοιπες πρόνοιες του να παραμένουν αναλλοίωτες. Για να γίνει όμως αντιληπτό το πεδίο εμβέλειας του αδικήματος τούτου καθώς και η διαφορά του από τα άλλα αδικήματα του Μέρους VI του Κεφ.154 τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας θα πρέπει να γίνει μια αναδρομή στο νομοθετικό ιστορικό του αδικήματος, με ιδιαίτερη αναφορά στο «actus reus» του αδικήματος ήτοι στην ύπαρξη «δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος» - «fraudulent trick or device». Όπως παρατηρούν οι έγκριτοι συγγραφείς του συγγράμματος Smith and Hogan Criminal Law, 1969, 2nd ed., στη σελ. 383 και 394, στο κοινοδίκαιο, ουδέποτε υπήρχε αδίκημα απόκτησης περιουσίας δια «εξαπάτησης ή ξεγελάσματος» (deception or swindling) ενώ οι ανέντιμες (dishonest) πράξεις που στρέφονταν εναντίον της ιδιωτικής περιουσίας και οι οποίες θεωρούνταν ποινικά κολάσιμες, ήταν μόνο εκείνες που αφορούσαν σε φυσική επέμβαση στην περιουσία. (βλ. επίσης Kenny's Outlines of Criminal Law, 1966, 19th ed., pars.334-339). Όταν όμως τέτοιες απατηλές (deceitful) ανέντιμες ή δόλιες πρακτικές γίνονταν με ένα φυσικό (physical) ή χειροπιαστό (tangible) τέχνασμα, συσκευή ή άλλο τέτοιο μέσο, το κοινοδίκαιο αναγνώριζε τη διάπραξη του αδικήματος της απάτης - cheating. Για τη στοιχειοθέτηση όμως του εν λόγω αδικήματος απαιτείτο η χρήση ενός τέτοιου απτού τεχνάσματος ή επινόησης αφού τα ψέματα ή οι ψευδείς παραστάσεις δεν ήταν από μόνες τους αρκετές για να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα (βλ. Kenny ανωτέρω). Μάλιστα δε, εκεί όπου η «εξαπάτηση» (cheat/deception/swindle/fraud) συνίστατο σε ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις ή ακόμα και σε ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα (sleight of hand), δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί, με βάση το κοινοδίκαιο, το πλημμέλημα της απάτης. (βλ. Smith and Hogan ανωτέρω). Αυτό, διότι, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από τον Holt C.J στην υπόθεση R v Jones 1703 2 Ld Raym. 1013, δε θα μπορούσε να καταδικαστεί κάποιος επειδή απλά «έπιασε κορόϊδο» κάποιον άλλο - «shall we indict one man for making a fool of another?». Επομένως, το αδίκημα της απάτης, ως αναγνωρίζετο στο κοινοδίκαιο, χαρακτηρίστηκε από τον έγκριτο νομικό, W.Hawkins, στο σύγγραμμα του, «A Treatise of the Pleas of the Crown», 8th ed, 1824, Vol.1, Criminal Offences, pg.318-319, να συνίσταται στα εξής: «...deceitful practices, in defrauding or endeavouring to defraud another of his own right by means of some artful device, contrary to the plain rules of common honesty» Και σε ελεύθερη μετάφραση «..απατηλές πρακτικές, προς καταδολίευση ή που αποσκοπούν στην καταδολίευση των δικαιωμάτων άλλου με τη χρήση κάποιας πανούργας συσκευής, αντίθετα με τους απλούς κανόνες της κοινής τιμιότητας» Ταυτόχρονα, όπως περαιτέρω εξηγεί ο Hawkins, η απόσπαση χρημάτων με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις, έστω και δόλια ή απατηλή (deceitful), δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη για το αδίκημα της απάτης αφού δεν συνοδεύεται από τη χρήση οποιασδήποτε πανούργας συσκευής αλλά αντίθετα εδράζεται αποκλειστικά σε κάποιο απλό ψέμα - «The deceitful receiving of money from one man to another's use, upon a false pretence of having a message and order to that purpose is not punishable by a criminal prosecution because it is accompanied with no manner of artful contrivance but wholly depends on a bare naked lie» (βλ. επίσης Smith and Hogan ανωτέρω όπου γίνεται με επιδοκιμασία αναφορά στο σύγγραμμα του Hawkins. Ενδεικτικό του πιο πάνω ορισμού είναι το γεγονός ότι το αδίκημα της απάτης συναντάται στην αγγλική νομολογία να αφορά σε «αθέμιτες» εμπορικές πρακτικές που απευθύνονταν ιδιαίτερα στο κοινό και που σχετίζονταν με «στημένες» ζυγαριές στις αγορές, «στημένα» μέτρα και σταθμά, «γεμάτα» ζάρια και «σημαδεμένες» τράπουλες. (βλ. Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.2001 και Kenny ανωτέρω) Με τις εμπορικές όμως πρακτικές να αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς και τις καθημερινές συναλλαγές να γίνονται πιο περίπλοκες, κρίθηκε αναγκαίο, όπως το «κενο» που προέκυπτε από την περιορισμένη εφαρμογή του αδικήματος της απάτης, πληρωθεί νομοθετικά. Ως εκ τούτου, αρχής γενομένης το 1757, θεσπίστηκε το επιπρόσθετο αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων ή αγαθών με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις το οποίο και έλαβε την τελική μορφή του με το S.32 Larceny Act 1916 (obtaining by false pretences). Το εν λόγω αδίκημα του S.32 LA 1916, το οποίο ήταν επιπρόσθετο του αδικήματος της απάτης, εισήχθη στην Κυπριακή νομοθεσία με τα αρ. 297,298,299,301 και 305 Κεφ.154, τα οποία καλύπτουν διάφορες πτυχές του. Όσον αφορά το αδίκημα της απάτης όπως αυτό ήταν γνωστό στο κοινοδίκαιο, ο Άγγλος νομοθέτης, επέλεξε, όχι μόνο να το διατηρήσει αλλά και να το κωδικοποιήσει για σκοπούς της κυπριακής νομοθεσίας, κάτι το οποίο ουδέποτε έγινε στην Αγγλία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η θέσπιση του αδικήματος του αρ 300 Κεφ.154, αδίκημα το οποίο, όπως και στο κοινοδίκαιο, ήταν πλημέλλημα και απαιτούσε την ύπαρξη ενός «fraudulent trick or device» (δόλιου τεχνάσματος ή επινόησης) αντίθετα με τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων τα οποία εδράζονται ουσιαστικά στην ύπαρξη κάποιου ψέματος και μόνο. Σημειώνω παρεμφερώς ότι o όρος «device», ο οποίος έχει μεταφραστεί με τον όρο «επινόηση» στο ελληνικό κείμενο του άρθρου, αποδίδεται καλύτερα με τους όρους «μαραφέτι ή συσκευή» (contraption or device), συνώνυμα του όρου «επινόηση». Τα δύο όμως αυτά αδικήματα, η «απάτη» από τη μια και οι «ψευδείς παραστάσεις» από την άλλη, ήταν πάντοτε και εξακολουθούν να είναι μεταξύ τους χωριστά και ανεξάρτητα αδικήματα, με το καθένα να περιορίζεται στο δικό του πεδίο εφαρμογής. Ως εκ τούτου, η προϋπόθεση χρήσης απτών τεχνασμάτων ή συσκευών για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της απάτης σε κάποια δόλια εμπορική πρακτική, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων και μόνο, όσο ευφάνταστες και εφευρετικές μπορεί να είναι τέτοιες παραστάσεις. Θα πρέπει να αποδειχθεί η χρήση κάποιας συσκευής ή φυσικής (physical) επινόησης. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Harris's Criminal Law, 1968, 21st ed., pg. 496 είναι άκρως διαφωτιστικό: «The offence of cheating an individual differs from that of obtaining money by false pretences in that it cannot be constituted by a mere fraud or falsehood without the use of some token or device or contrivance.Thus it is not a common law cheat merely to make short delivery under a contract.but it is.to use false weights or measures or to put any false mark or description upon an article» Άλλωστε, το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του αδικήματος της απάτης σε εμπορικές πρακτικές, της τότε τουλάχιστον καθημερινότητας, εξηγεί και το εναλλακτικό αποτέλεσμα που προνοεί το αρ.300, ήτοι την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά περισσότερα από εκείνα που θα παρέδιδε αν δεν χρησιμοποιείτο το τέχνασμα ή το επινόημα. Στην Αγγλία πλέον, από το 1968, με τη θέσπιση του Theft Act 1968, τα αδικήματα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις του S.32 LA 1916 και της απάτης όπως αυτό ήταν στο κοινοδίκαιο, καταργήθηκαν σχεδόν εξ' ολοκλήρου (βλ. S.32 T.A. 1968). Στη θέση τους θεσπίστηκε ένα νέο και ενιαίο αδίκημα, αυτό του «obtaining by deception» - απόκτηση δι' εξαπάτησης (βλ. S.15,15A,15B και 16). Ο όρος «deception» δε, έχει λάβει ένα ευρύ ορισμό που καλύπτει κάθε μορφής «εξαπάτηση», όπως αυτή και αν έγινε ή οποιαδήποτε μορφή και αν έλαβε. Εφόσον ο σκοπός της εξαπάτησης ήταν η μόνιμη αποστέρηση της περιουσίας άλλου, δεν έχει καμία σημασία αν αυτή έγινε σκόπιμα ή απερίσκεπτα. (βλ. Αrchbold 2007 ed., par.21-172 και 21-
- Παρόμοια νομοθετική ρύθμιση, δυστυχώς δεν έγινε στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να παραμένουν σήμερα, τα δύο αδικήματα, χωριστά μεταξύ τους και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, ιδιαίτερα ως προς τα συστατικά τους στοιχεία. Όσον αφορά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης «εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία, είναι πως ο όρος «δολίως» (fraudulently), σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως», δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. (Βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ. 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, στις οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής). Η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να βλαφθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης. (Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14). Τέλος, αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως η εξαπάτηση προκύπτει σαν πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (Russel on Crime 1422).»[2] Επιπρόσθετα των ανωτέρω, είναι πιστεύω αυτονόητο ότι το ποινικό αδίκημα της απάτης πόρρω απέχει από το ομώνυμο αστικό αδίκημα του αρ.36 Κεφ.148, τόσο ως προς τη φύση όσο και ως προς την ουσία του.[3] Μια εκ των ειδοποιών διαφορών των δύο μάλιστα είναι ότι το αστικό αδίκημα, αντίθετα με το ποινικό, συνίσταται αποκλειστικά σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, στοιχείο όμως που ουδόλως ικανοποιεί το αρ.300 Κεφ.
- ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Όπως ανέφερα ανωτέρω, οι λεπτομέρειες αδικήματος που παρατίθενται στο κατηγορητήριο, αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων. Άλλωστε αυτό επιβάλλουν και οι αρχές της δίκαιας δίκης ως προς το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου προσώπου να γνωρίζει επακριβώς ποια είναι η υπόθεση που αντιμετωπίζει. Αυτό που ο παραπονούμενος αποδίδει στους κατηγορούμενους με τις λεπτομέρειες αδικήματος, το οποίο συνιστά ουσιαστικά και το παράπονο του, είναι ότι οι τελευταίοι χρησιμοποιώντας αναληθή κείμενα και / ή αναλυθείς λογιστικές καταστάσεις που αφορούσαν την κατηγορούμενη 3 εταιρεία και / ή με έγγραφη συμφωνία πώλησης μετοχών ημερομηνίας 05/02/2010 (τον) έπεισαν...ότι επρόκειτο να του μεταβιβάσουν μετοχές της κατηγορούμενης 3 εταιρείας,πράγμα που δεν έπραξαν (έμφαση δική μου). Από τα πιο πάνω συνάγεται ξεκάθαρα ότι το μοναδικό παράπονο που προβάλλει ο παραπονούμενος για να αποδώσει ποινική ευθύνη στους κατηγορούμενους, είναι ότι ουδέποτε του μεταβίβασαν τις μετοχές που αγόρασε δυνάμει της συμφωνίας 5/2/10 - ενώ προφανώς - αν τις μεταβίβαζαν, το όλο θέμα θα τέλειωνε εκεί. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Δεν τους αποδίδει ότι οι μετοχές που του πούλησαν είναι χαμηλότερης αξίας από αυτή που του παρουσίασαν, ούτε ότι τον εξαπάτησαν στο να καταστεί ιδιοκτήτης μιας εταιρείας η αξία της οποίας δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθώς και στα όσα του παρουσίασαν αλλά και ούτε τους καταλογίζει ότι τον εξώθησαν να υπογράψει μια εικονική και πλασματική σύμβαση η οποία ουδέποτε ήταν έγκυρη και δεσμευτική. Άλλωστε, όπως ο ίδιος ανέφερε, μέσω της επιστολής των τότε δικηγόρων του (Τ.9) αλλά και στη μαρτυρία του στην παρούσα υπόθεση, παράπονο του είναι ότι οι κατηγορούμενοι δεν εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις «ως όφειλαν» και ως αυτές προέκυπταν από τη συμφωνία 5/2/10 και αρνούνται ή και αμελούν μέχρι σήμερα, να πράξουν οικειοποιούμενοι το ποσό των €84.000 που κατέβαλε...» ΚΑΤΑΛΗΞΗ Τα παράπονα που προέβαλε με τη μαρτυρία του ο παραπονούμενος και τα οποία παρατίθενται ανωτέρω, με εξαίρεση το παράπονο του ότι οι κατηγορούμενοι δεν εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, ήτοι ότι δεν του μεταβίβασαν τις μετοχές που του υποσχέθηκαν, δεν μπορούν να ενταχθούν στο ρητό πλαίσιο που ο ίδιος καθόρισε με τις λεπτομέρειες αδικήματος. Το αν τέτοια παράπονα, μπορούν να ενταχθούν στο πλαίσιο κατηγοριών με αντικείμενο άλλα αδικήματα δεν θα με απασχολήσει, αφ' ενός γιατί το αδίκημα που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους από το κατηγορητήριο έχει συγκεκριμενοποιηθεί τόσο στη νομική βάση όσο και στις λεπτομέρειες αδικήματος και αφ' ετέρου γιατί εξέταση της τυχόν ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων υπό αυτά τα δεδομένα θα συνεπάγετο επαναπροσδιορισμό της όλης υπόθεσης που αντιμετωπίζουν, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που μόνο με τροποποίηση του κατηγορητηρίου δυνάμει του αρ.85 Κεφ.155 αυτό θα ήταν εφικτό. Υπό τις περιστάσεις όμως κρίνω ότι, τέτοια προσέγγιση δεν ενδείκνυται στην παρούσα περίπτωση αφού θα απέληγε στη δημιουργία μιας εντελώς διαφορετικής υπόθεσης εναντίων των κατηγορουμένων και κατά δυσμενή προς αυτούς τρόπο ιδιαίτερα ενόψει του ότι τα επί του προκειμένου παράπονα του παραπονούμενου φαίνεται να παραπέμπουν περισσότερο σε ισχυρισμούς περί ψευδών παραστάσεων, εν τη αστική και ποινική τους έννοια, παρά στο ξεχωριστό και ιδιόμορφο αδίκημα της απάτης του αρ.300 Κεφ.154 που είναι και το αποκλειστικό αδίκημα που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους. Το θέμα βέβαια δεν απασχόλησε ούτε την υπεράσπιση η οποία ομοίως προσέγγισε την όλη υπόθεση περισσότερο υπό την αστική χροιά που την περιβάλλει παρά την ποινική με βάση το αρ.
- Ενδεικτικό τούτου είναι, όπως ανέφερα αρχικά, η ενασχόληση με θέματα που δεν άπτονται της ποινικής φύσης της υπόθεσης αλλά και με θέματα που τείνουν να καταδείξουν ότι οι κατηγορούμενοι δεν προέβηκαν σε «σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίνεται εv γνώσει του ψεύδους αυτής με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή» ως επιβάλλει το αστικό αδίκημα της απάτης και όχι το ποινικό. Αρκεί να διεξέλθει ένας τόσο τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 (έγγραφο Β) όσο και την τελική αγόρευση της υπεράσπισης όπου τόσο η προβαλλόμενη επιχειρηματολογία όσο και η νομολογία στην οποία οι συνήγοροι παραπέμπουν, αφορά και περιστρέφεται γύρω από το θέμα των ψευδών παραστάσεων τόσο σε αστικό όσο και σε ποινικό επίπεδο αντί του ξεχωριστού αδικήματος του αρ.
- Ως εκ τούτου και ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων μου, το μόνο που απομένει προς εξέταση είναι το κατά πόσο η μη εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης από πλευράς των κατηγορουμένων να μεταβιβάσουν τις μετοχές της κατηγορούμενης 3, για τις οποίες ο παραπονούμενος τους κατέβαλε το ποσό των €84.000, μπορεί, υπό το φως της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας να οδηγήσει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, στην καταδίκη τους για απάτη με βάση το αρ.300 Κεφ.
- Υπενθυμίζω ότι το γεγονός της μη μεταβίβασης των μετοχών στον παραπονούμενο, παρά την ύπαρξη ρητού όρου στη συμφωνία, αποτελεί κοινό έδαφος στη βάση του οποίου έχω ήδη καταλήξει σε εύρημα. Η άποψη μου είναι πως θα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα και αυτό όχι γιατί η εκδοχή του παραπονούμενου ως προς τους λόγους που δεν έγινε η μεταβίβαση δεν μπορεί να γίνει πιστευτή, αλλά γιατί, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν αποκρυσταλλωθεί με τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω, κρινόμενα υπό το φως του περιεχομένου του κατηγορητήριου (εκθέσεις αδικημάτων και λεπτομέρειες αυτών), δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι διαπράχθηκε το αδίκημα της απάτης του αρ.300 και εξηγώ. Κατ' αρχή η μη εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης δεν συνιστά ποινικό αδίκημα πόσο μάλλον το αδίκημα του αρ.
- Κατά δεύτερο, αν οι κατηγορούμενοι όντως είπαν ψέματα στον παραπονούμενο, είτε προφορικά είτε γραπτώς, ότι θα του μεταβίβαζαν τις μετοχές που αγόρασε, και αυτό ίσως να ενέτασσε την υπόθεση εντός της εμβέλειας άλλων προνοιών του Κεφ.154 ή να καταδείκνυε την αστική ευθύνη των κατηγορουμένων, δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το ποινικό αδίκημα της απάτης του αρ.
- Όπως ανέφερα ανωτέρω, για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος, απαιτείται η χρήση κάποιου φυσικού ή χειροπιαστού τεχνάσματος ή συσκευής. Απλά ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις, όσο σκόπιμες και αν είναι δεν στοιχειοθετούν, τουλάχιστο το συγκεκριμένο αδίκημα. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι, στο κατηγορητήριο, τα απαιτούμενα από το αρ.300, «χειροπιαστά τεχνάσματα», προβάλλονται να είναι συγκεκριμένα έγγραφα ήτοι οι οικονομικές καταστάσεις της κατηγορούμενης 3 και η συμφωνία 5/2/
- Η μεν συμφωνία 5/2/10 όμως παρουσιάζεται από τον παραπονούμενο στη μαρτυρία του ως η πηγή προέλευσης των δικαιωμάτων του και το εφαλτήριο των αξιώσεων του (βλ. Τ.9), οι δε οικονομικές καταστάσεις, ως οι ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων σε σχέση με την πραγματική κερδοφορία της επιχείρησης. Κοντολογίς, τα εν λόγω έγγραφα παρουσιάζονται ουσιαστικά ως ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων παρά ως «χειροπιαστά τεχνάσματα». Σημειώνω εδώ ότι σε σχέση με τις εν λόγω καταστάσεις η θέση του παραπονούμενου ως προς το πώς τον επηρέασαν στην τελική του απόφαση ήταν ότι αν γνώριζε την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρείας θα μπορούσε να αποφασίσει κατά πόσο θα συναινούσε ή όχι στη συμφωνία, με όλα επομένως τα ενδεχόμενα να είναι ανοικτά. Επαναλαμβάνω όμως ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί, αν ευσταθούν, μπορεί να είναι αρκετοί για να πετύχει ο παραπονούμενος στις αστικές του αξιώσεις εναντίον των κατηγορουμένων, όχι όμως για καταδίκη τους στη βάση του αρ.
- Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορουμένων και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες 4, 5 και
- Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, και δη το κατά πόσο οι αθωωθέντες κατηγορούμενοι δικαιούνται σε έξοδα, το θέμα ρυθμίζεται από τα αρ. 168 και 169 Κεφ.155 και εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου (Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603). Ενόψει των λόγων για τους οποίους έχω αποφασίσει να αθωώσω τους κατηγορούμενους καθώς επίσης και ενόψει του ότι τα συγκεκριμένα θέματα όχι μόνο δεν απασχόλησαν καμιά πλευρά αλλά αντίθετα και οι δύο οι πλευρές, προσεγγίζοντας την υπόθεση ωσάν να ήταν η επίλυση της αστικής τους διαφοράς, περιέπλεξαν αχρείαστα την όλη διαδικασία, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Απάτη αρ.300 Κεφ.154 [1] Οδυσσέα
(1999)υπό Πική Δ. ως ήταν τότε: «∆εν αποτελεί αναπόσπαστο µέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγµάτευση κάθε επιχειρήµατος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήµατος συναρτάται µε την επίδραση που µπορεί να έχει στην θεώρηση των επιδίκων θεµάτων.» [2] Απόσπασμα από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009 [3] Αρ.36 Κεφ.148. Απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο