Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Αντώνη Οδυσσέως, Αρ. Υπόθ.: 3194/15, 13/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2016:26 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 3194/15 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Αντώνη Οδυσσέως, από τη Λεμεσό Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 13.9.2016 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ο. Σοφοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Κονναρής, γι αυτόν ο κ. Ηλίας Κονναρής Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος μετά που ζήτησε άδεια να αλλάξει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή, βρέθηκε ένοχος, στις ακόλουθες κατηγορίες του τροποποιηθέντος κατηγορητηρίου: 1. Απόπειρα εμπρησμού, κατά παράβαση του άρθρου 316(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 85
(1)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος την 07.02.2015 ο κατηγορούμενος αποπειράθηκε παράνομα να θέσει φωτιά στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KQX 131, μάρκας MERCEDES, ιδιοκτησίας της Μάρως Αθανασίου (κατηγορία 1).
- Κατοχή αεροβόλου διαμετρήματος 4,5 χιλιοστομέτρων χωρίς άδεια κατοχής, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 23 του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, την 24.01.2015, ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του το αεροβόλο μάρκας CROSMAN C40, με αριθμό κατασκευής 998906717, διαμετρήματος 4,5 χιλιοστομέτρων, χωρίς να είναι κάτοχος άδειας κατοχής (κατηγορία 9). 3. Μεταφορά αεροβόλου διαμετρήματος 4,5 χιλιοστομέτρων χωρίς άδεια κατοχής, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 23 του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04 όπως τροποποιήθηκε . Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος την 24.01.2015, ο κατηγορούμενος μετέφερε το αεροβόλο μάρκας CROSMAN C40, με αριθμό κατασκευής 998906717, διαμετρήματος 4,5 χιλιοστομέτρων, χωρίς να είναι κάτοχος άδειας κατοχής (κατηγορία 10). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν στη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αρχικά και αριθμό άλλων κατηγοριών, ήτοι τις κατηγορίες 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 11, οι οποίες όμως έχουν ανασταλεί από το Γενικό Εισαγγελέα και συνακόλουθα αυτός έχει απαλλαγεί από αυτές. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αδικήματα των κατηγοριών στις οποίες ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, είναι καταγεγραμμένα στη γραπτή έκθεση γεγονότων την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και διάβασε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά και στα όσα προφορικά προσέθεσε. Αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί σε κανένα σημείο από την Υπεράσπιση, έχουν δε ως ακολούθως׃ "Το σπίτι της παραπονούμενης Μάρως Αθανασίου, στην οδό Παρασκευής 64, στη Γερμασόγεια Λεμεσού, βρίσκεται δίπλα από την ταβέρνα «Αγροτόσπιτο», το κατάλυμα της οποίας ενοικίαζε η μητέρα του κατηγορούμενου στους διαχειριστές της ταβέρνας. Υπήρχαν συχνά από τους γείτονες παράπονα για τη δυνατή μουσική από την ταβέρνα. Το βράδυ της 6ης Φεβρουαρίου 2015, ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην ταβέρνα «Αγροτόσπιτο» με τη σύντροφο του, άντρες του ΟΠΕ μετέβησαν στην πιο πάνω ταβέρνα μετά από καταγγελία που έγινε για τη μουσική. Ο κατηγορούμενος εκνευρίσθηκε και φοβήθηκε ότι η μητέρα του θα έχανε το ενοίκιο που λάμβανε, αν η ταβέρνα είχε προβλήματα λειτουργίας κι έλεγε επίμονα τη φράση «πέντε ευρώ». Αργότερα, κατά τα ξημερώματα, ο κατηγορούμενος με συνεπιβάτιδα τη σύντροφο του σταμάτησε σε βενζινάδικο της ΕΚΟ πλησίον του κυκλικού κόμβου της Γερμασόγειας και γέμισε πλαστικό δοχείο που είχε μαζί του στο αυτοκίνητο, με βενζίνη, καταβάλλοντας το ποσό των πέντε ευρώ. Στη συνέχεια στάθμευσε μπροστά από την οικία της παραπονούμενης βγήκε από το αυτοκίνητο αφήνοντας τη μηχανή αναμμένη και την πόρτα του οδηγού ανοικτή, κι έχoντας το δοχείο με τη βενζίνη κρυμμένο κάτω από το σακκάκι του, πλησίασε την αυλή της οικίας της παραπονουμένης. Στη συνέχεια έβγαλε το πλαστικό δοχείο και περιέλουσε το αυτοκίνητο της παραπονούμενης, με αριθμό εγγραφής KQX 131, μάρκας Μερσεντές, το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο στην αυλή του σπιτιού της, με τη βενζίνη . Στη συνέχεια προσπάθησε να ανάψει φωτιά με τον αναπτήρα του, αλλά δεν τα κατάφερε. Κάποιος γείτονας που είχε παρακολουθήσει τις κινήσεις του κατηγορούμενου, του φώναξε, «τι κάμνεις τζαμαί ρε», ο κατηγορούμενος απάντησε, «τίποτε», έκρυψε το πλαστικό δοχείο που κρατούσε ξανά κάτω από το σακάκι του κι έτρεξε προς το αυτοκίνητό του. Επιβιβάστηκε στη θέση του οδηγού και κατευθύνθηκε προς την πλατεία του χωριού. Ο κατηγορούμενος «εξακολουθώντας να είναι πολύ θυμωμένος» αποφάσισε να επιστρέψει πίσω, λέγοντας στη σύντροφο του: «Θα πάω πίσω να το άψω φωτιά». Έστριψε το αυτοκίνητο του και κατευθύνθηκε εκ νέου προς την οικία της παραπονούμενης. Σε κάποιο σημείο του δρόμου απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε και προσέκρουσε στον τοίχο της ταβέρνας «Αγροτόσπιτο». Η παραπονούμενη Μάρω Αθανασίου, βρισκόταν τη δεδομένη στιγμή σπίτι της και κοιμόταν. Ξύπνησε όταν άκουσε θόρυβο στο δρόμο βγήκε στο μπαλκόνι και είδε ότι ένα αυτοκίνητο, με αριθμό εγγραφής CAH 407, μάρκας Mitsubishi Pajero, χρώματος κόκκινου είχε προσκρούσει στον τοίχο της ταβέρνας «Αγροτόσπιτο». Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε αφού ήταν γείτονάς της και γιός της ιδιοκτήτριας της πιο πάνω ταβέρνας. Ο κατηγορούμενος φώναζε πως η συνοδηγός του είχε τραυματιστεί. Η παραπονούμενη πληροφορήθηκε τότε, από άλλο περίοικο, ότι το αυτοκίνητό της μύριζε έντονα εύφλεκτη ύλη. Κλήθηκε η Αστυνομία στη σκηνή. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν επιθετική και υβριστική προς τους γείτονες που είχαν συγκεντρωθεί στον χώρον. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε, καθότι εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης για άλλη υπόθεση κι οδηγήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου κρατήθηκε για παρακολούθηση. Ο κατηγορούμενος εξετάστηκε στην Ψυχιατρική Πτέρυγα του Νοσοκομείου Λεμεσού και διαπιστώθηκε πως είχε σώας τας φρένας, είχε πλήρη επίγνωση των πράξεων του και ήταν ικανός να παρακολουθήσει δικαστική διαδικασία. Λήφθηκε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση την 09.02.2015, αυτός έδιδε σε όλες τις ερωτήσεις τη στερεότυπη απάντηση, «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο»". Δηλώθηκε επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο λόγος που ο κατηγορούμενος αποπειράθηκε να θέσει φωτιά στο αυτοκίνητο της παραπονούμενης ήταν διότι πίστευε πως αυτή ήταν ανάμεσα στα πρόσωπα που προέβαιναν σε καταγγελίες εναντίον του ιδιοκτήτη της ταβέρνας το «Αγροτόσπιτο». Ακόμη ότι ο κατηγορούμενος το συγκεκριμένο βράδυ, είχε καταναλώσει μαζί με την παρέα του αριθμό αλκοολούχων ποτών, γεγονός που επηρέασε σε κάποιο βαθμό τον αυτοέλεγχο του. Σε σχέση με τα αδικήματα της παράνομης κατοχής και μεταφοράς αεροβόλου όπλου, κατηγορίες 9 και 10 αντίστοιχα, κατατέθηκαν ενώπιον μας τα πιο κάτω γεγονότα. Σε προγενέστερο χρόνο της διάπραξης του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ήτοι στις 24.1.2015 και ώρα 16:45, κατόπιν πληροφορίας ότι ο κατηγορούμενος ασχολείτο με πώληση ναρκωτικών, αυτός τέθηκε υπό παρακολούθηση από άντρες της ΥΚΑΝ. Όταν η Αστυνομία πλησίασε τον κατηγορούμενο για να τον ανακόψει για έλεγχο, εκείνος εξήλθε από το όχημά του και προσπάθησε να διαφύγει. Στην κατοχή του, μέσα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε, εντοπίσθηκε αεροβόλο πιστόλι, μάρκας CROSMAN C40, το οποίο περιείχε μια καψούλα γκαζιού και δίπλα από τη θήκη τέσσερα ξεχωριστά σακουλάκια τα οποία περιείχαν πέντε καψούλες γκαζιού το κάθε ένα. Το συγκεκριμένο αεροβόλο δεν ήταν εγγεγραμμένο και όπως αναφέρθηκε από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής και δεν αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης, αυτό είναι διαμετρήματος 4,5 χιλιοστομέτρων. Ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε, όταν κατηγορήθηκε γραπτώς την 28.01.2015 την κατοχή και μεταφορά του όπλου κι ανέφερε στην Αστυνομία πως του το είχε δώσει ένας φίλος του Ρουμάνος και ότι δεν είχε άδεια. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες, συγκεκριμένα: Στην ποινική υπόθεση 2330/13 Ε.Δ. Λεμεσού καταδικάστηκε στις 9.12.14 για τα αδικήματα : · Στο αδίκημα της άσεμνης επίθεσης στο οποίο του επιβλήθηκε ποινή προστίμου €
- · Στο αδίκημα της μέθης στο οποίο διατάχθηκε να υπογράψει εγγύηση ύψους €2.000 για τήρηση του Νόμου και της Τάξης για χρονικό διάστημα 2 χρόνων. · Στο αδίκημα της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της Τάξης κατά την διάρκεια εκτέλεσης του καθήκοντος του στο οποίο του επιβλήθηκε ποινή προστίμου €
- Όλα τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν την 11.11.
- Στην ποινική υπόθεση 3555/14 Ε.Δ. Λεμεσού, για το αδίκημα της κατοχής πυροτεχνημάτων άνευ αδείας, αδίκημα το οποίο διέπραξε στις 8.2.13 και καταδικάστηκε γι αυτό στις 18.12.14, σε ποινή προστίμου €
- Επισημαίνουμε ότι η καταδίκη για τα αδικήματα της υπό στοιχείο 1 πιο πάνω αναφερόμενης υπόθεσης δεν έχει εξαλειφτεί, αφού το αδίκημα της υπό στοιχείο 2 πιο πάνω υπόθεσης, διαπράχθηκε εντός της περιόδου που ίσχυε προς αποκατάσταση του αδικήματος της υπό στοιχείο
- Τούτο είχε σαν επακόλουθο η ισχύς της καταδίκης στην υπόθεση 2330/13, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 6 εδάφιο 4 του περί Αποκατάστασης Καταδικασθέντων Νόμου, Ν.70/81, να επεκταθεί μέχρι συμπλήρωσης της περιόδου αποκατάστασης της καταδίκης στην υπόθεση 3555/
- Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι η οποιαδήποτε μνεία γίνεται στα πιο πάνω γεγονότα αναφορικά με την από μέρους της Αστυνομίας υποψία ότι ο κατηγορούμενος διέπραττε άλλα ποινικά αδικήματα που δεν αφορούν την παρούσα ποινική υπόθεση, όπως και το ότι εκκρεμούσε εις βάρος του ένταλμα σύλληψης για άλλη υπόθεση, δεν θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο αφού ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε όπως: Το αεροβόλο όπλο CROSMAN C40 και η πλαστική του θήκη, να δημευθούν. Τα υπόλοιπα τεκμήρια, ήτοι πέντε καψούλες γκαζιού, ένας ψηφιακός δίσκος και οι δειγματοληψίες, να δημευθούν και να καταστραφούν. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής επικαλέστηκε τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου και την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τις οικογενειακές και προσωπικές του συνθήκες επικαλέστηκε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξ΄ αυτών επισήμανε ιδιαίτερα το γεγονός ότι απώλεσε τον πατέρα του ένα μήνα πριν την κατάταξη του στην Εθνική Φρουρά κάτι που τον επηρέασε ψυχολογικά και που οδήγησε στην απόλυση του. Τόνισε δε ότι τυχόν φυλάκιση του κατηγορουμένου θα έχει δυσμενείς συνέπειες για τον ίδιο και την μητέρα του, κάτι για το οποίο κάνει μνεία και ο ψυχίατρος κος Νικολαΐδης στην έκθεση του, την οποία κατέθεσε ενώπιον μας και έγινε Τεκμήριο
- Σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την πρώτη κατηγορία ανέφερε ότι λόγω της κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών, σε συνδυασμό με τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε, εξέλαβε ότι η καταγγελία που η αστυνομία θα προέβαινε εις βάρος του ιδιοκτήτη του εστιατορίου «Αγροτόσπιτο», θα οδηγούσε στην απώλεια του ενοικίου που ελάμβανε η μητέρα του σαν ιδιοκτήτρια του συγκεκριμένου υποστατικού και κατ' επέκταση στην οικονομική της καταστροφή. Τα πιο πάνω του δημιούργησαν έντονη συναισθηματική φόρτιση που επηρέασε κατά τον ουσιώδη χρόνο την κρίση και τη συμπεριφορά του. Επικαλέστηκε επίσης το γεγονός ότι δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά στην ίδια την παραπονούμενη, αλλά ούτε και σε κανένα άλλο πρόσωπο. Απολογήθηκε προς την παραπονούμενη με την οποία πλέον έχουν συμφιλιωθεί. Προς τούτο κατέθεσε γραπτή δήλωση της παραπονούμενης και του συζύγου της, Τεκμήριο 2, με την οποία τα πιο πάνω πρόσωπα δηλώνουν ότι έχουν συμφιλιωθεί με τον κατηγορούμενο και τον έχουν συγχωρέσει. Περαιτέρω σε σχέση με τις κατηγορίες 9 και 10 ο συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι τα συγκεκριμένα αδικήματα διαπράχθηκαν σε διαφορετικό και προγενέστερο χρόνο από το αδίκημα της κατηγορίας 1, ήτοι στις 24.1.2015 και γι αυτά μπορούσε να καταχωρηθεί ξεχωριστή υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Τέλος εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης, ενόψει των δεδομένων της υπόθεσης, αλλά και του ίδιου του κατηγορούμενου, πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και της νομολογίας, ώστε αυτή να ανασταλεί. Περαιτέρω αναφορά στους μετριαστικούς παράγοντες στους οποίους έκανε μνεία ο συνήγορος του κατηγορουμένου, θα γίνει όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο και στη συνέχεια, σχολιάζοντας τη σημασία που θα προσδοθεί σε αυτούς. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία διέπραξε και παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, ήτοι από το προσδιοριζόμενο από το Νόμο ανώτατο όριο ποινής (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264. Η προβλεπόμενη δε από τον Νόμο ανώτατη ποινή, όπως η νομολογία αναγνωρίζει, είναι ένα από τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο στην επιμέτρηση, όσο και στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632). Συγκεκριμένα για το αδίκημα της κατηγορίας 1, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνια, για δε τα αδικήματα των κατηγοριών 9 και 10, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €5.125 ή συνδυασμό και των δύο ποινών. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων, αντανακλάται επίσης και στις εξ αυτών συνέπειες και δυσμενή επακόλουθα στην κοινωνία. Συγκεκριμένα το αδίκημα του εμπρησμού, το οποίο συνήθως έχει σκοπό την εκδίκηση ή το κέρδος, διαταράσσει την συνοχή του κοινωνικού ιστού αφού ανθρώπινες ζωές και περιουσίες τίθενται εν κινδύνω. Δεν μπορούμε επίσης να αγνοήσουμε ότι, όπως και η νομολογία αναγνωρίζει, τέτοιας φύσεως αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση και συνακόλουθα η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών υφίσταται. Μάλιστα έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι εκεί που παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες ποινές, τότε δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών προς αποτροπή (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551). Το ίδιο ισχύει και για τα αδικήματα της κατοχής και της μεταφοράς πυροβόλου η μη πυροβόλου όπλου χωρίς άδεια. Τόσο η κατοχή όσο και η μεταφορά και χρήση πυροβόλων η μη πυροβόλων όπλων, ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια όχι μόνον του προσώπου που τα κατέχει, τα μεταφέρει ή τα χρησιμοποιεί, αλλά και για την ασφάλεια τρίτων προσώπων και περιουσιών. Είναι λοιπόν προφανές ότι ο κατηγορούμενος, με την διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων, επέδειξε συμπεριφορά, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι έντονα καταδικαστέα σε μια κοινωνία την οποία θα πρέπει να χαρακτηρίζει ο πολιτισμός και ο σεβασμός προς τους συνανθρώπους και στα δικαιώματα τους. Πάρα τα πιο πάνω και την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, δεν μας διαφεύγει ότι είναι παράλληλα σαφώς νομολογημένο πώς είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες για να υπάρχει εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε, αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής όμως δεν πρέπει να συνεπάγει εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα σε αυτήν, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 171, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224) και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 ΑΑΔ 17). Αναφορικά λοιπόν με τους μετριαστικούς παράγοντες που ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου έχει θέσει ενώπιον μας, θα ενδιατρίψομε κατ΄ αρχάς με την παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 ΑΑΔ 28 και Κούκος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 64, όπου για άλλη μια φορά τονίστηκε ότι η παραδοχή συνιστά σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα η οποία μειώνει σημαντικά την ποινή). Επισημαίνουμε όμως ταυτόχρονα ότι μεγαλύτερη αξία μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη. Στην απόφαση δε του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Raymond Elias Ghafari v. Αστυνομίας,
(2001)2 AAΔ 442, επί του συγκεκριμένου ζητήματος λέχθηκαν τα εξής: «Η νομολογία έχει βέβαια αναγνωρίσει ότι η παραδοχή ενοχής και η μεταμέλεια αποτελούν ελαφρυντικούς παράγοντες. Ωστόσο ο κανόνας αυτός δεν είναι απόλυτος. Πρέπει να εξετάζεται υπό το φως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης. Αν π.χ. ένας συλληφθεί «επ' αυτοφώρω» - όπως είναι εδώ η περίπτωση - η παραδοχή δεν οδηγεί σε μείωση της ποινής του, όπως θα οδηγούσε στην περίπτωση κατηγορούμενου του οποίου η απόδειξη της ενοχής είναι δύσκολη ή προβληματική (Ieronymides v. Republic
(1982)2 C.L.R. 258, 273). Όπου δε υπάρχει συντριπτική μαρτυρία για την ενοχή του κατηγορουμένου το Δικαστήριο μπορεί ακόμη να μη λάβει υπόψη την παραδοχή και να επιβάλει την ποινή η οποία αντανακλά πλήρως τη σοβαρότητα του αδικήματος (R. v. Hastings
(1996)1 Cr. App. R. (S) 167 C.A. και R. v. Landy 16 Cr. App. R. (S) 908 C.A.).» Έχοντας λοιπόν υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κρίνουμε ότι η παραδοχή του κατηγορούμενου, ήταν αναπόφευκτη αφού όπως συνάγεται από αυτά, στα αδικήματα που με δική του παραδοχή βρέθηκε ένοχος, ουσιαστικά συνελήφθηκε επ' αυτοφώρω. Όμως επειδή με την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, έστω και στο στάδιο στο οποίο έγινε, ήτοι αυτή δεν ήταν άμεση αλλά έγινε σε κατοπινό στάδιο προτού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, έχει εξοικονομηθεί πολύτιμος χρόνος, αποδεχόμαστε ότι θα πρέπει να δοθεί σε αυτήν κάποια βαρύτητα. Ακόμη την παραδοχή του κατηγορούμενου εκλαμβάνομε και σαν έμπρακτη μεταμέλεια του (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288, 296 και Σόλωνας Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50). Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, αγορεύοντας σε σχέση με τις κατηγορίες 9 και 10, μας κάλεσε να δώσουμε βαρύτητα και στο γεγονός ότι το όπλο ήταν αεροβόλο, στοιχείο που διαφοροποιεί την παρούσα από άλλες σοβαρότερες υποθέσεις. Χωρίς να αποδεχόμαστε ότι το στοιχείο αυτό μειώνει σε σημαντικό βαθμό την εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, θα συμφωνήσομε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του, πώς αυτό διαφοροποιεί την παρούσα με εκείνες στις οποίες οι κατηγορίες αφορούσαν πυροβόλα κι όχι αεροβόλα όπλα. Τούτο ως προς το είδος και την επικινδυνότητα του παρανόμως κατεχομένου όπλου. Παράγοντας που αναγνωρίζεται και στην προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή, αφού για το συγκεκριμένο είδος όπλου, αυτή είναι πολύ μικρότερη από εκείνη που προβλέπεται για τα πυροβόλα. Το στοιχείο αυτό, ήτοι το είδος του όπλου, αναγνωρίστηκε επίσης και από την νομολογία ακόμη και στις περιπτώσεις που το όπλο ήταν πυροβόλο και περιλαμβάνεται στις κατηγορίες εκείνων που η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή των 15 χρόνων φυλάκισης. Συγκεκριμένα στην Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 169 τονίστηκε ότι: «Το είδος του πυροβόλου όπλου έχει σημασία. Και αυτό χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σοβαρότητα της παράνομης χρήσης, ακόμα και κυνηγετικού.» Επίσης προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνουμε υπόψη και το γεγονός ότι το συγκεκριμένο αεροβόλο όπλο δεν χρησιμοποιήθηκε για οποιοδήποτε παράνομο σκοπό και ούτε ήταν έμφορτο, γι αυτό κρίνουμε ότι δικαιολογείται η διαφοροποίηση της παρούσας υπόθεσης από άλλες, στις οποίες το στοιχείο αυτό αποτελούσε μέρος των γεγονότων. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορούμενου όπως μας τις περιέγραψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του και όπως αυτές καταγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 28 ετών και διαμένει με τη μητέρα του στην πατρική του κατοικία στη Λεμεσό. Ολοκλήρωσε τη φοίτησή του στο σχολείο με χαμηλή επίδοση και στη συνέχεια κατετάγη στην Εθνική Φρουρά χωρίς να ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας. Συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια της θητείας του διαγνώσθηκε με χρόνια νευρωσική διαταραχή λόγω του ότι ένα μήνα πριν από την κατάταξη του έχασε τον πατέρα του, απώλεια που τον επηρέασε ψυχολογικά. Τον Ιανουάριο του 2007 πήρε αναστολή από την Εθνική Φρουρά με σκοπό να εργαστεί και να βοηθήσει τη μητέρα του στην οικογενειακή επιχείρηση που διατηρούσε, επάγγελμα το οποίο ασκούσε μέχρι πριν από τρία χρόνια. Σήμερα ο κατηγορούμενος είναι άεργος και συντηρείται οικονομικά από τη μητέρα του. Ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλούμενος την έκθεση του ψυχίατρου Ηλία Νικολαΐδη, που κατατέθηκε ενώπιον μας, Τεκμήριο 1, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο, αλλά και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αντιμετωπίζει, όπως και στην ανάγκη της συνέχισης της θεραπείας και παρακολούθησης του από ψυχίατρο. Συγκεκριμένα όπως αναφέρεται στην έκθεση του ψυχίατρου Ηλία Νικολαΐδη ο κατηγορούμενος: "Κατά την συνέντευξη έδειχνε συνεργάσιμος «φοβισμένος» για τις συνέπειες των πράξεων του στο παρελθόν και μεταμελημένος. Είναι άτομο με νοητικές δυσκολίες του τύπου μειωμένης κρίσης, ασταθές συναίσθημα, μειωμένη αντίληψη και μνήμη και ως εκ τούτου εστάλη για ΗΕΓ που έδειξε φυσιολογικό. Τα ΗΕΓραφήματα κατά 70% είναι ενδεικτικά της πραγματικής κατάστασης του εγκεφάλου. Εν ολίγοις ο κατηγορούμενος έχει λεπτή εγκεφαλική βλάβη. Δεν μπόρεσεν να ξεπεράσει τον θάνατον του πατέρα του. Νοιώθει έντονα υπεύθυνος να υποστηρίζει την μητέρα του που τον παρασύρει με την οιστριονική της συμπεριφορά. Χρειάζονται θεραπεία τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η μητέρα του. Τιμωρία με φυλάκιση θα ήταν πολύ καταστροφική. Χρειάζονται μια δεύτερη ευκαιρία." Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει κάποιος παραβάτης είναι παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίζεται κατά την επιλογή της κατάλληλης ποινής και την επιμέτρησή της. (βλ. Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 430 και Κωνσταντίνος Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 333 Ποινική Έφεση Αρ.204/2011, ημερομηνίας 20.06.2012). Θα δώσουμε λοιπόν βαρύτητα και σε αυτόν τον μετριαστικό παράγοντα, παράλληλα όμως επισημαίνουμε ότι ο παράγοντας αυτός δεν μπορεί να επιδράσει καταλυτικά στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 AAΔ 77 και συγκεκριμένα στη σελίδα 79: «Έχει λεχθεί ότι ο εφεσείων χρειάζεται μακροχρόνια και σταθερή ψυχιατρική περίθαλψη. Μπορεί όμως να τύχει της φροντίδας των αρχών των φυλακών και οι οδηγίες μας ακριβώς είναι προς αυτή την κατεύθυνση. Ούτε και αποτελεί λόγο για να μην επιβληθεί η σωστή ποινή.» Ακόμη στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας 2001
(2)ΑΑΔ 382, αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας». Επισημαίνουμε ακόμη ότι άλλο είναι η μειωμένη αντίσταση σε εγκληματική συμπεριφορά και οι εμμονές που δημιουργούν μία ροπή προς το έγκλημα και κάτι εντελώς διαφορετικό είναι η ψυχική διαταραχή που αφαιρεί από το άτομο τις αναγκαίες νοητικές διεργασίες για να αντιληφθεί ότι διαπράττει έγκλημα, κάτι βεβαίως που δεν ισχύει στην περίπτωση του κατηγορουμένου. Παρατηρούμε επίσης ότι η ιατρική έκθεση του κ. Ηλία Νικολαΐδη είναι πολύ πρόσφατη, ετοιμάσθηκε μετά την διάπραξη των αδικημάτων ως αποτέλεσμα της μίας και μοναδικής φοράς που ο εν λόγω ιατρός εξέτασε τον κατηγορούμενο και σε αυτήν ουδεμία αναφορά γίνεται κατά πόσο ο κατηγορούμενος παρακολουθείτο προηγουμένως από οποιοδήποτε άλλο ψυχίατρο αναφορικά με το πρόβλημα ψυχικής υγείας το οποίο αυτός διαπίστωσε. Ήτοι δεν παρουσιάζει μια πλήρη εικόνα αναφορικά με την κατάσταση της ψυχικής υγείας του κατηγορούμενου και δεί κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Επισημαίνουμε ακόμη ότι η γενική και αόριστη αναφορά στην έκθεση, Τεκμήριο 1, ότι τυχόν φυλάκιση του κατηγορούμενου θα είναι καταστροφική γι αυτόν, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση για το τι εννοεί με αυτό ο κος Νικολαΐδης, θα ήταν φρονιμότερο να αποφεύγετο αφού η επιλογή του είδους και του εύρους της ποινής είναι καθήκον και έργο του Δικαστηρίου. Στην αγόρευση του ο κ. Κονναρής, επικαλέστηκε επίσης την επήρεια που προκάλεσε στην κρίση και τρόπο συμπεριφοράς του κατηγορουμένου η κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Ο τρόπος που θα πρέπει να εξετάζεται ο παράγοντας αυτός αναλύθηκε στην υπόθεση Geoffrey Michael John Pernell κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (ΑΡ.2),
(1998)2 ΑΑΔ 417, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η επήρεια του ποτού είναι παράγοντας, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη, με ποικίλες, όμως, επιπτώσεις στην ποινή. Μπορεί, ανάλογα με την επίδρασή του στη διάπραξη του εγκλήματος, σε συνάρτηση με τη φύση του εγκλήματος, να προσμετρήσει είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγοντας - (βλ. Demetris Michael Kourris v. The Police
(1970)2 C.L.R. 53). Είναι δυνατό να έχει μετριαστικές επιπτώσεις, όπου διαφαίνεται ότι επηρέασε την κρίση του κατηγορουμένου - (βλ. Francis Kenneth Smith and Another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189). .................................. Το Κακουργιοδικείο δεν προσέδωσε οποιαδήποτε βαρύτητα στη μέθη, «λόγω της φύσης και σοβαρότητας των αδικημάτων». Διαπιστώνεται σφάλμα στην προσέγγιση του Κακουργιοδικείου. Η σοβαρότητα του αδικήματος προσδιορίζεται ανεξάρτητα από τη μέθη, ενώ η μέθη αποτελεί στοιχείο, το οποίο υπεισέρχεται στην αποτίμησή της. Η επήρεια του ποτού, κάτω από την οποία τελούσαν οι εφεσείοντες κατά το χρόνο διάπραξης των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν, μετριάζει τη σοβαρότητα τους. Άλλοι μετριαστικοί παράγοντες είναι το λευκό μητρώο των εφεσειόντων και η ηλικία τους.» (βλ. επίσης για το ίδιο ζήτημα τις αποφάσεις Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2, ΑΑΔ 50, Andrew John Yeates ν. Αστυνομίας
(2000)2, ΑΑΔ 320 και Γεώργιος Μωυσίδης ν. Δημοκρατίας
(2007)2, ΑAΔ.34). Ότι πράγματι ο κατηγορούμενος ευρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ κατά τον χρόνο που διέπραξε τα αδικήματα, προκύπτει και από τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Επισημαίνουμε βεβαίως ότι κατά την παραμονή του κατηγορούμενου στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού την επίδικη νύχτα, δεν έγιναν σχετικές εξετάσεις για να διαπιστωθεί το ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του, αλλά ούτε και από πλευράς αστυνομίας στην αναπνοή του. Συνεπώς αποδεχόμαστε ότι η χαλαρότητα, κι όχι η μέθη, αφού αυτή η θέση που αρχικά προβλήθηκε τελικά αποσύρθηκε, που επιφέρει η κατανάλωση αλκοόλ σε συνδυασμό με τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο, φαίνεται να επέδρασαν σε κάποιο βαθμό στις πράξεις και αποφάσεις του. Συνακόλουθα και αυτός ο παράγοντας θα ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός στο βαθμό βεβαίως εκείνο, που η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος και οι παράμετροι της νομολογίας, επιβάλλουν. Θα λάβουμε επίσης υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου και το γεγονός ότι από την παραβατική του συμπεριφορά, τελικά δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά σε περιουσία, αλλά ούτε και σωματική βλάβη σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Κρίνομε όμως ότι η σημασία που μπορεί να δοθεί στον παράγοντα αυτόν και η βαρύτητα που έχει αναφορικά με την επιλογή της ποινής είναι μικρή, αφού τούτο δεν ήταν αποτέλεσμα των οποιωνδήποτε προφυλάξεων του κατηγορουμένου, αλλά οφείλεται στις ευτυχείς συγκυρίες που αναφέρονται πιο πάνω. Λαμβάνουμε ακόμη υπόψη και την συμφιλίωση του κατηγορούμενου με την παραπονούμενη στην οποία έκανε αναφορά ο κος Κονναρής και στοιχειοθετείται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 327, 333). Από την άλλη βεβαίως πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τα γεγονότα που η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, η απόφαση του κατηγορουμένου να θέσει φωτιά στο αυτοκίνητο της παραπονούμενης δεν ήταν στιγμιαία. Αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι μετά την επίσκεψη της αστυνομίας στην ταβέρνα για διερεύνηση καταγγελίας για δυνατή μουσική, αυτός επαναλάμβανε επίμονα την φράση «πέντε ευρώ» το οποίο επροτίθετο, όπως εκ των υστέρων διαφάνηκε, να χρησιμοποιήσει για την αγορά της βενζίνης με την οποία περιέλουσε το αυτοκίνητο της παραπονούμενης. Τονίζουμε δε ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε δύο φορές, γεγονός που καταδεικνύει και την αποφασιστικότητα του, να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό του. Υπενθυμίζουμε ότι την πρώτη φορά απέτυχε όχι γιατί μετανόησε, αλλά γιατί έγινε αντιληπτός από κάποιο γείτονα όταν προσπάθησε να θέσει φωτιά στο αυτοκίνητο της παραπονουμένης και αφού προηγουμένως το είχε περιλούσει με βενζίνη, ενώ την δεύτερη φορά απέτυχε γιατί έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και προσέκρουσε στο τοίχο της ταβέρνας. Ο τρόπος που επέλεξε ο κατηγορούμενος να διασφαλίσει την ομαλή κατά την άποψη του, λειτουργία της επίδικης ταβέρνας και κατ΄ επέκταση να εξασφαλίσει το εισόδημα που λάμβανε η μητέρα του από το εν λόγω υποστατικό είναι κατακριτέος και καταδικαστέος. Η κυνική και εγωιστική αντιμετώπιση από τον κατηγορούμενο της κατάστασης αυτής δεν μπορεί παρά να τύχει της μετά βδελυγμίας απόρριψης της από το Δικαστήριο ως τρόπου επίλυσης της όποιας διαφοράς μεταξύ προσώπων, σε μια ευνομούμενη πολιτεία. Ακόμη και δίκαιο να είχε ο κατηγορούμενος, που στην προκειμένη περίπτωση ούτε αυτό το στοιχείο συντρέχει, δεν μπορεί να εκληφθεί έστω και σαν ελάχιστη δικαιολογία για την αποτρόπαιη πράξη του. Θεωρώντας ότι μπορεί με την καταστροφή ξένης περιουσίας υπό την κάλυψη του σκότους, με τρόπο και μέθοδο που ανάγει σε ακραίες εγκληματικές συμπεριφορές και σε εποχές που ο νόμος του «ισχυρού» και του «νταή», κυριαρχούσε του δικαίου και της ευνομίας και αδιαφορώντας ότι εύκολα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη και την απώλεια ανθρώπινων ζωών, αποφάσισε να θέσει φωτιά στο αυτοκίνητο της παραπονούμενης. Τα στυγνά κίνητρα του κατηγορούμενου ήταν ο εκφοβισμός και η εκδίκηση, εξ ου με αδίστακτο τρόπο προχώρησε στην εκτέλεση του σχεδίου του, χωρίς να λάβει τίποτα άλλο υπόψη. Συνακόλουθα η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε να διαπράξει το αδίκημα της 1ης κατηγορίας εκ του προχείρου και χωρίς καθόλου προσχεδιασμό δεν συνάδει με τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μας. Έχουμε μεν αποδεχτεί ότι η συναισθηματική φόρτιση κάτω από την οποία βρισκόταν ο κατηγορούμενος και η κατανάλωση ποτού επηρέασαν σε κάποιο βαθμό τις αποφάσεις του κατηγορούμενου, για τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω, πλην όμως αυτοί οι παράγοντες δεν αναιρούν το στοιχείο της εκ των προτέρων προετοιμασίας του για την εκτέλεση της αποτρόπαιης πράξης του. Αναφορικά με την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι αυτός είναι νεαρό πρόσωπο, παρατηρούμε ότι αυτή δεν υποστηρίζεται από τα γεγονότα και τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας. Όπως φαίνεται από την έκθεση του γραφείου ευημερίας αυτός είναι σήμερα 28 ετών, κατά τον χρόνο δε διάπραξης των αδικημάτων 27. Παρατηρούμε δε ότι η παραβατική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, όπως συνάγεται από τις προηγούμενες του καταδίκες, άρχισε στην ηλικία των 24 ετών και παρά την επιδειχθείσαν από το Δικαστήριο επιείκεια προς το πρόσωπο του, αντί να αλλάξει πορεία και να ακολουθήσει ένα νόμιμο βίο, σε χρονικό διάστημα λιγότερο των δύο μηνών από την τελευταία προηγούμενη καταδίκη του, διέπραξε τα αδικήματα της παρούσας. Συνεπώς κρίνουμε πώς ενώπιον μας δεν βρίσκεται κάποιο πολύ νεαρό πρόσωπο που δεν ήταν σε θέση, λόγω της απειρίας στη ζωή, αλλά και της επιπολαιότητας στον τρόπο λήψεως αποφάσεων που χαρακτηρίζει τέτοια πρόσωπα, να συνειδητοποιήσει τις συνέπειες των πράξεων του. Αντίθετα ενώπιον μας έχουμε ένα άτομο ηλικιακά ώριμο, που είχε πλήρη επίγνωση τόσο του τι θα μπορούσε να προκαλέσει με τις παράνομες ενέργειες του σε άλλα πρόσωπα και περιουσία, όσο και τις επιπτώσεις στο πρόσωπο του. Συνακόλουθα κρίνουμε πώς ο παράγοντας αυτός δεν συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορούμενου. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορά τις ποινές για αδικήματα παρόμοιας φύσης με αυτά στα οποία ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος στην παρούσα, δείχνει την αυστηρή αντιμετώπιση αυτών εν όψει της ανάγκης αποτροπής που προέχει. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές επισημαίνοντας όμως ταυτοχρόνως, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση επιβάλλεται να είναι αλληλένδετη και με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν, αλλά και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες προηγούμενες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών, ιδίως στις περιπτώσεις όπου επιβάλλεται ποινή φυλάκισης. Αυτό θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιανδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντος (βλ. επίσης Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 217), Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 100 και Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 212/13, ημερ. 5.2.15). Με αυτά κατά νουν παραθέτουμε στη συνέχεια μερικές εκ των πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες για παρόμοιας φύσεως αδικήματα με αυτά που ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος στην παρούσα, επικροτήθηκαν ή / και διαφοροποιήθηκαν, οι πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές. Στη Malkhaz Gaprindashvilli ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 158/12, ημερομηνίας 24.5.2013, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορία εμπρησμού. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών. Το Εφετείο παρόλο που έκρινε την ποινή αυστηρή, την επικύρωσε με το ακόλουθο σκεπτικό: «Το αδίκημα του εμπρησμού κάτω από το άρθρο 315(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, είναι ένα από τα πλέον σοβαρά αδικήματα του Ποινικού Κώδικα και τιμωρείται μέχρι και δεκατέσσερα
(14)έτη φυλάκισης. Όπως πολύ σωστά παρατηρεί και το Κακουργιοδικείο στην απόφαση του, διαχρονικά παρατηρείται έξαρση στην διάπραξη της μορφής αυτής αδικημάτων. Στην Μελανίτης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 309, 314 αναφέρεται ότι «σχεδόν καθημερινά διαπράττονται τέτοια αδικήματα εμπρησμού ως μέσο επίτευξης παράνομων στόχων». Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Αναστασίου
(2005)2 ΑΑΔ 125 αναφέρθηκε ότι «δεν μπορεί τέτοιου είδους εγκλήματα να οργιάζουν και να μένουν ατιμώρητα». Συνακόλουθα των πιο πάνω είναι ότι η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αναγκαία, ώστε ν' ανακοπεί η έξαρση των εγκληματικών ενεργειών της φύσεως αυτής. Είναι κοινωνικά επιβεβλημένη η προσπάθεια αυτή των δικαστηρίων για αποτροπή μέσω της ποινής που αυτά επιβάλλουν. Πάντοτε βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι κάθε υπόθεση κρίνεται στα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και ανάλογα με αυτά θα πρέπει να είναι και η ποινή.» Στην δε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 ΑΑΔ 125, ο εφεσίβλητος, χρήστης ναρκωτικών ο οποίος κατέβαλλε προσπάθεια απεξάρτησης και ήταν άτομο με ψυχολογικά προβλήματα, εσκεμμένα και παράνομα έβαλε φωτιά σε εργοστάσιο επίπλωσης προκαλώντας ζημιά ύψους £1.390.950 (κατηγορία1). Αποπειράθηκε επίσης να βάλει φωτιά σε υπεραγορά (κατηγορία 2) και προξένησε κακόβουλη ζημιά σε ρουχισμό της υπεραγοράς ύψους £21.900 (κατηγορία 3). Και στις τρεις περιπτώσεις ο εφεσίβλητος συνήργησε με άλλο πρόσωπο που δεν προσήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον εφεσίβλητο 3 χρόνια φυλάκιση στην πρώτη κατηγορία, 2 χρόνια στη δεύτερη κατηγορία και δεν του επέβαλε ποινή στην τρίτη κατηγορία, λόγω της συνάφειας που είχε η κατηγορία αυτή με τη δεύτερη. Η ποινή εφεσιβλήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα και το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο μερικώς την έφεση και αφού επεσήμανε μεταξύ άλλων ότι το κοινό πρέπει να προστατευθεί από τέτοια εγκλήματα που προκαλούν ζημιά όχι μόνο στα θύματά τους, αλλά δημιουργούν και στους πολίτες αίσθημα ανασφάλειας και φόβο για την επικράτηση της παρανομίας, αύξησε την ποινή φυλάκισης στην πρώτη κατηγορία σε πέντε έτη ενώ η ποινή που επιβλήθηκε στην απόπειρα εμπρησμού, επικυρώθηκε. Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται και με την επιβολή ποινών για αδικήματα που αφορούν την μεταφορά, κατοχή και χρήση όπλων. Στις πλείστες η κατοχή όπλων κατείχετο με σκοπό να χρησιμοποιηθούν ή χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για την επίτευξη εγκληματικών σκοπών, στοιχείο που στην παρούσα υπόθεση ελλείπει, επιβλήθηκαν στους δράστες πολυετείς ποινές φυλάκισης. Ωστόσο, επισημαίνουμε ταυτόχρονα πώς δυνητικά ο κίνδυνος για τοιαύτη χρήση ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση παράνομης κατοχής όπλων, καθ' ό,τι τα κίνητρα που προκαλούν τις ενέργειες των ανθρώπων είναι συχνά απρόβλεπτα. Παρόμοια προσέγγιση υπήρξε από το Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λεωνίδου
(1997)2 ΑΑΔ 300, όπου ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δεν διαπνεόταν από οποιοδήποτε ύποπτο κίνητρο σ΄ ό,τι αφορά την κατοχή των όσων ανευρέθηκαν και συνεπώς δεν συνέτρεχε ο κίνδυνος που με τις αυστηρές ποινές ο Νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει. Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου και την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην εκδίκαση της υπόθεσης, αντικατέστησε τις συντρέχουσες ποινές τετράμηνης φυλάκισης με αναστολή, σε κατηγορίες παράνομης κατοχής πιστολιού και εκρηκτικών υλών, με άμεσες και συντρέχουσες ποινές φυλάκισης ενός έτους. Τέλος στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 582, ο εφεσείων αντιμετώπιζε κατηγορίες για τα αδικήματα της κατοχής εκρηκτικών υλών, δηλαδή μίας αμυντικής χειροβομβίδας, της απόπειρας καταστροφής περιουσίας με αμυντική χειροβομβίδα, της κατοχής δύο πυροκροτητών χωρίς άδεια, της κατοχής 3 αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών τύπου υδροσωλήνα, της κατοχής μίας χειροβομβίδας άγνωστου τύπου και της κατοχής αεροβόλου όπλου χωρίς πιστοποιητικό εγγραφής. Ο εφεσείων παραδέχθηκε όλες τις κατηγορίες. Οικειοθελώς απεκάλυψε στην αστυνομία τη διάπραξη των αδικημάτων στα πλαίσια δήλωσης του για την απαρχή μίας νέας ζωής, ήταν λευκού ποινικού μητρώου και αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν πριν από μεγάλο χρονικό διάστημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε τις ποινές των 3, 2 ½ και 2 ετών που επιβλήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως έκδηλα υπερβολικές, και μείωσε αυτές σε ποινές φυλάκισης 18 μηνών για το αδίκημα της απόπειρας καταστροφής περιουσίας με αμυντική χειροβομβίδα, 16 μηνών για τα αδικήματα κατοχής των εκρηκτικών και 12 μηνών για το αδίκημα της κατοχής πυροκροτητών. Η ποινή φυλάκισης των 2 μηνών για το αδίκημα της κατοχής αεροβόλου όπλου χωρίς πιστοποιητικό εγγραφής, επικροτήθηκε. Σε σχέση δε με τις προηγούμενες καταδίκες, με τις οποίες βαρύνεται ο κατηγορούμενος, επισημαίνουμε κατ' αρχάς ότι δεν λαμβάνονται υπόψη σαν επιβαρυντικός παράγοντας, αλλά όπως και η νομολογία έχει αναγνωρίσει, αυτές απλώς αφαιρούν και αποστερούν από τον κατηγορούμενο του ελαφρυντικού παράγοντα του λευκού ποινικού του μητρώου. Το συγκεκριμένο θέμα εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σωτήρης Ζαχαρία Γεωργίου, άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας,
(2003)2 ΑΑΔ 565, στην οποία στην σελίδα 570 αναφέρονται τα εξής: «Κατά την ενασχόληση του με το θέμα των προηγούμενων καταδικών το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε ότι «η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών δεν είναι επιβαρυντικό στοιχείο, απλώς ελλείπει το ελαφρυντικό στοιχείο του καθαρού ποινικού μητρώου». Ακολούθως αναφέρθηκε στην Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, 142, 143* στην οποία έγινε επισκόπηση της σχετικής νομολογίας.» _______ *Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: «Αποτελεί θέση της νομολογίας μας ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης. Ωστόσο είναι δυνατό η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά να επηρεάσει το βαθμό επιείκειας που το δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει (Βλ. Κυπριανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246, 250, 251, Περικλέους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5977/22.2.96). Περαιτέρω έχει νομολογηθεί ότι οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου Άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, 8, 9, Stratos and Another v. Police 17 C.L.R. 73 και Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63).» Η επί του προκειμένου θέση της Αγγλικής Νομολογίας όπως παρατίθεται στο "Sentencing and Penal Policy" του Andrew Ashworth, σελ. 209, στο οποίο μας παρέπεμψε ο κ. Σαουρής, έχει ως εξής: «The general principle: progressive loss of mitigation The general principle is that with each subsequent conviction an offender progressively loses the mitigation which he had as a first offender; but, on the other hand, no matter how long his record of previous convictions, this 'will not justify the imposition of a term of imprisonment in excess of the permissible ceiling for the facts of the immediate offence'. The gravity of his present offence sets the ceiling for the sentence and, although a long criminal record loses him mitigation, it should not be allowed to operate as an aggravating factor. The proper approach is for the court to determine the sentence appropriate for the offence, and then to consider whether it can extend some leniency to the offender, having regard to his record. If the record is bad, it probably cannot.» Σε μετάφραση: «Η γενική αρχή: προοδευτική απώλεια της μείωσης Σύμφωνα με τη γενική αρχή με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο, πλην όμως από την άλλη, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρυμένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών του, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέρα από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος. Η σοβαρότητα του παρόντος αδικήματος θέτει την οροφή για την ποινή, και αν και ένα μακρό ποινικό μητρώο του στερεί την μείωση, δεν πρέπει να του επιτραπεί να λειτουργήσει ως επιβαρυντικός παράγων. Η ορθή προσέγγιση είναι ο καθορισμός από το Δικαστήριο της ποινής που είναι κατάλληλη για το αδίκημα και μετά να εξετάσει κατά πόσο μπορεί να παράσχει κάποια μείωση στον κατηγορούμενο λαμβανομένου υπόψη του μητρώου του. Αν το μητρώο είναι βεβαρυμμένο, πιθανόν να μη μπορεί.» Κρίνουμε με βάση τις πιο πάνω αρχές της νομολογίας, ότι ο κατηγορούμενος παρά το ότι του δόθηκε σε δύο μάλιστα περιπτώσεις, η ευκαιρία με την επιεική μεταχείριση που έτυχε από το Δικαστήριο να αποδείξει πώς άλλαξε τρόπο συμπεριφοράς και αντιμετώπισης του κράτους δικαίου, όχι μόνο περιφρόνησε για μία ακόμη φορά τον νόμο, αλλά και το ίδιο το Δικαστήριο. Αυτό καταδεικνύει πώς ο κατηγορημένος είναι άτομο με ροπή πώς το έγκλημα και δεί σε αδικήματα που ενέχουν και το στοιχείο της βίας. Μετά λοιπόν από πολλή περίσκεψη και προβληματισμό, καταλήξαμε ότι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή κρίνουμε ότι θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, τα προβλήματα ψυχικής υγείας, η όποια επήρεια προκλήθηκε σε αυτόν από την κατανάλωση αλκοόλ, η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία έγινε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η απολογία και η μεταμέλεια του, καθώς και τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον μας και έγιναν αποδεκτά ως τοιαύτα, θα επηρεάσουν την έκταση της ποινής φυλάκισης. Καταληκτικά κρίνουμε ως αρμόζουσες ποινές: Στην κατηγορία 1 την ποινή φυλάκισης των 24 μηνών. Στην κατηγορία 10 την ποινή της φυλάκισης των 2 μηνών. Αποφασίσαμε να μην επιβάλουμε ποινή στην κατηγορία 9 αφού τα γεγονότα αυτής στοιχειοθετούν μέρος των γεγονότων της 10ης κατηγορίας η οποία αφορά την μεταφορά του αεροβόλου όπλου κατά τον ίδιο χρόνο με αυτόν της 9ης κατηγορίας, κάτι που εξυπακούει την κατοχή τούτου (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 34). Έχοντας δε κατά νου την σχετική επί του θέματος νομολογία, κρίνουμε ότι δεν συντρέχουν τα όσα έχουν αναγνωριστεί με αυτήν έτσι ώστε η έκτιση των επιβληθέντων ανωτέρω ποινών φυλάκισης να συντρέχει. Τούτο διότι τα αδικήματα που αυτές αφορούν είναι εντελώς διαφορετικής φύσης, έχουν διαπραχθεί σε διαφορετικό χρόνο και τα γεγονότα που τα στοιχειοθετούν ουδεμία αλληλουχία η σχέση έχουν μεταξύ τους. Ακόμη ούτε και η συνολική ποινή των 26 μηνών φυλάκισης που θα εκτίσει ο κατηγορούμενος είναι σε εύρος δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με τα πολύ σοβαρά αδικήματα τα οποία διέπραξε (βλ. απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Ποινικές Εφέσεις 178/2012 (ΣΧ.ΜΕ 229/2012), Χρίστος Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας, ημερομ. 9.7.2014). Συνακόλουθα οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης στις κατηγορίες 1 και 10, να εκτιθούν διαδοχικά, μειώνονται δε κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση και δει από την 1.9.2017. Περαιτέρω εκδίδουμε διάταγμα με το οποίο διατάσσουμε την δήμευση του αεροβόλου όπλου μάρκας Crosman - C40, με αριθμό κατασκευής 998906717, διαμετρήματος 4,5 χιλιοστομέτρων και της θήκης αυτού. Για τα υπόλοιπα τεκμήρια που ευρίσκονται στην κατοχή της αστυνομίας, ήτοι διατάσσεται η δήμευση και καταστροφή τους. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μας σε σχέση με τις ποινές που επιβλήθηκαν θα εξετάσουμε στη συνέχεια εάν αυτές θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του κατηγορουμένου ή δύνανται να ανασταλούν, δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, ως η εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε των πιο πάνω Νόμο του 1972 η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 ΑΑΔ 373). Οι αρχές δε για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπομε ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 ΑΑΔ 1, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 ΑΑΔ 303. Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, παρατίθενται τα κριτήρια που εξετάζονται από το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Συγκεκριμένα υιοθέτησε τα όσα ίσχυαν πριν την τροποποίηση του Ν.95/72 με τον Νόμο Ν.41/97 και καθόρισε ταύτα ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας.» Από τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας και τη συνολική αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου στην παρούσα, συνάγεται αβίαστα εκτός από το ότι πρόκειται για πολύ σοβαρά αδικήματα, ότι είχαν και ως μόνο κίνητρο την εκδίκηση και την τιμωρία της παραπονούμενης, στοιχείο που καθιστά τα κίνητρα διάπραξης τους ποταπά και εντόνως ιδιοτελή. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 : «Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι παρά το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα και τη διαγωγή την οποία επέδειξε μετά τη διάπραξη του αδικήματος, τα περιστατικά της υπόθεσης είναι τόσο σοβαρά που δεν δικαιολογείτο η αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Η προσέγγιση του Κακουργιοδικείου είναι ορθή και πλήρως ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία. Δεν θεωρούμε ότι δικαιολογείται παρέμβασή μας στον τρόπο που άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια. Η επιείκεια του Δικαστηρίου στην προκείμενη περίπτωση εξαντλείται στο ύψος της επιβληθείσας ποινής αφού η σοβαρότητα των περιστάσεων του αδικήματος είναι τέτοιου βαθμού που δεν επιτρέπει την αναστολή της ποινής παρά τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα και την απουσία ενδείξεων για επανάληψη παρόμοιας συμπεριφοράς μελλοντικά. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει πιο πάνω, ο εφεσείων μετέβη στο σπίτι του στη Λακατάμεια, στη Λευκωσία, πήρε το κυνηγετικό του όπλο και οδήγησε στα Λειβάδια, στη Λάρνακα, όπου πυροβόλησε τον παραπονούμενο δύο φορές, τη δεύτερη ενώ ο τελευταίος έτρεχε καλώντας σε βοήθεια και προσπαθώντας να βρει τόπο για να κρυφτεί. Τυχόν δε αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεδομένης της σοβαρότητας των περιστατικών της υπόθεσης και της φύσης του αδικήματος, θα έδινε λανθασμένα μηνύματα για αυτού του είδους τη συμπεριφορά.» Όσον αφορά τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, οι οποίες δεν έχουν διαφοροποιηθεί από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες οι οποίοι ομού με τους λοιπούς ελαφρυντικούς παράγοντες, ήδη λήφθηκαν υπόψη και προσμέτρησαν δεόντως στην απόφαση για το ύψος της ποινής και συνεπώς κρίνουμε ότι δεν μεταβάλλουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια εξέτασης θέματος αναστολής. Όσον αφορά τις όποιες συνέπειες στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες τoυ κατηγορούμενου, δεν έχομε ικανοποιηθεί ότι είναι τέτοιες που δικαιολογούν την εισήγηση του συνηγόρου του. Η φυσική δε απομάκρυνση προσώπου από την οικογένεια του και την κοινωνία, είναι βεβαίως το αυτονόητο επακόλουθο κατά το χρονικό διάστημα του εγκλεισμού του στη φυλακή. Αυτό όμως το στοιχείο από μόνο του δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο αναστολής της ποινής φυλάκισης, αφού αποδοχή τέτοιας θέσης θα συνεπάγει ουσιαστικά την εξουδετέρωση της ποινής της αμέσου φυλάκισης και των σκοπών που αυτή εξυπηρετεί. Τέλος οι προηγούμενες καταδίκες του κατηγορούμενου καταδεικνύουν όπως και πιο πάνω αναφέρεται, την ροπή του προς το έγκλημα και την αδιαφορία του για τις όποιες συνέπειες από τις παράνομες πράξεις και ενέργειες του. Ως εκ των ανωτέρω καταλήγουμε ότι από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, δεν δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης των ποινών και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που του έχουν επιβληθεί στις κατηγορίες 1 και 10. (Yπ.) .............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά: Απόπειρα εμπρησμού cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο