ΣΤΕΛΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΖΟΥΡΙΔΗ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 8301/14, 26/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8301/14 Μεταξύ ΣΤΕΛΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Παραπονούμενου -ν- ΖΟΥΡΙΔΗ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου 2016 Για Παραπονούμενο: κος, Κυπρίζογλου Για Κατηγορούμενο: κος. Θωμά Κατηγορούμενος παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ως αυτό τροποποιήθηκε στις 06/05/2016 μια κατηγορία που αφορά την πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση του άρθρου 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος κατά ή περί την 23/11/2010 στην Πάφο, της Επαρχίας Πάφου, εξέδωσε προς όφελος του παραπονούμενου την επιταγή υπ' αριθμό 05693375 και αρ. λογαριασμού 10057 - 40 -01973-0, ημερομηνίας 23/11/2010, επί της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γερίου, στο Γέρι της Επαρχίας Λευκωσίας, για το ποσό των €37.400,00= η οποία όμως, αφού παρουσιάστηκε στην Alpha Bank (Cyprus) Ltd, εντός 15 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία αυτή κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε, λόγω του ότι ο κατηγορούμενος, άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσε την μη εξόφληση της επιταγής αυτής, η οποία παρέμεινε μέχρι σήμερα ανεξόφλητη. Ο κατηγορούμενος καταχώρησε μη παραδοχή στην κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για τον σκοπό προσδιορισμού της διαφοράς των διαδίκων αλλά και για να δώσω μια πρώτη εικόνα των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων αναφέρω τα κάτωθι: Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, παρουσίασε τους μάρτυρες της με σκοπό να αποδείξει την υπόθεση της. Συνοπτικά και σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου ο κατηγορούμενος τις 20/11/2010 εξέδωσε και παρέδωσε στον παραπονούμενο, με τον οποίο εργάζονταν μαζί αλλά και είχαν σχέση οικογενειακή, την επίδικη επιταγή, στα πλαίσια δανεισμού για κάλυψη αναγκών του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα για την επίπλωση κάποιων διαμερισμάτων του, η οποία όμως με την κατάθεση της στην Τράπεζα δεν εξοφλήθηκε καθότι αυτός ανακάλεσε την πληρωμή της άνευ ευλόγου αιτίας ενώ μέχρι σήμερα παραμένει απλήρωτη. Από την άλλη πλευρά ο κατηγορούμενος μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας αλλά και μέσα από την ένορκη κατάθεση του, μετά την κλήση του σε απολογία, προβάλει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή σε σχέση με αυτήν του παραπονούμενου η οποία έχει ως ακολούθως: Την επίδικη επιταγή την υπέγραψε και την παρέδωσε στον παραπονούμενο τον Ιούλιο του 2008 κατόπιν αιτήματος του ίδιου για να την παρουσιάσει σε κάποιο πρόσωπο που ήθελε και με την υπόσχεση να μην την καταθέσει. Μετά που ζήτησε να του επιστραφεί ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι την έχασε και έτσι ο ίδιος ανακάλεσε την πληρωμή της. Ουσιαστικά ο κατηγορούμενος αρνείται την ύπαρξη ανταλλάγματος αλλά και την ουσιαστική έκδοση της επιταγής προς τον παραπονούμενο με εξουσιοδότηση να την παρουσιάσει για πληρωμή. Για την απόδειξη της υπόθεσης της η πλευρά του Παραπονούμενου κάλεσε τρείς
(3)μάρτυρες κατηγορίας (περιλαμβανομένου και του παραπονούμενου - ΜΚ1) οι οποίοι κατέθεσαν σειρά Τεκμηρίων. Μετά δε την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως ενώ δεν παρουσίασε οιουσδήποτε μάρτυρες Υπεράσπισης. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με το επίδικο θέμα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της και την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. ΜΚ1 - Στέλιος Αντωνίου Ο ΜΚ1 κατέθεσε για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του και ως μέρος αυτής γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β) με την οποία θέτει τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος είναι κουμπάρος του και γνωρίζονται αρκετά χρόνια. Τον Νοέμβριο του 2010 τον επισκέφθηκε ο κατηγορούμενος στο σπίτι του και του ζήτησε χρηματική διευκόλυνση με σκοπό να επιπλώσει κάποια διαμερίσματα με την υπόσχεση ότι θα του επέστρεφε το ποσό αυτό εντός 10 ημερών. Ο ίδιος πείστηκε να το πράξει γνωρίζοντας τον κατηγορούμενο χρόνια και έχοντας του εμπιστοσύνη. Προς εξασφάλιση της επιστροφής αυτών των χρημάτων ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι θα του εξέδιδε μια επιταγή για το ακριβές ποσό που του δάνεισε. Συνεπεία των ανωτέρω ο κατηγορούμενος στις 20/11/2010, συμπλήρωσε το ποσό ολογράφως αλλά και αριθμητικά και εξέδωσε την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1) για το ποσό των €37.400,00=. Ο παραπονούμενος με την συγκατάθεση του κατηγορούμενου συμπλήρωσε την ημερομηνία αλλά και το όνομα δικαιούχου με το δικό του. Την επίδικη επιταγή την κατέθεσε στην Alpha Bank (Cyprus) Ltd στις 23/11/2010 αλλά στις 25/11/2010 του επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη ότι η πληρωμή της ανακλήθηκε με οδηγίες του κατηγορούμενου. Ενόψει της επιστροφής αυτής ο ίδιος κατέβαλε πολλές προσπάθειες «διαχρονικά» ως αναφέρει για να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο και να τον πείσει να εξοφλήσει την επιταγή. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 ο κατηγορούμενος τον παρακάλεσε να μην την καταθέσει γιατί αντιμετώπιζε κάποιες δυσκολίες και ο λογαριασμός του δεν είχε το αντίστοιχο ποσό, ζητώντας του να κάνει υπομονή και διαβεβαιώνοντας τον ότι θα τον ξοφλήσει. Οι προσπάθειες αυτές δεν είχαν αποτέλεσμα με αποτέλεσμα το 2014 να δώσει οδηγίες στον δικηγόρο του να καταχωρήσει την παρούσα ποινική υπόθεση με την οποία αξιώνει την τιμωρία του κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 20/11/2010 που εκδόθηκε η επίδικη επιταγή βρισκόντουσαν στον σπίτι του στην Πάφο. Ερωτηθείς γιατί εφόσον θα του επέστρεφε το ποσό σε 10 ημέρες κατέθεσε την επιταγή σε 3 μόλις ημέρες ήτοι την 23/11/2010, ο ΜΚ1 απάντησε ότι στις 3 μέρες μίλησε με τον κατηγορούμενο και του ζήτησε να κρατήσει την επιταγή λίγες ακόμα μέρες. Την ημέρα που την κατέθεσε σύμφωνα με τον ίδιο ήταν κατόπιν τηλεφωνήματος του κατηγορούμενου την προηγούμενη για να την καταθέσει. Στην υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε διαμερίσματα και ο ίδιος ως κουμπάρος του το ήξερε καλά, ο ΜΚ1 απάντησε επικαλούμενος την εμπιστοσύνη που του είχε και την πίστη σε αυτά που του ανάφερε ο κατηγορούμενος, λέγοντας ότι δεν ήξερε τα οικονομικά του και τι είχε και τι όχι αλλά πίστεψε αυτά που του είπε. Ο κατηγορούμενος ήταν επαρχιακός διευθυντής στην Λαϊκή Τράπεζα στην Πάφο ενώ ο ΜΚ1 ο βοηθός του και έτσι γνωρίστηκαν. Την επίδικη επιταγή την έλαβε χωρίς να αναγράφεται σε αυτήν το όνομα του δικαιούχου παρά μόνο το ποσό ολογράφως και αριθμητικά. Την επιταγή την έλαβε ως εξασφάλιση του λαβείν του κατά παράκληση του κατηγορούμενου ο οποίος επέμενε και την έκδωσε και άφησε στο σπίτι του. Ο ίδιος ο ΜΚ1 λόγω της στενής του σχέσης δεν έκρινε ότι ήταν απαραίτητο να λάβει την επιταγή ως εξασφάλιση. Παρά το ότι οι 10 ημέρες από την ημερομηνία που του δάνεισε το ποσό έληγαν στις 30/11 και όχι στις 23 ο ίδιος ο κατηγορούμενος του ζήτησε να την καταθέσει εκείνη την ημερομηνία. Στον ΜΚ1 υποβλήθηκε η κύρια θέση και ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι την επίδικη επιταγή ο ίδιος την ζήτησε με σκοπό να την δείξει κάπου και γι' αυτό τον λόγο παρέμεινε κενό το όνομα και η ημερομηνία. Στην θέση αυτή ο ΜΚ1 απάντησε με άρνηση αναφέροντας ότι δεν θα ήταν δυνατό εφόσον ο ίδιος είχε λεφτά και μάλιστα μετρητά στο σπίτι λόγω των εργασιών του να φέρνει μπιλιάρδα σε διάφορα ξενοδοχεία. Περαιτέρω αρνήθηκε ότι είχε οιαδήποτε στιγμή η ακόμα και σήμερα ανάγκη τα λεφτά αυτά ενώ αρνήθηκε ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε τον 7ο (Ιούλιο) του 2008 και ανακλήθηκε τον Φεβρουάριο του
- Ο ΜΚ1 αρνήθηκε επίσης την θέση ότι ο κατηγορούμενος ζητούσε επιστροφή της επιταγής από τον 8ο του 2008 μέχρι και τον 2ο του 2009 και ως εκ τούτου ανακάλεσε την πληρωμή της τον Φεβρουάριο ενόψει της θέσης του ότι την έχασε. Ερωτούμενος πως είναι δυνατό να αναφέρει στην κυρίως εξέταση του ότι ο κατηγορούμενος του ζήτησε να περιμένει να καταθέσει ξανά την επιταγή ενώ μια ανακλημένη επιταγή δεν δύναται να κατατεθεί ξανά, ο ΜΚ1 ανέφερε και απάντησε ότι μπορείς να καταθέσεις και 2η φορά επιταγή, μέχρι να αναγραφεί επάνω στο σώμα της ότι «δεν πληρώνεται». Ο ΜΚ1 ερωτήθηκε στα πλαίσια της αντεξέτασης του αναφορικά με προηγούμενες συναλλαγές με τον κατηγορούμενο και ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έλαβε ξανά επιταγή από τον κατηγορούμενο και η επίδικη ήταν η πρώτη, ενώ ουδέποτε δεν δανείστηκε ή δάνεισε ο ίδιος λεφτά από τον κατηγορούμενο. Στην υποβολή ότι από το 2005 τουλάχιστον ο κατηγορούμενος του δάνεισε επανειλημμένα χρήματα και προς τούτο του έδωσε σειρά επιταγών, ο ΜΚ1 απάντησε αρνητικά αναφέροντας την έκπληξη του αλλά και παρόμοιες υποθέσεις με την παρούσα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος με άλλο κουμπάρο του. Την επίδικη επιταγή την κατέθεσε ο γιός του στην Alpha Bank όπου εργάζεται διότι ήταν Τετάρτη και ο ίδιος ήταν κυνήγι. Αρνήθηκε περαιτέρω ότι την εν λόγω επιταγή την παρέλαβε ήδη συμπληρωμένη και υπογεγραμμένη και όχι στην παρουσία του. MK2 - Σταυρούλα Σολομώντος Η ΜΚ2 εργάζεται από τον Ιούλιο του 1988 στην Περιφερειακή ΣΠΕ Λευκωσίας πρώην ΣΠΕ Γερίου μέχρι και σήμερα. Κατά τον Νοέμβριο του 2010 εργαζόταν ως υπεύθυνη τρεχούμενων λογαριασμών ενώ σήμερα είναι υπεύθυνη καταστήματος. Η ΜΚ2 αναγνώρισε το τεκμήριο 1 - την επίδικη επιταγή αλλά και τον εκδότη της, κατηγορούμενο, ως πελάτη του οργανισμού που εργάζεται. Η ίδια έδωσε οδηγίες να μην πληρωθεί η επιταγή όταν παρουσιάστηκε αλλά να επιστραφεί πίσω. Η παρουσίαση στην Τράπεζα της έγινε στις 25/11/2010 ενώ αναγράφηκε επ' αυτής «οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή» λόγω των σχετικών οδηγιών του κατηγορούμενου. Σε σχέση με τον λόγο ανάκλησης δεν μπορεί να τον γνωρίζει και δεν έχει βρει τις γραπτές οδηγίες του πελάτη για την ανάκληση ενώ τις έδωσε τις οδηγίες αυτές τουλάχιστον στις 20/2/
- Η ίδια επιβεβαίωσε την υπογραφή επί της επιταγής, ως υπογραφή του κατηγορούμενου, συγκρίνοντας την με άλλα δείγματα που έχει στην Τράπεζα. Η ίδια ενημερώθηκε για τις οδηγίες μη πληρωμής της στις 25/11/2010 όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή. Το μόνο σχετικό έγγραφο που είχε για την επιταγή αυτή είναι απεικόνιση του τραπεζιτικού συστήματος όταν έδωσε οδηγίες να επιστραφεί πίσω η επιταγή, το οποίο η ίδια εκτύπωσε από τον υπολογιστή όταν κλήθηκε να δώσει μαρτυρία. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- τον Ιούλιο
- Η ίδια μετά που εντόπισε ότι η επιταγή ήταν ανακλημένη έδωσε οδηγίες να επιστραφεί και η Συνεργατική αναλαμβάνει να την στείλει στην Τράπεζα στην οποία κατατέθηκε. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 αναφέρθηκε στην ημερομηνία ανάκλησης, ως την 20/2/2009, καθότι είναι η ημερομηνία που καταχωρήθηκε στο πρόγραμμα της Τράπεζας. Στην ΜΚ2 υποδείχθηκε έγγραφο από τον συνήγορο υπεράσπισης, το οποίο η ίδια αναγνώρισε ως έγγραφο που στάλθηκε με φάξ στην ΣΠΕ Γερίου με απόδειξη παραλαβής το οποίο αναφέρει ως ημερομηνία την 20/2/
- Η επιταγή σύμφωνα με την ΜΚ2 κατατέθηκε στην Alpha Bank στις 23/11/2010 και υπάρχει σφραγίδα σχετική ενώ στην σφραγίδα ανάκλησης υπάρχει μια υπογραφή που δεν αναγνωρίζει, μάλλον είναι συναδέλφου της στην Κεντρική Συνεργατική. Σε σχέση με την υπογραφή που φαίνεται επί της επιταγής ανάφερε ότι δεν είναι γραφολόγος αλλά με βάση τα δείγματα που έχουν φαίνεται να είναι η ίδια υπογραφή. Την επιταγή την είδε ως φωτογραφία στις 25/11/2010 καθότι από το 2008 δεν παρουσιάζεται αυτούσια η επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα. ΜΚ3 - Μαρία Μιχαηλίδου Η ΜΚ2 εργάζεται στο κεντρικό κατάστημα της Alpha Bank στην Πάφο ενώ στις 23/11/2010 εργαζόταν στην ίδια τράπεζα στο παράρτημα της Λεωφόρου Γρίβα Διγενή. Αναγνώρισε την επίδικη επιταγή - τεκμήριο 1 ,καθότι την ημέρα της κατάθεσης εκτελούσε χρέη ταμία και η ίδια παρέλαβε την επιταγή και την κατέθεσε στον λογαριασμό του δικαιούχου αφού έκανε όλους τους τεχνικούς ελέγχους, δηλαδή να υπάρχει όνομα δικαιούχου, αν η ημερομηνία είναι εμπρόθεσμη. Στην κατοχή της είχε αντίγραφο του εντύπου κατάθεσης με βάση το οποίο την επιταγή κατέθεσε ο Αντώνης Αντωνίου, γιός του παραπονούμενου και συνάδελφος της ίδιας. Το έντυπο αυτό κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η ίδια δεν είχε άλλη ανάμειξη με αυτήν την επιταγή. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 ανέφερε ότι αυτή κατά την κατάθεση επιταγών άλλης εταιρείας προβαίνει σε τυπικούς ελέγχους ενώ για το κατά πόσο αυτή θα τιμηθεί και πληρωθεί αρμόδια είναι η Συνεργατική στην προκειμένη, εάν υπάρχει πρόβλημα τότε την επιστρέφουν. Η ίδια δεν μπορεί να αναφέρει κάτι για τις διαφορές στον τρόπο γραφής της επιταγής σε όνομα και ποσά καθότι δεν είναι της δικαιοδοσίας της δικής της τράπεζας αλλά της Συνεργατικής να ελέγξει περαιτέρω ενώ ανέφερε ότι είναι πολύ σύνηθες να παραλαμβάνουν επιταγές στις οποίες ο γραφικός χαρακτήρας να διαφέρει. Τον παραπονούμενο δεν θυμάται αν τον γνώρισε πριν η μετά την κατάθεση αλλά είναι πατέρας συναδέλφου της και διαβεβαίωσε ότι κατάθεση έκανε ο γιός του και όχι ο ίδιος. Η ίδια τοποθέτησε την σφραγίδα της είσπραξης στην επιταγή ενώ δεν είχε άλλη ανάμειξη. Την επιταγή την είδε πρώτη φορά στις 23/11/2010 ενώ η ημερομηνία 25/11/2010 που φαίνεται στο Τεκμήριο 4 είναι οι λογισμικές μέρες που χρειάζεται να πληρωθεί η επιταγή (date value). Στην υποβολή ότι κάτι πρέπει να έκανε ο συνάδελφος της σε σχέση με αυτήν την επιταγή η ΜΚ3 ανέφερε ότι αυτές είναι οι διαδικασίες της Τράπεζας. Κατηγορούμενος Μετά την κλήση του σε απολογία ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος προωθώντας την δική του εκδοχή σε σχέση με τα γεγονότα ανάφερε τα κάτωθι μέσα από την γραπτή του δήλωση που κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του συμφώνως του Νόμου Περί Αποδείξεως (Έγγραφο Γ): Ο κατηγορούμενος εργαζόταν στην Λαϊκή Τράπεζα από το 1973 μέχρι και το έτος
- Από το 1993 μέχρι και το 2000 εργαζόταν ως Περιφερειακός Διευθυντής της Λαϊκής στην Πάφο από όπου και αφυπηρέτησε οικειοθελώς λαμβάνοντας και ένα μεγάλο ποσό ως εφάπαξ. Ο ίδιος δεν έχει διαμερίσματα ενώ εάν είχε και αδυνατούσε να τα επιπλώσει δεν θα μπορούσε να εξεύρει το ποσό της επιταγής σε 10 ημέρες για να το επιστρέψει στον παραπονούμενο. Με τον παραπονούμενος είναι κουμπάροι ενώ ήταν ο κλητήρας του στο κατάστημα της Τράπεζας στην Πάφο. Τον Νοέμβριο του 2010 ουδεμία επιταγή και δη την επίδικη εξέδωσε προς τον παραπονούμενο. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο παραπονούμενος λόγω της στενής φιλικής και οικογενειακής σχέσης που είχαν του ζήτησε να του δώσει μια ανοιχτή επιταγή για το ποσό των €37.400= για να την δείξει σε κάποιο πρόσωπο και να πετύχει μια διευθέτηση και το κλείσιμο μιας δικής του δουλειάς. Την επίδικη επιταγή ο παραπονούμενος του ανέφερε και προς τούτο συμφώνησαν ότι θα του την επέστεφε αφού πρώτα την παρουσίαζε στο πρόσωπο που ήθελε. Σε καμία περίπτωση δεν θα κατέθετε για πληρωμή αυτήν την επιταγή η οποία θα επιστρεφόταν πίσω στον ίδιο. Ο ίδιος συμπλήρωσε μόνο το ποσό τόσο ολογράφως όσο και αριθμητικά και υπέγραψε την επιταγή παραδίδοντας την στον παραπονούμενο. Ο ίδιος ο παραπονούμενος του ζήτησε να την υπογράψει και να αναγράψει μόνο το ποσό. Ο ίδιος δεν είχε κανένα λόγο να μην εμπιστευθεί τον παραπονούμενο αφού το έπραξε και στο παρελθόν ξανά. Ταυτόχρονα κράτησε και αντίγραφο της επίδικης επιταγής, πριν του την παραδώσει (τεκμήριο 5). Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο η επίδικη επιταγή παραδόθηκε στον παραπονούμενο μεταξύ της 31/7/2008 και της 18/8/2008 και αυτό διαφαίνεται και από το βιβλιάριο επιταγών του, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 6, όπου η προηγούμενη της επίδικης επιταγή εκδόθηκε στις 31/7/2008 ενώ η επόμενη της στις 18/8/
- Την επίδικη επιταγή την παρέδωσε έτοιμη και συμπληρωμένη στον παραπονούμενο ενώ ουδέποτε του έδωσε εξουσιοδότηση να την συμπληρώσει στα κενά της στοιχεία και να την καταθέσει. Περί τον Σεπτέμβριο του 2008 ζήτησε από τον παραπονούμενο να του επιστρέψει την επίδικη επιταγή αλλά αυτός του ανέφερε ότι την χρειάζεται ακόμα για να διευθετήσει την δουλειά του. επειδή του είχε εμπιστοσύνη τον πίστεψε όμως κατά τον Ιανουάριο του 2009 άρχισα να ζητά επίμονα την επιταγή αλλά ο παραπονούμενος τον απέφευγε. Περί τα μέσα του Φεβρουαρίου του 2009 ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι δεν έχει την επιταγή και μάλλον έχει χαθεί ως τούτου και επειδή ανησύχησε επικοινώνησε με την τράπεζα του όπου του ανέφεραν ότι δεν είχε παρουσιαστεί για πληρωμή η επίδικη επιταγή. Αποτέλεσμα της επικοινωνίας με την τράπεζα του ήταν να στείλει επιστολή, το τεκμήριο 3 με την οποία ζητούσε να μην πληρωθεί η επίδικη επιταγή. Ως Τεκμήριο 7 κατέθεσε την απόδειξη λήψης από την ΣΠΕ Γερίου της εντολής του για μη πληρωμή, ημερ.20/2/2009 και ώρας 11:06π.μ. Η πρώτη φορά σύμφωνα με τον κατηγορούμενο που έλαβε γνώση της ημερομηνίας που συμπληρώθηκε η επιταγή ήταν όταν έλαβε το κατηγορητήριο. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο παραπονούμενος δεν γνώριζε ότι ο ίδιος ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Σε σχέση με τις αναφορές του παραπονούμενου ότι επικοινώνησε με τον ίδιο και ο ίδιος του ζήτησε να περιμένει πριν καταθέσει ξανά την επιταγή εξέφρασε έντονη διαφωνία αναφέροντας ότι αυτό θα ήταν αδύνατο εφόσον και οι δυο ως τραπεζιτικοί γνωρίζουν ότι όταν μια επιταγή ανακληθεί τότε δεν είναι δυνατό να κατατεθεί εκ νέου προς πληρωμή. Ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του αναφέρθηκε και σε προηγούμενες συναλλαγές που είχε με τον παραπονούμενο σε αντίθεση με τα όσα ο παραπονούμενος ανέφερε για το θέμα αυτό, ήτοι την άρνηση του για οιεσδήποτε προηγούμενες δοσοληψίες. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δάνεισε στο παρελθόν διάφορα ποσά στον παραπονούμενο από τις 7/6/2006 μέχρι και τις 3/3/2008, παρουσιάζοντας ως Τεκμήριο 8, αντίγραφα 3 επιταγών με εκδότη τον ίδιο και δικαιούχο τον παραπονούμενο ημερ.22/7/07 για ΛΚ500=, ημερ.07/06/06 για ΛΚ.5.500= και ημερ.21/9/06 για ΛΚ.5.000=. Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήριο 9, επιταγές με εκδότη τον ίδιο αλλά και την πρώην συμβία του με δικαιούχο τον παραπονούμενο ημερ.6/11/07 για ποσό εκ ΛΚ1.000=, ημερ.07/09/07 για ποσό ΛΚ.1,000=, ημερ.28/05/07 για ποσό εκ ΛΚ.11.000= και ημερ.16/01/2008 για ποσό εκ €1710,00=. Τέλος κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 αντίγραφο επιταγής με εκδότη τον ίδιο και δικαιούχο τον παραπονούμενο ημερ.3/3/2008 και για ποσό εκ €3.416,00=. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο όλες οι πιο πάνω επιταγές τιμήθηκαν και είτε κατατέθηκαν σε λογαριασμό του παραπονούμενου είτε εισπράχθηκαν σε μετρητά από τον ίδιο. Η θέση και ισχυρισμός του κατηγορούμενου ήταν ότι σε διάφορες περιπτώσεις δάνεισε χρήματα στον παραπονούμενο, μέρος των οποίων εξοφλήθηκε, παραμένει όμως σε εκκρεμότητα ένα σοβαρό ποσό για το οποίο ενόψει των σχέσεων τους του έδωσε παράταση χρόνου. Αν' αυτού ο παραπονούμενος καταχώρησε την παρούσα υπόθεση με σκοπό να τον πιέσει να μην διεκδικήσει τα χρήματα αυτά. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε στην έλλειψη αιτιολογίας στην ανάκληση αναφέροντας ότι στην Λαϊκή Τράπεζα μέχρι το 2000 αποδέχονταν εντολές ανάκλησης χωρίς αιτιολογία εκτός εάν ο πελάτης επιθυμούσε να δώσει. Σε σχέση με την επίδικη επιταγή αναφέροντας στην υπάλληλο της ΣΠΕ Γερίου ότι απωλέσθηκε η επιταγή, του είπε να αποστείλει αμέσως οδηγίες ανάκλησης, πράγμα που έπραξε ενώ επέμεινε ότι ο λόγος ανάκλησης ήταν η απώλεια της από τον παραπονούμενο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ελλείψει λόγου ανάκλησης δεν έπρεπε αυτή η εντολή να γίνει αποδεκτή ενώ περαιτέρω ανέφερε ότι ο παραπονούμενος ήταν κάτοχος της επίδικης επιταγής αλλά όχι δικαιούχος. Το τεκμήριο 5, αντίγραφο της επίδικης επιταγής το έβγαλε πριν παραδώσει στον παραπονούμενο την επιταγή ενώ ο χρόνος έκδοσης της φαίνεται από το καρνέ επιταγών που κατέθεσε ως Τεκμήριο. Στο τεκμήριο 6 και συγκεκριμένα στο απόκομμα που παραμένει στο βιβλιάριο επιταγών, της επίδικης επιταγής αναφέρει €34.000= και όχι €37.400= γιατί μπορεί να κατέγραψε το υπόλοιπο του ενώ αρνήθηκε ότι τις καταγραφές αυτές τις τοποθέτησε σήμερα αλλά επέμεινε ότι τις έγραψε όταν παρέδωσε την επιταγή στον παραπονούμενο. Στον κατηγορούμενο υποβλήθηκε η θέση ότι σταμάτησε να εργάζεται στην Λαϊκή για άλλους λόγους, θέση την οποία αρνήθηκε. Ο παραπονούμενος γνώριζε ότι θα ανακληθεί η πληρωμή της επιταγής καθότι όταν του ανάφερε ότι η επιταγή χάθηκε του είπε ότι πάει να την σταματήσει. Ο κατηγορούμενος αποδέχτηκε ότι η υπογραφή επί της επίδικης επιταγής αλλά και το ποσό ολογράφως και αριθμητικά είναι δικά του. Καταγγελία στην αστυνομία για την απώλεια της επιταγής δεν έκανε γιατί όταν την ανακάλεσε ήταν ήσυχος ότι δεν θα πληρωθεί. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο όλες τις επιταγές που έδωσε στον παραπονούμενο (Τεκμήρια 8, 9 και 10) τις συμπλήρωσε ο ίδιος ενώ διαφώνησε ότι έδωσε την συγκατάθεση του στον παραπονούμενο να συμπληρώσει τα κενά της επίδικης επιταγής. Επίσης διαφώνησε έντονα και αρνήθηκε την θέση και υποβολή ότι παρέδωσε την επίδικη επιταγή στον παραπονούμενο χωρίς να του αναφέρει ότι ήταν ήδη ανακλημένη η πληρωμή της. Επίσης ισχυρίστηκε ότι εφόσον η Τράπεζα αποδέχτηκε το αίτημα του για ανάκληση της πληρωμής και δεν ζήτησε γραπτώς τον λόγο δεν είχε λόγο να ανησυχεί. Το ποσό της επιταγής ουδέποτε πληρώθηκε στον παραπονούμενο γιατί δεν οφειλόταν να πληρωθεί. Με την πιο πάνω συνοπτική αναφορά, παραθέτω το σύνολο της μαρτυρίας ως αυτή τέθηκε ενώπιον μου. Θα προχωρήσω τώρα να αξιολογήσω ένα έκαστο εκ των μαρτύρων σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομολογιακά αρχές που ανωτέρω ανέφερα με σκοπό να καταλήξω στα ευρήματα μου προτού αποφανθώ επί της τύχης της παρούσας υπόθεσης. Αρχίζω την αξιολόγηση της μαρτυρίας με τις ΜΚ2 και ΜΚ
- Οι μάρτυρες αυτές αναφέρω εξ αρχής ότι άφησαν πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ενώ σημειώνω περαιτέρω ότι η μαρτυρία τους ουσιαστικά και με αναφορά στα ουσιώδη σημεία της παρέμεινε αναντίλεκτη και μη αμφισβητούμενη. Οι μάρτυρες αυτές κατέθεσαν με ειλικρίνεια τα όσα γνωρίζουν επί της επίδικης επιταγής με βάση την ιδιότητα τους ως υπάλληλοι των εμπλεκομένων στην κατάθεση και παρουσίαση της επίδικης επιταγής τραπεζών χωρίς να έχουν οιοδήποτε προσωπικό συμφέρον από την υπόθεση και χωρίς να κρίνω ότι έδωσαν την μαρτυρία τους θέλοντας να βοηθήσουν κάποιο από τους διαδίκους. Τα όσα δε ανάφεραν σε σχέση με την πορεία της επίδικης επιταγής επιβεβαιώνονται και μέσα από τις τεθείσες σε αυτήν σφραγίδες η αλήθεια και ισχύς των οποίων δεν αμφισβητήθηκε. Περαιτέρω σημειώνω ότι αποδέχομαι την μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 στην ολότητα τους ως αληθή και αξιόπιστη, ειδικότερα δε από αυτή την μαρτυρία των 2 προσώπων προκύπτει ότι η επίδικη επιταγή κατατέθηκε προς πληρωμή από τον γιό του παραπονούμενο σε παράρτημα της Alpha Bank στην Πάφο στις 23/11/2010 ενώ όταν παρουσιάστηκε στην ΣΠΕ Γερίου για πληρωμή τις 25/11/2010, σφραγίστηκε με την ένδειξη «Οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή» Η πληρώτρια Τράπεζα ήτοι η ΣΠΕ Γερίου, έλαβε οδηγίες να μην πληρώσει την επίδικη επιταγή από τον κατηγορούμενο στις 20/02/2009 μέσω τηλεομοιότυπου. Ουσιώδης μαρτυρία για την υπόθεση μέσω των οποίων θα εξεταστούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αποτελεί πλέον η μαρτυρία τόσο του παραπονούμενου όσο και του κατηγορούμενου, των οποίων την μαρτυρία κρίνω και αξιολογώ ως ακολούθως: Έχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή τον ΜΚ1 - παραπονούμενο τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του, έχω δε εξετάσει την μαρτυρία του τόσο σε συνδυασμό με τα κατατεθέντα τεκμήρια όσο και σε συνδυασμό με την λοιπή μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον μου. Η μαρτυρία του παραπονούμενου οφείλω να αναφέρω ότι δεν άφησε ιδιαίτερα καλή εντύπωση καθότι χαρακτηρίζεται από μια αοριστία και γενικότητα ενώ οι θέσεις και ισχυρισμοί του σε αρκετά σημεία παρουσιάζουν σημαντικές αντιφάσεις αλλά και δύναται να αντιστρατεύονται τόσο της κοινής λογικής όσο και της λοιπής μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Προτού αναλύσω και επεξηγήσω την πιο πάνω κατάληξη μου αναφέρω ότι μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ1 σε συνδυασμό βεβαίως με την λοιπή μαρτυρία, δημιουργούνται κενά αλλά ιδιαίτερα δεν διαφωτίζονται οι ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή αλλά ούτε και το γιατί και πως αυτή η επιταγή βρέθηκε στην κατοχή του. Προς τούτο παραπέμπω στα κάτωθι σημεία: - Ενώ ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι δάνεισε το ποσό της επιταγής στον κατηγορούμενο με την δέσμευση από τον τελευταίο να εξοφληθεί εντός 10 ημερών, στις 23/11/2010 καταθέτει την επιταγή αναφέροντας ότι έλαβε τηλεφώνημα να την καταθέσει μόλις 3 ημέρες μετά. Καμία αναφορά γίνεται στο γιατί οι όροι αυτής της προφορικής συμφωνίας άλλαξαν ή έστω γιατί ο ίδιος ενώ αποδέχθηκε να λάβει το ποσό αυτό πίσω σε 10 ημέρες ζήτησε να μάθει πότε να την καταθέσει μόλις 2 ημέρες μετά. - Σύμφωνα με τα όσα ο ΜΚ1 προώθησε, αρχικά η επιταγή αυτή δόθηκε ως εξασφάλιση του λαβείν του και γιατί επέμενε ο κατηγορούμενος ενώ ο ίδιος του ανέφερε ότι δεν χρειάζεται αφήνοντας να νοηθεί ότι θα λάμβανε πίσω τα χρήματα του με άλλο τρόπο και εντός 10 ημερών. Παρά ταύτα η επιταγή αυτή κατατίθεται προς πληρωμή μόλις την 3η ημέρα από την ισχυριζόμενη έκδοση της. - Ο ΜΚ1 επιμένει ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή ενώπιον του στις 20/11/2010 αλλά δεν αναφέρει τίποτα για την έκδοση αντιγράφου το οποίο αργότερα ο κατηγορούμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο. Μέσα από το Τεκμήριο 5 που κατέθεσε ο κατηγορούμενος απεικονίζεται η επίδικη επιταγή στην μορφή που ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι την έλαβε αλλά καμία αναφορά δεν κάνει ο ΜΚ1 σε φωτοτύπιση της ενώ αντίθετα αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος την υπέγραψε, συμπλήρωσε και επιμένοντας την άφησε στο τραπέζι της οικίας του ενώ ο ίδιος του ανέφερε ότι δεν χρειαζόταν. Καμία αναφορά δεν έγινε στην έκδοση φωτοτυπίας αυτής μετά την υπογραφή και συμπλήρωση της. - Ενώ ο ΜΚ1 αρνείται έντονα την υποβολή ότι είχε οιαδήποτε συναλλαγή στο παρελθόν με τον κατηγορούμενο, είτε να του δάνεισε ο ίδιος ή το αντίθετο χρήματα, παρουσιάζεται από τον κατηγορούμενο σωρεία αντιγράφων επιταγών με εκδότη τον κατηγορούμενο και δικαιούχο τον παραπονούμενο για τις οποίες πέραν των ερωτήσεων για το ποιος τις συμπλήρωσε καμία άλλη θέση δεν υποβλήθηκε ή έστω αμφισβήτηση αυτών από την πλευρά του παραπονούμενου. Χωρίς να αποφασίζω επί της αλήθειας των τεκμηρίων 8, 9 και 10 και ειδικότερα με άγνωστους τους λόγους για τους οποίους εκείνες εκδόθηκαν, σημειώνω ότι δημιούργησαν τουλάχιστον κάποιο ρήγμα στην αξιοπιστία του παραπονούμενου λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη μου το έντονο ύφος και την πλήρη άρνηση για την ύπαρξη οιασδήποτε άλλης συναλλαγής με χρήματα μεταξύ του ιδίου και του κατηγορούμενου. - Περαιτέρω εντύπωση μου προκαλεί πως ένα πρόσωπο με τόση ευκολία, ακόμα και σε μια σχέση κουμπάρων, βγάζει ουσιαστικά μια ημέρα από ένα συρτάρι ένα ακριβές ποσό €37.400= και το δανείζει με μόνη εξασφάλιση μια επιταγή ιδιαίτερα όταν δεν είχε στο παρελθόν, σύμφωνα με τον ίδιο καμία συναλλαγή με αυτόν. - Επιπλέον η πάροδος του χρόνου προκαλεί περαιτέρω ερωτηματικά και αμφιβολίες. Για μια επιταγή που επιστράφηκε απλήρωτη το 2010 καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση μετά από 4 χρόνια ενώ σύμφωνα με τον ίδιο στην διάρκεια των χρόνων αυτών οι σχέσεις τους δεν ήταν ιδιαίτερα καλές εφόσον κατά τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος τον απέφευγε. - Εντύπωση μου προκάλεσε επίσης η θέση και ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος του ζήτησε να περιμένει πριν καταθέσει για πληρωμή ξανά την επίδικη επιταγή. Ο παραπονούμενος είχε την ιδιότητα του τραπεζιτικού υπαλλήλου για σωρεία ετών και παρά ταύτα επιμένει ότι όταν μια επιταγή επιστραφεί λόγω ανάκλησης της πληρωμής της δύναται να κατατεθεί σε μεταγενέστερο χρόνο. Η θέση αυτή πλήττει περαιτέρω την αξιοπιστία του παραπονούμενου και αφήνει κενά όσον αφορά την αλήθεια των όσων ανέφερε ότι διημείφθησαν μεταξύ του ιδίου και του κατηγορούμενου. Πως είναι δυνατό μια επιταγή ανακλημένη η οποία πλέον έχει απολέσει την ισχύ της με την άποψη ότι παύει η εντολή προς πληρωμή να κατατεθεί ξανά. Θα ανέμενα από ένα έμπειρο τραπεζίτη να το ξέρει αυτό. - Η επίδικη επιταγή σύμφωνα με τον ΜΚ1 εκδόθηκε στις 20/11/2010 ενώ σύμφωνα με την ΜΚ2 ανακλήθηκε στις 20/2/
- Πώς συνάδει με την λογική μια επιταγή να εκδόθηκε αλλά να ήταν ήδη ανακλημένη 1 χρόνο και 6 μήνες προηγουμένως. Η θέση αυτή δεν συνάδει με την κοινή λογική εξεταζόμενη πάντα και υπό το πρίσμα της λοιπής μαρτυρίας και ιδιαίτερα σε συνδυασμό με την καθυστέρηση 4 χρόνων στην προώθηση της παρούσας υπόθεση. Αυτά τα γεγονότα ιδωμένα συνολικά πλήττουν περαιτέρω την αξιοπιστία της εκδοχής του παραπονούμενου και ιδιαίτερα αφήνουν σκιές για τις ακριβείς συνθήκες και λόγους που εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Συνεπακόλουθα των όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω δεν δύναμαι να αποδεχτώ την μαρτυρία του παραπονούμενου πέραν βέβαια των όσων θέσεων δεν αμφισβητήθηκαν και/ή αποτέλεσαν κοινή θέση αμφότερων των διαδίκων. Ως εκ τούτου αναφέρω ότι από την μαρτυρία του παραπονούμενου δύναται να προκύψει ότι κάτω από άγνωστες βρέθηκε στην κατοχή του η επίδικη επιταγή την οποία αφού συμπλήρωσε με το όνομα και την ημερομηνία την κατέθεσε στην Alpha Bank Πάφου και αυτή επιστράφηκε απλήρωτη λόγω ανάκλησης της πληρωμής της. Ο κατηγορούμενος στο ίδιο κλίμα με τον παραπονούμενο οφείλω να αναφέρω ότι δεν διαφώτισε το Δικαστήριο για τα όσα πραγματικά έλαβαν χώρα μεταξύ του ιδίου και του παραπονούμενου - ΜΚ
- Μέσα από την μαρτυρία του και τα τεκμήρια που κατέθεσε προσπάθησε να ανατρέψει και πλήξει τις αναφορές του παραπονούμενου αλλά και ο ίδιος υπέπεσε σε αντιφάσεις οι οποίες πλήττουν και την δική του αξιοπιστία αφήνοντας κενά που θολώνουν περαιτέρω το τοπίο των επακριβών συνθηκών έκδοσης της επίδικης επιταγής. Επεξηγώντας την θέση μου σημειώνω τα κάτωθι: - Ενώ ισχυρίζεται αρχικά ότι ο παραπονούμενος δεν γνώριζε για την εντολή ανάκλησης ισχυρίζεται αργότερα αντιφατικά με τα όσα στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι τον ενημέρωσε ότι «θα πάει να την σταματήσει». - Ενώ έθεσε την θέση ότι ως περιφερειακός διευθυντής ενός τραπεζιτικού οργανισμού γνωρίζει τις διαδικασίες που σχετίζονται και με τις επιταγές, και ενώ μόνο μέχρι το 2000 αποδέχονταν ανακλήσεις χωρίς αιτιολογία, ο ίδιος το 2009 ανακαλεί την πληρωμή μιας επιταγής με την αποστολή του Τεκμηρίου 3 με την οποία ζητά «.όπως η πιο πάνω επιταγή σταματήσει και μη πληρωθεί ως και η τηλεφωνική μας επικοινωνία με την κυρία Φώφη», ήτοι χωρίς να δίδει καμία αιτιολογία ενώ σύμφωνα με τον ίδιο γνώριζε από τα όσα του ανέφερε ο παραπονούμενος ότι αυτή χάθηκε. Η παράλειψη αναφοράς αιτίας και λόγου ανάκλησης από έναν έμπειρο κατά τον ίδιο πρώην τραπεζιτικό δημιουργεί σκιές και αμφιβολίες για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ίδιος ανακάλεσε την πληρωμή. - Περαιτέρω ενώ ισχυρίζεται ότι από το 2006 μέχρι και το 2007 δάνεισε στον παραπονούμενο πολλά χρήματα μεγάλο μέρος των οποίων δεν επιστράφηκε, το 2008 αποδέχεται να του δώσει μια επιταγή για ένα όχι ασήμαντο ποσό με σκοπό «να δείξει σε κάποιον αυτήν την επιταγή» για να κλείσει και διευθετήσει κάποιες δουλείες του. Πως μια επιταγή στην όψη της και μόνο δύναται να βοηθήσει στην σύναψη μιας συμφωνίας και γιατί ο ίδιος χωρίς άλλη πληροφόρηση την παρέδωσε, ενώ είχε ήδη κατ' ισχυρισμό του να λαμβάνει ποσά από τον παραπονούμενο παρέμεινε κενό. Σημειώνω περαιτέρω ότι ούτε και την εκδοχή του κατηγορούμενου δύναμαι να αποδεχτώ πέραν των όσων προκύπτουν και συνάδουν με την μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 για την ανάκληση της επιταγής. Δυστυχώς ούτε και μέσα από την μαρτυρία του κατηγορούμενου προέκυψε η αλήθεια των όσων έλαβαν και λάμβαναν χώρα μεταξύ των διαδίκων αλλά και οι ακριβείς συνθήκες, λόγοι και αιτίες έκδοσης της επίδικης επιταγής. Τελικές Αγορεύσεις Μετά το πέρας της παρουσίασης της προφορικής μαρτυρίας και την ολοκλήρωση της υπόθεσης Κατηγορούσας Αρχής και Υπεράσπισης αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον μου παρουσιάζοντας τις τελικές θέσεις και εισηγήσεις τους. Τα όσα ανέφεραν αμφότεροι καθώς και οι παραπομπές τους σε νομολογία έχουν μελετηθεί δεόντως και έχουν ληφθεί υπόψη και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν στην παρούσα απόφαση. Αναφορά θα γίνει όπου κρίνω απαραίτητο στην κατάληξη μου κατωτέρω. Νομική Πτυχή Το άρθρο 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα ακόλουθα: «305Α.-
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Σύμφωνα επομένως με το άρθρο 305Α
(2)τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: α) Η έκδοση επιταγής και β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της επιταγής με οποιαδήποτε πράξη του εκδότη της πριν ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα. Εν προκειμένω, όπως έχω ήδη αναφέρει, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης της μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Επομένως, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί πιο πάνω, τότε θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει την επίδικη επιταγή, εφόσον ο τελευταίος επικαλείται την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Η επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας δεν μειώνει την υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ιδιαίτερα στην περίπτωση όπως η προκειμένη όπου αμφισβητείται η έκδοση με τις έννοιες που αυτή εμπερικλείει ήτοι της εντολής προς πληρωμή προς όφελος του παραπονούμενου. Το βάρος απόδειξης τώρα της «εύλογης αιτίας» το φέρει ο Κατηγορούμενος με βαθμό απόδειξης το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση Κονιζίδου v. Αρέστη 2009
(2)Α.Α.Δ 345 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου που παραθέσαμε πιο πάνω, η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, βρισκόταν στους ώμους του κατηγορούμενου, που όφειλε κατά ή πριν την παρουσίαση της επιταγής να ειδοποιήσει γραπτώς την τράπεζα για τους λόγους για τους οποίους έδιδε την εντολή μη πληρωμής της» Αποτελεί δε σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την κατηγορία. (Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332). Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται δε στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Ευρήματα και Κατάληξη: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και τα αναντίλεκτα γεγονότα, καταλήγω ότι δεν δύναμαι να προβώ σε ασφαλή συμπεράσματα όσον αφορά τις πραγματικές και αληθείς συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Τα μοναδικά μου ευρήματα είναι ότι η επίδικη επιταγή υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο, γεγονός που ο ίδιος δεν το αρνήθηκε αντίθετα το αποδέχτηκε, ο οποίος συμπλήρωσε και το ποσό τόσο αριθμητικά όσο και ολογράφως και βρέθηκε στην κατοχή του παραπονούμενου ο οποίος μέσω του γιού του την κατέθεσε στις 23/11/2010 για πληρωμή σε παράρτημα της Αlpha Bank στην Πάφο. Η επιταγή αυτή παρουσιάστηκε στην ΣΠΕ Γερίου για πληρωμή στις 25/11/2010 οπότε και σφραγίστηκε λόγω ανάκλησης της πληρωμής της με εντολή που δόθηκε στην πληρώτρια τράπεζα από τον ιδιοκτήτη του λογαριασμού στις 20/02/
- Ο λόγος τώρα για τον οποίο η επίδικη επιταγή βρέθηκε στην κατοχή του παραπονούμενου, ο τρόπος και οι επακριβείς συνθήκες συνεργασίας και δοσοληψιών των διαδίκων, δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί μέσα από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία. Τα όσα πραγματικά διημείφθησαν μεταξύ των διαδίκων, οι σχέσεις και η συνεργασία τους αλλά και οι δοσοληψίες αυτών παρέμειναν άγνωστα ενώ καταλήγω ότι ουδείς εξ' αυτών ανέφερε στο Δικαστήριο την πάσα αλήθεια. Τα όσα έλαβαν χώρα παρέμειναν δυστυχώς στην αποκλειστική γνώση των διαδίκων και δεν απεκαλύφθησαν. Παρά το καθήκον του Δικαστηρίου να εξακριβώσει μέσα από τα ευρήματα του την αλήθεια των συμβάντων απονέμοντας δίκαιο κατά την δικαστική του κρίση, στην προκειμένη περίπτωση αυτό δεν κατέστη δυνατό ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας αμφότερων του παραπονούμενου και κατηγορούμενου. Συνεπακόλουθα και λαμβάνοντας υπόψη μου τα το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος φέρει η Κατηγορούσα Αρχή, καταλήγω ότι η πλευρά του παραπονούμενου απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ιδιαίτερα αυτό της έκδοσης της επιταγής με την έννοια της παράδοσης της με εντολή προς τραπεζίτη προς πληρωμή στον δικαιούχο εν προκειμένω τον παραπονούμενο. Παρόλο που με τα πιο πάνω η τύχη της παρούσης υπόθεσης έχει σφραγιστεί για σκοπούς πληρότητας οφείλω να αναφέρω και σχολιάσω τα κάτωθι επίσης σημαντικά σημεία: Με προβλημάτισε ιδιαίτερα η ιδιομορφία που η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει με αναφορά στην αποδεχτή ημερομηνία ανάκλησης της επιταγής, ήτοι την 20/2/2009, ημερομηνία προγενέστερη της κατ' ισχυρισμό του παραπονούμενου ημερομηνίας έκδοσης της, την 20/11/
- Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 4 του Κεφ.154, Ποινικού Κώδικα: "Επιταγή" σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή. Περαιτέρω σύμφωνα με τον Νόμο Περί Συναλλαγματικών Κεφ.262, στο άρθρο 73 δίδεται η ακόλουθη ερμηνεία της επιταγής: «Ορισμός επιταγής
- Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.» Περαιτέρω στο άρθρο 10 του Κεφ.262 αναφέρεται η έννοια της συναλλαγματικής πληρωτέας εν όψει ως ακολούθως: Συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει 10.-
(1)Συναλλαγματική είναι πληρωτέα εν όψει- (α) όταν σε αυτή ρητά αναφέρεται ότι είναι πληρωτέα εν όψει ή σε πρώτη ζήτηση ή τη εμφανίσει~ ή (β) όταν σε αυτή ρητά αναφέρεται χρόνος πληρωμής.
(2)Όταν συναλλαγματική γίνεται αποδεκτή ή οπισθογραφείται ενώ είναι ληξιπρόθεσμη, θεωρείται όσον αφορά τον αποδέκτη που αποδέχεται με τον τρόπο αυτό, ή οποιοδήποτε οπισθογράφο ο οποίος την οπισθογραφεί με τον τρόπο αυτό, ως συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει. Ερμηνεύοντας την πιο πάνω εφαρμοστέα νομοθεσία στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καταλήγω ότι ακόμα και εάν η εκδοχή και θέση του παραπονούμενου γινόταν αποδεκτή και συνεπακόλουθα η ημερομηνία έκδοσης ως η 20/11/2010, η επίδικη επιταγή δεν θα αποτελούσε επιταγή εν τη εννοία του νόμου καθότι αυτή όταν εκδόθηκε δεν ήταν έγκυρη εφόσον είχε προγενέστερα της έκδοσης της ανακληθεί. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)προϋποθέτει την έκδοση επιταγής, έγκυρης ως συναλλαγματικής. Επεξηγώ αναφέροντας ότι ακόμα και εάν η θέση του παραπονούμενου γινόταν αποδεκτή και εύρημα μου ήταν ότι η επιταγή εκδόθηκε όντως στις 20/11/2010 ενώ ανακλήθηκε σχεδόν 1 ½ χρόνο πριν στις 20/2/2009, τότε το Τεκμήριο 1 δεν θα αποτελούσε επιταγή, καθότι από αυτήν κατά τον χρόνο έκδοσης θα απουσίαζε η εντολή προς Τραπεζίτη για πληρωμή της εν όψει ή σε πρώτη ζήτηση ή με την παρουσίαση της. Δηλαδή όταν αυτή η επιταγή εκδόθηκε δεν περιείχε την απαραίτητη εντολή για πληρωμή καθότι ήταν ήδη ανακλημένη άρα άκυρη ως επιταγή και συναλλαγματική. Συνεπακόλουθα δεν θα πληρείτο εν προκειμένω το συστατικό στοιχεία όχι απλά της έκδοσης της αλλά και της νομικής ύπαρξης και υπόστασης της ως έγκυρης και νομότυπης επιταγής εν τη εννοία τόσο του Κεφ.154 όσο και του Κεφ.262. Επιπλέον με τα πιο πάνω σημειώνω και την αδυναμία που θα είχα να εξέταζα σε κάθε άλλη περίπτωση απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Σημειώνω ότι με βάση το άρθρο 305 Α
(2)για να δύναται ο κατηγορούμενος να επικαλεστεί την συγκεκριμένη αυτή υπεράσπιση θα έπρεπε να είχε παραθέσει γραπτώς προς το πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή τους λόγους ανάκλησης. Στην προκειμένη περίπτωση η εντολή ανάκλησης δόθηκε χωρίς καμία αιτιολογία, γραπτή, συνεπώς σε περίπτωση που τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ήθελαν αποδειχθούν το Δικαστήριο δεν θα δύνατο να εξετάσει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας ενόψει της αδυναμίας του κατηγορούμενου να την είχε επικαλεστεί. Τέλος οφείλω να αναφερθώ στην εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης για την έλλειψη αναφοράς στην έκθεση αδικήματος της τροποποίησης 70
(1)/2008 του Κεφ.154 αλλά και της αναφοράς στις λεπτομέρειες αδικήματος για παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή Alpha Bank και όχι στην ΣΠΕ Γερίου που ήταν η πληρώτρια τράπεζα. Σημειώνω ότι πράγματι υπάρχει διαφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία της ΜΚ2 η οποία ανέφερε ότι η επίδικη επιταγή κατατέθηκε στην Alpha Bank και παρουσιάστηκε στην ΣΠΕ Γερίου για πληρωμή. Κρίνω ότι εάν το αποτέλεσμα ήτο διαφορετικό το Δικαστήριο θα μπορούσε να προχωρήσει, με τις εξουσίες που η Ποινική Δικονομία του παρέχει και να τροποποιήσει το κατηγορητήριο ούτως ώστε να συνάδει με την δοθείσα αποδεχτή μαρτυρία εφόσον μάλιστα καμία ζημιά κρίνω ότι θα προκαλείτο στον κατηγορούμενο. Αυτή η ενέργεια όμως ενόψει της κατάληξης μου ανωτέρω επί ουσιαστικών θεμάτων παρέλκει. Επίσης παρέλκει ενόψει των ανωτέρω η εξέταση της έλλειψης αναφοράς σε συγκεκριμένη τροποποιητική νομοθεσία στην έκθεση αδικήματος. Καταλήγοντας επαναλαμβάνω ότι η πλευρά του παραπονούμενου απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επιταγής, ως εκ τούτου η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται. Σε σχέση με τα έξοδα και ενόψει της κατάληξης μου για την αξιοπιστία αμφότερων των διαδίκων αλλά και την απουσία εύρεσης πραγματικών και αληθών γεγονότων, σε συνδυασμό με το ότι τα έξοδα επαφίενται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δεν εκδίδω καμία διαταγή ως προς αυτά. (Υπ.) .................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο