← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 6951/15, 30/9/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 6951/15, 30/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B159 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6951/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Ανδρέας Δημητρίου Ημερομηνία: 30.9.2016. Για κατηγορούσα αρχή: κ. Μ. Αποστολίδης με κ. Λ. Μάρκου. Για κατηγορούμενο: κ. Μ. Αρίστου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα αντιμετωπίζει μια κατηγορία κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες ο κατηγορούμενος, στις 23.8.12, στις Πλάτρες, της Επαρχίας Λεμεσού, παράνομα επιτέθηκε κατά της Αμαλίας Λαού. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η Αμαλία Λαού (στο εξής η παραπονούμενη), της οποίας η εκδοχή ήταν η ακόλουθη: Διαμένει στην Λεμεσό και διατηρεί εξοχική κατοικία στο χωριό Πάνω Πλάτρες. Στις 23.8.12 και γύρω στις 17:45 το απόγευμα βρισκόταν στις Πάνω Πλάτρες και πήγαινε βόλτα κρατώντας τους δύο σκύλους της, τους οποίους είχε δεμένους με λουριά. Οι σκύλοι της είχαν ήδη αφοδεύσει αλλού και η παραπονούμενη επέστρεφε στο σπίτι της. Ενώ βρισκόταν στο δρόμο δίπλα από την εκκλησία Φανερωμένης, ο οποίος ήταν πεζόδρομος και περπατούσε (πρώτη φορά περνούσε από το μέρος), ο κατηγορούμενος, τον οποίο πρώτη φορά έβλεπε και ο οποίος βρισκόταν εντός σαλούν αυτοκινήτου στο χώρο στάθμευσης σπιτιού, έβαλε πισινή εντός του πεζόδρομου. Η παραπονούμενη πήγε πιο αριστερά στην άκρη του πεζόδρομου κρατώντας κοντά της τους σκύλους της για να περάσει ο κατηγορούμενος με το αυτοκίνητο του, μέσα στο οποίο υπήρχε και ένα μικρό παιδί στο πίσω κάθισμα. Αυτός αντί όμως να φύγει από το σημείο άρχισε να της δείχνει με το χέρι του χειρονομώντας να φύγει από εκεί και κάτι έλεγε χωρίς όμως να καταλάβει η παραπονούμενη ή να ακούσει, επειδή ήταν κλειστό το παράθυρο του. Όταν της χειρονομούσε, η παραπονούμενη έκανε βήματα προς τα πιο έξω του δρόμου γιατί το θεώρησε ότι δεν τον χωρούσε να περάσει. Τότε ο κατηγορούμενος άνοιξε το παράθυρο του οδηγού και άρχισε να φωνάζει και συγκεκριμένα της είπε «Έφερες το κοπρόσιυλλο σου δαμέ για να σιέσει». Η παραπονούμενη του απάντησε «Είσαι καλά κύριε μου, βλέπεις τον να χέζει;». Τότε εκείνος άρχισε να φωνάζει και να της λέει «Γαμώ την χάβρα σου και τον καπηλέ σου, φύε που δαμέ, έφερες το σιηλλο σου για να μου σιέσει». Η παραπονούμενη του είπε ότι του έκανε χώρο να περάσει πράγμα που εκείνος δεν έπραξε και συνέχισε να φωνάζει και της επανέλαβε ξανά αρκετές φορές, τουλάχιστον πέντε με έξι, την φράση «Γαμώ τη χάβρα σου και τον καπηλέ σου». Επίσης της είπε σε έντονο ύφος «Φεύκεις που δαμέ όξα εν φεύκεις» και κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και αφήνοντας ανοικτή την πόρτα του οδηγού κατευθύνθηκε εντός της αυλής του προαναφερόμενου σπιτιού. Η παραπονούμενη του ανέφερε ότι έπρεπε να ντρέπεται για την ηλικία του να λέει τέτοιες ύβρεις και να συμπεριφέρεται με αυτό τον τρόπο. Λόγω του ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ήταν μπροστά από την παραπονούμενη και κάλυπτε τον δρόμο, για να μπορέσει αυτή να φύγει με τους σκύλους της έπρεπε να περάσει από την άλλη μεριά του αυτοκινήτου. Ξεκίνησε δε να φύγει αλλά εν τω μεταξύ ο κατηγορούμενος πρόλαβε και εξήλθε από την αυλή της οικίας του, κρατώντας ένα λάστιχο νερού, άνοιξε το νερό, πίεσε το λάστιχο και φωνάζοντας τα ίδια με προηγούμενως άρχισε να ρίχνει νερό προς την παραπονούμενη, με αποτέλεσμα να βραχεί τόσο η ίδια όσο και ο σκύλος της. Η παραπονούμενη του είπε ξανά ότι έπρεπε να ντρέπεται για τις πράξεις του και έφυγε από το μέρος. Οι σκύλοι της δεν αφόδευσαν στην σκηνή. Το όλο συμβάν έγινε και στην παρουσία άλλου προσώπου ονόματι Μελέτης, ο οποίος έχει σπίτι δίπλα από το σημείο που έγινε το περιστατικό. Περαιτέρω η παραπονούμενη ανέφερε ότι στην συνέχεια πήγε σπίτι άλλαξε ρούχα και μετά από 30, 45 λεπτά, πήγε στην Αστυνομία και έκανε καταγγελία. Όσον αφορά το γιατί έδωσε κατάθεση την 1.12.12 και αυτά που αναφέρει ο Αστυνομικός στην κατάθεση του για επιθυμία της να ανευρεθεί το πιο πάνω πρόσωπο, να του γίνει παρατήρηση και να καταγραφεί το συμβάν στον Σταθμό αφού θα συμβουλεύετο δικηγόρο, είπε ότι όταν πήγε στην Αστυνομία, ο αστυνομικός της είπε ότι θα το ερευνούσε και την πήρε τηλέφωνο πιο αργά και της είπε ότι μίλησε με τον κατηγορούμενο και ότι είχε παραδεχτεί. Μετά, την επόμενη που πήγε στην Αστυνομία ξανά, ο αστυνομικός την συμβούλεψε ότι αν ήθελε να κινήσει οποιεσδήποτε διαδικασίες εναντίον του θα έπρεπε να αποταθεί σε ιδιώτη δικηγόρο για να κινήσει αγωγή. Όταν ερχόμενη στη Λεμεσό αποτάθηκε σε δικηγόρο, ο δικηγόρος της απάντησε ότι είναι υπόθεση που αφορά την Πολιτεία και θα έπρεπε να κινηθεί με τις σχετικές διαδικασίες δηλ. να πάει στον αστυνομικό να δώσει γραπτή κατάθεση, να γίνει επίσημη καταγγελία και να τροχιοδρομηθεί μέσω της Πολιτείας. Μετά από αυτό, μέχρι η παραπονούμενη να ξαναπάει στις Πλάτρες και να βρεθεί με τον ίδιο αστυνομικό, μεσολάβησε το εν λόγω χρονικό διάστημα. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αστ.2368 Χριστόφορος Γρηγορίου, ο οποίος υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Πλατρών. Σύμφωνα με αυτόν: Στις 23.8.12 ενώ βρισκόταν καθήκον, μετέβηκε στον Σταθμό η παραπονούμενη, η οποία του κατήγγειλε ότι την ίδια ημέρα και γύρω στις 17:45 ενώ περπατούσε κρατώντας τον σκύλο της στην οδό Στέλιου Μαύρου στις Πάνω Πλάτρες, η οποία οδός ήταν πεζόδρομος, ένας ηλικιωμένος άντρας, ο οποίος βρισκόταν εντός αυτοκινήτου στο χώρο στάθμευσης οικίας στην εν λόγο οδό, όταν την αντιλήφθηκε άρχισε να της φωνάζει και να παρεκτρέπεται βρίζοντας την και συγκεκριμένα λέγοντας της επανειλημμένα την φράση «Γαμώ τη χάβρα σου και το καπηλέ σου». Ακολούθως αφού ο άντρας εξήλθε του αυτοκινήτου, εισήλθε εντός της αυλής οικίας και παίρνοντας ένα λάστιχο νερού άρχισε να ρίχνει νερό προς το μέρος της παραπονούμενης. Ο λόγος που έγιναν τα πιο πάνω, σύμφωνα με την παραπονούμενη, ήταν γιατί περπατούσε έξω από την οικία του εν λόγω άντρα κρατώντας τον σκύλο της. Επιθυμία της παραπονούμενης ήταν να ανευρεθεί το πιο πάνω πρόσωπο, να του γίνει παρατήρηση και να καταγραφεί το συμβάν στον Σταθμό αφού θα συμβουλεύετο δικηγόρο. Από εξετάσεις που διενήργησε ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο και αφού τον κάλεσε στον Σταθμό και τον πληροφόρησε για την εναντίον του καταγγελία, εκείνος ισχυρίστηκε ότι σε καμία περίπτωση δεν εξύβρισε την παραπονούμενη προσωπικά, άλλα έβριζε και μιλούσε έντονα γενικά για τα άτομα που περνούν με τους σκύλους τους έξω από την οικία του και οι σκύλοι τους προκαλούν ακαθαρσίες. Την 1.12.12 και ενώ ο μάρτυρας βρισκόταν καθήκον στον Σταθμό προσήλθε εκ νέου η παραπονούμενη και με γραπτή κατάθεση της δήλωσε ότι επιθυμούσε την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου. Επίσης ανέφερε στον μάρτυρα ότι το επεισόδιο έγινε στην παρουσία του Μελέτη Τιμοθέου, του οποίου η οικία είναι δίπλα από την οικία του κατηγορούμενου. Στις 4.12.12 ο μάρτυρας συνομίλησε με τον Μελέτη Τιμοθέου σχετικά με το συμβάν και εκείνος του ανέφερε ότι άκουσε τον κατηγορούμενο να εξυβρίζει την παραπονούμενη, χωρίς να αναφέρει στον μάρτυρα τις φράσεις που της είπε. Όμως αυτός αρνήθηκε να δώσει γραπτή κατάθεση αφού δεν επιθυμούσε γενικά οποιαδήποτε ανάμειξη του. Στις 8.12.12 και μεταξύ των ωρών 11:30-11:45 ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 3). Ακολούθως μεταξύ των ωρών 11:46-11:48 τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα της κοινής επίθεσης και δημόσιας εξύβρισης εναντίον της παραπονούμενης και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (τεκμήριο 4). Η εκδοχή του κατηγορούμενου ήταν η ακόλουθη: Στις 23.8.12 και γύρω στις έξι το απόγευμα έβαλε το 2½ ετών εγγονάκι του μέσα στο αυτοκίνητο του για να πάει στην πλατεία των Πλατρών. Όταν βγήκε με την πισινή ταχύτητα από το χώρο στάθμευσης της οικίας του και προχώρησε λίγα μέτρα είδε μια κυρία (την παραπονούμενη) να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση με δυο σκύλους μεγάλους, τους οποίους είχε δεμένους με κολανάκια. Αυτή πέρασε από δίπλα του και από το καθρεφτάκι αυτός είδε ότι στάθηκε σε ανοικτό χώρο απέναντι από το σπίτι του. Αμέσως κατέβηκε από το αυτοκίνητο και της ζήτησε να απομακρυνθεί από τον ανοικτό χώρο που βρισκόταν, γιατί στο σημείο όπου βρισκόταν όσο και έξω από την οικία του παίρνουν τους σκύλους τους και κοπρίζουν ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Σε κάποια στιγμή πρόσεξε ότι ο ένας σκύλος απομακρύνθηκε λίγο και αφόδευσε. Εκείνη την στιγμή ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε απόσταση λίγων μέτρων από την παραπονούμενη και την ξανακαλούσε να απομακρυνθεί από το μέρος. Ακολούθως την ρώτησε αν έχει τσάντα μαζί της να μαζέψει τα κόπρια του σκύλου της και αυτή απάντησε όχι. Τότε ο κατηγορούμενος, χωρίς να πει οτιδήποτε άλλο ή να βρίσει με οποιαδήποτε φράση οποιονδήποτε, μπήκε στο σπίτι του και έπιασε το λάστιχο του νερού. Αφού άνοιξε το νερό προσπάθησε να καθαρίσει τα κόπρια του σκύλου που βρίσκονταν σε απόσταση τριών μέτρων περίπου από την αυλή της οικίας του. Ταυτόχρονα ζήτησε από την παραπονούμενη να απομακρυνθεί και η ίδια αρνείτο αποκαλώντας τον «πελλό» και «παλιάνθρωπο». Σε καμία περίπτωση δεν έριξε νερό στην παραπονούμενη αλλά ούτε και το γύρισε πάνω της ή προς τους σκύλους της. Η απόσταση που στεκόταν η παραπονούμενη από το σημείο που ο κατηγορούμενος έριχνε το νερό ήταν γύρω στα πέντε με έξι μέτρα αφού αυτή μετακινήθηκε από το σημείο που αφόδευσε ο σκύλος της από προηγουμένως. Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος κατέθεσε τα τεκμήρια 5 και 6, που είναι φωτογραφίες που απεικονίζουν τον επίδικο χώρο και λήφθηκαν μεταγενέστερα. Με βάση δε αυτές της φωτογραφίες ο κατηγορούμενος έδωσε την δική του εκδοχή σε σχέση με τις κινήσεις του ιδίου και της παραπονούμενης με τους σκύλους της και για τον σκοπό αυτό τοποθέτησε με στυλό διάφορα σημεία επί αυτών. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Αρχίζοντας από τον Μ.Κ.2 θα πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία του, πλην ενός σημείου, δεν αμφισβητήθηκε. Πρόκειται για το κατά πόσο ο κατηγορούμενος του δήλωσε κατά την επίδικη ημερομηνία, ότι δεν εξύβρισε μεν την παραπονούμενη αλλά έβριζε και μιλούσε έντονα γενικά για τα άτομα που περνούν με τους σκύλους τους έξω από την οικία του και προκαλούν ακαθαρσίες. Η αμφισβήτηση όμως αυτού περιορίσθηκε μόνο σε μια σχετική υποβολή, την οποία ο μάρτυρας δεν αποδέχτηκε. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψην το σύνολο της, κρίνω ότι η μαρτυρία του θα πρέπει να γίνει δεκτή. Όσον αφορά την παραπονούμενη (Μ.Κ.1) ο συνήγορος υπεράσπισης υποστήριξε κατά την αγόρευση του, ότι η μαρτυρία της δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή, αναφερόμενος σε συγκεκριμένα θέματα που ουσιαστικά, κατά την εισήγηση του, δείχνουν την αναξιοπιστία της. Ως είναι παγίως νομολογημένο, η αξιοπιστία ενός μάρτυρα δεν κρίνεται αποσπασματικά αλλά στην βάση του συνόλου της μαρτυρίας αφού ληφθούν υπόψην όλα τα δεδομένα. Δεν είναι δε κάθε αντίφαση που οδηγεί στην απόρριψη μαρτυρίας (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316). Για να κριθεί μια μαρτυρία ως αναξιόπιστη θα πρέπει να δημιουργούνται ρήγματα στην υπόθεση και οι αντιφάσεις να είναι ουσιαστικής μορφής σε σημείο που να πλήττεται καίρια η αξιοπιστία των μαρτύρων ή να φανερώνεται η διάθεσή τους να πουν ψέματα. Οι αντιφάσεις λοιπόν για να έχουν αυτό το αποτέλεσμα θα πρέπει να είναι ουσιώδεις δηλ. τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη και άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390). Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μία μαρτυρία, η οποία κατά τα άλλα είναι πειστική. Αντίθετα τέτοιες αντιφάσεις δείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τί θα κατέθεταν (βλ. Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 143). Οι αντιφάσεις θα πρέπει δε να αξιολογούνται μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας (βλ. Νικολαϊδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 645). Μικροαντιφάσεις και μικροανακρίβειες σε επουσιώδεις λεπτομέρειες, εξεταζόμενες στο σύνολο της όλης μαρτυρίας, ενδυναμώνουν την αξιοπιστία των μαρτύρων και προβάλλουν το φυσικό τρόπο με τον οποίο διατύπωσαν τα σχετικά γεγονότα που είχαν στη μνήμη τους (βλ. Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174). Η παραπονούμενη θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε με ειλικρίνεια τα όσα βίωσε, απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, οι θέσεις της ως προς τα επίδικα γεγονότα ήταν σταθερές, συνεπείς και λογικές, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικά η αξιοπιστία της δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση της. Αναφορικά με τα γεγονότα είναι ουσιαστικά η θέση της υπεράσπισης ότι η παραπονούμενη δεν είπε την αλήθεια. Υποστήριξε σχετικά ο κ. Αρίστου ότι αυτή είπε ψέματα ότι δεν μπορούσε να φύγει από το μέρος κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος μπήκε στο σπίτι μέχρι να επιστρέψει με το λάστιχο. Αυτό γιατί σύμφωνα με τον συνήγορο το πλάτος του πεζόδρομου-δρόμου στο σημείο εκείνο ήταν 5-6 μέτρα ενώ το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου το οποίο ήταν σταθμευμένο μέσα στον δρόμο παράλληλα με την περίφραξη του σπιτιού του, είχε πλάτος 1.85 μέτρα. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ως θα εξηγηθεί και στην συνέχεια ο Μ.Κ.2 ουσιαστικά διαψεύδει τον κατηγορούμενο ότι στο σημείο εκεί το πλάτος του δρόμου ήταν 6 μέτρα. Η δε θέση της παραπονούμενης δεν ήταν ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, όταν αυτός σταμάτησε βρισκόταν παράλληλα με την περίφραξη του σπιτιού του, αλλά ότι σταμάτησε βγαίνοντας όπισθεν από τον χώρο στάθμευσης δηλ. ήταν κάθετα μέσα στον πεζόδρομο. Εξ ου και ανέφερε η παραπονούμενη ότι όταν τον είδε για πρώτη φορά που έβγαινε πισινή εντός του πεζόδρομου, αυτή πήγε πιο αριστερά στην άκρη του πεζόδρομου κρατώντας κοντά της τους σκύλους της για να περάσει ο κατηγορούμενος με το αυτοκίνητο του και ότι όταν στην συνέχεια ο κατηγορούμενος της έδειχνε κάτι με το χέρι, χειρονομώντας να φύγει από εκεί και κάτι έλεγε, αυτή έκανε βήματα προς τα πιο έξω του δρόμου γιατί θεώρησε ότι δεν τον χωρούσε να περάσει. Περαιτέρω η παραπονούμενη είπε ότι αμέσως πριν κατεβεί ο κατηγορούμενος, το τζάμι του αυτοκινήτου του ήταν μπροστά της. Ως δε φαίνεται στο τεκμήριο 5 που είναι φωτογραφία του επίδικου χώρου, το σημείο που τελειώνει ο χώρος στάθμευσης της οικίας του κατηγορούμενου, είναι πιο έξω προς τον πεζόδρομο σε σχέση με την υπόλοιπη περίφραξη. Εκεί δε ο πεζόδρομος στενεύει. Ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος είπε ότι από το σημείο εκείνο και βορειότερα ο πεζόδρομος έχει πλάτος 3 μέτρα. Συνεπώς είναι λογική η θέση της παραπονούμενης ότι το αυτοκίνητο του ήταν μπροστά και κάλυπτε τον δρόμο και ότι αυτή έπρεπε να γυρίσει από το αυτοκίνητο του για να μπορέσει να φύγει, λαμβάνοντας υπόψην και το ότι κρατούσε από τα λουριά δύο μεγάλους σκύλους που έπρεπε να περάσουν μαζί της. Ήταν επίσης λογική η θέση της ότι ο κατηγορούμενος μπήκε στην συνέχεια στο σπίτι του που ήταν ακριβώς δίπλα και ότι αυτή ξεκίνησε να φύγει αλλά εκείνος πρόλαβε να πάρει το λάστιχο και να την καταβρέξει. Μάλιστα η παραπονούμενη ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ξεκίνησε με φόρα προς αυτή να της ρίχνει νερό, πίεσε το λάστιχο και έβρεξε τόσο αυτή όσο και τον σκύλο της. Αποτελεί επίσης επιχείρημα της υπεράσπισης ότι τα γεγονότα δεν έγιναν όπως τα λέει η παραπονούμενη καθότι κανείς δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ότι αυτή είχε βραχεί. Περαιτέρω αυτή διαψεύδεται ως προς το ότι δεν ξέρει εάν την είδε κάποιος μετά το συμβάν, από τον Μ.Κ.2, ο οποίος είπε ότι αυτή μετά πήγε στον Σταθμό με τον σύζυγο της. Υποστήριξε μάλιστα ο κ. Αρίστου, προς ενίσχυση της θέσης του, ότι εάν όντως είχαν βραχεί τα ρούχα της, θα έδινε κατάθεση ο σύζυγος της. Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι για αδικήματα όπως τα επίδικα, η μαρτυρία ενός παραπονούμενου δεν χρήζει επιβεβαίωσης-ενίσχυσης από άλλη μαρτυρία, για να γίνει δεκτή. Αρκεί να κριθεί αξιόπιστη. Όσον δε αφορά το κατά πόσο την είδε κάποιος μετά το περιστατικό με βρεγμένα ρούχα, η παραπονούμενη είπε πολύ λογικά, ότι πλην του Τιμοθέου που τον είδε έξω από το σπίτι του, επειδή η ίδια ήταν τόσο συγχυσμένη και φοβισμένη που η μόνη της έγνοια ήταν να πάει σπίτι της και να αλλάξει ρούχα, δεν ξέρει εάν την είδε κανείς. Σε κανένα δε σημείο της μαρτυρίας της δεν είπε ότι την είδε έστω ο σύζυγος της όταν πήγε σπίτι. Περαιτέρω είπε ότι δεν πήγε αμέσως στον Αστυνομικό Σταθμό μετά που άλλαξε ρούχα αλλά μετά από 30, 45 λεπτά. Συνεπώς το γεγονός ότι πήγε στον Σταθμό με το σύζυγο της δεν διαψεύδει την θέση της ότι δεν ξέρει εάν την είδε κάποιος με βρεγμένα ρούχα. Όσον αφορά το γιατί δεν προχώρησε να δώσει κατάθεση την επίδικη ημέρα όταν πήγε στον Σταθμό, όταν της τέθηκε ότι ο Μ.Κ.2 στην κατάθεση του αναφέρει ότι ήταν επιθυμία της να ανευρεθεί ο κατηγορούμενος, να του γίνει παρατήρηση και να καταγραφεί το συμβάν στον Σταθμό αφού θα συμβουλεύετο δικηγόρο, δεν το αρνήθηκε και εξήγησε τι έγινε. Συγκεκριμένα είπε ότι ο αστυνομικός της είπε ότι θα το ερευνούσε και την πήρε πιο αργά τηλέφωνο και της είπε ότι μίλησε με τον κατηγορούμενο. Μετά, την επόμενη που πήγε στην Αστυνομία ξανά, ο αστυνομικός την συμβούλεψε ότι αν ήθελε να κινήσει οποιεσδήποτε διαδικασίες εναντίον του κατηγορούμενου θα έπρεπε να αποταθεί σε ιδιώτη δικηγόρο για να κινήσει αγωγή. Σε καμία περίπτωση δεν είπε η παραπονούμενη ότι ζήτησε ή επέμεινε όπως προχωρήσει ο αστυνομικός με την καταγγελία της για να γίνει δηλ. ποινική δίωξη και ότι εκείνος αρνήθηκε ή της είπε να μην προβεί σε καταγγελία. Αντίθετα από την μαρτυρία του Μ.Κ.2 προκύπτει ότι αυτός ανέφερε στην παραπονούμενη ότι τόσο η δημόσια εξύβριση όσο και η κοινή επίθεση μπορεί να προχωρήσουν μέσω δικηγόρου με πολιτικές αγωγές, από το οποίο η παραπονούμενη προφανώς αντιλήφθηκε ότι έπρεπε πρώτα να συμβουλευθεί δικηγόρο, μην γνωρίζοντας, ως είπε, ποια είναι η σωστή διαδικασία. Τούτου λοιπόν δεδομένου ο Μ.Κ.2 δεν προχώρησε στην λήψη καταθέσεων και περιορίσθηκε στο να μιλήσει με τον κατηγορούμενο και να κάνει καταγραφή του συμβάντος στον Σταθμό. Η θέση λοιπόν της παραπονούμενης δεν διαψεύδεται από τον Μ.Κ.
  1. Όσον δε αφορά το γιατί δεν έκανε την γραπτή καταγγελία της παρά μόνο την 1.12.12, η παραπονούμενη εξήγησε πολύ λογικά ότι όταν ήλθε στην Λεμεσό ο δικηγόρος της απουσίαζε και όταν μίλησε μαζί του και του εξήγησε τα γεγονότα, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου, της είπε ότι είναι υπόθεση που αφορά την Πολιτεία και θα έπρεπε να κινηθεί με τις σχετικές διαδικασίες δηλ. να πάει στον αστυνομικό να δώσει γραπτή κατάθεση, να γίνει επίσημη καταγγελία και να τροχιοδρομηθεί μέσω της Πολιτείας. Μετά από αυτό μέχρι να ξαναπάει στις Πλάτρες, όπου βρίσκεται το εξοχικό της και όχι η μόνιμη κατοικία της, μεσολάβησε αυτό το διάστημα αφού έπρεπε να βρεθεί και με τον αστυνομικό στον οποίο είχε κάνει αρχικά την καταγγελία. Τα πιο πάνω πρέπει να λεχθεί ότι δεν έχουν διαψευσθεί από τον Μ.Κ.2, ο οποίος ανέφερε ουσιαστικά ότι η παραπονούμενη πήγε ξανά από μόνη της, προφανώς εννοώντας, χωρίς να την καλέσει, την 1.12.12 στον Σταθμό Πλατρών και του ανέφερε ότι αφού συμβουλεύθηκε τον δικηγόρο της, ήθελε να προβεί σε γραπτή κατάθεση, επιθυμώντας την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου. Ο δε Μ.Κ.2 δεν είπε στο Δικαστήριο ότι η παραπονούμενη εκδικητικά προχώρησε σε γραπτή καταγγελία, όπως ουσιαστικά εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης, αλλά ότι εάν θυμάται καλά ο λόγος που του είπε η παραπονούμενη ότι ήθελε να κάνει καταγγελία, ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν της απολογήθηκε προσωπικά. Από τα πιο πάνω φαίνεται κατ' αρχάς ότι η παραπονούμενη προχώρησε στην καταγγελία στον συντομότερο δυνατό, με βάση τα δεδομένα, χρόνο. Εν πάση δε περιπτώσει η μικρή καθυστέρηση που υπήρξε δεν δείχνει κατά την κρίση μου ότι το παράπονο της δεν είναι αυθεντικό ή ότι εμφορείται από αλλότρια κίνητρα. Αυτό γιατί, ως προκύπτει και από την μαρτυρία του Μ.Κ.2, η παραπονούμενη τόσο κατά την «αρχική» της καταγγελία κατά τον επίδικο χρόνο όσο και κατά την «γραπτή» της καταγγελία την 1.12.12, έδωσε την ίδια εκδοχή για το επίδικο περιστατικό. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι ενόψει του αμέσως προαναφερόμενου ακόμη και εάν η παραπονούμενη αρχικά δεν ήθελε να προχωρήσει η υπόθεση και αργότερα μετάνιωσε και αποφάσισε να προχωρήσει, είναι κάτι που αποτελούσε δικαίωμα της όπως εδικαιούτο να έχει παράπονο από τον κατηγορούμενο γιατί δεν της απολογήθηκε για την συμπεριφορά που επέδειξε προς αυτήν. Κάτι τέτοιο δεν δείχνει, κατά την κρίση μου, ότι προέβη σε ψεύτικη καταγγελία έχοντας κάποιο άλλο κίνητρο. Δεν μου διαφεύγει ότι η παραπονούμενη υποστήριξε ότι ο Μελέτης Τιμοθέου άκουσε και είδε το όλο συμβάν. Όσον αφορά όμως αυτό δεν θεωρώ ότι η παραπονούμενη είπε ψέματα και εξηγώ. Ως προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Κ.2, το εν λόγω πρόσωπο του είπε προφορικά ότι άκουσε τον κατηγορούμενο να φωνάζει και να βρίζει κατά τον επίδικο χρόνο. Δεν του είπε ότι είδε τον κατηγορούμενο να βρέχει την παραπονούμενη. Εν πάση περιπτώσει αυτός αρνήθηκε να δώσει γραπτή κατάθεση αφού δεν επιθυμούσε γενικά οποιαδήποτε ανάμειξη του. Εκείνο όμως που προκύπτει από το σύνολο της σχετικής μαρτυρίας της παραπονούμενης είναι ότι το εν λόγω πρόσωπο της είπε ότι όχι μόνο άκουσε αλλά και είδε το όλο συμβάν. Το γεγονός ότι αυτός δεν είπε στον Μ.Κ.2 ότι είδε κιόλας το συμβάν, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψην ότι δήλωσε ότι δεν ήθελε να αναμειχθεί στην υπόθεση, δεν διαψεύδει την θέση της παραπονούμενης ότι σε αυτήν είπε ότι το είδε. Άλλωστε το πιο πάνω όπως και το ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε το περιστατικό στον Μ.Κ.2 όταν μίλησε μαζί του, ως θέματα που η παραπονούμενη υποστήριξε ότι της αναφέρθηκαν από άλλα πρόσωπα, δεν αφορούν αυτά καθαυτά τα επίδικα γεγονότα και την όλη εκδοχή της σε σχέση με αυτά. Κρίνονται λοιπόν επουσιώδη και ως τέτοια δεν μπορούν να πλήξουν την αξιοπιστία της, σε βαθμό μάλιστα που να καθιστούν το σύνολο της μαρτυρίας της απορριπτέο. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η παραπονούμενη ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία της γίνεται δεκτή. Ο κατηγορούμενος αντίθετα δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Προσπάθησε μέσω και των φωτογραφιών (τεκμήρια 5 και 6) να πείσει για την εκδοχή του και να διαψεύσει την εκδοχή της παραπονούμενης. Η όλη προσπάθεια του όμως κάθε άλλο παρά πειστική μπορεί να κριθεί. Η δε εκδοχή του σε κάποια ουσιώδη σημεία της διαψεύδεται από άλλη μαρτυρία, δεν ήταν σταθερή αλλά χαρακτηριζόταν από ασυνέπειες, σε άλλα σημεία δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική ενώ περιέπεσε και σε ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τα επίδικα γεγονότα. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι όταν αυτός βγήκε με πισινή ταχύτητα από το χώρο στάθμευσης της οικίας του και προχώρησε λίγα μέτρα, είδε την παραπονούμενη να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση με δυο σκύλους μεγάλους. Ήταν δηλ. η θέση του ότι όταν την είδε για πρώτη φορά είχε ήδη βγει με το αυτοκίνητο από το γκαράζ και είχε προχωρήσει λίγα μέτρα νότια δηλ. δεν ήταν κάθετα μέσα στον δρόμο αλλά παράλληλα με την περίφραξη της οικίας του, σε αντίθεση με την θέση της παραπονούμενης ότι αυτός έβγαινε από το γκαράζ και ήταν κάθετα στον δρόμο. Αυτή εκινείτο από νότια προς βόρεια και ο ίδιος αντίθετα. Κατά την μαρτυρία του είπε αρχικά ότι το πλάτος του δρόμου έξω από το σπίτι του και συγκεκριμένα από την περίφραξη μέχρι τον απέναντι χώρο (και δη το σύνορο αυτού) που κατά τον επίδικο χρόνο άρχιζε το ανοικτό χωράφι (στην φωτογραφία τεκμήριο 5 που είναι πρόσφατη τώρα υπάρχει στο σύνορο του εν λόγω χωραφιού και του δρόμου καγκελόπορτα και τέλι) ήταν 6 μέτρα περίπου. Δέχθηκε δε ότι πιο πάνω δηλ. από το σημείο που συνορεύει η οικία του με το οικόπεδο (που χωρίζει το δικό του από το σπίτι του Τιμοθέου) όπου βρίσκεται η έξοδος του γκαράζ του (δηλ. βόρεια) και μετά, το πλάτος του δρόμου είναι 3 μέτρα ενώ είπε ότι από την αντίθετη κατεύθυνση προς τον κύριο δρόμο (δηλ. νότια) το πλάτος είναι 4 μέτρα. Σε άλλο δε σημείο της μαρτυρίας του διαφοροποίησε το πλάτος στο σημείο όπου έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν, σε 5-6 μέτρα. Όμως τα πιο πάνω δεν είναι λογικά εφόσον δεν φαίνεται η απόσταση από την περίφραξη του σπιτιού του μέχρι το εν λόγω χωράφι να είναι διπλάσια από την αμέσως προαναφερόμενη απόσταση (δηλ. λίγο βορειότερα εκεί που τελειώνει η έξοδος του γκαράζ) ώστε να είναι 6 μέτρα. Πέραν όμως αυτού η εν λόγω θέση του διαψεύδεται και από την μαρτυρία του Μ.Κ.2, ο οποίος συμφώνησε μεν ότι ο δρόμος έξω το σπίτι του κατηγορούμενου έχει πλάτος πέραν των 3 μέτρων, που είναι και ο υπόλοιπος δρόμος αλλά στο κατά πόσο ήταν 5-6 μέτρα είπε βασικά ότι είναι περίπου τόσο εάν ληφθεί υπόψην και το ότι απέναντι από το σπίτι του κατηγορούμενου υπήρχε ανοικτός χώρος δηλ. υπολόγισε και τον χώρο αυτό. Ανεξαρτήτως όμως αυτού η απόσταση των 3 μέτρων ως πλάτος του δρόμου από την άκρη της οικίας του που είναι η έξοδος του γκαράζ και προς το σπίτι του Τιμοθέου δηλ. προς την κατεύθυνση που πήγαινε η παραπονούμενη, ως έχει προαναφερθεί, συνάδει με την δική της εκδοχή ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου έβγαινε από το γκαράζ και άρα βρισκόταν κάθετα μέσα στον δρόμο όπου και σταμάτησε. Διαψεύδεται λοιπόν η θέση του κατηγορούμενου ως προς το σημείο που είχε σταματήσει το αυτοκίνητο του. Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι η παραπονούμενη πέρασε από δίπλα του και από το καθρεφτάκι αυτός είδε ότι στάθηκε σε ανοικτό χώρο απέναντι από το σπίτι του. Αμέσως κατέβηκε από το αυτοκίνητο και της ζήτησε να απομακρυνθεί από τον ανοικτό χώρο που βρισκόταν. Ο λόγος που της ζήτησε να φύγει ήταν γιατί τόσο στο σημείο όπου βρισκόταν όσο και έξω από την οικία του φέρνουν τους σκύλους τους και κοπρίζουν ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Σε κάποια στιγμή πρόσεξε ότι ο ένας σκύλος απομακρύνθηκε λίγο και αφόδευσε. Εκείνη την στιγμή ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε απόσταση λίγων μέτρων από την παραπονούμενη και την ξανακαλούσε να απομακρυνθεί από το μέρος. Σε σχέση με τα πιο πάνω: Στην αντεξέταση του ο κατηγορούμενος είπε ότι πριν κατεβεί από το αυτοκίνητο δεν είπε τίποτα στην παραπονούμενη. Αποκάλυψε μάλιστα για πρώτη φορά ότι επίτηδες δεν προχώρησε με το αυτοκίνητο του να φύγει όταν την είδε αλλά ανέμενε στο σημείο, πριν δηλ. την δει να μπαίνει στον ανοικτό χώρο, για 1, 2 λεπτά ώστε να δει που αυτή θα πήγαινε, γεγονός που δείχνει ποιες ήταν οι προθέσεις του. Όταν δε του υποβλήθηκε, σε σχέση με τον χρόνο που ακόμη βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου, ότι αυτός ρώτησε την παραπονούμενη «Έφερες τον κοπρόσιυλλο σου δαμέ για να σιέσει;» και εκείνη του απάντησε «Είσαι καλά κύριε είδες τον να χέζει;» και άρχισε να την βρίζει είπε ότι δεν είπε τίποτα και ότι απλώς την κάλεσε να μετακινηθεί να παραλάβει τα περιττώματα του σκύλου. Όταν όμως του τέθηκε ότι πριν κατεβεί ο σκύλος δεν είχε αφοδεύσει, αντιλαμβανόμενος την ασυνέπεια στην εκδοχή του είπε ότι το είπε μετά που αφόδευσε. Στην αντεξέταση του ερωτώμενος που ακριβώς βρισκόταν η παραπονούμενη όταν αυτός κατέβηκε από το αυτοκίνητο, είπε ότι βρισκόταν εκεί που στην φωτογραφία τεκμήριο 5 βρίσκεται η καγκελόπορτα με το τέλι δηλ. στο σύνορο του πρώην ανοικτού χώρου και του δρόμου-πεζόδρομου και όχι εντός του ανοικτού χώρου. Όταν δε του ζητήθηκε να σημειώσει την θέση της επί του τεκμηρίου 5 έθεσε ένα Χ επί της καγκελόπορτας. Σε άλλο όμως σημείο της μαρτυρίας επανέλαβε ότι η παραπονούμενη στάθηκε εκτός του πεζόδρομου δηλ. εντός του ανοικτού χώρου. Στην αντεξέταση του είπε ότι ο λόγος που κατέβηκε ήταν ότι ο εν λόγω ανοικτός χώρος έγινε αφοδευτήριο σκύλων και για αυτό ο ίδιος σταμάτησε για να απομακρύνει την παραπονούμενη γιατί ήξερε ότι ο σκύλος θα αφοδεύσει. Όταν όμως ρωτήθηκε πως το ήξερε αυτό και με ποιες ενδείξεις κατέβηκε είπε ότι της το είπε προληπτικά και για να δικαιολογήσει την ενέργεια του είπε για πρώτη φορά ότι εκεί συνηθίζει και πηγαίνει το εγγονάκι του και παίζει και το έκανε για λόγους υγιεινής. Σε άλλο σημείο όμως όταν ρωτήθηκε εάν δηλ. όποιος σκύλος περνά από εκεί αφοδεύει είπε ότι μερικές φορές περιήλθε στην αντίληψη του αυτό, ενώ τις περισσότερες δεν αντιλήφθηκε, δεν είδε να αφοδεύουν αλλά πολλές φορές είδε περιττώματα. Στην αντεξέταση του είπε ότι όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο στάθηκε έξω από αυτό και προχώρησε λίγο προς το μέρος της παραπονούμενης για να μην είναι δίπλα από το εγγονάκι του. Υποστήριξε δε ότι αυτός τότε ήταν σε απόσταση 3 μέτρων από το αυτοκίνητο του και 3 μέτρων από την παραπονούμενη. Εδώ όμως να σημειωθεί ότι στο τεκμήριο 5 ο κατηγορούμενος σημείωσε με ένα Χ και ένα τόξο το σημείο όπου βρισκόταν το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του δηλ. παράλληλα με την περίφραξη της οικίας του ενώ είπε επίσης ότι το πλάτος του αυτοκινήτου του ήταν 1.85 μέτρα. Ως δε ο ίδιος υποστήριξε το πλάτος του δρόμου στο σημείο από την περίφραξη της οικίας του μέχρι το σύνορο του ανοικτού χώρου όπου ουσιαστικά τοποθέτησε την παραπονούμενη (με Χ στο τεκμήριο 5) ήταν 6 μέτρα. Με τα πιο πάνω δεδομένα όμως δεν μπορεί αυτός όταν κατέβηκε να βρισκόταν στην απόσταση που είπε, από το αυτοκίνητο και την παραπονούμενη. Αυτό είναι κάτι που δείχνει ότι οι διάφορες αποστάσεις που ανέφερε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά τις ανέφερε ώστε να πείσει ότι η εκδοχή του ήταν η αληθινή. Στην αντεξέταση του είπε ότι οι σκύλοι ήταν δεμένοι στον λαιμό. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει το πώς ήταν δεμένοι είπε ότι ήταν ένα «κολανάκι με δύο πολέμια» και ήταν περίπου απόσταση δύο μέτρα από την παραπονούμενη. Είπε δε περαιτέρω ότι και οι δύο σκύλοι ήταν μέσα στον ανοικτό χώρο και σε κάποια στιγμή ο ένας απομακρύνθηκε από τον άλλο και πήγε προς το πεζοδρόμιο και αφόδευσε κοντά στον στύλο (στο τεκμήριο 5 φαίνεται ένας ξύλινος στύλος στο σύνορο του χωραφιού και του πεζόδρομου-δρόμου). Όταν του υποβλήθηκε, πολύ λογικά, ότι ο σκύλος ουδέποτε απομακρύνθηκε από την παραπονούμενη γιατί ήταν δεμένος με δύο μέτρα σκοινί, αντιλαμβανόμενος πλέον την ασυνέπεια της θέσης του είπε για πρώτη φορά ότι η παραπονούμενη κρατούσε ένα μηχανισμό (και για τους δύο σκύλους), ο οποίος επέτρεπε στον σκύλο να απομακρυνθεί αφού μεγάλωνε το σκοινί. Να σημειωθεί δε ότι κατά την μαρτυρία του τοποθέτησε επί του τεκμηρίου 5 στο ίδιο σημείο (με το Χ) τόσο την παραπονούμενη όσο και το σημείο όπου αφόδευσε ο σκύλος της. Όταν δε του τέθηκε στην αντεξέταση εύλογα το ερώτημα πως γίνεται αυτό εφόσον ήταν η θέση του ότι ο σκύλος απομακρύνθηκε από αυτήν και αφόδευσε, αντιλαμβανόμενος και πάλι την ασυνέπεια στην εκδοχή του είπε ότι έδειξε το σημείο όπου στεκόταν η παραπονούμενη με τον σκύλο όχι ακριβώς αλλά την περιοχή όπου στάθηκε αυτή και για να προσαρμόσει την απάντηση του ώστε να συνάδει με την εκδοχή του είπε ότι η παραπονούμενη δεν στεκόταν στο σημείο που την τοποθέτησε επί του τεκμηρίου 5 αλλά λίγο πιο μέσα καθώς δεν μπορούσε να το δείξει αυτό. Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι μετά που πρόσεξε ότι ο ένας σκύλος απομακρύνθηκε λίγο και αφόδευσε, αυτός ρώτησε την παραπονούμενη αν έχει τσάντα μαζί της να μαζέψει τα κόπρια και αυτή απάντησε όχι. Τότε αυτός, χωρίς να πει οτιδήποτε άλλο ή να βρίσει με οποιαδήποτε φράση κάποιο άτομο, μπήκε στο σπίτι του και έπιασε το λάστιχο του νερού. Αφού άνοιξε το νερό προσπάθησε να καθαρίσει τα κόπρια που βρίσκονταν σε απόσταση τριών μέτρων περίπου από την αυλή της οικίας του. Ταυτόχρονα ζήτησε από την παραπονούμενη να απομακρυνθεί και η ίδια αρνείτο αποκαλώντας τον «πελλό» και «παλιάνθρωπο». Σε καμία περίπτωση δεν έριξε νερό στην παραπονούμενη αλλά ούτε και το γύρισε πάνω της ή προς τους σκύλους της. Η απόσταση που στεκόταν η παραπονούμενη από το σημείο που ο κατηγορούμενος έριχνε το νερό ήταν γύρω στα πέντε με έξι μέτρα αφού αυτή μετακινήθηκε από το σημείο που αφόδευσε ο σκύλος της από προηγουμένως. Στην αντεξέταση του όμως είπε ότι κάλεσε την παραπονούμενη να παραλάβει τα κόπρια μέσα στην τσάντα, εκείνη του είπε ότι δεν είχε τσάντα μαζί της και την παρακάλεσε να απομακρυνθεί. Δηλ. την παρακάλεσε να απομακρυνθεί πριν επιστρέψει από το σπίτι του με το λάστιχο και όχι ταυτόχρονα με το που άνοιξε το νερό. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι με βάση τα όσα ο ίδιος είπε σε σχέση με τις διαστάσεις του χώρου και το που βρίσκονταν τα κόπρανα, αυτά δεν μπορεί να ήταν σε απόσταση τριών μέτρων περίπου από την αυλή της οικίας του κάτι που είπε στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αλλά πρέπει να ήταν τουλάχιστον 6 μέτρα. Αυτό προφανώς το είπε στην κατάθεση του για να πείσει ως προς την αναγκαιότητα να πάρει το λάστιχο και να χρησιμοποιήσει το νερό. Περαιτέρω στην αντεξέταση του είπε ότι ο λόγος που πήρε το λάστιχο ήταν για να απομακρύνει τα περιττώματα του σκύλου που ήταν φρέσκα για λόγους υγιεινής και ότι έτσι αυτά διαλύθηκαν και πήγαν στο εν λόγω χωράφι. Να υπομνησθεί εδώ ότι ο ίδιος είπε ότι ο σκύλος πήγε προς τον πεζόδρομο και αφόδευσε κοντά στον στύλο (ο στύλος φαίνεται στο τεκμήριο 5 στο σύνορο του πεζόδρομου-δρόμου με το εν λόγω χωράφι). Όταν δε πολύ εύλογα ερωτήθηκε βασικά εάν αυτός με την ενέργεια του έριξε ουσιαστικά τα κόπρανα μέσα στο ίδιο χωράφι για το οποίο έκανε παράπονο ότι αφοδεύουν σκύλοι, έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι έτσι δεν ήταν μαζεμένα. Ήταν δε η θέση του ότι όταν, ταυτόχρονα με το που άνοιξε το νερό και προσπάθησε να καθαρίσει τα κόπρια, ζήτησε από την παραπονούμενη να απομακρυνθεί αυτή όχι μόνο αρνήθηκε αλλά το αποκάλεσε «πελλό» και «παλιάνθρωπο». Η θέση όμως αυτή δεν βρίσκει κατά την κρίση μου έρεισμα στην λογική. Κατ' αρχάς εύλογα εγείρεται το ερώτημα γιατί η παραπονούμενη να αρνηθεί να φύγει και μάλιστα να τον αποκαλέσει και παλιάνθρωπο μόνο και μόνο επειδή, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, με ήρεμο ύφος της είπε να απομακρυνθεί όταν αυτή δεν μάζεψε τα κόπρανα. Πέραν των πιο πάνω πως γίνεται από την μια να λέει ο κατηγορούμενος ότι κάλεσε την παραπονούμενη να απομακρυνθεί ενώ σε άλλο σημείο της κατάθεσης του να λέει ότι όταν αυτός έριχνε νερό, η παραπονούμενη είχε ήδη μετακινηθεί από το σημείο όπου αφόδευσε ο σκύλος της και βρισκόταν 5-6 μέτρα μακριά. Τέλος ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και συγκεκριμένα ότι μίλησε στην παραπονούμενη με καθόλου έντονο ύφος αλλά με ήρεμο τρόπο και δεν έβρισε κανένα, διαψεύδεται από τον Μ.Κ.2, σύμφωνα με τον οποίο, ο ίδιος ο κατηγορούμενος, αφού πληροφορήθηκε για την εναντίον του καταγγελία κατά την επίδικη ημερομηνία, ναι μεν δεν παραδέχθηκε ότι επιτέθηκε και εξύβρισε την παραπονούμενη αλλά του ανέφερε ότι έβριζε και μιλούσε έντονα γενικά για τα άτομα που περνούν με τους σκύλους τους έξω από την οικία του και οι σκύλοι τους προκαλούν ακαθαρσίες. Περαιτέρω ο Μ.Κ.2 είπε ότι όταν στις 4.12.12 συνομίλησε με τον Μελέτη Τιμοθέου σχετικά με το συμβάν εκείνος του ανέφερε ότι άκουσε τον κατηγορούμενο να φωνάζει, να βρίζει. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Η παραπονούμενη διατηρούσε και διατηρεί εξοχική κατοικία στο χωριό Πάνω Πλάτρες. Στις 23.8.12 και γύρω στις 17:45 το απόγευμα βρισκόταν στις Πάνω Πλάτρες και πήγαινε βόλτα κρατώντας τους δύο σκύλους της, τους οποίους είχε δεμένους με λουριά. Οι σκύλοι της είχαν ήδη αφοδεύσει αλλού και η παραπονούμενη επέστρεφε στο σπίτι της. Ενώ βρισκόταν στο δρόμο δίπλα από την εκκλησία Φανερωμένης, ο οποίος ήταν πεζόδρομος και περπατούσε, ο κατηγορούμενος, τον οποίο πρώτη φορά έβλεπε και ο οποίος βρισκόταν εντός σαλούν αυτοκινήτου στο χώρο στάθμευσης της οικίας του, έβαλε πισινή εντός του πεζόδρομου. Η παραπονούμενη πήγε πιο αριστερά στην άκρη του πεζόδρομου κρατώντας κοντά της τους σκύλους της για να περάσει ο κατηγορούμενος με το αυτοκίνητο του, μέσα στο οποίο υπήρχε και ένα μικρό παιδί. Αυτός αντί όμως να φύγει από το σημείο άρχισε να της δείχνει με το χέρι του να φύγει από εκεί και κάτι έλεγε, χωρίς όμως να καταλάβει η παραπονούμενη ή να ακούσει, επειδή ήταν κλειστό το παράθυρο του. Όταν της χειρονομούσε, η παραπονούμενη έκανε βήματα προς τα έξω του δρόμου γιατί θεώρησε ότι δεν τον χωρούσε να περάσει. Τότε ο κατηγορούμενος άνοιξε το παράθυρο του οδηγού και άρχισε να φωνάζει και συγκεκριμένα είπε «Έφερες το κοπρόσιυλλο σου δαμέ για να σιέσει;». Η παραπονούμενη του απάντησε «Είσαι καλά κύριε μου, βλέπεις τον να χέζει;». Τότε εκείνος άρχισε να φωνάζει και να της λέει «Γαμώ την χάβρα σου και τον καπηλέ σου, φύε που δαμέ, έφερες το σιηλλο σου για να μου σιέσει». Η παραπονούμενη του είπε ότι του έκανε χώρο να περάσει πράγμα που εκείνος δεν έπραξε και συνέχισε να φωνάζει και της επανέλαβε ξανά, τουλάχιστον πέντε με έξι φορές, την φράση «Γαμώ τη χάβρα σου και τον καπηλέ σου». Επίσης της είπε σε έντονο ύφος «Φεύκεις που δαμέ όξα εν φεύκεις» και κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και αφήνοντας ανοικτή την πόρτα του οδηγού κατευθύνθηκε εντός της αυλής της οικίας του. Η παραπονούμενη του ανέφερε ότι έπρεπε να ντρέπεται για την ηλικία του να λέει τέτοιες ύβρεις και να συμπεριφέρεται με αυτό τον τρόπο. Λόγω του ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ήταν μπροστά από την παραπονούμενη και κάλυπτε τον δρόμο, για να μπορέσει αυτή να φύγει με τους σκύλους της έπρεπε να περάσει από την άλλη μεριά του αυτοκινήτου. Ξεκίνησε δε να φύγει αλλά εν τω μεταξύ ο κατηγορούμενος πρόλαβε και εξήλθε από την αυλή της οικίας του, κρατώντας ένα λάστιχο νερού, άνοιξε το νερό, πίεσε το λάστιχο και φωνάζοντας τα ίδια με προηγουμένως, άρχισε να ρίχνει νερό προς την παραπονούμενη, με αποτέλεσμα αυτή να βραχεί. Η παραπονούμενη του είπε ξανά ότι έπρεπε να ντρέπεται για τις πράξεις του και έφυγε από το μέρος. Νομική πτυχή Το αδίκημα της κοινής επίθεσης προβλέπεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα και τα συστατικά του στοιχεία είναι τα ακόλουθα:
  2. Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον άλλου,
  3. Αυτό να έγινε παράνομα. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίζει το άλλο πρόσωπο. Πρέπει όμως να υπάρξει κάποια εχθρική πράξη για να στοιχειοθετηθεί η επίθεση όπως μια απειλή ή μια κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή (βλ. Fagan v. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E.R 442 και το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, παρ. Β2.5, σελ. 162). Από την Ψυλλίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 326, προκύπτει ότι ακόμη και το φτύσιμο εναντίον άλλου προσώπου συνιστά επίθεση. Μάλιστα δεν είναι απαραίτητο όπως ο δράστης πετύχει τον στόχο του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974). Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές καταλήγω στα ακόλουθα: Η ενέργεια του κατηγορούμενου να στρέψει το λάστιχο, να ανοίξει το νερό, να πιέσει το λάστιχο και να ρίξει το νερό προς το μέρος της παραπονούμενης με αποτέλεσμα να την βρέξει, αναμφίβολα συνιστά επίθεση. Η όλη δε συμπεριφορά του τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια της εν λόγω πράξης, οδηγεί κατά την κρίση μου περαιτέρω, αναμφίβολα στο συμπέρασμα, ότι αυτός είχε και την αναγκαία πρόθεση να διαπράξει την προαναφερόμενη επίθεση εναντίον της παραπονούμενης, η οποία δεν συγκατατέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο σε αυτήν. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος και συναφώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κοινή επίθεση). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.