← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Bandar Yasin, Αρ. Υπόθεσης: 26873/13, 30/9/2016

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Bandar Yasin, Αρ. Υπόθεσης: 26873/13, 30/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B160 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26873/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Bandar Yasin Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30/9/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κ. Χρ. Αδάμου (για την απαγγελία της απόφασης η κα Ι. Αδάμου) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις συνολικά κατηγορίες. Οι δύο πρώτες, προκύπτουν από παραβάσεις του Νόμου Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία των Θυμάτων) Νόμου119(Ι)/2000 όπως έχει τροποποιηθεί και αφορούν τα αδικήματα της άσκησης βίας στην εν διαστάσει σύζυγο του Natalia Pryputen η οποία και της προκάλεσε άμεσα τόσο πραγματική σωματική βλάβη, όσο και ψυχική (1η και 2η Κατηγ.). Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας, αδίκημα που προκύπτει από το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και μαρτύρησαν στο Δικαστήριο ο αστυφ. 1094 Μάριος Πετάσης, η Natalia Pryputen, η Όλγα Αντωνίου και η Δρ Χρ. Κυριάκου (Μ.Κ.1-4). Μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και προέβη σε ανώμοτη δήλωση, χωρίς να καλέσει κανένα μάρτυρα υπεράσπισης. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κάποια έγγραφα κατατέθηκαν από κοινού ως τεκμήρια, το περιεχόμενο τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Αυτά είναι η κατάθεση του αστυφ.1135 Μ. Νικοδήμου και του Nasser Saleh (Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα). Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι ο Bandar Yasir που αναφέρεται στα Τεκμήρια 4 και 5 είναι ο κατηγορούμενος. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να την παραθέσω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Πολύ περιληπτικά θα αναφερθώ σε αυτήν, όπου τούτο κριθεί αναγκαίο. Ο Μ.Κ.1 ήταν το πρόσωπο που έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του σχημάτισα την εντύπωση ότι μαρτύρησε με ειλικρίνεια τα όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του. Και αυτό χωρίς να μου διαφεύγει ότι αντεξεταζόμενος δεν μπορούσε να απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί. Το γεγονός όμως τούτο δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του, γιατί πέραν του ότι η μαρτυρία του δεν είναι ουσιαστικής σημασίας για την υπόθεση αφού και όπως προαναφέρεται αυτός απλώς έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, θεωρώ ότι τούτο δεν οφειλόταν σε προσπάθεια του να αποκρύψει οτιδήποτε, αλλά γιατί πραγματικά δεν μπορούσε να θυμηθεί, κάτι που εν πάση περιπτώσει κρίνεται φυσιολογικό ενόψει της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από το συμβάν. Για αυτό και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Παρακολουθώντας την ίδια την παραπονούμενη (Μ.Κ.2) να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά της έχω πεισθεί ότι αυτή μαρτύρησε μόνο την αλήθεια, εκθέτοντας όσα πραγματικά έγιναν με τρόπο αυθόρμητο και πηγαίο. Η μαρτυρία της χαρακτηριζόταν από σταθερότητα, αμεσότητα και σαφήνεια και επί των ουσιαστικών της ισχυρισμών παρέμεινε ακλόνητη. Παρά την προσπάθεια της υπεράσπισης να κλονίσει την αξιοπιστία της, δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε ικανό να αλλοιώσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτήν ως ειλικρινούς μάρτυρα η οποία περιορίσθηκε να καταθέσει τα όσα είχε βιώσει. Η θετική εικόνα που σχημάτισα για αυτήν ως μάρτυρα της αλήθειας, δεν αλλοιώνεται ούτε και από το γεγονός ότι στη μαρτυρία της εντοπίζονται κάποιες αντιφάσεις, όπως αυτή που παρατηρείται μεταξύ της γραπτής της κατάθεσης και της προφορικής της μαρτυρίας σε σχέση με το παιδί της και τι έγινε με αυτό μετά το επεισόδιο που όπως ισχυρίζεται έλαβε χώρα, αλλά και κάποιες άλλες. Οι αντιφάσεις αυτές που εν πάση περιπτώσει δεν αφορούν ουσιαστικά σημεία για την υπόθεση, δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της. Και αυτό λόγω της γενικότερης πολύ θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για αυτήν ως μάρτυρα της αλήθειας η οποία παρέμεινε σταθερή στην ουσία των ισχυρισμών της. Επιχείρησε η υπεράσπιση επικαλούμενη κάποιες διαφορές που εντοπίζονται μεταξύ του κειμένου της κατάθεσης που η μάρτυρας έδωσε στην αστυνομία στη μητρική της γλώσσα και της μετάφρασης του στην Ελληνική, μετάφραση που διεξήγαγε η Μ.Κ.3, να κλονίσει την αξιοπιστία τόσο της παραπονούμενης, όσο και της Μ.Κ.
  2. Όμως η αποδοχή της θέσης αυτής, θα απέληγε σε μικροσκοπική θεώρηση της μαρτυρίας, κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται και το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και για τους λόγους που εκτίθενται πιο κάτω αναλυτικά κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.
  3. Για τους λόγους αυτούς, αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία της Μ.Κ.
  4. Η Μ.Κ.3 είναι μεταφράστρια και παρέχει τις υπηρεσίες της τόσο στο Δικαστήριο όσο και στην αστυνομία εκτελώντας μεταφράσεις από τη Ρωσική γλώσσα στην Ελληνική και αντίστροφα. Αυτή μετάφρασε στα Ελληνικά την κατάθεση που η παραπονούμενη έδωσε στην μητρική της γλώσσα (Τεκμήρια 2(Α) και 2 (Β) αντίστοιχα). Προσπάθησε η υπεράσπιση να καταδείξει λάθη στην μετάφραση που η μάρτυρας διενήργησε, στηριζόμενη σε λεπτομέρειες και σε διαφορετικό τρόπο έκφρασης και διατύπωσης όπως και η ίδια η Μ.Κ.3 χαρακτηριστικά υπέδειξε αντεξεταζόμενη. Έχω διεξέλθει με προσοχή τόσο την μετάφραση της κατάθεσης που η παραπονούμενη έδωσε στην αστυνομία και έκαμε η Μ.Κ.3 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 (Β), όσο και τα όσα ακούσθηκαν όταν η μάρτυρας αυτή διάβασε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 (Α) και αυτό μεταφραζόταν από άλλο μεταφραστή και δεν έχω διακρίνει καμία απολύτως ουσιαστική διαφοροποίηση που να καθιστά την μετάφραση της Μ.Κ.3 ανακριβή. Ο διαφορετικός τρόπος έκφρασης και διατύπωσης των ίδιων ουσιαστικά γεγονότων, ιδιαίτερα αυτών που σχετίζονται άμεσα με τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και που σε καμία απολύτως περίπτωση δεν έχουν τεθεί διαφορετικά, δεν μειώνει με κανένα τρόπο την αξία της μετάφρασης. Αποδέχομαι συνεπώς ότι η Μ.Κ.3 μετάφρασε με ορθότητα τα όσα η παραπονούμενη είχε προβάλει στην κατάθεση της, ότι η μετάφραση μεταφέρει με συνέπεια τα λεχθέντα από την Μ.Κ.2 και συνεπώς κρίνεται ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2(Β) αποτελεί ορθή μετάφραση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 2(Α). Μ.Κ.4 ήταν η γιατρός του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού που εξέτασε την παραπονούμενη την επομένη του συμβάντος, δηλαδή στις 28.11.2013 και της οποίας τα προσόντα έγιναν παραδεκτά από την υπεράσπιση. Πως πρέπει να προσεγγίζεται η μαρτυρία των ιατρών, προσδιορίσθηκε στην υπόθεση Σπύρου v. Χαραλάμπους

(1989)1 ΑΑΔ 289. Σε αυτήν αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στον δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R. V. Lantear
(1968)1 All E.R. 683, Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriakos Nicole Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361)». Η γιατρός αυτή, μαρτύρησε με ειλικρίνεια, αναφέροντας ότι η παραπονούμενη παραπονιόταν για ζάλη, ναυτία και άλγος στον αυχένα που αποτελούν βέβαια υποκειμενικά ευρήματα. Όταν εξέτασε την παραπονούμενη, αυτή δεν παρουσίαζε εμφανή συμπτώματα. Με βάση λοιπόν τα όσα η παραπονούμενη της είχε αναφέρει ότι αισθανόταν, κατέληξε ότι πιθανόν να είχε υποστεί ελαφρά εγκεφαλική διάσειση και θλάση αυχένα. Ενόψει του ότι η γιατρός αναφέρθηκε σε πιθανότητα δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι η παραπονούμενη υπέστη πράγματι τις πιο πάνω σωματικές βλάβες. Δεκτό όμως είναι ότι η Μ.Κ.2 και για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται κατά την αξιολόγηση της δικής της μαρτυρίας, ότι μετά την εκδήλωση της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου αισθάνθηκε ζάλη και κεφαλαλγία. O κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, υιοθετώντας ως τέτοια την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στην μητρική του γλώσσα και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1(Α), με μετάφραση της στην Ελληνική γλώσσα (Τεκμήριο 1 (Β)). Όπως έχει νομολογηθεί η δήλωση αυτή έχει κάποια αξία, η οποία θα πρέπει να εξετασθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια, που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (βλ. Ονησιφόρου v. The Police
(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή κατάρριψη γεγονότων αλλά από το περιεχόμενο της μπορεί να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση (όπως και η σιωπή) σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Τhemistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). H ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλ. Μαυρικίου v. Αστυνομίας, 2007
(2)ΑΑΔ359). Στην εξεταζόμενη περίπτωση η ανώμοτη δήλωση, δεν έχει καμία απολύτως πειστική αξία και δεν είναι ικανή να οδηγήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Και αυτό λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της ανώμοτης αυτής δήλωσης, σε συνάρτηση με τη γραμμή υπεράσπισης και τη μαρτυρία που προσκομίσθηκε από την κατηγορούσα αρχή και η οποία για τους λόγους που προαναφέρονται έχει γίνει αποδεκτή. Δεδομένων των πιο παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Η Μ.Κ.2 στις 8/12/2008 τέλεσε πολιτικό γάμο με τον κατηγορούμενο. Μαζί απόκτησαν ένα αγοράκι το οποίο το 2013 ήταν ηλικίας τεσσάρων χρόνων. Στις 27/11/2103 η Μ.Κ.2 και ο κατηγορούμενος διέμεναν στο ίδιο σπίτι, αλλά όχι ως κανονικό ζευγάρι, καθότι αντιμετώπιζαν διάφορα προβλήματα στην μεταξύ τους σχέση και είχαν συνεχείς προστριβές. Την συγκεκριμένη ημερομηνία η Μ.Κ.2 σχόλασε από την εργασία της και πήγε μαζί με το παιδί της στο Bubble Park. Κατά τον χρόνο που βρισκόταν εκεί, ο κατηγορούμενος της τηλεφώνησε και η Μ.Κ.2 τον ενημέρωσε για τον τόπο που ήταν και η συζήτηση τους κατέληξε σε καυγά. Στη συνέχεια και ενώ η Μ.Κ.2 εξακολουθούσε να βρίσκεται στο συγκεκριμένο πάρκο μαζί με το παιδί της και ενώ η ίδια καθόταν σε τραπεζάκι παρακολουθώντας από κάποια απόσταση το γιό της που έπαιζε, ο κατηγορούμενος και χωρίς η Μ.Κ.2 να τον αντιληφθεί πήγε από πίσω της και την κτύπησε με γροθιά στο κεφάλι και αμέσως με τις παλάμες του στα αυτιά της. Στη συνέχεια άρπαξε το κινητό της τηλέφωνο που βρισκόταν πάνω στο τραπεζάκι μάρκας Samsung S3310, το έριξε στον τοίχο και το έσπασε. Ύστερα ο κατηγορούμενος έτρεξε στο χώρο που έπαιζε το παιδί τους και το οποίο δεν είχε αντιληφθεί οτιδήποτε, άρπαξε το παιδί και έτρεξε προς την έξοδο. Η Μ.Κ.2 έτρεξε πίσω του και κατάφερε να τον σταματήσει. Το παιδί άρχισε να κλαίει και να φωνάζει. Με τη βοήθεια υπαλλήλων του πάρκου η Μ.Κ.2 πήρε το παιδί της και επέστρεψε και κάθησε εκεί που καθόταν προηγουμένως. Μια υπάλληλος του πάρκου πήρε το παιδί στην προσπάθεια της να το ηρεμήσει. Τότε ο κατηγορούμενος επέστρεψε εκεί που καθόταν η Μ.Κ.2 και την απείλησε ότι αν δεν επιστρέψει πίσω στο σπίτι, δεν θα ξαναδεί το παιδί της και θα την σκοτώσει. Η Μ.Κ.2 φοβήθηκε τόσο για τη δική της ζωή όσο και για τη ζωή του παιδιού της και από τότε δεν επέστρεψε πίσω στο σπίτι που διέμεναν με τον κατηγορούμενο, αλλά ζήτησε την βοήθεια φίλων της. Την επόμενη μέρα και επειδή από το προηγούμενο βράδυ ένοιωθε ζάλη και κεφαλαλγία και δεν αισθανόταν καλά επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Η Μ.Κ.4 που την εξέτασε δεν διαπίστωσε να παρουσιάζει οποιαδήποτε αντικειμενικά ευρήματα, αλλά με βάση του τι ένοιωθε η Μ.Κ.2 κατέληξε ότι αυτή πιθανόν να είχε υποστεί ελαφριά εγκεφαλική διάσειση και θλάση αυχένα. Στις 28/11/2013 ο αστυφ. 1135 Μ. Νικοδήμου συνέλαβε τον κατηγορούμενο και στις 29/3/2013 ο Μ.Κ.1 έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κάθε κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το οποίο βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18), ξεκινώντας από το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, το οποίο προκύπτει από το άρθρο 3
(1)
(4)του Περί της Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε και το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «3
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και την βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς την συγκατάθεση του θύματος καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ... ... ... ... ...
(3). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1), διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού που τιμωρείται εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές». Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα :
  1. Ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία,
  2. εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας του,
  3. και αυτή να έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχικής βλάβης. Ξεκινώντας από το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, διαπιστώνεται ότι η Μ.Κ.2 και ο κατηγορούμενος αποτελούν μέλη της ίδιας οικογένειας, αφού είχαν τελέσει πολιτικό γάμο, κάτι που αποτέλεσε αδιαμφησβήτητο γεγονός. Και τούτο αφού και όπως προκύπτει από το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, «μέλος της οικογένειας» συμπεριλαμβάνει μεταξύ άλλων άντρα και γυναίκα που έχουν συνάψει νόμιμο γάμο, ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι. Αναμφίβολα η συμπεριφορά του κατηγορούμενου έναντι της Μ.Κ.2 να της δώσει γροθιά πίσω στο κεφάλι και να την κτυπήσει στα αυτιά ενώ αυτή καθόταν αμέριμνη παρακολουθώντας το παιδί της που έπαιζε, αποτελεί πράξη άσκησης βίας που εμπίπτει εντός της έννοιας που καθορίζεται από το Νόμο. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι από τη βίαιη αυτή συμπεριφορά του κατηγορούμενου, προκλήθηκε στην Μ.Κ.2, σωματική βλάβη αφού και σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Μ.Κ.2 μετά την άσκηση της βίας που υπέστη από τον κατηγορούμενο δεν αισθανόταν καλά, αλλά υπέφερε από ζάλη και κεφαλαλγία. Για αυτό και την επόμενη ημέρα αναγκάσθηκε να επισκεφθεί το νοσοκομείο όπου η Μ.Κ.4 που την εξέτασε και επειδή δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε αντικειμενικά ευρήματα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πιθανόν να είχε υποστεί ελαφριά εγκεφαλική διάσειση και θλάση αυχένα. Οι ενοχλήσεις αυτές που αισθανόταν η παραπονούμενη και την ανάγκασαν να μεταβεί στο νοσοκομείο για εξέταση, αποτελούν σωματική βλάβη και συνεπώς και το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος άσκησε εναντίον της παραπονούμενης, εν διαστάσει συζύγου του, βία η οποία προκάλεσε σε αυτήν σωματική βλάβη. Συνεπώς το αδίκημα της 1ης κατηγορίας έχει αποδειχθεί. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει το αδίκημα της 2ης κατηγορίας με το οποίο καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι με την βίαιη συμπεριφορά του, προκάλεσε στην παραπονούμενη άμεσα ψυχική βλάβη. Η μοναδική μαρτυρία που προσκομίσθηκε προς απόδειξη του στοιχείου αυτού, προήλθε από την ίδια την παραπονούμενη (Μ.Κ.2) η οποία ανάφερε ότι την ώρα του επεισοδίου περιήλθε σε κατάσταση σιόκ. Όμως, η αναφορά της αυτή παρέμεινε γενικόλογη αφού δεν διευκρίνησε ούτε τι ένοιωθε, ούτε και σε ποια κατάσταση ακριβώς περιήλθε και εάν η κατάσταση αυτή προκλήθηκε από την συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Με μοναδικό στοιχείο την αναφορά αυτή της παραπονούμενης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι αυτή υπέστη ψυχική βλάβη και μάλιστα άμεση, ούτε και ότι η κατάσταση αυτή ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Σημαντικό επίσης είναι το γεγονός ότι καμία ιατρική μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί που να διευκρινίζει εάν η κατάσταση στην οποία η παραπονούμενη περιήλθε συνιστά ψυχική βλάβη. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι το αδίκημα της 2ης κατηγορίας δεν έχει αποδειχθεί. Θα προχωρήσω τέλος να εξετάσω εάν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της 3ης κατηγορίας, της απειλής βιαιοπραγίας που δημιουργεί το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο και προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Όπως λέχθηκε στην υπόθεση στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 16 « ..... η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς το σκοπό αποτροπής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δε στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. (Βλ. μεταξύ άλλων Kallenos v. Police
(1969)2 C.L.R., 210)». Και στη συγκεκριμένη περίπτωση τα λόγια που εκστόμισε ο κατηγορούμενος προς την παραπονούμενη και κάτω από τις συνθήκες που τα εκστόμισε, αναμφίβολα και εξ' αντικειμένου εμπεριέχουν τη δυνατότητα εκφοβισμού αφού με αυτά ο κατηγορούμενος απείλησε την Μ.Κ.2 ότι αν δεν επιστρέψει πίσω στο σπίτι, δεν θα ξαναδεί το παιδί της και θα την σκοτώσει. Σύμφωνα δε με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, πράγματι η συμπεριφορά αυτή του κατηγορούμενου είχε ως αποτέλεσμα, η Μ.Κ.2 να φοβηθεί τόσο για τη δική της ζωή όσο και για τη ζωή του παιδιού της και να μην επιστρέψει στο σπίτι που διέμενε μαζί με τον κατηγορούμενο. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει πρόσθετα η απειλή να έχει σκοπό τον εκφοβισμό κάποιου να μην κάμει μια πράξη, την οποία νόμιμα δικαιούται να κάμει. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510, συστατικό στοιχείο του αδικήματος αποτελεί η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον για να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει. Αν ελλείπει το συστατικό αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας. Στην εξεταζόμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος απείλησε την παραπονούμενη ότι αν δεν επέστρεφε στο σπίτι που ζούσαν τότε δεν θα ξανάβλεπε το παιδί τους και θα την σκότωνε. Τα όσα εκστόμισε ο κατηγορούμενος αποσκοπούσαν στο να την εκφοβίσει και να την εξαναγκάσει να επιστρέψει στο σπίτι που τότε διέμεναν, κάτι που θα έπρεπε να είναι αποτέλεσμα ελεύθερη της βούλησης και είναι δικαίωμα της που μπορούσε νόμιμα να διενεργήσει, να επιλέξει δηλαδή εάν θα διέμενε μαζί με τον κατηγορούμενο ή όχι στο συγκεκριμένο σπίτι ή οπουδήποτε αλλού. Αυτή η επιλογή ήταν καθαρά δική της και μέσα στα δικαιώματα της. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου να την εκφοβίσει για να της επιβάλει την επιστροφή της στο σπίτι, κάτι που η παραπονούμενη είχε απόλυτο δικαίωμα να επιλέξει να μην κάνει, συνιστά απειλή που είχε σκοπό τον εκφοβισμό της παραπονούμενης να κάμει μια πράξη, την οποία νόμιμα είχε δικαίωμα να μην κάμει. Κρίνεται λοιπόν ότι και το αδίκημα της 3ης κατηγορίας έχει αποδειχθεί. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η και 3η κατηγορία και αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 2η κατηγορία. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής subject: criminal/final via stin ikogenia cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.