PNO SHIPMANAGEMENT LTD ν. Νίκος Χ''Λοίζου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19832/14, 20/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B166 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 19832/14 PNO SHIPMANAGEMENT LTD από Λεμεσό Παραπονούμενη εναντίον
- Νίκος Χ''Λοίζου εκ Κακοπετριάς
- Νίκος Κίκης εκ Πάφου
- Χάρης Ηροδότου εκ Λευκωσίας
- Στέφανος Κυριακίδης εκ Λευκωσίας Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον παραπονούμενο: κ. Χ. Παύλου Για τους κατηγορούμενους 1 & 4: κ. Αδαμίδης Για τον κατηγορούμενο 2: κα Κνέκνα με κ. Κούρρη (κα Χ'' Νεοφύτου για να ακούσει απόφαση) Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Αρότης με κα Αρότη Κατηγορούμενοι 1 - 4 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Στην παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, ο μεν 1ος κατηγορούμενος, μία κατηγορία για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του αρ. 298 του Κεφ.154 (1η κατηγορία) και μία κατηγορία για απόσπαση χρημάτων με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα κατά παράβαση του αρ.300 Κεφ.154 (3η κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι 2 - 4, αντιμετωπίζουν από κοινού, μία κατηγορία, αυτή της συμμετοχής ή συνέργειας στη διάπραξη του αδικήματος της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις από τον 1ο κατηγορούμενο, στη βάση του αρ.20 Κεφ.154 (2η κατηγορία) και μία κατηγορία για παρόμοια συμμετοχή ή συνέργεια στη διάπραξη του αδικήματος της απόσπασης χρημάτων με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα από τον 1ο κατηγορούμενο, επίσης στη βάση του αρ.20 Κεφ.154, (4η Κατηγορία). Επιπρόσθετα, όλοι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού, μία κατηγορία, αυτή της συνομωσίας προς καταδολίευση κατά παράβαση του αρ. 302 Κεφ.154 (5η κατηγορία). Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες τις σχετικές λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων αδικημάτων. «Πρώτη Κατηγορία Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο Κατηγορούμενος 1 στη Λεμεσό, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση της παραπονούμενης εταιρείας, παρέστησε σ' αυτήν ότι δήθεν είχε τη δυνατότητα να διευθετήσει την παροχή δανειακής διευκόλυνσης από ταμείο (fund) του εξωτερικού με το οποίο συνεργαζόταν και/ή αντιπροσώπευε, ενώ τούτο ήταν αναληθές και απόσπασε από αυτή το ποσό των €260.000 κατά την περίοδο Γεννάρη-Μάρτη του 2014, ως δικαιώματα διαμεσολάβησης και εξασφάλισης της. Δεύτερη Κατηγορία Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι 2,3 και 4 παρείχαν βοήθεια ή παρακίνησαν ή συμβούλευσαν ή προήγαγαν τον Κατηγορούμενο 1 στη διάπραξη του αδικήματος της απόσπασης του ποσού των €260.000 από την παραπονούμενη εταιρεία με ψευδείς παραστάσεις με σκοπό την καταδολίευση της. Τρίτη Κατηγορία Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο Κατηγορούμενος 1 στη Λεμεσό, παριστάνοντας στην παραπονούμενη εταιρεια ότι είχε τη δυνατότητα διευθέτησης δανειακής διευκόλυνσης προς αυτή από ταμείο (fund) του εξωτερικού, απέσπασε από αυτή το ποσό των €260.000 κατά την περίοδο Γεννάρη-Μάρτη 2014, ως δικαιώματα διαμεσολάβησης και εξασφάλισης της. Τέταρτη Κατηγορία Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι 2,3 και 4 παρείχαν βοήθεια ή παρακίνησαν ή συμβούλευσαν ή προήγαγαν τον Κατηγορούμενο 1 στη διάπραξη του αδικήματος της απόσπασης του ποσού των €260.000 από την παραπονούμενη εταιρεία με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα. Πέμπτη Κατηγορία Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι 1,2,3 και 4 συνωμότησαν μεταξύ τους όπως με απάτη ή δόλιο τέχνασμα ή επινόημα, αποσπάσουν από την παραπονούμενη εταιρεία το ποσό των €260.000 παριστάνοντας σε αυτήν ότι δήθεν είχαν τη δυνατότητα να διευθετήσει την παροχή δανειακής διευκόλυνσης από ταμείο (fund) του εξωτερικού με το οποίο συνεργαζόταν και/ή αντιπροσώπευε, ενώ τούτο ήταν αναληθές και απόσπασε από αυτή το ποσό των €260.000 κατά την περίοδο Γεννάρη-Μάρτη του 2014, ως δικαιώματα διαμεσολάβησης και εξασφάλισης της» Για να αποδείξει την υπόθεση της, η παραπονούμενη κάλεσε δύο μάρτυρες, το δικηγόρο Πανίκο Ονουφρίου, ΜΚ1, διευθυντή της παραπονούμενης και το Γιώργο Πέτρου, ΜΚ
- Η μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων, οι οποίοι κατέθεσαν με γραπτή δήλωση, Έγγραφα Α και Β αντίστοιχα, ήταν εκτενής. Σημειώνω ενδεικτικά ότι η γραπτή δήλωση του ΜΚ1 επεκτάθηκε σε 60 παραγράφους σε 10 πυκνογραμμένες σελίδες, στα πλαίσια της οποίας κατατέθηκαν 39 Τεκμήρια, ενώ η γραπτή δήλωση του ΜΚ2, επεκτάθηκε σε 41 παραγράφους σε 8 σελίδες, στα πλαίσια της οποίας κατατέθηκαν ακόμη 7 Τεκμήρια. Κατά την αντεξέταση των εν λόγω μαρτύρων, κατατέθηκαν ακόμη 8 Τεκμήρια και 3 Τεκμήρια προς αναγνώριση, δηλαδή, 57 Τεκμήρια στο σύνολο τους 3 από τα οποία παρέμειναν ως τεκμήρια για αναγνώριση. Παραθέτω συνοπτικά πιο κάτω, την εκδοχή της παραπονούμενης, όπως αυτή δύναται να εξαχθεί από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων και την προσκομισθείσα μέχρι τώρα μαρτυρία, την οποία, για σκοπούς εύκολης αντίληψης, κρίνω ορθό, όπως τη χωρίσω σε χρονικές περιόδους: ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΠΑΦΩΝ - ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΜΕΧΡΙ ΝΟΕΜΒΡΙΟ 2013 Ο ΜΚ1, πέραν από την άσκηση δικηγορίας, ασχολείται, από το 2002, ενεργά, με την εμπορική ναυτιλία, «αγοράζοντας πλοία και αναλαμβάνοντας την πλοιοδιαχείριση με έδρα τη Λεμεσό». Περί το 2007, και αφού είχε ήδη ολοκληρώσει κάποιες προηγούμενες ναυτιλιακές επενδύσεις, αποφάσισε να προχωρήσει με νέες επενδύσεις, αγοράζοντας μεγαλύτερα πλοία, πράγμα το οποίο και έπραξε με χρηματοδότηση από την Τράπεζα Κύπρου. Για το σκοπό της πλοιοδιαχείρισης των νεοαποκτηθέντων του πλοίων, συνέστησε, περί το 2007, την παραπονούμενη εταιρεία. Περί τα τέλη του 2010, αρχές 2011, αποφάσισε να ανανεώσει το στόλο του. Εμπόδιο στην απόφαση του αυτή όμως, στάθηκε η άρνηση της Τράπεζας Κύπρου να συνεχίσει τη χρηματοδότηση των επενδύσεων του με αποτέλεσμα εκείνο το θέμα να οδηγηθεί στα πολιτικά Δικαστήρια, όπου ακόμη εκκρεμούν οι καταχωρηθείσες αγωγές. Σε μια προσπάθεια του για εξεύρεση άλλων οικονομικών πόρων για χρηματοδότηση των ναυτιλιακών του δραστηριοτήτων, ο μάρτυρας απευθύνθηκε σε διάφορους συνδέσμους του που πίστευε ότι θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν να βρει χρηματοδότηση. Ένας από αυτούς τους συνδέσμους τού, τον ενημέρωσε ότι υπήρχε κάποιο «FUND» από το εξωτερικό, το οποίο μέσω των εκπροσώπων του στην Κύπρο, ενδιαφερόταν να επενδύσει σε εμπορικούς τομείς όπως ο δικός του. Εκδήλωσε τότε το ενδιαφέρον του να συναντηθεί μαζί τους, οπόταν και διευθετήθηκε συνάντηση στο δικηγορικό του γραφείο περί τον Οκτώβριο
- Κατά την εν λόγω συνάντηση, παρόντες ήταν ο ίδιος και οι κατηγορούμενοι 1 και 3, οι οποίοι του συστήθηκαν ως εκπρόσωποι του Ταμείου (FUND) ΑSIA INVESTMENT FUND από το εξωτερικό, (εφ' εξής το Ταμείο), το οποίο ενδιαφέρεται να επενδύσει μεγάλα χρηματικά κεφάλαια σε τομείς όπως και η ναυτιλία και ότι έχουν την ικανότητα και δυνατότητα να διευθετήσουν τέτοια χρηματοδοτική διευκόλυνση με αντάλλαγμα δικαιώματα και προμήθειες. Όσον αφορά το επαγγελματικό τους ιστορικό, οι κατηγορούμενοι 1 και 3, του ανέφεραν, ο μεν πρώτος ότι στο παρελθόν εργαζόταν ως διευθυντής πωλήσεων σε ασφαλιστική εταιρεία ενώ ο άλλος ότι ήταν πρώην τραπεζικός υπάλληλος. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο 1ος κατηγορούμενος του ανέφερε ότι είναι ο έμμεσος σύνδεσμος του Ταμείου, με τον άμεσο σύνδεσμο να είναι ο κατηγορούμενος 2, συνέταιρος και συνεργάτης του κατηγορούμενου
- Ζήτησε ακολούθως να πληροφορηθεί «για τα περί του Ταμείου (FUND)», ποιοι άλλοι έτυχαν μέχρι σήμερα χρηματοδότησης ως επίσης και να πληροφορηθεί αναφορικά με τον 2ο κατηγορούμενο που σύμφωνα με τους κατηγορούμενους 1 και 3 ήταν ο άμεσος σύνδεσμος του Ταμείου. Απαίτησε επίσης όπως μιλήσει απευθείας με τον κατηγορούμενο 2 ούτως ώστε να πληροφορηθεί άμεσα τόσο σε σχέση με το δικό του βαθμό εμπλοκής όσο και με τον τρόπο λειτουργίας του ταμείου. Κατά την εν λόγω τηλεφωνική επικοινωνία, ο κατηγορούμενος 2 τον ενημέρωσε ότι είναι μεσολαβητής του Ταμείου στην Κύπρο, για χορήγηση χρηματοδοτήσεων από το ταμείο, το οποίο έχει έδρα το Χονγκ-Κονγκ, τη Σιγκαπούρη και την Τζακάρτα. Όσον αφορά την ύπαρξη άλλων προσώπων που έτυχαν παρόμοιας χρηματοδότησης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι Κατηγορούμενοι 1,2 και 3 τον πληροφόρησαν ότι τέλος Οκτωβρίου - αρχές Νοεμβρίου 2013, θα μετέβαιναν στη Τζακάρτα μαζί με άλλους επενδυτές, των οποίων τα δάνεια είχαν εγκριθεί, με σκοπό το άνοιγμα των σχετικών λογαριασμών και την παραλαβή των δανείων. Περαιτέρω, σύμφωνα με το μάρτυρα, οι εν λόγω κατηγορούμενοι, αναφέρθηκαν σε διάφορα άλλα projects για τα οποία δόθηκε χρηματοδότηση, όπως πάρκο φωτοβολταϊκών στη Πάφο, κατασκευή ποδοσφαιρικού σταδίου στη Λεμεσό, επένδυση σε ακίνητα στη Βουλγαρία καθώς και στο τομέα της ναυτιλίας. Αφού έλαβε τις πληροφορίες που ζήτησε, εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για να τύχει της χρηματοδότησης του Ταμείου και του ζητήθηκε να υπογράψει σχετική συμφωνία «εμπιστευτικότητας» μεταξύ της παραπονούμενης και της εταιρείας του κατηγορούμενου 1 όπως και έπραξε. Ακολούθως ετοίμασε ένα «BUSINESS PROJECT» (εφ' εξής το project), με το οποίο ανέπτυσσε την επιχειρηματική πρόταση της παραπονούμενης, ούτως ώστε να υποστηριχθεί το αίτημα για χρηματοδότηση ενώπιον του Ταμείου. Με το εν λόγω BUSINESS PROJECT, το οποίο, ο μάρτυρας παρέδωσε στους κατηγορούμενους 1 και 3, η παραπονούμενη, εξηγώντας τα επιχειρηματικά οφέλη που θα είχε, σε προτιθέμενους επενδυτές όπως το Ταμείο, ενδεχόμενη χρηματοδότηση του project, ζήτησε χρηματοδότηση ύψους $33.000.000 (€25 εκ.) για αγορά τριών πλοίων. Περί τα τέλη Οκτωβρίου, σε νέα συνάντηση που είχε με τους κατηγορούμενους 1 και 3, οι τελευταίοι τον ενημέρωσαν ότι, το project άρεσε στο Ταμείο και ότι το τελευταίο ήταν διατεθειμένο να εξετάσει το αίτημα του. Παρ' όλες τις πιο πάνω πληροφορίες που ο μάρτυρας ανέφερε ότι του έδωσαν οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αυτός τους δήλωσε ότι «δεν είμαι βέβαιος ότι έχω πεισθεί για να συμμετάσχω ή και αν ακόμα αποφασίσω, ότι δεν προτίθεμαι να πληρώσω οτιδήποτε δικαιώματα/προμήθειες προκαταβολικά προτού με πείσουν ότι είναι σε θέση να φέρουν εις πέρας τα όσα υπόσχονταν. Περαιτέρω ότι ήθελα να ενημερωθώ για τα αποτελέσματα της επικείμενης επίσκεψης τους στην DJAKARTA, προτού αποφασίσω.»- (έμφαση δική μου). ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΠΑΦΩΝ - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2013 - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2013 Στις 26/11/13 ο μάρτυρας συναντήθηκε με τους κατηγορούμενους 3 και 4, με τον κατηγορούμενο 4 να συστήνεται ως ο λογιστής κάποιας εταιρείας, συνιδιοκτησίας των κατηγορουμένων 1 και
- Κατά την συνάντηση, του δόθηκε αντίγραφο ενός από τα συμβόλαια που υπογράφτηκε στην DJAKARTA και ήδη εκτελέστηκε. Στο εν λόγω συμβόλαιο, ο μάρτυρας παρατήρησε ότι ενώ είχαν διαγραφεί όλα τα ονόματα των συμβαλλομένων, στην τελευταία σελίδα, φάνηκε να διέφυγε της διαγραφής, το όνομα ενός από τους συμβαλλομένους, ήτοι της εταιρείας FOTOPLUS LTD. Εκμεταλλευόμενος αυτή την παράλειψη ο ΜΚ1 προέβη ο ίδιος σε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με την εν λόγω εταιρεία, όταν και διαπίστωσε ότι διευθυντής και ιδιοκτήτης της ήταν ο Γιώργος Πέτρου, ΜΚ
- Επειδή ακόμη δεν είχε πεισθεί για να συμμετάσχει στη χρηματοδότηση του Ταμείου, ζήτησε από τους κατηγορούμενους 3 και 4 εκ νέου συνάντηση με τους κατηγορούμενους 1 και 2 καθώς επίσης και με το Γιώργο Πέτρου. Οι κατηγορούμενοι 3 και 4 του ανέφεραν ότι ο Γιώργος Πέτρου απουσίαζε στο εξωτερικό για υλοποίηση του δικού του project και ότι σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 θα κατέβαλλαν προσπάθεια να επιτευχθεί συνάντηση αν και λόγω του πολυάσχολου προγράμματος του αυτό μπορεί να ήταν δύσκολο. Εν τέλει, συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 2 καθώς και με τους κατηγορούμενους 1 και 3 περί τα μέσα Δεκεμβρίου του 2013 όπου ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε τις διάφορες διασυνδέσεις που είχε τόσο με το ταμείο όσο και με άλλους προτιθέμενους πελάτες του ταμείου, όπως το Υπουργείο Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας το οποίο αναζητούσε χρηματοδότηση για ανέγερση ποδοσφαιρικού σταδίου στη Λεμεσό. Του ανέφερε επίσης ονόματα άλλων προσώπων που έτυχαν της χρηματοδότησης του ταμείου όπως ήταν ο Χριστάκης Στυλιανού από το Τραχώνι και ο Γιώργος Πέτρου, ιδιοκτήτης της FOTOPLUS LΤD για τον οποίο, ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι μετά την επιτυχή κατάληξη του δανείου του μετέβηκε στην Κίνα για τις εμπορικές του δραστηριότητες. Αφού ενημερώθηκε για τα πιο πάνω και εφόσον δεν είχε ακόμη πεισθεί για την γνησιότητα των όσων οι κατηγορούμενοι του είχαν αναφέρει, ο μάρτυρας, μετά τη συνάντηση του με τους κατηγορούμενους, προχώρησε ο ίδιος και προσπάθησε να επικοινωνήσει προσωπικά με το Γιώργο Πέτρου για να επιβεβαιώσει τα όσα του λέχθηκαν από τους κατηγορούμενους. Από την επικοινωνία που είχε, πληροφορήθηκε ότι ο Γιώργος Πέτρου βρισκόταν στο εξωτερικό για τις δουλειές του οπόταν, σύμφωνα με τον ίδιο, «Το γεγονός αυτό με καθησύχασε γιατί πείσθηκα ότι ο κατηγορούμενος 2 μου έλεγε την αλήθεια.» (έμφαση δική μου). ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΠΑΦΩΝ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2013 - ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2014 Σύμφωνα με τον μάρτυρα, σε περίπτωση που θα αποφάσιζε να αιτηθεί οποιαδήποτε χρηματοδότηση και αυτή εγκρίνετο από το Ταμείο, τότε η παραπονούμενη θα έπρεπε να καταβάλει στο Ταμείο, προκαταβολικά, ποσό 4% επί της εγκριθείσας χρηματοδότησης, ως «fee expenses». Ως εκ τούτου διευθέτησε νέα συνάντηση με τους κατηγορούμενους όπου τους εκδήλωσε την πρόθεση του να συμμετάσχει στο project, όχι όμως στη βάση των όρων του Ταμείου, αλλά στη βάση κάποιων επιπρόσθετων δικών του όρων, οι οποίοι προφανώς, επενεργούσαν ως ασφαλιστικές δικλείδες για την παραπονούμενη. Ειδικότερα, ενημέρωσε τους κατηγορούμενους ότι προϋπόθεση για τη συμμετοχή της παραπονούμενης ήταν ότι, δεν θα πλήρωνε οποιαδήποτε δικαιώματα εκτός εάν πρώτα τον διαβεβαίωναν ρητά ότι εγκρίθηκε η εκροή της χρηματοδότησης και δεύτερο ότι, αντί να γίνει απ' ευθείας χρηματοδότηση €25εκ, για την οποία απαιτείτο η πληρωμή προκαταβολής €800.000, να γίνει πρώτα ένα δάνειο για €5εκ., για το οποίο μόνο €200.000 έπρεπε να δοθούν μπροστά και μόλις γινόταν η εκταμίευση του ποσού των €5εκ., αυτό να χρησιμοποιηθεί αυτόματα για την πληρωμή της προκαταβολής της χρηματοδότησης των επιπλέον €20 εκ. Την εν λόγω αντιπρόταση και όρους που ο ΜΚ1 επέβαλε ως προϋποθέσεις για να αιτηθεί χρηματοδότησης από το Ταμείο, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 ανέλαβαν να την μεταφέρουν στον κατηγορούμενο 2 ούτως ώστε να προωθηθεί στο ταμείο για σκοπούς εξέτασης και ακολούθως αποδοχής ή απόρριψης τους. Εκκρεμούσης της απάντησης του ταμείου, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 του ανέφεραν ότι θα προσπαθούσαν όπως το project του συμπεριληφθεί στο προγραμματισμένο ταξίδι που θα γινόταν μετά την Πρωτοχρονιά του 2014, στην Τζακάρτα. Με την αντιπρόταση και όρους που επέβαλε ο μάρτυρας, αφ' ενός εξασφαλίζετο η επιθυμούμενη συνολική χρηματοδότηση των €25εκ., με τη καταβολή από την παραπονούμενη, της όσο το δυνατό πιο χαμηλής προκαταβολής ήτοι €200.000, αφού το μεγαλύτερο μέρος της εν λόγω προκαταβολής προς το ταμείο, θα πληρώνετο ουσιαστικά από το ίδιο το ταμείο και αφ' ετέρου, διασφαλίζετο ότι η παραπονούμενη δεν θα κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό πριν επιβεβαιωθεί η έγκριση του δανείου. ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΠΑΦΩΝ - ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΣΥΜΒΟΛΑΙΩΝ - ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΜΕΧΡΙ 7 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014 Την Πρωτοχρονιά 2014 ο κατηγορούμενος 1 ενημέρωσε τον ΜΚ1 ότι είχε ληφθεί η προέγκριση του ταμείου σε σχέση με το project που υπέβαλε ο μάρτυρας και ότι το ταμείο ήταν πρόθυμο να προχωρήσει. Επειδή ο κατηγορούμενος 1 του ανέφερε ότι θα ταξίδευε με τον κατηγορούμενο 2 στη Τζακάρτα και θα προσπαθούσαν να προωθήσουν το project της παραπονούμενης αν θα υποβάλλετο σχετική αίτηση, διευθετήθηκε συνάντηση την επόμενη μέρα για το σκοπό υπογραφής των σχετικών συμβολαίων. Στις 2/1/14, υπογράφτηκε εκ μέρους της παραπονούμενης, αίτηση για λήψη χρηματοδότησης ύψους €20εκ., η οποία σύμφωνα με τον μάρτυρα, ήταν υπό την αίρεση της προφορικής συμφωνίας, για χρηματοδότηση, σε πρώτο στάδιο, των €5εκ. Υπογράφτηκαν επίσης δύο Consulting Agreements, μία μεταξύ της παραπονούμενης και της εταιρείας του κατηγορούμενου 1, για την οποία, οι εν λόγω εταιρείες θα λάμβαναν ποσό €1.000.000 και €600.000 αντίστοιχα, ως αντάλλαγμα για τις συμβουλευτικές/«μεσιτικές» υπηρεσίες που θα παρείχαν στην παραπονούμενη σε σχέση με την εξασφάλιση της χρηματοδότησης. Υπογράφτηκε επίσης, μία ακόμη συμφωνία με τίτλο «Fee Agreement», μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου 1 στη βάση της οποίας η πρώτη θα κατέβαλλε σε συγκεκριμένο λογαριασμό τύπου «client's account», ο οποίος ήταν επ' ονόματι του κατηγορούμενου 4, τα ποσά των €25.000 και €35.000 αντίστοιχα και τα οποία θα χρησιμοποιούνταν για πληρωμή όλων των τραπεζικών και διαδικαστικών εξόδων (processing fees and bank admission fees) που απαιτούνταν για την πλήρη διεκπεραίωση της χρηματοδότησης. Το εν λόγω συνολικό ποσό των €60.000, θα κρατείτο ουσιαστικά σε escrow account από τον κατηγορούμενο 4, ο οποίος, σύμφωνα με το μάρτυρα, «ανέλαβε την υποχρέωση να είναι επιφορτισμένος με την τήρηση των συμφωνηθέντων και ο οποίος δεν θα προέβαινε σε πληρωμή παρά μόνο εάν ήτο βέβαιος ότι η σύμβαση θα εκτελείτο απρόσκοπτα.» Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στις 7/1/14, υπέγραψε, εκ μέρους της παραπονούμενης, την τελική συμφωνία χρηματοδότησης των €20εκ. αφού προφανώς το αίτημα του είχε εγκριθεί. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, στη βάση όλων των συμφωνηθέντων η παραπονούμενη δεν θα κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό για δικαιώματα ή προμήθειες εκτός του ποσού των €60,000, ποσό που θα κατέβαλλε σε λογαριασμό escrοw του κατηγορούμενου 4 για να χρησιμοποιηθεί για το συμφωνημένο σκοπό. Σύμφωνα με το μάρτυρα, πριν να υπογράψει οτιδήποτε και προτού καταβάλει οποιαδήποτε χρήματα, διεξήγαγε ο ίδιος προσωπικά και μέσω internet, έρευνα ως προς το οικονομικό υπόβαθρο του Ταμείου όμως δεν μπόρεσε να ανακαλύψει οτιδήποτε - παρά ταύτα προχώρησε με την υπογραφή των προαναφερόμενων συμφωνιών. Μέχρι και τις 13/1/14, και αφού αναμενόταν επιβεβαίωση τήρησης των συμφωνηθέντων, ως οι όροι που ο μάρτυρας επέβαλε στη συμφωνία, η παραπονούμενη δεν κατέβαλε οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα ποσά. ΠΕΜΠΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΠΑΦΩΝ - 13 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014 - €60.000 Στις 13/1/14 έλαβε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο 1 ο οποίος του είπε ότι είναι ζήτημα ημερών να δοθούν οι χρηματοδοτήσεις και ότι θα έπρεπε να καταβληθούν οι €60,000 στον λογαριασμό escrow, για την πληρωμή των αναγκαίων fees. Το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε στον λογαριασμό escrow, από τη δικηγορική εταιρεία P.N.O. Legal Consultancy, σε δύο δόσεις των €25.000 και €35.000 αντίστοιχα, υπό την αναφορά «Fee Agreement DD 02/01/14». Η λήψη των εν λόγω ποσών επιβεβαιώθηκε από τον κατηγορούμενο 4, ο οποίος διαβεβαίωσε το μάρτυρα για την φύλαξη των χρημάτων, σύμφωνα με τους όρους της σχετικής συμφωνίας. ΕΚΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΠΑΦΩΝ - 17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014 - 21 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014 - €200.000 Στις 17/1/14, ο μάρτυρας ενημερώθηκε από τον κατηγορούμενο 1 ότι η έκδοση του δανείου αναμενόταν να γίνει στις 20/1/14, οπόταν και ο τελευταίος έδωσε οδηγίες στον κατηγορούμενο 4 να προχωρήσει με πληρωμή των σχετικών συμφωνηθέντων τραπεζικών εξόδων του ταμείου, ύψους €60.000, στο λογαριασμό που διατηρεί το ταμείο στην τράπεζα Mandiri Bank της Τζακάρτα, στο όνομα κάποιας ARFANI SOFIAS, όπως και έγινε. Ο κατηγορούμενος 1, τόνισε στο μάρτυρα ότι πριν τις 20/1/14, ημερομηνία που αναμένετο η έκδοση του δανείου και πριν ο πρώτος να του επιβεβαιώσει τη μεταφορά του ποσού του δανείου στο λογαριασμό της παραπονούμενης, δεν θα έπρεπε να μεταβιβαστεί κανένα άλλο ποσό. Στις 18, 19, 20 και 21 Ιανουαρίου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, έλαβε ενημέρωση από τον κατηγορούμενο 1 ότι το δάνειο εκδόθηκε και ότι αναμένετο η κατάθεση του σε λογαριασμό του κατηγορούμενου
- Ως εκ τούτου ενημερώθηκε ότι θα έπρεπε να πληρωθεί η προκαταβολή των €200.000 («fee expenses») προς το ταμείο και του δόθηκε ο σχετικός αριθμός λογαριασμού του ταμείου στην Mandiri Bank και το όνομα της δικαιούχου, ARFANI SOFIAS. Το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε στο λογαριασμό της «Fund Representative» ARFANI SOFIAS, στη Mandiri Bank, στις 20/01/14 και 21/1/14 με τρία ξεχωριστά εμβάσματα, ύψους €100,000, €80.000 και €20.000, εμβάσματα τα οποία έκαμαν δύο άλλες εταιρείες, η Hernel Company Ltd από το Μπελίζ, χρησιμοποιώντας λογαριασμό που η εν λόγω εταιρεία διατηρεί σε Ελβετική τράπεζα και η κυπριακή εταιρεία PNO SHIPHOLDING LIMITED μέσω λογαριασμών που διατηρεί σε κυπριακές τράπεζες ήτοι την Τράπεζα Κύπρου και την Ελληνική Τράπεζα. ΕΒΔΟΜΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ - 22 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014 - 01 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2014 Στις 23 Ιανουαρίου 2014, ο μάρτυρας ενημερώνεται από τον κατηγορούμενο 1 ότι το δάνειο των €5εκ. έχει εκδοθεί και ότι με τη χρήση αυτού του ποσού θα προχωρήσει η έκδοση του δεύτερου δανείου των €20εκ., του οποίου όμως η πληρωμή θα καθυστερούσε μέχρι 30/01/
- Από τον Φεβρουάριο 2014 μέχρι και τα τέλη Μαίου 2014, ήτοι για 4 μήνες περίπου, ακολουθεί ανταλλαγή σωρείας αλληλογραφίας με την οποία ο ΜΚ1 ενημερώνεται για τα διάφορα προβλήματα που προέκυπταν στην απελευθέρωση των χρημάτων του δανείου, κάποια από τα οποία ήταν, ως ανέφερε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο, ότι στη Τζακάρτα, «ο μαύρος που κρατούσε τη τσάντα με 25εκ. δολάρια cash, εσσυλλάβαν τον πριν να τους παραδώσει τη τσάντα» και ότι ακολούθως τα λεφτά θα έρχονταν μέσα σε «κάσιες» από τη Μπανγκόνγκ, όμως τα ανακάλυψαν οι τελωνειακές αρχές οι οποίες απαίτησαν όπως λάβουν δωροδοκία για να τα ελευθερώσουν οπόταν και γίνονταν διαπραγματεύσεις ως προς το ποσό της δωροδοκίας και το πότε αυτό θα καταβαλλόταν. Σε κάποιο στάδιο περί τον Μάρτιο 2014, ο ΜΚ1 ενημερώνεται από τον κατηγορούμενο 1, ότι «εκατάφερε κάποιους καλαμαράδες να του στείλουν €60.000, τα οποία μόλις τα πάρει θα του τα δώσει», όμως ούτε αυτή η προσπάθεια τελεσφόρησε. Εν τέλει ενημερώθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε μεταβεί στην Αφρική και συγκεκριμένα στη Μπουρκίνα Φάσο (Άνω Βόλτα) απ' όπου αναμένετο να εξασφαλιστούν τα χρήματα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, τα πιο πάνω συνιστούσαν «τέτοια κωμικοτραγικά γεγονότα υψηλής φαντασίας που θα ζήλευε και ο καλύτερος σεναριογράφος περιπετειών» (έμφαση δική μου) ΟΓΔΟΗ - ΤΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΠΑΦΩΝ Όταν μέχρι και 2 μήνες αργότερα, ήτοι στις 21/07/14, τα λεφτά δεν είχαν ακόμη κατατεθεί στο λογαριασμό της παραπονούμενης, ο ΜΚ1, απέστειλε επιστολή - email, ως δικηγόρος πλέον, με την οποία απειλούσε με δικαστικά μέτρα, όλους τους κατηγορούμενους, αν δεν διευθετούσαν την επιστροφή του ποσού των €260.000 που είχε καταβληθεί ως αναφέρθηκε. Την ίδια μέρα ενημερώθηκε από τον κατηγορούμενο 2, ότι είχαν εξασφαλιστεί τα χρήματα από τράπεζα της Αφρικής και ότι θα έπρεπε ο μάρτυρας να μεταβεί εκεί για να τα παραλάβει. Σύμφωνα με το μάρτυρα όμως, επειδή δεν είχε καμία διάθεση να πάει στη «ζούγκλα με τους μαύρους να τον φαν», αρνήθηκε. Ακολούθως απέστειλε νέο email στους κατηγορούμενους 1 και 2, στις 22/7/14, με το οποίο τους ενημερώνει ότι δεν επιθυμεί πλέον τη παράταση των συμφωνηθέντων αλλά θα ήταν πρόθυμος να εξετάσει το ενδεχόμενο τέτοιας παράτασης εάν του επιστρεφόταν το ποσό των €100.000, προέβαινε σε απ' ευθείας συμφωνία με το Ταμείο και εφοδιαζόταν με τα πιστοποιητικά που έδειχαν τόσο τη σχέση των κατηγορουμένων με το Ταμείο όσο και της ύπαρξης των χρημάτων στην αφρικάνικη τράπεζα. Όταν δεν έλαβε απάντηση μέχρι την επόμενη μέρα, επαναλαμβάνει το αίτημα του για επιστροφή των €260.000, και προχωρεί με αιτήματα τόσο προς την Τράπεζα Κύπρου όσο και προς την τράπεζα του κατηγορούμενου 4 για να επιστραφούν τα χρήματα που κατέβαλε η παραπονούμενη. Αναφορικά με τις €200.000 που καταβλήθηκαν στο λογαριασμό της Arfaniti Sofias στη Mandiri Bank στη Τζακάρτα, ενημερώθηκε ότι η εν λόγω δικαιούχος έκαμε ανάληψη του εν λόγω ποσού και δεν μπορούσε να εντοπιστεί, ενώ για τις €60.000 δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση. Στη βάση των ανωτέρω προχώρησε με την καταχώρηση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. ΠΑΡΕΜΦΕΡΗ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Κατά την αντεξέταση ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια των επαφών του με τους κατηγορούμενους 1 και 2 συζήτησε μαζί τους το ενδεχόμενο να διοριστεί ως δικηγόρος του Ταμείου και να μεσολαβήσει σε πελάτες του για να αιτηθούν και αυτοί χρηματοδότηση από το Ταμείο. Όμως, σύμφωνα με το μάρτυρα, προτίμησε «να δοκιμάσει πρώτα εκείνος και ύστερα να το προτείνει στους πελάτες του αφού ήταν αχαρτογράφητα νερά» Παρά ταύτα, περί τα τέλη Μαρτίου 2014, όταν οι προσπάθειες των κατηγορουμένων 1 και 2 για εξασφάλιση του δανείου της παραπονούμενης απέβησαν άκαρπες, οι πρώτοι του ζήτησαν να τους βοηθήσει εφόσον δέχονταν πιέσεις από άλλους προτιθέμενους δανειολήπτες. Ο ΜΚ1 ανέλαβε τότε να ενεργήσει ως δικηγόρος τους και απέστειλε επιστολές προς τους εν λόγω δανειολήπτες με τις οποίες, υπό τη δικηγορική του ιδιότητα, τους καθησύχαζε για τις προσπάθειες που κατέβαλλαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 να εξασφαλίσουν τα δάνεια και τους ενημέρωνε ότι, αν όλα προχωρήσουν καλώς, τα εν λόγω δάνεια θα εξασφαλίζονταν μέχρι τις 30/4/
- Ένας τέτοιος δανειολήπτης στον οποίο στάληκε η επιστολή του ΜΚ1 ήταν και ο ΜΚ2, διευθυντής της FOTOPLUS LTD. Σύμφωνα με το μάρτυρα, απηύθυνε «τις επιστολές αυτές από ένα σοβαρό δικηγορικό γραφείο ούτως ώστε να τους δοθεί (τους κατηγορούμενους 1 και 2) βαρύτητα για να μπορέσουν να φέρουν εις πέρας αυτά που υποσχέθηκαν...αλλά και για να εξυπηρετήσω τα δικά μου συμφέροντα...» Πέραν τούτου, σε κάποιο άλλο στάδιο των επαφών του με τους κατηγορούμενους 1 και 2, ενεργώντας ως δικηγόρος τους και μέσω των contacts του, τους ενέγγραψε και μία offshore εταιρεία στο εξωτερικό για να μπορούν να διεξάγουν τις εμπορικές τους δραστηριότητες. ΜΚ2 - ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΡΟΥ Η εκδοχή του εν λόγω μάρτυρα περιορίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στη δική του εμπειρία με την εξασφάλιση παρόμοιας χρηματοδότησης από το Ταμείο, ως διευθυντής της FOTOPLUS LTD. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, τους μόνους κατηγορούμενους που γνωρίζει είναι τους 1 και
- Τους κατηγορούμενους 3 και 4 ουδέποτε τους γνώρισε και κανένας εξ' αυτών δεν ενεπλάκη με οποιοδήποτε τρόπο στο δικό του δάνειο. Η δική του συμμετοχή στην όλη «δανειοδότηση» προέκυψε ύστερα από την αποκλειστική εμπλοκή του κατηγορούμενου 2, φίλου και συγχωριανού του, με τον οποίο επιχείρησε ξανά συνεργασία στο παρελθόν για παρόμοιου τύπου χρηματοδότησης από το Dubai, η οποία όμως, παρά την υπογραφή σχετικών συμφωνιών και καταβολής από μέρους του μάρτυρα ποσού €40.000 σε συγκεκριμένα πρόσωπα που συνάντησε στο Dubai, δεν τελεσφόρησε. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 1, σύμφωνα με το μάρτυρα, τον εν λόγω κατηγορούμενο τον γνώρισε στο αεροδρόμιο Λάρνακας, όταν θα ταξίδευε στη Τζακάρτα για να παραλάβει το δάνειο που του ανέφερε ο κατηγορούμενος 2 ότι του είχε εξασφαλίσει. Σύμφωνα με το μάρτυρα, ο κατηγορούμενος 2 του σύστησε τον κατηγορούμενο 1 ως πελάτη που μετέβαινε και αυτός στη Τζακάρτα για να εξασφαλίσει παρόμοιο δάνειο όπως και κάποιος Μιχάλης Νικολάου. Ούτε για τον εν λόγω κατηγορούμενο ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι υπήρξε από μέρους του οποιαδήποτε ουσιαστική εμπλοκή στη δική του απόφαση για δανειοδότηση. Αντίθετα με τον ΜΚ1, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι αυτός τελικά μετέβηκε στη Τζακάρτα για να παραλάβει το δάνειο του, όπου εκεί συνάντησε ακόμη 6 άτομα που είχαν έρθει για τον ίδιο σκοπό. Στην Τζακάρτα έμεινε για 50 μέρες περίπου όπου συναντήθηκε αρκετές φορές με τους Richard Gherin Champerlin και Mawlay Abdul Rahman και κάποιο τρίτο επ' ονόματι Rajsh, οι οποίοι του παρουσιάστηκαν ως ο δικηγόρος και εκπρόσωποι του Ταμείου αντίστοιχα. Σε αυτούς παρέδωσε μία πλαστική σακούλα με €25.000 μετρητά, τα οποία του ζητήθηκαν ως processing fees και το διαβατήριο του. Ακολούθως, υπέγραψε συμβόλαιο για δανειοδότηση από το Ταμείο ύψους €5εκ. και του δόθηκε ένα βιβλιάριο λογαριασμού της τοπικής Danamon Bank, το οποίο ήταν επ' ονόματι του και του ζητήθηκε όπως μεταβεί στην εν λόγω τράπεζα για να παραλάβει τα χρήματα του. Αφότου μετέβηκε στην Danamon Bank με το βιβλιάριο του, του υπεδείχθει από την τραπεζική υπάλληλο που βρισκόταν εκεί, στην οθόνη του υπολογιστή της, ο λογαριασμός του, ο οποίος έδειχνε πίστωση €10εκ. αντί €5εκ που είχε συμφωνήσει. Αυτός τότε αντέδρασε οπόταν και ενημερώθηκε από τον κατηγορούμενο 2 ότι οι εκπρόσωποι του ταμείου του ανέφεραν ότι είχε γίνει λάθος το οποίο όμως δεν μπορούσε να ανατραπεί και ότι για την αποδέσμευση του ποσού θα έπρεπε να καταβληθεί η συμφωνηθείσα προκαταβολή του 4% ήτοι €200.000 στο λογαριασμό της συνεργάτιδας του Ταμείου κας Arfani Sofias. Αυτός τότε, μέσω ενός Κύπριου φίλου του που είχε πάει μαζί του στη Τζακάρτα για να πάρει και αυτός παρόμοιο δάνειο, κάποιου Γιώργου Μιχαηλίδη, επικοινώνησε με ένα ντόπιο επιχειρηματία επ' ονόματι Ahmed για να τον βοηθήσει. Ακολούθως, αυτός, ο Μιχαηλίδης και ο Ahmed, μετέβηκαν πίσω στην Τράπεζα όπου ζήτησαν να μιλήσουν με την υπεύθυνη των δανείων η οποία όμως αρνήθηκε να τους συναντήσει. Ενημερώθηκε τότε από τον κατηγορούμενο 1 ότι η ενέργεια του αυτή είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση του δανείου από τον Mawlay Abdul Rahman. Περί τα τέλη Μαρτίου 2014, έλαβε επιστολή από το δικηγορικό γραφείο του ΜΚ1, τον οποίο επισκέφθηκε. Στην εν λόγω συνάντηση, όπου παρόντες ήταν και οι κατηγορούμενοι 1 και 2, ο μάρτυρας επιβεβαίωσε στον ΜΚ1 την υπογραφή του συμβολαίου της FOTOPLUS LTD και του εξιστόρησε τα όσα είχαν συμβεί στην Τζακάρτα. Παρά ταύτα, συμφώνησε με τον ΜΚ1 όπως δώσουν περαιτέρω ευκαιρία στους κατηγορούμενους 1 και 2, μέχρι 30/4/14 για να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους όμως παρά το ότι αυτοί επιχείρησαν να εξασφαλίσουν τα χρήματα πρώτα από την Μπανγκόκ και ύστερα από τη Μπουρκίνα Φάσο, εντούτοις δεν κατάφεραν τίποτε. Αν και ένιωθε ντροπιασμένος και ότι πιάστηκε κορόιδο από τον κατηγορούμενο 2, το Μάρτιο 2015, ο εν λόγω κατηγορούμενος του πρότεινε να συμμετάσχει σε μία νέα δανειοδότηση από ένα νέο Ταμείο από τη Σιγκαπούρη, για το συνολικό ποσό των €10εκ. και αυτός δέχτηκε χωρίς όμως να έχει μέχρι σήμερα λάβει οποιαδήποτε χρήματα. ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Μετά το πέρας της υπόθεσης για την παραπονούμενη, όλοι οι κατηγορούμενοι, μέσω των συνηγόρων τους, υπέβαλαν εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους, εισηγήσεις οι οποίες στην πλειοψηφία τους, κινήθηκαν στις ίδιες γραμμές. Κεντρικό άξονα όλων των εισηγήσεων συνιστά η θέση ότι καμιά μαρτυρία προσκομίσθηκε που να καταδεικνύει, είτε οποιαδήποτε ψευδή παράσταση υφιστάμενου ή παρελθοντικού γεγονότος, είτε πρόθεση από πλευράς οποιουδήποτε από τους κατηγορούμενους, καταδολίευσης της παραπονούμενης. Ήταν επίσης η θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων υπεράσπισης ότι, από τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, το μόνο που ουσιαστικά καταλογίζεται στους κατηγορούμενους είναι η παράβαση μιας «υπόσχεσης» για διενέργεια κάποιας μελλοντικής πράξης, η οποία ανάγεται σε απλή παράλειψη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης. Επομένως, υποστήριξαν οι συνήγοροι, ουδόλως στοιχειοθετείται είτε το αδίκημα του αρ. 297 είτε το αδίκημα του αρ. 300 του Κεφ.
- Όσον αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς καταδολίευση, οι συνήγοροι εισηγήθηκαν, πρόσθετα ότι, καμιά μαρτυρία προσκομίσθηκε που να καταδεικνύει την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των κατηγορουμένων για καταδολίευση της παραπονούμενης. Τέλος, οι συνήγοροι για τον κάθε κατηγορούμενο, αναφέρθηκαν και στον ισχυριζόμενο βαθμό εμπλοκής που καταλογίζεται σε κάθε ένα κατηγορούμενο αντίστοιχα, προς υποστήριξη της εισήγησης τους ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος της παραπονούμενης, απέρριψε τις εισηγήσεις, και υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία καταδείχτηκε ότι σε διάφορα στάδια, όλοι οι κατηγορούμενοι, με το δικό τους τρόπο, προσπάθησαν να πείσουν το ΜΚ1, διευθυντή της παραπονούμενης, να συμμετάσχει σε αυτή την ισχυριζόμενη δανειοδότηση και ότι αυτοί είχαν την δυνατότητα να την εξασφαλίσουν και εν τέλει, με τις διαβεβαιώσεις και παραστάσεις τους, έκαμψαν τις επιφυλάξεις του και τον έπεισαν. Ο κ. Παύλου έκαμε αναφορά στις διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων ότι υπήρξαν και άλλα άτομα που έλαβαν δανειοδότηση από το Ταμείο όπως ο ΜΚ2, ότι τα δάνεια είχαν εγκριθεί και τα χρήματα κατατεθεί σε προσβάσιμους λογαριασμούς κ.ο.κ. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως και των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι εν λόγω αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, διεξήλθα το μαρτυρικό υλικό, έχοντας κατά νου συνέχεια το κατηγορητήριο και παρατηρώ τα εξής. Κατ' αρχή, τα αδικήματα που καταλογίζονται στους κατηγορούμενους με τις κατηγορίες 1-4, ήτοι τα αδικήματα των αρ.298 και 300 Κεφ.154 αν και παρουσιάζουν κοινά γνωρίσματα, εντούτοις είναι διαφορετικά. Είχα την ευκαιρία να εξετάσω σε βάθος, τη νομική πτυχή και των δύο αδικημάτων στις υποθέσεις, Χαραλάμπους ν Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Αρ.Υπόθ. Ε.Δ.Λ/σου 14644/13, απόφαση ημερ. 24 Φεβρουαρίου 2016 και Αδάμου ν Γεωργιάδης κ.α, Αρ.Υπόθ. Ε.Δ.Λ/σου 1987/13, απόφαση ημερ. 7 Σεπτεμβρίου 2016 αντίστοιχα. ΑΡ. 298 ΚΕΦ.154 - ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ Παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα από την απόφαση Χαραλάμπους ανωτέρω το οποίο και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας. «Το άρθρο 297 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Το δε άρθρο 298 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: "
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." Το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγραμμα RUSSEL ON CRIME τόμος 2, είναι άκρως κατατοπιστικό. Το παραθέτω σε μετάφραση από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009 η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση (βλ. Σοφοκλέους Αντρέας Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 385). «Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου ″ψευδής παράσταση″ παραπέμπομε στον τόμο 2 RUSSEL ON CRIME σ.σ. 1171 - 1184 όπου με αναφορά σε μία πληθώρα από αποφάσεις γίνεται εκτενής πάνω στο θέμα αυτό συζήτηση της οποίας τα κύρια σημεία τα οποία είναι απαραίτητα για τη διάπραξη του αδικήματος μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: (Η μετάφραση είναι του Δικαστηρίου). «Για να εμπίπτει η υπόθεση στα πλαίσια του Νόμου θα πρέπει να υπάρχει ψευδής παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν εμπίπτει στα πλαίσια του Νόμου. ..... Χρειάζεται προσεκτική διατύπωση του κατηγορητηρίου ώστε να διατυπωθούν τα γεγονότα της ισχυριζόμενης παράστασης, γεγονότα που αφορούν το παρόν ή το παρελθόν κατά το χρόνο της παράστασης. ...... Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση με βάση τον Ποινικό Κώδικα. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση (false pretence). ...... Ψευδής παράσταση συνίσταται σε ψευδή παράσταση με λόγια ή γραπτώς ή με συμπεριφορά ότι κάποιο γεγονός υπάρχει ή υπήρχε. ....... Υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση να τηρηθεί, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Όχι μόνο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει προβεί σε δήλωση για την οποία δεν πιστεύει ότι είναι αληθής αλλά επιπρόσθετα η δήλωση θα πρέπει να είναι στην πραγματικότητα ψευδής. ...... Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι όταν ο κατηγορούμενος (prisoner) προέβη στην ψευδή παράσταση, είχε πρόθεση με την εν λόγω ψευδή παράσταση να αποσπάσει τα εμπορεύματα, αντικείμενο του κατηγορητηρίου ......∙ ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η ψευδής παράσταση, εφόσον αυτή λειτουργεί ώστε να πείσει τον ιδιοκτήτη να μεταβιβάσει το περιουσιακό στοιχείο στον παραβάτη (to transfer the property in the goods of the offender .) Η Διωκτική Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι τα αντικείμενα αποσπάσθησαν συνεπεία των ψευδών παραστάσεων που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Όπου πρόσωπο προβαίνει σε παραστάσεις γεγονότος τις οποίες γνωρίζει ότι είναι αναληθείς με σκοπό να πείσει τρίτα άτομα να του καταθέσουν χρήματα τα οποία ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν θα κατέθεταν αν δεν πίστευαν ότι οι δηλώσεις του είναι αληθείς και όπου το πρόσωπο αυτό πρόθεση έχει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για διαφορετικό σκοπό από το σκοπό που ο ίδιος γνωρίζει ότι οι καταθέτες αντιλήφθησαν από τη δήλωση του ότι θα τα χρησιμοποιήσει, τότε έχουμε πρόθεση εξαπάτησης παρόλο που δυνατό να προτίθεται να δώσει πίσω τα χρήματα, αν έχει τέτοια δυνατότητα και παρόλο που δυνατό γνήσια να πιστεύει, και ακόμα να έχει καλό λόγο να πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να τα δώσει πίσω. Η πρόθεση εξαπάτησης είναι αναγκαίο συστατικό για το αδίκημα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις περιουσιακού στοιχείου (chattel), χρημάτων ή αξιόγραφου αν και σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπου αποσπώνται χρήματα με ψευδείς παραστάσεις υπάρχει εκ πρώτης όψεως πρόθεση εξαπάτησης». (Για τα πιο πάνω βλ. επίσης Archbold 35th ed. Σελ. 758-780, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία).» Στην υπόθεση Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 που αφορά το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." (έμφαση δική μου) (Βλ. επίσης Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και R. V. Williams
(1836)7 C. AND P. Σελ. 354)» ΑΠΑΤΗ - ΑΡ.300 ΚΕΦ.154 Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Αδάμου ανωτέρω το οποίο επίσης υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας. «Το αδίκημα της απάτης που προνοείται στο αρ.300 του Κεφ.154 ή καλύτερα το αδίκημα του «cheating» όπως το αδίκημα αναφέρεται στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του Κεφ.154, είναι ουσιαστικά το παλιό ομώνυμο αδίκημα που υπήρχε στο κοινοδίκαιο και το οποίο στην Κύπρο, αντίθετα με την Αγγλία, κωδικοποιήθηκε, με το αρ.300 του Κεφ.154 οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής: «Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Κρίνω σκόπιμο όμως όπως παραθέσω αυτούσιο και το αυθεντικό αγγλικό κείμενο του άρθρου: «Cheating - Any person who by means of any fraudulent trick or device obtains from any other person anything capable of being stolen or induces any other person to deliver to any person money or goods or any greater sum of money or greater quantity of goods than he would have paid or delivered but for such trick or device, is guilty of a misdemeanour, and is liable to imprisonment for three years. Σημειώνω ότι μέχρι το 2006 που τροποποιήθηκε, το αδίκημα του αρ.300 θεωρείτο πλημμέλημα, όπως άλλωστε ήταν και στο κοινοδίκαιο. Η εν λόγω τροποποίηση όμως περιορίστηκε αποκλειστικά στην αναγωγή του σε κακούργημα και τίποτα περισσότερο με τις υπόλοιπες πρόνοιες του να παραμένουν αναλλοίωτες. Για να γίνει όμως αντιληπτό το πεδίο εμβέλειας του αδικήματος τούτου καθώς και η διαφορά του από τα άλλα αδικήματα του Μέρους VI του Κεφ.154 τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας θα πρέπει να γίνει μια αναδρομή στο νομοθετικό ιστορικό του αδικήματος, με ιδιαίτερη αναφορά στο «actus reus» του αδικήματος ήτοι στην ύπαρξη «δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος» - «fraudulent trick or device». Όπως παρατηρούν οι έγκριτοι συγγραφείς του συγγράμματος Smith and Hogan Criminal Law, 1969, 2nd ed., στη σελ. 383 και 394, στο κοινοδίκαιο, ουδέποτε υπήρχε αδίκημα απόκτησης περιουσίας δια «εξαπάτησης ή ξεγελάσματος» (deception or swindling) ενώ οι ανέντιμες (dishonest) πράξεις που στρέφονταν εναντίον της ιδιωτικής περιουσίας και οι οποίες θεωρούνταν ποινικά κολάσιμες, ήταν μόνο εκείνες που αφορούσαν σε φυσική επέμβαση στην περιουσία. (βλ. επίσης Kenny's Outlines of Criminal Law, 1966, 19th ed., pars.334-339). Όταν όμως τέτοιες απατηλές (deceitful) ανέντιμες ή δόλιες πρακτικές γίνονταν με ένα φυσικό (physical) ή χειροπιαστό (tangible) τέχνασμα, συσκευή ή άλλο τέτοιο μέσο, το κοινοδίκαιο αναγνώριζε τη διάπραξη του αδικήματος της απάτης - cheating. Για τη στοιχειοθέτηση όμως του εν λόγω αδικήματος απαιτείτο η χρήση ενός τέτοιου απτού τεχνάσματος ή επινόησης αφού τα ψέματα ή οι ψευδείς παραστάσεις δεν ήταν από μόνες τους αρκετές για να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα (βλ. Kenny ανωτέρω). Μάλιστα δε, εκεί όπου η «εξαπάτηση» (cheat/deception/swindle/fraud) συνίστατο σε ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις ή ακόμα και σε ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα (sleight of hand), δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί, με βάση το κοινοδίκαιο, το πλημμέλημα της απάτης. (βλ. Smith and Hogan ανωτέρω). Αυτό, διότι, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από τον Holt C.J στην υπόθεση R v Jones 1703 2 Ld Raym. 1013, δε θα μπορούσε να καταδικαστεί κάποιος επειδή απλά «έπιασε κορόϊδο» κάποιον άλλο - «shall we indict one man for making a fool of another?». Επομένως, το αδίκημα της απάτης, ως αναγνωρίζετο στο κοινοδίκαιο, χαρακτηρίστηκε από τον έγκριτο νομικό, W.Hawkins, στο σύγγραμμα του, «A Treatise of the Pleas of the Crown», 8th ed, 1824, Vol.1, Criminal Offences, pg.318-319, να συνίσταται στα εξής: «...deceitful practices, in defrauding or endeavouring to defraud another of his own right by means of some artful device, contrary to the plain rules of common honesty» Και σε ελεύθερη μετάφραση «..απατηλές πρακτικές, προς καταδολίευση ή που αποσκοπούν στην καταδολίευση των δικαιωμάτων άλλου με τη χρήση κάποιας πανούργας συσκευής, αντίθετα με τους απλούς κανόνες της κοινής τιμιότητας» Ταυτόχρονα, όπως περαιτέρω εξηγεί ο Hawkins, η απόσπαση χρημάτων με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις, έστω και δόλια ή απατηλή (deceitful), δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη για το αδίκημα της απάτης αφού δεν συνοδεύεται από τη χρήση οποιασδήποτε πανούργας συσκευής αλλά αντίθετα εδράζεται αποκλειστικά σε κάποιο απλό ψέμα - «The deceitful receiving of money from one man to another's use, upon a false pretence of having a message and order to that purpose is not punishable by a criminal prosecution because it is accompanied with no manner of artful contrivance but wholly depends on a bare naked lie» (βλ. επίσης Smith and Hogan ανωτέρω όπου γίνεται με επιδοκιμασία αναφορά στο σύγγραμμα του Hawkins. Ενδεικτικό του πιο πάνω ορισμού είναι το γεγονός ότι το αδίκημα της απάτης συναντάται στην αγγλική νομολογία να αφορά σε «αθέμιτες» εμπορικές πρακτικές που απευθύνονταν ιδιαίτερα στο κοινό και που σχετίζονταν με «στημένες» ζυγαριές στις αγορές, «στημένα» μέτρα και σταθμά, «γεμάτα» ζάρια και «σημαδεμένες» τράπουλες. (βλ. Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.2001 και Kenny ανωτέρω). Με τις εμπορικές όμως πρακτικές να αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς και τις καθημερινές συναλλαγές να γίνονται πιο περίπλοκες, κρίθηκε αναγκαίο, όπως το «κενο» που προέκυπτε από την περιορισμένη εφαρμογή του αδικήματος της απάτης, πληρωθεί νομοθετικά. Ως εκ τούτου, αρχής γενομένης το 1757, θεσπίστηκε το επιπρόσθετο αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων ή αγαθών με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις το οποίο και έλαβε την τελική μορφή του με το S.32 Larceny Act 1916 (obtaining by false pretences). Το εν λόγω αδίκημα του S.32 LA 1916, το οποίο ήταν επιπρόσθετο του αδικήματος της απάτης, εισήχθη στην Κυπριακή νομοθεσία με τα αρ. 297,298,299,301 και 305 Κεφ.154, τα οποία καλύπτουν διάφορες πτυχές του. Όσον αφορά το αδίκημα της απάτης όπως αυτό ήταν γνωστό στο κοινοδίκαιο, ο Άγγλος νομοθέτης, επέλεξε, όχι μόνο να το διατηρήσει αλλά και να το κωδικοποιήσει για σκοπούς της κυπριακής νομοθεσίας, κάτι το οποίο ουδέποτε έγινε στην Αγγλία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η θέσπιση του αδικήματος του αρ 300 Κεφ.154, αδίκημα το οποίο, όπως και στο κοινοδίκαιο, ήταν πλημέλλημα και απαιτούσε την ύπαρξη ενός «fraudulent trick or device» (δόλιου τεχνάσματος ή επινόησης) αντίθετα με τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων τα οποία εδράζονται ουσιαστικά στην ύπαρξη κάποιου ψέματος και μόνο. Σημειώνω παρεμφερώς ότι o όρος «device», ο οποίος έχει μεταφραστεί με τον όρο «επινόηση» στο ελληνικό κείμενο του άρθρου, αποδίδεται καλύτερα με τους όρους «μαραφέτι ή συσκευή» (contraption or device), συνώνυμα του όρου «επινόηση». Τα δύο όμως αυτά αδικήματα, η «απάτη» από τη μια και οι «ψευδείς παραστάσεις» από την άλλη, ήταν πάντοτε και εξακολουθούν να είναι μεταξύ τους χωριστά και ανεξάρτητα αδικήματα, με το καθένα να περιορίζεται στο δικό του πεδίο εφαρμογής. Ως εκ τούτου, η προϋπόθεση χρήσης απτών τεχνασμάτων ή συσκευών για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της απάτης σε κάποια δόλια εμπορική πρακτική, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων και μόνο, όσο ευφάνταστες και εφευρετικές μπορεί να είναι τέτοιες παραστάσεις. Θα πρέπει να αποδειχθεί η χρήση κάποιας συσκευής ή φυσικής (physical) επινόησης. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Harris's Criminal Law, 1968, 21st ed., pg. 496 είναι άκρως διαφωτιστικό: «The offence of cheating an individual differs from that of obtaining money by false pretences in that it cannot be constituted by a mere fraud or falsehood without the use of some token or device or contrivance.Thus it is not a common law cheat merely to make short delivery under a contract.but it is.to use false weights or measures or to put any false mark or description upon an article» Άλλωστε, το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του αδικήματος της απάτης σε εμπορικές πρακτικές, της τότε τουλάχιστον καθημερινότητας, εξηγεί και το εναλλακτικό αποτέλεσμα που προνοεί το αρ.300, ήτοι την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά περισσότερα από εκείνα που θα παρέδιδε αν δεν χρησιμοποιείτο το τέχνασμα ή το επινόημα. Στην Αγγλία πλέον, από το 1968, με τη θέσπιση του Theft Act 1968, τα αδικήματα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις του S.32 LA 1916 και της απάτης όπως αυτό ήταν στο κοινοδίκαιο, καταργήθηκαν σχεδόν εξ' ολοκλήρου (βλ. S.32 T.A. 1968). Στη θέση τους θεσπίστηκε ένα νέο και ενιαίο αδίκημα, αυτό του «obtaining by deception» - απόκτηση δι' εξαπάτησης (βλ. S.15,15A,15B και 16). Ο όρος «deception» δε, έχει λάβει ένα ευρύ ορισμό που καλύπτει κάθε μορφής «εξαπάτηση», όπως αυτή και αν έγινε ή οποιαδήποτε μορφή και αν έλαβε. Εφόσον ο σκοπός της εξαπάτησης ήταν η μόνιμη αποστέρηση της περιουσίας άλλου, δεν έχει καμία σημασία αν αυτή έγινε σκόπιμα ή απερίσκεπτα. (βλ. Αrchbold 2007 ed., par.21-172 και 21-181. Παρόμοια νομοθετική ρύθμιση, δυστυχώς δεν έγινε στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να παραμένουν σήμερα, τα δύο αδικήματα, χωριστά μεταξύ τους και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, ιδιαίτερα ως προς τα συστατικά τους στοιχεία. Όσον αφορά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης «εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία, είναι πως ο όρος «δολίως» (fraudulently), σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως», δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. (Βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ. 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, στις οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής). Η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να βλαφθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης. (Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14). Τέλος, αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως η εξαπάτηση προκύπτει σαν πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (Russel on Crime 1422).»[1] Επιπρόσθετα των ανωτέρω, είναι πιστεύω αυτονόητο ότι το ποινικό αδίκημα της απάτης πόρρω απέχει από το ομώνυμο αστικό αδίκημα του αρ.36 Κεφ.148, τόσο ως προς τη φύση όσο και ως προς την ουσία του.[2] Μια εκ των ειδοποιών διαφορών των δύο μάλιστα είναι ότι το αστικό αδίκημα, αντίθετα με το ποινικό, συνίσταται αποκλειστικά σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, στοιχείο όμως που ουδόλως ικανοποιεί το αρ.300 Κεφ.154.» Από τα πιο πάνω συνάγεται, ότι τα κοινά γνωρίσματα του actus reus των δύο αδικημάτων είναι: α) Απόσπαση (obtaining) χρημάτων από τους κατηγορούμενους β) Τα οποία το θύμα πείσθηκε (induced) να δώσει, συνεπεία, και εδώ είναι η ειδοποιός διαφορά των δύο αδικημάτων α) Ψευδών Παραστάσεων σε σχέση με το αρ.298 β) Χρήσης απτών (tangible) πανούργων τεχνασμάτων ή συσκευών σε σχέση με το αρ.300 Το mens rea και των δύο αδικημάτων είναι βέβαια η πρόθεση καταδολίευσης του θύματος. ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ Όπως ανέφερα ανωτέρω, οι λεπτομέρειες αδικήματος που παρατίθενται στο κατηγορητήριο, αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων. Άλλωστε αυτό επιβάλλουν και οι αρχές της δίκαιης δίκης ως προς το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου προσώπου να γνωρίζει επακριβώς ποια είναι η υπόθεση που αντιμετωπίζει (βλ. Rbeiz
(1989)1 A.A.Δ. (E) 776) ΑΠΟΣΠΑΣΗ - OBTAINING Στην υπόθεση The Attorney-General of The Republic v Kyriacos Christodoulou Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, το Ανώτατο Δικαστήριο έκαμε αναφορά, με επιδοκιμασία, στο λόγο της αγγλικής αυθεντίας R. v. Lurie [1951] 2 All E.R. 704, την οποία αναγνώρισε ως ορθά αποδίδουσα το σχετικό νομικό πλαίσιο που διέπει τα εν λόγω αδικήματα στην Κύπρο. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, εκεί όπου, στις λεπτομέρειες αδικήματος, αποδίδεται στους κατηγορούμενους, η «απόκτηση» σε προσωπικό επίπεδο, των αγαθών ή των χρημάτων, απαιτείται όπως αποδειχθεί τέτοια προσωπική «απόκτηση» από τους συγκεκριμένους κατηγορούμενους. Ομοίως, εκεί όπου ο ισχυρισμός είναι ότι οι κατηγορούμενοι «απέκτησαν» κατοχή των χρημάτων για λογαριασμό άλλου, αυτό θα πρέπει να καταγράφεται ρητά στο κατηγορητήριο αλλιώς η κατηγορία υπόκειται σε απόρριψη. «...«Where a person makes a false pretence and obtains property for somebody else, the indictment must allege that, and not that he obtained it for himself» ... For this reason the charge of «obtaining» money by false pretences against the respondent in this case, in the way in which it was framed, was rightly dismissed by the trial Court because it was not supported by the evidence adduced by the prosecution...» (βλ. επίσης Archbold 36th ed. Par. 1936 όπου γίνεται αναφορά στην υπόθεση Lurie ανωτέρω) Στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ1, από το ποσό των €260.000 που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ότι ο κατηγορούμενος 1 απέσπασε με τη συνδρομή των κατηγορούμενων 2-4, οι €200.000 καταβλήθηκαν, απ' ευθείας στο λογαριασμό κάποιας Arfaniti Sofia, σε τράπεζα στη Τζακάρτα. Την ύπαρξη του εν λόγω λογαριασμού και της εν λόγω δικαιούχου, επιβεβαίωσε και η τράπεζα του ΜΚ1 όπως επιβεβαίωσε και την ανάληψη του εν λόγω ποσού από την εν λόγω δικαιούχο. Καμιά όμως μαρτυρία προσκομίστηκε ότι, το εν λόγω ποσό ή έστω μέρος αυτού, κατέληξε, ως αναφέρεται ρητά στο κατηγορητήριο, στα χέρια οποιουδήποτε από τους κατηγορούμενους, καθ' οιονδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε στάδιο, μετά που αυτά αποστάληκαν από το ΜΚ1 ή έστω μετά που αναλήφθηκαν από τη δικαιούχο του λογαριασμού. Μάλιστα δε, σε υποβολή του δικηγόρου του κατηγορούμενου 1 ότι οι κατηγορούμενοι δεν πήραν τίποτε, ο ΜΚ1 απάντησε, «είναι φυσιολογικό να μην έχουν πάρει τίποτα εφόσον δεν έγινε καμία εκροή δανείου». Όσον αφορά το ποσό των €60.000 που αποστάληκε στον λογαριασμό πελατών, τύπου «escrow» του κατηγορούμενου 4, ο εν λόγω λογαριασμός, όπως ανέφερε ο ΜΚ1, είναι λογαριασμός «αντιπροσώπευσης» και ανοίγεται για να εξυπηρετήσει μια δοσοληψία. Αυτός που έχει το λογαριασμό υπό τον έλεγχο του έχει συμβατική ευθύνη, να φροντίσει όπως η εκροή γίνει με βάση τα συμφωνηθέντα. Σύμφωνα με το ΜΚ1, ο κατηγορούμενος 4, δεν κράτησε τα λεφτά στο λογαριασμό του αλλά έστειλε ολόκληρο το ποσό στο λογαριασμό της Arfaniti Sofia στη Τζακάρτα, παραβαίνοντας έτσι τους όρους της συμφωνίας escrow. Αυτό ήταν, σύμφωνα με το ΜΚ1, το σφάλμα του κατηγορούμενου 4, όσον αφορά την εμπλοκή του εν λόγω κατηγορούμενου στη διαχείριση του ποσού των €60.000. Πέραν των πιο πάνω δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία περί ύπαρξης οποιασδήποτε σχέσης μεταξύ των κατηγορουμένων και της δικαιούχου του λογαριασμού στη Τζακάρτα, Arfaniti Sofias, που να μπορεί, να ερμηνευτεί ως «απόκτηση» οποιουδήποτε ποσού από τους κατηγορούμενους. Το ότι γίνεται στη μαρτυρία, νύξη, περί «απόκτησης» των χρημάτων από τους κατηγορούμενους για λογαριασμό τρίτων προσώπων, όπως η Arfaniti Sofia, αφ' ενός δεν καλύπτεται από το κατηγορητήριο, (βλ. Kyprianou ανωτέρω) και αφ' ετέρου συνιστά απλά μια εικασία (assumption), η οποία όμως, δεν επιτρέπεται σε ποινικές υποθέσεις (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σάκκος ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 510) Η μη απόδειξη επομένως του συστατικού στοιχείο της «απόκτησης», σφραγίζει και τη τύχη των κατηγοριών 1-4 από αυτό το στάδιο. Πρόσθετα όμως της πιο πάνω κατάληξης μου, κρίνω ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετείται ούτε το στοιχείο της απόκτησης των €260.000 ως αποτέλεσμα παρακίνησης (inducement) της παραπονούμενης από τους κατηγορούμενους. Όπως αναφέρεται στον Archbold 36th ed. par. 1960, θα πρέπει να αποδειχθεί οτι τα χρήματα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, ή μέρος αυτών, αποσπάστηκαν από τους κατηγορούμενους μέσω ή συνεπεία των ισχυριζόμενων παραστάσεων τους. Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί η παρακίνηση (inducement) του θύματος να αποχωριστεί των λεφτών ή της περιουσίας του προς όφελος των κατηγορουμένων ή τρίτων προσώπων για λογαριασμό των οποίων ενήργησαν οι κατηγορούμενοι, αναλόγως του τι αναγράφεται στο κατηγορητήριο. Στην παρούσα περίπτωση, όπως έχω εξηγήσει ανωτέρω, η προσκομισθείσα μαρτυρία, αντικειμενικά πάντοτε κρινόμενη, δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε απόσπαση από τους κατηγορούμενους του ποσού των €260.000 που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή μέρος αυτού. Ομοίως, η μαρτυρία που προσκομίσθηκε αναφορικά με το πως κατ' ισχυρισμό πείσθηκε ο ΜΚ1 να προχωρήσει με την καταβολή του ποσού των €260.000, πέραν του ότι η εν λόγω μαρτυρία αφορά, σε μεγάλο βαθμό, στην πίστη που ο μάρτυρας έδωσε στα όσα ο ίδιος διαπίστωσε από τις προσωπικές του έρευνες (βλέπε αναφορές με έμφαση πιο πάνω στην παράθεση της εκδοχής του μάρτυρα), αφορά ουσιαστικά στο πως κατέληξε ο μάρτυρας να καταβάλει το εν λόγω ποσό σε τρίτο πρόσωπο, πρόσωπο για το οποίο όμως δεν γίνεται καμία αναφορά στο κατηγορητήριο και ούτε παρουσιάζεται να συνδέεται με τους κατηγορούμενους, στον απαιτούμενο, για τα υπό κρίση αδικήματα, βαθμό. Το ότι μπορεί εν τέλει η παραπονούμενη να υπέστη οικονομική ζημιά ύψους €260.000, για την οποία ενδεχομένως να φέρουν κάποια ευθύνη και οι κατηγορούμενοι, πολύ πιθανόν να τη νομιμοποιεί στη διεκδίκηση αποζημιώσεων από τους τελευταίους, στα πλαίσια μιας αστικής αγωγής, δεν είναι όμως αρκετό για να στοιχειοθετήσει τα ποινικά αδικήματα που τους αποδίδει στις κατηγορίες 1-4 (βλ. Ιωάννου και Ευθυμίου ανωτέρω). Υπενθυμίζω ότι πέραν του διαφορετικού βαθμού απόδειξης, τα ποινικά αδικήματα των αρ.298 και 300 Κεφ.154, διαφέρουν, και ως προς την ουσία τους, από τα ομώνυμα αστικά αδικήματα (π.χ η ψευδής παράσταση που απαιτεί το αρ.36 Κεφ.148, δύναται να είναι και απερίσκεπτη και αδιάφορη ως προς την αλήθεια της). Ενόψει όλων των πιο πάνω, οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν και να απαλλαχθούν από τις κατηγορίες 1-4 από αυτό το στάδιο. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σε σχέση με το αδίκημα της συνωμοσίας της 5ης κατηγορίας. Στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 λέχθηκαν τα εξής: «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O' Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28-4. Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373.» Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα απαραίτητη προϋπόθεση και συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος είναι η σύναψη συμφωνίας για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Απλή γνώση ή ακόμα συζήτηση του σχεδίου δεν είναι από μόνη της αρκετή για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της συνωμοσίας. (Βλ. Kenny's Outlines of Criminal Law, 19η έκδοση, παρ. 448-449 και Mulcany v. R.
(1868)L.R. 306). Στην παρούσα υπόθεση, αν και οι σχετικές λεπτομέρειες αδικήματος αποδίδουν ρητά στους κατηγορούμενους την «απόσπαση» του ποσού των €260.000, κάτι για το οποίο έχω ήδη καταλήξει πιο πάνω ότι δεν καταδεικνύεται από τη μαρτυρία, εντούτοις επειδή η «επιτυχία» της συνομωσίας είναι άνευ σημασίας για σκοπούς στοιχειοθέτησης του συγκεκριμένου αδικήματος, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο στοιχειοθετούνται τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία. Όπως έχει καθοριστεί ρητά στο κατηγορητήριο, το επιθυμητό αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης συνομωσίας των κατηγορουμένων, ήταν η απόκτηση του ποσού των €260.000 που δόθηκαν υπό την αιτιολογία των τραπεζικών και συναφών εξόδων. Αδυνατώ όμως να εντοπίσω οποιαδήποτε μαρτυρία που να μπορεί να οδηγήσει στο ότι οι κατηγορούμενοι, όντως αποσκοπούσαν στην «απόκτηση» του εν λόγω ποσού και δη με παράνομο τρόπο ή μέσα, ούτως ώστε να μπορεί να διαφανεί η απαιτούμενη «συμφωνία» τους για διάπραξη αδικήματος. Επισημαίνω ότι, σύμφωνα με τη προσκομισθείσα μαρτυρία, οι κατηγορούμενοι, ούτε θα λάμβαναν οποιοδήποτε μέρος των €260.000 και ούτε «πήραν τίποτε» αφού προϋπόθεση για να πληρωθούν οποιαδήποτε προμήθεια ήταν η επιτυχής έγκριση και ολοκλήρωση του δανείου. Οι συμφωνίες, που προνοούσαν για πληρωμή προμήθειας στους κατηγορούμενους 1 και 2, σε περίπτωση επιτυχίας του δανείου, ούτε προωθήθηκαν αλλά ούτε και αποτέλεσαν βάση για τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης ή των λεπτομερειών της 5ης κατηγορίας οι οποίες περιορίστηκαν ρητά σε συνομωσία για απόσπαση του ποσού των €260.000 που καταβλήθηκε ως ανωτέρω αναφέρεται. Σε κάθε περίπτωση όμως, το ποσό των €260.000 κατατέθηκε στο λογαριασμό της Arfaniti Sofias, για την οποία δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία και ούτε προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί αξιόποινης σχέσης της με τους κατηγορούμενους. Απουσιάζει επομένως η απαιτούμενη μαρτυρία που να δείχνει ότι οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν να διαπράξουν ποινικό αδίκημα και δη το αδίκημα που τους καταλογίζεται στη 5η κατηγορία. Κρίνω επομένως ότι ούτε και για την 5η κατηγορία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σε καμία κατηγορία. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, και δη το κατά πόσο οι αθωωθέντες κατηγορούμενοι δικαιούνται σε έξοδα, το θέμα ρυθμίζεται από τα αρ. 168 και 169 Κεφ.155 και εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία δεν ασκείται όπως στις πολιτικές υποθέσεις (βλ. Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603). Από το φάκελο του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι, εξαιρουμένων των εμφανίσεων από τις 14/6/16 μέχρι και σήμερα για σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας (6 εμφανίσεις), έλαβαν χώρα ακόμη εννέα εμφανίσεις στο Δικαστήριο. Στις επτά από αυτές, η υπόθεση αναβλήθηκε, είτε λόγω σχετικού αιτήματος της υπεράσπισης, είτε λόγω απουσίας κάποιου από τους κατηγορούμενους, είτε λόγω υποβολής αίτησης για νομική αρωγή. Ως εκ τούτου, επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων και εναντίον της παραπονούμενης, τα έξοδα της υπόθεσης, περιορισμένα όμως στα έξοδα των εμφανίσεων όπου έγινε ακρόαση, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τέλος και προτού αφήσω την απόφαση μου, θεωρώ ορθό όπως σχολιάσω το εξής. Είναι πραγματικά άξιο απορίας γιατί στην παρούσα υπόθεση, επιλέγηκε να καταχωρηθεί ιδιωτική ποινική υπόθεση και δεν ζητήθηκε η εμπλοκή των αρμόδιων διωκτικών αρχών, ιδιαίτερα ενόψει των πληροφοριών που λάμβανε για πάνω από 6 μήνες ο ΜΚ1, για τη διεξαγωγή «ξεπλύματος βρώμικου χρήματος» σε διεθνές επίπεδο μάλιστα και με δωροδοκία αλλοδαπών κρατικών υπαλλήλων. Μπορεί τα εν λόγω στοιχεία να μην άπτονται των επιδίκων θεμάτων της παρούσας όμως, το όλο θέμα ανάγεται σε μείζονος σοβαρότητας θέμα εάν αναλογιστεί κανείς ότι οι εν λόγω πληροφορίες που έλαβε ο ΜΚ1, φέρουν, όχι μόνο και άλλους κύπριους πολίτες να εμπλέκονται στο ισχυριζόμενο «ξέπλυμα» αλλά και το ίδιο το Υπουργείο Οικονομικών της χώρας. Θα αναμένετο επομένως, κάποια καταγγελία τουλάχιστο, είτε στις διωκτικές αρχές είτε ακόμη στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, αφού ο ΜΚ1 είναι δικηγόρος και του ζητήθηκε η εμπλοκή του και υπό αυτή του την ιδιότητα, αν μη τι άλλο, προς διερεύνηση των πληροφοριών και διαφύλαξη των συναλλαγών του τόπου. Μυστηριωδώς όμως καμία τέτοια καταγγελία έγινε. Ίσως όμως τώρα, το όλο θέμα, έστω και την υστάτη, φτάσει, στα αυτιά των αρχών και τύχει της διερεύνησης τους. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχόλιο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Κυριάκου Ανδρέου, Ποινική Έφεση Αρ. 84/2015, 3/2/2016, το οποίο αν και αφορούσε άλλο αδίκημα εντούτοις τυγχάνει θεωρώ εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση: «Όλο και πιο συχνά διαπιστώνουμε ότι για σοβαρά αδικήματα πολίτες αναλαμβάνουν την ιδιωτική δίωξη των ενόχων, ενώ η πολιτεία απουσιάζει, χωρίς να υπάρχει εμφανής εξήγηση. Αδικήματα όπως αυτά που αντιμετωπίζει εδώ ο Εφεσίβλητος είναι πολύ σοβαρά, εφόσον επηρεάζουν την ασφάλεια των συναλλαγών του τόπου και κατά την ταπεινή μας άποψη η πολιτεία θα πρέπει να έχει η ίδια τον έλεγχο της διαδικασίας.» (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Ψευδείς Παραστάσεις - Άπατη-Συνομωσία [1] Απόσπασμα από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009 [2] Αρ.36 Κεφ.148. Απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο