Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κώστα Ζαχαρίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8104/15, 17/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B164 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8104/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και
- Κώστα Ζαχαρίου
- Δημήτρη Δημητρίου --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 17.10.2016 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Μανώλη Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Κ. Τούμπας Κατηγορούμενος 2 : παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2 εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συναφώς εισηγήθηκε όπως ο κατηγορούμενος 2 κληθεί σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι για υποστήριξη των θέσεων τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία, ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει στην παρούσα μια κατηγορία για το ότι επέτρεψε τη διατήρηση οίκου κυβείας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(β)
(2), 12 και 15 του Περί Οίκων Στοιχημάτων, Οίκων Κυβείας και Παρεμποδίσεως της Κυβείας Νόμου Κεφ.151 (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο εν λόγω κατηγορούμενος μεταξύ της 7ης και 8ης Νοεμβρίου του 2014 στη Λεμεσό ενώ ήταν κάτοχος του υποστατικού με την ονομασία Cyprus Poker Federation, επέτρεψε όπως το υποστατικό του χρησιμοποιείται σαν οίκος κυβείας. Παρεμβάλλω εδώ προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης ότι εν σχέση με τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος αντιμετώπιζε την κατηγορία της κυβείας, η υπόθεση διακόπηκε στις 07/12/15 και αυτός απαλλάχτηκε. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε στο Δικαστήριο ένας
(1)μάρτυρας και συγκεκριμένα ο αστυφύλακας 1260 Μιχάλης Μιχαήλ. Ο μάρτυρας αυτός δε κατέθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο δικής του κατάθεσης (τεκμ.1), όπως επίσης κατέθεσε την κατάθεση του Κώστα Ζαχαρίου (πρώην κατηγορούμενου 1 - τεκμ.2), την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου 2 (τεκμ.3) και την γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου 2 (τεκμ.4). Το άρθρο 3
(1)(β)
(2)του Κεφ.151 προνοεί ότι : " 3.-
(1)Πρόσωπο το οποίο- (α) ...................... ή (β) επιτρέπει όπως ο τόπος του οποίου είναι ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος ή του οποίου έχει τη χρήση προσωρινά ή με άλλο τρόπο, χρησιμοποιείται ως οίκος στοιχημάτων ή οίκος κυβείας ή για παίξιμο οποιουδήποτε από τα παιγνίδια στα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 6 του Νόμου αυτού ή (γ) ........................
(2)Πρόσωπο το οποίο εμφανίζεται, ενεργεί ή συμπεριφέρεται ως κύριος ή ως το πρόσωπο που έχει τη φροντίδα ή διεύθυνση οποιουδήποτε τόπου που διατηρείται ή χρησιμοποιείται όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου αυτού, θεωρείται για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, ότι είναι αυτός που διατηρεί τον τόπο, είτε είναι είτε δεν είναι αυτός που πράγματι τον διατηρεί. " Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Κεφ.151 : "οίκος κυβείας" περιλαμβάνει οποιοδήποτε τόπο που διατηρείται ή χρησιμοποιείται για κυβεία και τόπος θα θεωρείται ότι χρησιμοποιείται για κυβεία αν αυτός χρησιμοποιείται για κυβεία έστω και για μια μόνο περίπτωση. Στο άρθρο 12
(1)του Κεφ. 151 αναφέρονται συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου τόπος στον οποίο πραγματοποιείται είσοδος βάσει των διατάξεων του ίδιου Νόμου, τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, ότι αποτελεί οίκο κυβείας και ότι διατηρείται ή χρησιμοποιείται ως οίκος κυβείας. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω σε συνάρτηση με την μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, την οποία έχω εξετάσει αντικειμενικά, αναφέρω τα εξής. Η μόνη σύνδεση του κατηγορούμενου 2 με το αναφερόμενο υποστατικό προέρχεται μέσα από την κατάθεση του Κώστα Ζαχαρίου τεκμ.2. Αναφέρει σε αυτήν ότι «.. Το αναφορά κτήριο ανήκει στον Δημήτρη Δημητρίου άλλως Τζίμης και είναι διώροφο.». Όμως το πρόσωπο αυτό με βάση όσα λέει δεν έχει κάποια σχέση με το κτίριο αυτό και δεν αναφέρει πουθενά πως γνωρίζει αυτό το πράγμα. Εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι η Αστυνομία δεν διερεύνησε περαιτέρω τον ισχυρισμό αυτό του Ζαχαρίου, είναι προφανές ότι η αναφορά του αυτή υπό τις περιστάσεις, ακόμη και σε αυτό το στάδιο, μόνον γενική και αόριστη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Επίσης ο κατηγορούμενος 2 από πουθενά δεν προκύπτει να παραδέχτηκε σε οποιονδήποτε κάτι τέτοιο ή να εμφανίστηκε, να ενήργησε ή να συμπεριφέρθηκε ως κύριος του χώρου. Όμως πέραν των ανωτέρω αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν προκύπτει εν πάση περιπτώσει να έχει και οποιαδήποτε άλλη σχέση με το υποστατικό δηλαδή είτε του κατόχου, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, είτε του προσώπου που έχει τη φροντίδα ή τη διεύθυνση του υποστατικού. Ο Ζαχαρίου, πέραν της πιο πάνω αναφοράς του, και παρά το γεγονός ότι όπως ο ίδιος αναφέρει επισκέφθηκε τον χώρο αυτό «πάνω από είκοσι φορές», δεν αναφέρει πουθενά ότι είδε έστω μια φορά τον κατηγορούμενο 2 στο χώρο αυτό ή ότι τον είδε να κάνει κάτι ή να συμπεριφέρεται κατά τρόπο ώστε να μπορεί έστω να συναχθεί ότι έχει κάποια σχέση με το υποστατικό. Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία, η οποία να είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης τα πιο πάνω. Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης, όταν το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να αξιολογήσει την εν λόγω μαρτυρία. Αυτό γιατί ως είναι εμφανές, από τη μαρτυρία αυτή δεν είναι δυνατό να προκύψει αναμφίβολα, με οποιοδήποτε τρόπο και εάν αυτή αξιολογηθεί στο τελικό στάδιο, ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που είχε κατοχή και διατηρούσε το επίδικο υποστατικό κατά τον επίδικο χρόνο. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορούμενου 2 σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Κενά δε αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2 στην κατηγορία 2 που αντιμετωπίζει και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται εν σχέση με αυτήν. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο