Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Ιωάννης Χριστοφή, Αρ. Υπόθεσης:11404/13, 26/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B174 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:11404/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού Και Ιωάννης Χριστοφή Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26/10/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κ. Δ. Λοχίας Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις συνολικά κατηγορίες για αδικήματα κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 και συγκεκριμένα τα αδικήματα της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και της κατοχής του με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα (1η- 3η Κατηγ.). Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε πολύ περιορισμένη. Και αυτό γιατί το σύνολο σχεδόν των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, δηλώθηκαν παραδεκτά, ενώ σειρά εγγράφων κατατέθηκαν εκ συμφώνου και το περιεχόμενο τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή κλήθηκαν και κατέθεσαν μόνο δύο. Ο αστυφ. 620 Μ. Αρτεμίου και η Κατερίνα Κονάρη. Ο πρώτος, ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και το περιεχόμενο της κατάθεσης του (Τεκμήριο Α), το οποίο και υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης του δηλώθηκε επίσης παραδεκτό και η προφορική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, περιορίσθηκε στην κατάθεση τεκμηρίων. Η Μ.Κ.2 εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο ως υπεύθυνη του εργαστηρίου δικανικής χημείας και τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του κράτους και ήταν το πρόσωπο που διενήργησε εξετάσεις επί των ουσιών που παραδόθηκαν στο χημείο από την αστυνομία. Τα γεγονότα που δηλώθηκαν παραδεκτά, πέραν της κατάθεσης του Μ.Κ.1 και αναφέρεται πιο πάνω, είναι τα ακόλουθα. Ότι ο Ιωάννης Χριστοφή που ο Μ.Κ.1 αναφέρει στην κατάθεση του είναι ο κατηγορούμενος. Ότι το Τεκμήριο 2 περιέχει 250 σφραγισμένα φακελάκια με την ονομασία Blase και μέσα σε αυτά υπάρχει ξηρή φυτική ύλη. Ότι το Τεκμήριο 5 περιέχει 250 σφραγισμένα φακελάκια με την επιγραφή Jamaican Gold Extreme και μέσα σε αυτά υπάρχει ξηρή φυτική ύλη. Ότι το Τεκμήριο 7 περιέχει 6 σφραγισμένα φακελάκια χρώματος ασημί που περιέχουν ξηρή φυτική ύλη. Ότι ο κατηγορούμενος πλήρωσε και έφερε τα προϊόντα που αναγράφονται στο Τεκμήριο 8. Ότι τα αντικείμενα που αναφέρονται στα Τεκμήρια 10, 11,13 είναι τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Ότι τα αντικείμενα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 12 ότι έχουν ανευρεθεί, είναι αυτά που κατατέθηκαν ως τεκμήρια στο Δικαστήριο. Ότι ο Χριστοφή στον οποίο γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 12 και 13 είναι ο κατηγορούμενος. Ότι κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 14) έλαβε ο Μ.Κ.1. Ότι η διακίνηση των τεκμηρίων έγινε με τον ορθό και νομότυπο τρόπο. Εκ συμφώνου κατατέθηκαν και τα ακόλουθα έγγραφα και το περιεχόμενο τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Αυτά είναι καταθέσεις διαφόρων αστυνομικών που ενεπλάκησαν στην υπόθεση και συγκεκριμένα του αστυφ. 2690 Α. Παντελή, του αστυφ. 1742 Χρ. Πολυμνίου, του αστυφ. 1965 Κ. Χ΄ Σωτηρίου, του αστυφ. 2469 Ι. Κωνσταντινίδη (Τεκμήριο 10, 11, 12, 13 αντίστοιχα). Όλα τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση», χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)). Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το ζήτημα που εξετάζεται είναι η υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 . δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατό να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου για μη κλήση του πελάτη του σε απολογία επικεντρώθηκε σε δύο σκέλη. Το πρώτο αφορά τη μη απόδειξη γνώσης του πελάτη του για τη φύση των ουσιών και το δεύτερο στον επισφαλή τρόπο που σύμφωνα με τη θέση της υπεράσπισης η Μ.Κ.2 κατέληξε στα συμπεράσματα της και ο οποίος για διάφορους λόγους που προέβαλε δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ως επιστημονικά ορθός. Σε αντίθεση, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε ότι το Δικαστήριο στο στάδιο τούτο δεν μπορεί να αποφασίσει κανένα από τα δύο ζητήματα καθότι σύμφωνα με τη θέση του το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. Ξεκινώντας κάπως ανορθόδοξα από το δεύτερο σκέλος της εισήγησης του κ. Λοχία, θεωρώ ότι το ζήτημα τούτο δεν μπορεί να αποφασισθεί στο παρών στάδιο. Και αυτό διότι για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα κατά πόσον η μέθοδος που η Μ.Κ.2 χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα της και εάν τα αποτελέσματα στα οποία κατέληξε είναι επιστημονικά ορθά, θα πρέπει πρώτα να προχωρήσει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της, κάτι που δεν επιτρέπεται στο στάδιο τούτο. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω το δεύτερο σκέλος της εισήγησης του κ. Λοχία, ότι δηλαδή η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι ικανή να αποδείξει γνώση του κατηγορούμενου για τη φύση των ουσιών. Ότι ο κατηγορούμενος πλήρωσε, έφερε και παρέλαβε έχοντας συνεπώς τον φυσικό έλεγχο των ουσιών είναι κάτι που όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός. Η επιχειρηματολογία του κ. Λοχία επικεντρώθηκε στη θέση ότι υπάρχει παντελής έλλειψη μαρτυρίας από την οποία θα μπορούσε να αποδειχθεί γνώση του κατηγορούμενου για τη φύση των ουσιών, ότι δηλαδή αυτά που παρέλαβε, περιείχαν ναρκωτικές ουσίες που απαγορεύονται από το Νόμο. Όπως προαναφέρεται αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος υποστήριξε ότι ούτε και το ζήτημα αυτό μπορεί στο παρόν στάδιο να αποφασισθεί, καθότι απαραίτητη και πάλι είναι η αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή του ευπαίδευτου συνηγόρου. Και αυτό γιατί στην εξεταζόμενη περίπτωση και ως προς το ζήτημα αυτό η κατηγορούσα αρχή δεν έχει προσκομίσει καθόλου μαρτυρία που να έτυχε αμφισβήτησης και επομένως θα έχρηζε αξιολόγησης. Αντίθετα το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων έχει δηλωθεί παραδεκτό, με αποτέλεσμα τούτο να είναι πλέον αδιαμφισβήτητο και να μην χρήζει αξιολόγησης. Η σημασία και η διάσταση των παραδεκτών γεγονότων τονίστηκε και στην Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Χαραλάμπους (Αρ. 1)
(2000)2 Α.Α.Δ. 186, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα. «Η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι, όταν ένα γεγονός καθίσταται παραδεκτό γεγονός δυνάμει του Νόμου 86/86, όπως η κατάθεση στην προκειμένη περίπτωση, τότε το παραδεκτό αυτό γεγονός αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του δικαστηρίου αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά σε δεδομένο, το οποίο έχει τέτοια σημασία που ακόμα και στην περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό η μαρτυρία εκείνη να κρίνεται ανάλογα, όπως έχει τονιστεί και πρόσφατα στην Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444». Εφόσον λοιπόν δεν υπάρχει μαρτυρία που θα πρέπει να αξιολογηθεί, όσα γεγονότα δηλώθηκαν παραδεκτά αποτελούν το μοναδικό βάθρο επί του οποίου το ζήτημα θα κριθεί. Είναι καλά νομολογημένο ότι για την απόδειξη της γνώσης της φύσης του αντικειμένου και λόγω του ότι αυτή συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία που να την αποδεικνύει. Έτσι και κατά κανόνα η γνώση αυτή συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ιδιαίτερα από τη σύνδεση και τις πράξεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το παράνομο αντικείμενο (βλ. Queiss πιο πάνω και Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Συμπεραίνεται δηλαδή από περιστατική μαρτυρία, η οποία μπορεί να οδηγήσει εξίσου σε ασφαλές συμπέρασμα, κάποτε μάλιστα, με μεγαλύτερη ασφάλεια (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Όπως αποφασίσθηκε στην Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 211, το βάρος απόδειξης του στοιχείου της γνώσης παραμένει πάντοτε στους ώμους της κατηγορούσας αρχής και για αυτό δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε ερμηνεία του άρθρου 32
(3)(β)(ι) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (Ν. 29/77)που θα αφαιρούσε από την κατηγορούσα αρχή την υποχρέωση αυτή. Όπως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα αφού καμία άλλη μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί για το ζήτημα, ο κατηγορούμενος παρέλαβε τα αντικείμενα που σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.2, που επαναλαμβάνω χρήζει αξιολόγησης, περιέχουν ναρκωτικές ουσίες απαγορευμένες από το Νόμο. Για τα αντικείμενα αυτά πλήρωσε χρηματικό ποσό, τα έφερε και τα παρέλαβε από γραφείο ιδιωτικής εταιρείας μεταφορών δεμάτων. Κατά την έξοδο του από το συγκεκριμένο γραφείο συνελήφθη από μέλη της ΥΚΑΝ μετά από πληροφορία που είχαν εξασφαλίσει ότι ο κατηγορούμενος θα παραλάβει μεγάλη ποσότητα απαγορευμένων αρωματικών χώρου. Σε δύο περιπτώσεις κατά την ημέρα της σύλληψης του και όταν του υποδείχθηκε από την αστυνομία ότι πιθανό στα αντικείμενα που παρέλαβε να υπήρχαν ναρκωτικές ουσίες που συμπεριλήφθηκαν στον τροποποιημένο κατάλογο των ναρκωτικών και όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, η απάντηση που έδωσε ήταν να προχωρήσουν ως αστυνομία να κάμουν τη δουλειά τους. Αυτή είναι η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει σε σχέση με την εμπλοκή του κατηγορούμενου. Αυτός δηλαδή πράγματι πλήρωσε, έφερε και παρέλαβε τα αντικείμενα από το συγκεκριμένο γραφείο και συνελήφθη εξερχόμενος από αυτό. Καμία όμως άλλη μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί είτε άμεση είτε περιστατική και με βάση την οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι πράγματι ο κατηγορούμενος είχε γνώση για το απαγορευμένο των ουσιών. Ακόμα δηλαδή και στην περίπτωση που το Δικαστήριο και μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία κατέληγε σε εύρημα ότι οι ουσίες που παρέλαβε ο κατηγορούμενος αποτελούν ναρκωτικές ουσίες απαγορευμένες από το Νόμο, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να κριθεί ότι αυτός όντως είχε και γνώση για τη φύση των ουσιών αυτών. Σύμφωνα και με το λόγο της απόφασης Kallenos πιο πάνω, κρίνεται ότι στην εξεταζόμενη υπόθεση η μαρτυρία που έχει προσκομισθεί υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων δεν είναι τέτοια που να οδηγεί σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου έτσι ώστε να επιτρέπεται η κλήση του σε απολογία. Αυτή σε καμία περίπτωση δεν είναι τέτοια που να καθιστά την καταδίκη του μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση. Τυχόν κλήση του σε απολογία θα ήταν αντίθετη με την καλά παγιωμένη νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία το βάρος απόδειξης της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζουv. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Για τους λόγους αυτούς κρίνεται ότι η εισήγηση της υπεράσπισης θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.).............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο