Ιφιγένεια Μιχαηλίδου κ.α. ν. Societe Generale Bank Cyprus Limited κ.α., Αρ.Υπόθ. 18268/15, 31/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B176 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ.Υπόθ. 18268/15 Ενώπιον Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ
- Ιφιγένεια Μιχαηλίδου
- Ιωάννη Μιχαηλίδη Παραπονούμενοι - ν - Societe Generale Bank Cyprus Limited κ.α Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Παραπονούμενους: κα. Αριστοτέλους με κα Ασσιώτου για Κ.Μελά &Σια ΔΕΠΕ Για Κατηγορούμενη: κ. Παπαχαραλάμπους Λ (κ. Κονταξής να ακούσει απόφαση). ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, η κατηγορούμενη 1, κυπριακή τράπεζα, αντιμετωπίζει μια κατηγορία, αυτή του ανατοκισμού περισσότερο από δύο φορές τον χρόνο, κατά παράβαση του αρ. 3
(1)(δ) του Περί Φιλελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, Ν. 160(Ι)/1999[1] (εφ' εξής ο Νόμος) (σ.σ. οι κατηγορίες 2 και 3 που αφορούσαν τις κατηγορούμενες 2 και 3 αντίστοιχα, διακόπηκαν από το Γενικό Εισαγγελέα στις 19/5/16 ενώ για τους κατηγορούμενους 4-6, οι οποίοι αντιμετώπιζαν τις κατηγορίες 4-6 αντίστοιχα, η υπόθεση εναντίον τους αποσύρθηκε ως ανεπίδοτη). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η κατηγορούμενη τράπεζα, για το έτος 2013: « ανατόκισαν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο, ήτοι κατά ή περί την 28/05/13, την 30/06/13, την 28/07/13, την 28/08/13, την 29/09/13 και την 28/10/13 κεφαλαιοποίησαν και/ή ανατόκισαν τους τόκους επί του υπολοίπου κεφαλαίου του λογαριασμού δανείου υπ' αρ. 026001773030630011 των παραπονουμένων» Εκ μέρους των παραπονουμένων κατέθεσαν τέσσερεις μάρτυρες, οι παραπονούμενοι, Ιωάννης Μιχαηλίδης (ΜΚ1) και Ιφιγένεια Μιχαηλίδου (ΜΚ4) και οι Σπύρος Σπυρίδωνος, πρώην τραπεζικός υπάλληλος και νυν χρηματοοικονομικός σύμβουλος, (ΜΚ2) και Μιχάλης Τάλλης, εγκεκριμένος λογιστής-ελεγκτής, (ΜΚ3). Από πλευράς κατηγορούμενης, αφού η τελευταία κλήθηκε σε απολογία, κατέθεσε ένας μάρτυρας, ο Στέλιος Λαμπριανού (ΜΥ1), υπάλληλος και λειτουργός της κατηγορούμενης
- Κατ' αρχή θεωρώ σκόπιμο να διευκρινίσω ότι οι ΜΚ2 και ΜΚ3 κλήθηκαν και κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες και η εμπειρογνωμοσύνη τους επί των θεμάτων για τα οποία κλήθηκαν και κατέθεσαν δεν αμφισβητήθηκε. Ο ΜΥ1 κλήθηκε και κατέθεσε επίσης ως εμπειρογνώμονας αλλά και ως μάρτυρας γεγονότων. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν έτυχε οποιασδήποτε αντεξέτασης. Αναφορικά με τον ΜΚ1, αυτός δεν αντεξετάσθηκε. Ομοίως, η μαρτυρία της ΜΚ4, παρέμεινε ουσιαστικά αδιαμφισβήτητη αφού η Υπεράσπιση περιόρισε την αντεξέταση της μάρτυρος σε μερικές διευκρινιστικές ερωτήσεις. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο ΜΚ1 κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, σύμβαση δανείου ημερ. 22/5/08 και ως Τεκμήριο 2, τραπεζική κατάσταση του επίμαχου λογαριασμού για την περίοδο 28/5/13-29/10/
- Η ορθότητα των όσων καταγράφονται στα εν λόγω έγγραφα δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την κατάσταση του ίδιου επίμαχου λογαριασμού που κατατέθηκε αργότερα στη δίκη, ως Τεκμήριο 3 και αφορά στην περίοδο 18/06/08 - 29/04/
- Από την μαρτυρία του ζεύγους Μιχαηλίδη και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1,2 και 3, προκύπτουν τα πιο κάτω αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα οποία και συνιστούν κοινό, για τις δύο πλευρές, έδαφος: Στις 22/5/08, οι παραπονούμενοι, κατόπιν αίτησης τους η οποία έγινε αποδεκτή από την κατηγορούμενη, συνήψαν με την τελευταία, σύμβαση στεγαστικού δανείου για το ποσό των €38.500 πλέον τόκους και τραπεζικά έξοδα - Τεκμήριο 1 (εφ' εξής το δάνειο). Το εν λόγω δάνειο συμφωνήθηκε να εξοφληθεί σε μια περίοδο 7 χρόνων, με την καταβολή 84 μηνιαίων δόσεων. Με την ίδια συμφωνία, συμφωνήθηκε επίσης όπως, το συνολικό πρόσθετο «Κόστος Πίστωσης» του δανείου, το οποίο αφορά στο σύνολο των πρόσθετων χρεώσεων, όπως εφαρμοστέοι τόκοι και έξοδα και το οποίο οι παραπονούμενοι θα κατέβαλλαν ως επιπρόσθετο ποσό, για την πίστωση που θα τους παραχωρούσε η κατηγορούμενη, θα ανέρχετο, στο ποσό των €8.870,
- Επομένως, το «Συνολικό Πληρωτέο Ποσό» που συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί από τους παραπονούμενους πίσω στην κατηγορούμενη, εντός της συμφωνηθείσας περιόδου και νοουμένου ότι οι συμφωνηθείσες δόσεις θα καταβάλλονταν εμπρόθεσμα και δεν θα μεταβάλλονταν οι παράγοντες που επηρεάζουν το επιτόκιο, υπολογίστηκε και συμφωνήθηκε στο ποσό των €47.370,
- Συνακόλουθα, η μηνιαία δόση αποπληρωμής του δανείου καθορίστηκε στο ποσό των €562,
- (Σχετικοί με τα πιο πάνω είναι οι όροι 1-4 στη σελ 4 του Τ.1) Για το σκοπό του δανείου, ανοίχτηκε λογαριασμός στο όνομα των παραπονουμένων, με αρ.026001773030630011, στον οποίο η πρώτη πράξη που καταγράφεται είναι αυτή της χρέωσης του ποσού του δανείου ήτοι €38.500, στις 18/06/
- Μέχρι και τη λήξη της επίμαχης περιόδου ήτοι την 29/10/13, οι μοναδικές άλλες χρεώσεις που καταγράφονται στο λογαριασμό, πέραν της αρχικής χρέωσης του ποσού του δανείου (€38.500), είναι χρεώσεις τόκου. Οι εν λόγω χρεώσεις μέχρι και την 30/6/11, γίνονταν ανά εξαμηνία, ενώ από την 1/7/11 μέχρι και την 29/4/13 καμία τέτοια χρέωση καταγράφεται να έγινε στο λογαριασμό. Αναφορικά με τις ημερομηνίες, 28/05/13, 30/06/13, 28/07/13, 28/08/13, 29/09/13 και 28/10/13, ημερομηνίες στις οποίες αναφέρονται οι λεπτομέρειες αδικήματος, στο λογαριασμό των παραπονουμένων καταγράφονται χρεώσεις υπό την αναφορά «Interests Payment» - «Πληρωμή Τόκων», της τάξης των €108,34, €107,830, €100,360, €99,530, €95,340 και €88,190 αντίστοιχα. Οι εν λόγω χρεώσεις καταγράφονται να φέρουν ως value date (βλ. στήλη «val. date») - ημερομηνία αξίας - τις ημερομηνίες 29/05/13, 29/06/13, 29/07/13, 29/08/13, 29/09/13 και 29/10/13 αντίστοιχα, ημερομηνίες που αναφέρονται και ως το αντίστοιχο value date σε σχέση με την κάθε δόση που καταβλήθηκε για κάθε μήνα κατά την επίμαχη 6μηνη περίοδο Μαίου 2013 - Οκτωβρίου 2013 (αμφότερων συμπεριλαμβανομένων - σύνολο 6 καταβληθέντων δόσεων). Αναφορικά με το ύψος της δόσης των παραπονουμένων, από το Μάιο 2013, αυτό αυξήθηκε από €562,74 σε €679,
- Η εν λόγω αυξημένη δόση καταβάλλετο καθ' όλη την επίμαχη 6μηνη περίοδο ήτοι από 28/5/13 μέχρι και 29/10/
- Η εξήγηση που δόθηκε στους παραπονούμενους για την αύξηση αυτή, ήταν ότι αυτή σχετιζόταν με την αύξηση του επιτοκίου κατά 2 περίπου μονάδες. Το σύνολο των «τόκων» που χρεώθηκε στο λογαριασμό, ως ανωτέρω αναφέρεται, από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι και την 29/10/13, ανερχόταν στο ποσό των €7827,75 (βλ. Τ.2 και 3) Μέχρι το Μάιο 2013, οι παραπονούμενοι, κατέβαλαν συνολικά, το ποσό των €30.221,08 (βλ. Τ.3), ενώ από το Μάιο 2013 μέχρι και την 29/10/13 (αμφότερων συμπεριλαμβανομένων), κατέβαλαν ακόμη €4.074,06 (βλ. Τ.2 - 6 δόσεις των €679.010 ήτοι την 29/05/13, 29/06/13, 29/07/13, 29/08/13, 29/09/13 και 29/10/13). Το συνολικό ποσό δηλαδή, που οι παραπονούμενοι κατέβαλαν έναντι του δανείου τους, από την αρχή της περιόδου αποπληρωμής μέχρι και την λήξη της επίμαχης περιόδου (29/10/13) ήταν €34.295,
- Μέχρι την 15/6/16, ημερομηνία που κατέθεσε στο Δικαστήριο η 1η παραπονούμενη, ΜΚ4, το δάνειο ήταν ήδη εξοφλημένο. Οι παραπονούμενοι, πέραν της παρούσας υπόθεσης έχουν επίσης καταχωρήσει αγωγή εναντίον της κατηγορούμενης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Ε.Δ. Λ/σου και φέρει τον αριθμό 1083/
- Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Όπως ανέφερα πιο πάνω και αποτέλεσε και εύρημα μου, μέχρι την 15/6/16, ημερομηνία που κατέθεσε στο Δικαστήριο η 1η παραπονούμενη, ΜΚ4, το δάνειο είχε εξοφληθεί. Το ποιο είναι όμως το συνολικό ποσό που εν τέλει κατέβαλαν οι παραπονούμενοι, παρέμεινε άγνωστο καθ' όλη τη διάρκεια της υπόθεσης. Με το θέμα αυτό όμως θα ασχοληθώ πιο κάτω στην απόφαση μου. Το ζήτημα που αποτέλεσε και το μοναδικό επίδικο θέμα στην παρούσα, αφορά στις χρεώσεις τόκων, που καταγράφονται στην κατάσταση του επίμαχου λογαριασμού κατά τις 28/05/13, 30/06/13, 28/07/13, 28/08/13, 29/09/13 και 28/10/
- Σύμφωνα με τους παραπονούμενους, οι εν λόγω χρεώσεις συνιστούν παράνομο ανατοκισμό εν τη εννοία του Ν. 160(Ι)/1999, και επειδή υπερβαίνουν τις δύο φορές μέσα σε ένα χρόνο, έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα, βάσει του γενικού αδικήματος που προνοεί ο Νόμος στο αρ.3
(2). Προς απόδειξη της υπόθεσης τους, οι παραπονούμενοι, βασίστηκαν ουσιαστικά, στη μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3, οι οποίοι, ως ανέφερα ανωτέρω, κλήθηκαν να καταθέσουν ως πραγματογνώμονες επί του επίδικου θέματος. Μέρος της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων, αποτέλεσαν οι γραπτές τους δηλώσεις, Έγγραφα Β και Γ αντίστοιχα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Αμφότεροι οι ΜΚ2 και ΜΚ3, αφού παρέθεσαν τα επαγγελματικά τους προσόντα, εξήγησαν ότι για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων τους, μελέτησαν και χρησιμοποίησαν την κατάσταση λογαριασμού ημερ.21/11/13 - Τ.2 - η οποία αφορά στην επίμαχη περίοδο και ειδικότερα, τα εξής δεδομένα που προκύπτουν από αυτή: α) υπόλοιπο κεφαλαίου από την 28/5/13 μέχρι την 29/10/13 β) πιστώσεις από την 28/5/13 μέχρι την 29/10/13 γ) Τις χρεώσεις από την 28/5/13 μέχρι την 29/10/13 δ) ημερομηνία αξίας χρήματος (value date) για χρεώσεις και πιστώσεις από την 28/5/13 μέχρι την 29/10/13 Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι, για σκοπούς της δικής του έρευνας και εξαγωγής συμπερασμάτων μελέτησε και το Τ.3 - κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο 18/6/08 - 29/4/13 - την περίοδο δηλαδή, από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι και πριν την επίμαχη περίοδο. ΜΚ2 - Σπύρος Σπυρίδωνος Πρόκειται για τον πρώτο πραγματογνώμονα, ο οποίος να σημειωθεί, διετέλεσε Επαρχιακός Διευθυντής στην κατηγορούμενη από το 2005-2011, μέχρι και που η εργοδότηση του τερματίστηκε. Ο εν λόγω μάρτυρας, αφού, προέβη σε ερμηνεία μεταξύ άλλων και των όρων «κεφαλαιοποίηση» και «ανατοκισμός», υποστήριξε ότι και στις έξι επίδικες περιπτώσεις, έγινε ανατοκισμός, κεφαλαιοποιήθηκε δηλαδή ο τόκος με την πρόσθεση του στο αρχικό κεφάλαιο και στη συνέχεια τοκίστηκε εκ νέου. Στο συμπέρασμα του αυτό, ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατέληξε, αφού διαπίστωσε από το Τ.2 ότι, «κάθε φορά που γινόταν κατάθεση, ο τόκος αφαιρείτο από την κατάθεση ή αναγνωρίζετο επί του τοκοφόρου κεφαλαίου και η κατάθεση ερχόταν να είναι μειωμένη και να μην σμικρύνει το τοκοφόρο κεφάλαιο και να μην έχει το full effect of benefit ενώ με κάθε κατάθεση του ο δανειολήπτης είχε δικαίωμα να μειώνεται το τοκοφόρο κεφάλαιο με κατάθεση. αντί αυτού αφαιρείτο από την κατάθεση του συγκεκριμένου πελάτη ο τόκος σε μηνιαία βάση.» Κοντολογίς, σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, στην παρούσα περίπτωση, υπήρξε ανατοκισμός και στις 6 φορές που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, διότι, η κατηγορούμενη τράπεζα υπολόγιζε και χρέωνε πρώτα τόκο και μετά πίστωνε την κατάθεση με αποτέλεσμα αντί να μειώνεται το καθαρό κεφάλαιο, να μειώνεται το κεφάλαιο συν οι τόκοι και άρα να μην επωφελείται πληρως ο δανειολήπτης της κατάθεσης του. Το αποτέλεσμα τούτου, η διάθεση δηλαδή της κατάθεσης του πελάτη πρώτα για πληρωμή τόκου και ύστερα για μείωση του κεφαλαίου, άφηνε, σύμφωνα με το μάρτυρα, ένα μικρό μέρος του τοκοφόρου κεφαλαίου, «απλήρωτο», το οποίο συμπεριλαμβανόταν, εκ νέου, στο ποσό που υπολογίζετο για σκοπούς της επόμενης χρέωσης τόκων. Αυτό, είναι που κατά το μάρτυρα, συνιστά τον ανατοκισμό στην παρούσα περίπτωση. Την ορθότητα της θέσης του αυτής, ο μάρτυρας την υπεραμύνθηκε κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούμενης, ο οποίος, υπέβαλε στο μάρτυρα ότι, εφόσον η θέση του ήταν ότι πληρωνόταν και εξοφλείτο πρώτα ο τόκος, αυτό εξυπακούει ότι, κανένας τόκος και κανένα ήδη τοκιζόμενο κεφάλαιο δεν έμενε για να τύχει τοκισμού εκ νέου. Ζητήθηκε από το μάρτυρα να αποδείξει μαθηματικά τους ισχυρισμούς του περί ύπαρξης αυτής της «επιπρόσθετης χρέωσης» η οποία κατά την άποψη του αποδεικνύει τον ισχυριζόμενο ανατοκισμό. Αν και αρχικά ο μάρτυρας δήλωσε αδυναμία να πράξει ως του ζητήθηκε διότι δεν ήξερε ποιο ήταν το εφαρμοστέο επιτόκιο κατά την επίμαχη περίοδο εντούτοις, στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας το συμβατικό επιτόκιο κατέληξε στο ποσό των €0.55σ ανά μήνα, δηλαδή €3.30 περίπου, για όλη την επίμαχη περίοδο. Αυτή ήταν, σύμφωνα με το μάρτυρα, η «ζημιά» που υπέστηκαν οι παραπονούμενοι συνεπεία του παράνομου ανατοκισμού της κατηγορούμενης και που αποδεικνύει την ύπαρξη ανατοκισμού. ΜΚ3 - Μιχάλης Τάλλης Πρόκειται για το δεύτερο πραγματογνώμονα των παραπονουμένων. Ο εν λόγω μάρτυρας, ο οποίος ετοίμασε σχετική «έκθεση» με τις διαπιστώσεις του (Τεκμήριο 4), υποστήριξε και αυτός τη θέση ότι, καθ' όλες τις επίδικες ημερομηνίες, η κατηγορούμενη προέβη σε ανατοκισμό. Η θέση του μάρτυρα, ήταν αρχικά παρόμοια με αυτή του ΜΚ
- Συγκεκριμένα, με δεδομένη τη διαπίστωση ότι και για τους έξι μήνες της επίμαχης περιόδου, η κατηγορούμενη παρουσιάζεται στο Τ.2 να χρεώνει τόκο για κάθε μήνα, αυτό συνεπαγόταν, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ότι, για την κάθε μηνιαία χρέωση τόκου, η κατηγορούμενη Τράπεζα, υπολόγιζε τον τόκο επί του εκάστοτε οφειλόμενου κεφαλαίου, ως αυτό όμως είχε διαμορφωθεί μετά την προηγούμενη μηνιαία χρέωση τόκου και πίστωση της κατάθεσης των παραπονουμένων. Αυτό, σύμφωνα με το μάρτυρα, συνιστά ουσιαστικά κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε μήνα και εκ νέου τοκισμό τους για σκοπούς του επόμενου μήνα. Ώς ο ίδιος ανέφερε, «Εφόσον προστίθεται ο τόκος πάνω στο εκάστοτε υπόλοιπο, τότε το εκάστοτε υπόλοιπο αυξάνεται». Την ορθότητα της πιο πάνω θέσης του, ο μάρτυρας υποστήριξε, παραπέμποντας στην έκθεση του, στην οποία «τοκίζοντας ορθά», όπως επεξήγησε, το λογαριασμό των παραπονουμένων κατά την επίδικη περίοδο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, για την εν λόγω περίοδο, προκλήθηκε «ζημιά» στους παραπονούμενους, συνολικού ύψους €12.27, ποσό με το οποίο ο λογαριασμός τους «υπερχρεώθηκε». Αυτό, σύμφωνα με το μάρτυρα, αποδεικνύει την ύπαρξη παράνομου ανατοκισμού διότι, όπως αυτός το έθεσε χαρακτηριστικά, «...αν κάτι δεν έγινε δεν θα έχει ζημιά». Ο μάρτυρας, δεδομένης της πιο πάνω θέσης που εξέφρασε κατά την κυρίως εξέταση του, έτυχε αρχικά, παρόμοιας με τον ΜΚ2, αντεξέτασης από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, ήτοι ότι, με την μηνιαία πληρωμή της δόσης και τη διάθεση της προς εξόφληση, πρώτα των δεδουλευμένων τόκων και ύστερα την πίστωση του κεφαλαίου με οποιοδήποτε υπόλοιπο της δόσης ενδεχομένως να παρέμενε, δεν υπάρχει τόκος επί του κεφαλαίου κατά την επόμενη χρέωση τόκων. Προς αντίκρουση της θέσης αυτής, ο μάρτυρας, πρόβαλε, το «επιχείρημα της μιας μέρας», όπως χαρακτηριστικά το έθεσε η ευπαίδευτη δικηγόρος των παραπονουμένων. Σύμφωνα με το εν λόγω επιχείρημα, επειδή ο μηνιαίος τόκος φαίνεται να χρεώνεται μία μέρα πριν τη πίστωση της δόσης, όταν και πληρώνονταν οι τόκοι, η νύχτα που μεσολαβεί από την χρέωση του μηνιαίου τόκου μέχρι την επόμενη μέρα που γίνεται η πίστωση και πληρωμή των τόκων, αφήνει ένα κατάλοιπο τόκου στο κεφάλαιο. Με δεδομένο ότι, ο μηνιαίος τόκος, ο οποίος χρεώνεται στο τέλος του μήνα, υπολογίζεται επί του ημερησίου οφειλόμενου υπολοίπου από την τελευταία πληρωμή δόσης, ο τοκισμός του υπολοίπου της ημέρας που μεσολαβεί από τη χρέωση τόκου και την πίστωση της δόσης, για το σκοπό υπολογισμού της επόμενης χρέωσης τόκου, συνιστά ουσιαστικά, τοκισμό κεφαλαίου στο οποίο έχουν ήδη προστεθεί τόκοι, οι οποίοι δεν έχουν εξοφληθεί. Επομένως, σύμφωνα με αυτή τη θέση του μάρτυρα, σε κάθε μία από τις επίδικες περιπτώσεις, έγινε ανατοκισμός για μία μέρα. Αντεξεταζόμενος στη βάση του αμέσως πιο πάνω επιχειρήματος του, ο μάρτυρας ρωτήθηκε ως προς το πώς μπορεί η εν λόγω θέση του να ευσταθεί αφού τόσο η χρέωση τόκου για κάθε μήνα της επίδικης περιόδου, όσο και η πίστωση της αντίστοιχης μηνιαίας δόσης, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας καταχώρησης τους στο Τ.2, φέρουν την ίδια «ημερομηνία αξίας» - «value date» και επομένως αυτή η χρονική διαφορά της μιας μέρας, επί της οποίας στήριξε το επιχείρημα του, ουσιαστικά, δεν υφίσταται. Αναφορικά με το θέμα αυτό, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν μπορεί να δεχτεί την ερμηνεία που δίνει ο συνήγορος υπεράσπισης στο «value date», εφόσον, αφ' ενός δεν έλεγξε το λογιστικό σύστημα της τράπεζας και επομένως δεν μπορεί να ξέρει πως ο καταλογισμός των πληρωμών στο λογαριασμό, επηρεάζεται από την αναφορά του «value date» και αφ' ετέρου διότι, το Τ.2, παρουσιάζει την αλλαγή του υπολοίπου κατά την ημερομηνία καταχώρησης της κάθε πράξης και όχι κατά την «ημερομηνία αξίας». Σύμφωνα με το μάρτυρα, αν η κατηγορούμενη ήθελε να βασιστεί στο «value date» τότε γιατί η εν λόγω αναφορά «να μην είναι μπροστά και είναι εκεί που δεν το βλέπει κανένας...τα σημαντικά είναι εκείνα που βλέπεις πρώτα, τα άλλα κρύβονται», εννοώντας προφανώς ότι θα έπρεπε το value date να είναι στην πρώτη στήλη της κατάστασης λογαριασμού, αντί στην τέταρτη. Του ζητήθηκε να υπολογίσει ποιος είναι αυτός ο «τόκος της μιας μέρας» και ο οποίος ως ήταν η θέση του, συνιστά τον ανατοκισμό στην παρούσα περίπτωση, οπόταν και ο μάρτυρας, κάμνωντας κάποιους πρόχειρους υπολογισμούς, κατέληξε στο ποσό των €0,71 μηνιαίως, ποσό για το οποίο όμως ανέφερε ότι μπορεί να είναι εντελώς λανθασμένο διότι δεν γνωρίζει το επιτόκιο του λογαριασμού. Ανέφερε επίσης ο μάρτυρας ότι, οι πιο πάνω υπολογισμοί και θέσεις του ως προς τον ανατοκισμό της μιας μέρας, ισχύουν, νοουμένου ότι οι συναλλαγές λογίζονται να έγιναν την ημερομηνία καταγραφής τους στο Τ.2 και όχι στην ημερομηνία που αναφέρεται στο ίδιο Τεκμήριο ως «ημερομηνία αξίας» - value date. Τέλος, ο μάρτυρας ρωτήθηκε, αν και σε ποιο βαθμό, κατά την έρευνα και εξαγωγή των συμπερασμάτων του, έλαβε υπόψη, ιδιαίτερα ως προς την κατάληξη του περί «υπερχρέωσης» τόκων, στοιχείο που, κατά την άποψη του, αποδεικνύει τον ισχυριζόμενο ανατοκισμό, τόσο τις πρόνοιες της σύμβασης δανείου Τ.1, όσο και το γεγονός ότι, μεταξύ των παραπονουμένων και της κατηγορούμενης, φαίνεται να συμφωνήθηκε από την αρχή, ποιο θα ήταν το συνολικό ποσό των τόκων και εξόδων που θα χρεώνετο ο λογαριασμός, ήτοι το συνολικό «κόστος πίστωσης» που αναφέρεται στο Τ.
- Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είδε την εν λόγω συμφωνία αλλά σίγουρα θα υπάρχει ένα ποσό στο οποίο συμπεριλαμβάνεται ο τόκος. Του ζητήθηκε ακολούθως να δει τη σύμβαση και τις εν λόγω πρόνοιες και να αναφέρει, κατά πόσο, η άποψη και τα συμπεράσματα του που εξέφρασε, διαφοροποιούνται ή επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο. Ο μάρτυρας περιορίστηκε στο να επαναλάβει τις προηγούμενες του θέσεις. ΜΥ1 - Στέλιος Λαμπριανού Ο εν λόγω μάρτυρας, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας που κλήθηκε προς υπεράσπιση της κατηγορούμενης, κατέθεσε μέσω γραπτής δήλωσης, Έγγραφο Ε. Για τους δικούς της λόγους, η πλευρά των παραπονουμένων, επέλεξε να μην αντεξετάσει το μάρτυρα. Όσον αφορά τις συνέπειες που η εν λόγω επιλογή των παραπονουμένων συνεπάγεται τόσο στην αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα όσο και στην ουσία της υπόθεσης, αυτό θα το εξετάσω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Η μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν συνοπτικά η ακόλουθη. Αποφοίτησε από το Grammar School και συγκεκριμένα από το κλάδο οικονομικών και κοινωνικών επιστημών. Εργάζεται στην κατηγορούμενη ως λειτουργός του Τμήματος Διαχείρισης Έργων, Οργάνωσης και Υποδομών και μεταξύ των καθηκόντων του είναι η διαχείριση, ο συντονισμός, η επίβλεψη και η εφαρμογή όλων των έργων που γίνονται στην κατηγορούμενη, ως επίσης και η γενική αναθεώρηση των διαδικασιών της κατηγορούμενης Τράπεζας. Ως εκ της θέσεως του αυτής, γνωρίζει τον τρόπο και τη μεθοδολογία με την οποία η κατηγορούμενη εταιρεία υπολογίζει και χρεώνει τόκο επί των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασμών των πελατών της, όπως είναι και ο επίμαχος λογαριασμός. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, ο ΜΥ1, ανέφερε ότι ο τρόπος χρέωσης των τόκων από την κατηγορούμενη, κατά την επίδικη περίοδο ήταν ο πιο κάτω: Η κατηγορούμενη, υπολόγιζε τον τόκο μηνιαίως επί των ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων του επίδικου λογαριασμού του δανείου, χρέωνε τον πελάτη κάθε μήνα με το εκάστοτε ποσό δεδουλευμένου μηνιαίου τόκου και από τη δόση που κατέβαλλε ο πελάτης, εξοφλείτο πρώτα ο τόκος και το υπόλοιπο της δόσης πιστωνόταν μετά έναντι του υπολοίπου του δανείου, το οποίο δεν έφερε τόκο εφόσον ο εν λόγω τόκος είχε ήδη εξοφληθεί. Ο τόκος που χρέωνε η κατηγορούμενη την εν λόγω περίοδο ανερχόταν στο 8.5%. Τέλος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, τόσο οι χρεώσεις όσο και οι πιστώσεις που αναφέρονται στο Τ.2, ισχύουν από την ημερομηνία αξίας τους - value date και ότι η κατηγορούμενη για να υπολογίσει το δεδουλευμένο τόκο, αυτή την ημερομηνία είναι που λαμβάνει υπόψη. Για να μην υπάρχει καμιά περίπτωση χρέωσης τόκου επί τόκου, ο μάρτυρας ανέφερε, ότι, για κάθε ένα μήνα της επίμαχης περιόδου, τόσο η πίστωση της μηνιαίας δόσης όσο και η χρέωση των δεδουλευμένων τόκων, λογίστηκε από την κατηγορούμενη να ισχύει, από την ίδια ημερομηνία, ήτοι και οι δύο συναλλαγές, έχουν την ίδια ημερομηνία αξίας - value date για σκοπούς της ανάλογης χρεοπίστωσης. Ως εκ τούτου, ανέφερε ο μάρτυρας, η τράπεζα, θεωρεί ότι ο λογαριασμός, χρεώνεται ή πιστώνεται, αναλόγως της περίπτωσης, κατά την αναγραφόμενη ημερομηνία αξίας της συναλλαγής και όχι την ημερομηνία καταγραφής της στο Τ.2 και σε δύο περιπτώσεις μάλιστα, την 1/7/13 και 30/9/13, παρά το ότι η δόση που κατέβαλαν οι παραπονούμενοι, καταγράφεται να καταβλήθηκε στις προαναφερόμενες ημερομηνίες, εντούτοις, η αξία που της δόθηκε ήταν από τις 29/6/13 και 29/09/13 αντίστοιχα, ημερομηνίες, που όντως καταβλήθηκε η δόση. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Θέσεις Παραπονουμένων Οι θέσεις των παραπονουμένων προωθήθηκαν μέσω της επιχειρηματολογίας που η ευπαίδευτη συνήγορος τους πρόβαλε, αρχικά στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως και στη συνέχεια με την τελική της αγόρευση. Η επιχειρηματολογία της κας Αριστοτέλους, η οποία παρέπεμψε, σε νομολογία και νομικά συγγράμματα καθώς και σε άλλο υλικό στο οποίο έκρινε ορθό να παραπέμψει, περιστρέφεται γύρω από τους πιο κάτω άξονες: Α) Το αδίκημα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης και στοιχειοθετείται με την απόδειξη μόνο των συστατικών στοιχείων του actus reus του αδικήματος ήτοι: Κεφαλαιοποίηση τόκων Ανατοκισμός - Τόκος επί ήδη τοκιζόμενου κεφαλαίου Πέραν των δύο φορών σε ένα χρόνο Β) Η κεφαλαιοποίηση των τόκων έχει αποδειχθεί διότι και στις 6 επίμαχες περιπτώσεις αυτό έγινε, υπολογίστηκαν δηλαδή οι τόκοι και ενσωματώθηκαν στο κεφάλαιο με πρόσθεση στο τέλος κάθε επίμαχου μήνα. Γ) Ανατοκισμός Επί του συστατικού στοιχείου του ανατοκισμού, η επιχειρηματολογία της κας Αριστοτέλους ήταν διττή, και αφορούσε, για να χρησιμοποιήσω τις δικές της εκφράσεις, το «Επιχείρημα του καταλογισμού» και το «Επιχείρημα της μιας μέρας». Σύμφωνα με τη συνήγορο, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης αν και υποστηρίζουν το ένα εκ των δύο επιχειρημάτων, εντούτοις, όποιο από τα δύο και να ευσταθεί, το τελικό συμπέρασμα θα είναι το ίδιο, ήτοι ότι υπήρξε ανατοκισμός. «Επιχείρημα του καταλογισμού» Η κα Αριστοτέλους υποστήριξε ότι, με δεδομένο, πρώτο, ότι οι συναλλαγές που καταγράφονται στο Τ.2, παρουσιάζονται να αλλοιώνουν το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την ημερομηνία εγγραφής τους (στήλη «DATE» στο Τ.2), δεύτερο, ότι η εγγραφή της χρέωσης τόκου προηγείται της εγγραφής της πίστωσης της δόσης και τέλος ότι, με αυτό τον τρόπο τόκοι και κεφάλαιο έχουν γίνει «ένα πράγμα», ο μεταγενέστερος καταλογισμός της δόσης στο «ενιαίο» πλέον υπόλοιπο, δεν μπορεί να διαχωριστεί σε πληρωμή τόκων και πληρωμή κεφαλαίου. Επομένως, υποστήριξε η συνήγορος, επειδή δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει πως καταλογίστηκε η δόση, εξυπακούεται ότι το υπόλοιπο που απομένει μετά την πίστωση της δόσης, και το οποίο χρησιμοποιείται για σκοπούς υπολογισμού της επόμενης χρέωσης τόκου, ήδη περιλαμβάνει χρεωμένους και κεφαλαιοποιημένους τόκους, οι οποίοι τοκίζονται εκ νέου και συνεπώς, γίνεται ανατοκισμός. Στη βάση αυτού του επιχειρήματος, η συνήγορος υποστήριξε ότι, η θέση της κατηγορούμενης ότι καταλόγιζε τη δόση των παραπονουμένων πρώτα προς εξόφληση των τόκων και μετά έναντι του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν τόκοι ενσωματωμένοι στο υπόλοιπο επί του οποίου υπολογίζετο τόκος για σκοπούς της επόμενης χρέωσης τόκου, δεν ευσταθεί αφού: Α) Από τη στιγμή που η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα και την ορθότητα του Τ.2, τότε, το βάρος απόδειξης ότι η δόση καταλογίζετο πρώτα προς εξόφληση των τόκων και μετά έναντι του κεφαλαίου, έπεσε στους ώμους της υπεράσπισης, αφού τα στοιχεία που θα το αποδείκνυαν αυτό, ήτοι τα τραπεζικά και λογιστικά βιβλία της κατηγορούμενης, και τα οποία θα μπορούσαν να αντικρούσουν την «εικόνα» του Τ.2, βρίσκονται στην αποκλειστική κατοχή και σφαίρα γνώσης της κατηγορούμενης. Αυτό της το βάρος όμως, υποστήριξε η συνήγορος, η υπεράσπιση απέτυχε να το αποσείσει. Επί τούτου, η συνήγορος υποστήριξε ότι, το μόνο σχετικό έγγραφο που έχει παρουσιαστεί είναι το Τ.2 και το οποίο «δεν δείχνει/δεν υποστηρίζει την εκδοχή τους (της κατηγορούμενης). Άλλωστε και πρακτικά αλλά και βάσει νομολογίας, δεν ήταν και δεν είναι ο σκοπός ενός statement να δείχνει πως καταλογίζονται οι πληρωμές. Ίδετε One Housing Group Limited v David Wright [2015] UKUT 0124 Upper Tribunal.» Β) Η υπεράσπιση, δεν μπορεί να επικαλείται τον κανόνα του «first in-first out», που έμεινε γνωστός ως ο κανόνας Clayton, από την ομώνυμη αγγλική υπόθεση, προς απόδειξη του ότι οι δόσεις καταλογίζονταν πρώτα προς εξόφληση του τόκου και ύστερα έναντι του κεφαλαίου, κανόνας ο οποίος έτυχε της επιδοκιμασίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων,
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 η οποία πραγματεύτηκε παρόμοιο θέμα, διότι:
- i)O κανόνας δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα presumption καταλογισμού των πληρωμών όταν δεν υπάρχει μαρτυρία για το πως πραγματικά καταλογίστηκε η πληρωμή - εδώ υπάρχει το Τ.2 υποστήριξε η κα Αριστοτέλους.
- ii)Η παρούσα υπόθεση είναι ποινική υπόθεση και επομένως δεν επιτρέπονται οι υποθέσεις iii) Το επίμαχο δάνειο είναι fixed-sum στεγαστικό δάνειο και επομένως ο κανόνας δεν τυγχάνει εφαρμογής αφού μόνο σε περιπτώσεις running account - τρεχούμενου λογαριασμού - όπου υπάρχει η δυνατότητα παρατραβήγματος - overdraft facility - και το κάθε «τράβηγμα» συνιστά νέο «δάνειο», τίθεται θέμα εφαρμογής του κανόνα "first in-first out". Συνεπάγεται επομένως, υποστήριξε η συνήγορος, ότι, στην απουσία μαρτυρίας περί του αντιθέτου, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν ξεκάθαρα από το Τ.2, είναι ότι οι πληρωμές που πιστώνονταν στο λογαριασμό, δεν εξοφλούσαν πρώτα τους τόκους αλλά οι τόκοι προστίθεντο απ' ευθείας πάνω στο τοκοφόρο υπόλοιπο και οι πληρωμές αφαιρούντο απ' ευθείας από το τοκοφόρο υπόλοιπο αφού η χρέωση του τόκου προηγείται της πληρωμής. Συνεπώς, καταλήγει η συνήγορος, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν οι μάρτυρες των παραπονουμένων, ήτοι ότι έγινε ανατοκισμός και στις 6 επίμαχες περιπτώσεις ,αφού το υπόλοιπο που απέμενε μετά και την πίστωση της κάθε δόσης και το οποίο χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς του επόμενου υπολογισμού τόκου, ήδη περιλάμβανε τους προηγούμενους τόκους ή κατάλοιπα αυτών, είναι ορθό. «Επιχείρημα της μιας μέρας» Η συνήγορος υποστήριξε ότι, αν εν τέλει ευσταθεί η θέση ότι η δόση όντως καταλογίζετο πρώτα προς εξόφληση τόκων και μετά έναντι κεφαλαίου, θέση βέβαια την οποία οι παραπονούμενοι απορρίπτουν, τότε, σύμφωνα με τη συνήγορο, και πάλι προκύπτει ανατοκισμός έστω και αν είναι για μια μέρα μόνο. Ακολουθώντας τη συλλογική του ΜΚ3 επί αυτού του σημείου, η συνήγορος υπέβαλε ότι, επειδή από την ημερομηνία χρέωσης των τόκων μέχρι την ημερομηνία πίστωσης της δόσης, μεσολαβεί «μία μέρα» και η μέρα αυτή υπολογίζεται για σκοπούς της επόμενης χρέωσης τόκου, τότε γίνεται ανατοκισμός, αφού σε εκείνη τη μέρα, στο υπόλοιπο έχουν ήδη ενσωματωθεί οι τόκοι και οποίοι, αφού δεν έχουν ακόμη εξοφληθεί, ανατοκίζονται. Όσον αφορά την αναφορά σε value date στο Τ.2, η συνήγορος υποστήριξε ότι, η επί του προκειμένου θέση της Υπεράσπισης δεν υποστηρίζεται από το Τ.2 διότι οι επίμαχες συναλλαγές παρουσιάζονται να αλλοιώνουν το τοκοφόρο υπόλοιπο κατά την ημέρα καταγραφής τους και αν η υπεράσπιση επιθυμούσε να δείξει διαφορετική εικόνα και πάλι είχε το βάρος να το πράξει τούτο, βάρος το οποίο όμως απέτυχε να αποσείσει. Καταλήγοντας, η συνήγορος υπέβαλε ότι δεν θα πρέπει να δοθεί καμιά βαρύτητα στα λεγόμενα του ΜΥ1, παρά το ότι αυτός δεν αντεξετάστηκε, αφού: α) Η συλλογιστική του δεν ευσταθεί ούτε μαθηματικά, ούτε και λογιστικά. Προς απόδειξη τούτου, η συνήγορος παραθέτει στις σελ. 6-9 της τελικής της αγόρευσης διάφορους μαθηματικούς και λογιστικούς υπολογισμούς στους οποίους προβαίνει η ίδια με τη χρήση μαθηματικών και λογιστικών τύπων β) Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας δεν αρκούν για να αποσείσουν το βάρος που είχε η υπεράσπιση να δείξει πώς πραγματικά καταλογίστηκαν οι δόσεις. Προς απόδειξη τούτου, η συνήγορος παραθέτει στις σελ. 10-12 της τελικής της αγόρευσης διάφορα παραδείγματα λογιστικών/τραπεζικών καταστάσεων που συνέταξε η ίδια, προβαίνοντας και πάλι σε διάφορες λογιστικές και μαθηματικές πράξεις. γ) Η ικανότητα του «ως εκ της θέσεως του» να γνωρίζει αυτά για τα οποία κατέθεσε, δεν αποδείχτηκε επειδή δεν είναι λογιστής και η κύρια ασχολία του είναι το «project management», τομέας άσχετος με τη λογιστική όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Sawyer et al 1998, Conceptual Development and Influence on IT-Business Partnerships, MIS Quarterly, Vol.28, No.4 (Dec.2004) pp.673-694. Ως εκ τούτου, υποστήριξε η συνήγορος, δεν μπορεί να δίνει μαρτυρία ως προς το πως ετοιμάζεται ένα statement λογαριασμού εκτός αν τέτοια ετοιμασία συνιστά project της τράπεζας κάτι το οποίο όμως είναι άγνωστο. Σύμφωνα με τη συνήγορο, ο λόγος που δεν αντεξετάστηκε ο μάρτυρας και δεν του τέθηκαν οι μαθηματικοί υπολογισμοί στους οποίους η συνήγορος προβαίνει στην αγόρευση της, είναι επειδή δεν υπήρχε καμία ανάγκη για κάτι τέτοιο, εφόσον η υπεράσπιση δεν έφερε - «accounts which show actual appropriation» - λογαριασμούς δηλαδή που να δείχνουν τον πραγματικό καταλογισμό της δόσης. Θέσεις Υπεράσπισης Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης απέρριψε τις θέσεις των παραπονουμένων στην ολότητα τους. Επισημαίνοντας τις συνέπειες που συνεπάγεται η παράλειψη των παραπονουμένων να αντεξετάσουν το ΜΥ1 και τονίζοντας ότι η υπεράσπιση δεν έχει βάρος «να αποδείξει τίποτε» σε μια ποινική υπόθεση, ως αντίθετα ισχυρίστηκε η κα Αριστοτέλους, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπέβαλε ότι η κατηγορούμενη θα πρέπει να αθωωθεί από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ο κος Παπαχαραλάμπους υποστήριξε ότι, αυτό που καταδείχτηκε από τη μαρτυρία είναι η αδιαμφισβήτητη θέση του ΜΥ1 ότι η δόση των παραπονουμένων καταλογίζετο πρώτα προς εξόφληση των τόκων και ύστερα έναντι του κεφαλαίου με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν τόκοι στο υπόλοιπο κατά τον επόμενο υπολογισμό και χρέωση τόκου, πρακτική που είναι όχι μόνο επιτρεπτή αλλά και έχει ήδη κριθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο να μην συνιστά ανατοκισμό εν τη εννοία του Νόμου, (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων,
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, όπου γίνεται αναφορά στον κανόνα Clayton). Όσον αφορά τους ΜΚ2 και ΜΚ3, ο κος Παπαχαραλάμπους, επισημαίνοντας τη διάσταση, που κατά την άποψη του, χαρακτηρίζει τις εκδοχές των εν λόγω μαρτύρων, ως επίσης και την, κατά το συνήγορο, πλημμελή, αυθαίρετη και προκατειλημμένη, ουσιαστικά έρευνα και συμπεράσματα στα οποία αυτοί κατέληξαν, κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει τη μαρτυρία τους ως ακροσφαλή και πλήρως αναξιόπιστη. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις καθώς και την προσκομισθείσα μαρτυρία έχοντας κατά νου και τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο. Κρίνω ορθό, ενόψει της φύσης του ίδιου του εξεταζόμενου αδικήματος αλλά και της φύσης των επιδίκων θεμάτων, τα οποία σε μεγάλο μέρος τους είναι καθαρά νομικά, να παραθέσω πρώτα, το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου θα εξεταστεί η ποινική ευθύνη της κατηγορούμενης. ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΣ ΠΕΡΑΝ ΑΠΟ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ ΤΟ ΧΡΟΝΟ - 3
(1)(δ) Ν.160(Ι)/99 Προκύπτει ως κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, ότι το αδίκημα του αρ.3
(1)(δ) του Νόμου, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, απαιτεί προς στοιχειοθέτηση του, την απόδειξη των εξής συστατικών στοιχείων: Α) Ανατοκισμό τόκων Β) Περισσότερο από δύο φορές στον ίδιο χρόνο Η ερμηνεία του όρου «ανατοκισμός», ως επίσης και το τι δύναται να εμπίπτει στο πεδίο εμβέλειας του όρου, δεν περιλαμβάνεται στο Νόμο. Παρά ταύτα όμως, φαίνεται να υπάρχει συμφωνία μεταξύ των μερών ως προς το ότι, ενόψει της σαφήνειας της φρασεολογίας της επίμαχης νομοθετικής διάταξης, θα πρέπει, για σκοπούς ερμηνείας, να της αποδοθεί η φυσική και συνήθης έννοιά της (plain meaning or literal rule). Οι αναφορές αμφότερων των συνηγόρων τόσο σε λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας όσο και σε σχετική νομολογία ως προς την έννοια του όρου «ανατοκισμός», οι οποίες και με βρίσκουν σύμφωνο, μπορούν να συνοψισθούν ως εξής. «Ανατοκισμός» είναι ο εκ νέου τοκισμός ενός ποσού που έχει ήδη τοκισθεί με αποτέλεσμα να τοκίζονται εκ νέου οι ήδη γεννηθέντες τόκοι. Ο όρος ανατοκισμός, συναρτάται άμεσα με τον όρο «κεφαλαιοποίηση» εφόσον, όπως εύστοχα επεσήμανε η κα Αριστοτέλους και δεν διαφωνεί ο κ. Παπαχαραλάμπους, ο ανατοκισμός, προϋποθέτει κεφαλαιοποίηση τόκων, ήτοι, ενσωμάτωση των τόκων στο κεφάλαιο με αποτέλεσμα την απώλεια της ιδιότητας του τόκου και την μετατροπή τους σε κεφάλαιο. Ο συνακόλουθος τοκισμός αυτού του ενιαίου πλέον κεφαλαίου είναι που συνιστά τον ανατοκισμό. Προφανώς, λόγω αυτής της άμεσης και κοινώς αποδεκτής συνάρτησης του «ανατοκισμού» με την «κεφαλαιοποίηση», ο Νομοθέτης δεν έκρινε αναγκαίο να συμπεριλάβει τον όρο «κεφαλαιοποίηση» στο αδίκημα του αρ.3
(1)(δ), περιορίζοντας όμως έτσι, το εκεί αναφερόμενο αδίκημα, αποκλειστικά, στην πράξη του «ανατοκισμού» και όχι της «κεφαλαιοποίησης». (σ.σ. στην Αγγλία αν και υπάρχει ως όρος το «capitalisation» - κεφαλαιοποίηση, εντούτοις, για νομικούς σκοπούς χρησιμοποιείται ο όρος «charging compound interest» ο οποίος εμπεριέχει και την κεφαλαιοποίηση και τον ανατοκισμό.) Παρά την άρρηκτη σχέση των δύο όρων όμως, δεν παύουν από του να είναι δύο ανεξάρτητες έννοιες, διαφορετικές και χωριστές μεταξύ τους, τόσο νομικά όσο και πραγματικά. Μπορεί η κεφαλαιοποίηση των τόκων να συνιστά προϋπόθεση του ανατοκισμού και η ύπαρξη του τελευταίου να εξυπακούει ότι έγινε το πρώτο, όμως, εφόσον η πράξη του ανατοκισμού δεν προηγείται αλλά ακολουθεί την πράξη της κεφαλαιοποίησης, η ύπαρξη κεφαλαιοποίησης δεν εξυπακούει αυτόματα ότι έγινε ή θα γίνει ανατοκισμός. Παρεμβάλλω εδώ την περίπτωση της πρώτης και της τελευταίας κεφαλαιοποίησης που γίνεται σε ένα λογαριασμό. Όταν κεφαλαιοποιούνται για πρώτη φορά οι τόκοι σε ένα λογαριασμό, δεν υπήρξε προηγουμένως ανατοκισμός αφού μέχρι εκείνη τη στιγμή, το μόνο που τοκίζετο ήταν το κεφάλαιο. Ομοίως, στην τελευταία κεφαλαιοποίηση που γίνεται για σκοπούς εξόφλησης του λογαριασμού, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι τόκοι για να υπολογιστούν και να χρεωθούν στο λογαριασμό και ο πελάτης εξοφλά το εναπομείναντα ποσό, δεν ακολουθεί κανένας ανατοκισμός. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει κεφαλαιοποίηση αλλά όχι ανατοκισμός. Επιπλέον, εκεί όπου οι τόκοι κεφαλαιοποιούνται αλλά στη συνέχεια εξοφλούνται πριν τον οποιοδήποτε εκ νέου τοκισμό, δεν υπάρχει ανατοκισμός παρά μόνο κεφαλαιοποίηση αφού για κάθε επόμενο υπολογισμό τόκων και κεφαλαιοποίηση τους, λαμβάνεται υπόψη «καθαρό» κεφάλαιο, απαλλαγμένο από προηγούμενους τόκους. (βλ. Χαριλάου ανωτέρω και η νομολογία και συγγράμματα που η εν λόγω απόφαση παραθέτει) Άκρως ενδιαφέροντα με τα πιο πάνω είναι και τα όσα σχετικά αναφέρονται, εκτός της Χαριλάου ανωτέρω, και στις υποθέσεις Παχατουριάν v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 322, στις αγγλικές αυθεντίες Kitchen and another v HSBC Bank plc [2000] 1 All ER (Comm) 787, National Bank of Greece SA v Pinios Shipping Co No 1 and another «The Maira» [1990] 1 All ER 78 και Paton (Fenton's Trustee) v Inland Revenue Commissioners [1938] 1 All ER 786, καθώς και στα συγγράμματα Halsbury's Laws (4th ed. reissue) Vol.3
(1), para 299 και Ellinger's Modern Banking Law, Fifth Edition, 2011 pg. 753-754, 761-770) Σε κάθε περίπτωση όμως, επειδή, αμφότεροι οι συνήγοροι, εμμέσως πλην σαφώς, συμφωνούν με τα πιο πάνω, η υπόθεση περιστράφηκε γύρω από το αν έγινε ανατοκισμός και όχι γύρω από το αν έγινε κεφαλαιοποίηση, ήτοι ενσωμάτωση των τόκων στο κεφάλαιο. Υπό το φως των πιο πάνω, το ουσιαστικό στοιχείο, το οποίο οι παραπονούμενοι στην παρούσα ποινική υπόθεση, φέρουν το βάρος να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, είναι το αν έγινε ανατοκισμός και στις έξι επίμαχες ημερομηνίες ή τουλάχιστο σε περισσότερες από δύο εξ' αυτών. Υπενθυμίζω ότι κανένα παράπονο υφίσταται σε σχέση με τις χρεώσεις τόκων που προηγήθηκαν της επίμαχης περιόδου και οι οποίες αποτυπώνονται στο Τ.
- ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΟΥΣ Ο ανατοκισμός στην παρούσα υπόθεση, έγινε, σύμφωνα με τους παραπονούμενους επειδή, από το Τ.2 φαίνεται: α) Πρώτα να υπολογίζονται οι τόκοι β) Στη συνέχεια να ενσωματώνονται στο υπόλοιπο με σχετική χρέωση τους - κεφαλαιοποίηση γ) Το νέο υπόλοιπο που δημιουργείται εμπεριέχει τόκο δ) Μετά πιστώνεται η δόση και μειώνεται ανάλογα το υπόλοιπο ε) Το εναπομείναν υπόλοιπο, εν τη απουσία μαρτυρίας προς το αντίθετο, εμπεριέχει τους τόκους που χρεώθηκαν προηγουμένως ή κατάλοιπο αυτών στ) Το εν λόγω υπόλοιπο τοκίζεται εκ νέου για σκοπούς της επόμενης κεφαλαιοποίησης. Το κρίσιμο σημείο στην πιο πάνω θέση των παραπονουμένων είναι το σημείο υπό «ε)» αναφορά. Συγκεκριμένα, επειδή από την κατάσταση Τ.2 «δεν φαίνεται εάν η δόση καταλογίστηκε πρώτα έναντι των τόκων και μετά έναντι του κεφαλαίου. ΑΝΤΙΘΕΤΑ φαίνεται να χρεώνεται - να καταλογίζεται η δόση έναντι του ΕΝΙΑΙΟΥ τοκοφόρου κεφαλαίου...» αυτό συνεπάγεται, σύμφωνα με τους παραπονούμενους, ανατοκισμό τον οποίο η κατηγορούμενη θα πρέπει να αντικρούσει. (βλ. σελ. 10 αγόρευσης παραπονουμένων για το εκ πρώτης όψεως - «Έγγραφο Ψ»). Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε η συνήγορος στη σελ. 11 της αγόρευσης της για το εκ πρώτης όψεως, όπου χρησιμοποίησε ως παράδειγμα την πρώτη επίμαχη ημερομηνία, 28/5/13, «όταν προστέθηκε το 108.34 πάνω στο 15507.08, δημιουργήθηκε υπόλοιπο 15615,42 και είναι από εκείνο που αφαιρέθηκε το 679.
- Από τη στιγμή που σχηματίστηκε το 15615.42 αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο και δεν μπορούμε να ξέρουμε ποια συγκεκριμένα ευρώ από τα 15615.42 είναι οι τόκοι για να ξέρουμε ότι η δόση καταλογίστηκε πρώτα έναντι τους και μετά έναντι κεφαλαίου... Δηλαδή όταν στις 30/6/13 χρεώθηκε τόκος, συντελέσθη ανατοκισμός διότι είχε προηγηθεί χρέωση τόκου στις 28/5/
- Άρα εκ των πραγμάτων ο τόκος της 30/6/13 προστέθηκε πάνω στον τόκο της 28/5/13 και ούτω καθ' εξής.» (έμφαση και υπογράμμιση της κας Αριστοτέλους) Αυτό όμως που ομολογουμένως μπορεί να καθιστά, ελκυστικό, το επιχείρημα της συνηγόρου, συνιστά ταυτόχρονα και τη μεγαλύτερη αδυναμία του ήτοι ότι δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά μια υπόθεση (assumption), η οποία αν και εύλογη και πιθανή, εντούτοις, παραμένει ως υπόθεση (assumption). Όπως ορθά επεσήμανε η συνήγορος, στο ποινικό δίκαιο δεν επιτρέπονται υποθέσεις (assumptions), όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σάκκος ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Αυτό όμως που επιτρέπεται στο ποινικό δίκαιο και στη βάση του οποίου μπορεί να στοιχειοθετηθεί η καταδίκη ενός κατηγορούμενου είναι το presumption (τεκμήριο) (βλ. π.χ. τεκμήριο εμπορίας ναρκωτικών ή τεκμήριο καλού ανταλλάγματος σε σχέση με επιταγές). Αυτός ο διαχωρισμός του assumption από το presumption, τον οποίο η συνήγορος δεν κάμνει στην επιχειρηματολογία της, εξ' ου και το σφάλμα στο συλλογισμό της, συνιστά ακρογωνιαίο λίθο της «δίκαιης δίκης» εφόσον είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το τεκμήριο της αθωότητας από το οποίο προκύπτει το καθήκο της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας χωρίς ο κατηγορούμενος να χρειάζεται να αποδείξει οτιδήποτε. Εκεί όμως όπου, το καθήκον αυτό των διωκτικών αρχών και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, είναι αδύνατο να εκπληρωθεί, λόγω παραγόντων που είναι εκτός του ελέγχου τους αλλά και της δυνατότητας τους για διερεύνηση και απόδειξη, τόσο η νομοθεσία όσο και η νομολογία έχουν αναγνωρίσει την εφαρμογή των presumptions (τεκμηρίων). Σε τέτοια περίπτωση και πάντοτε νοουμένου ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα εκείνα τα γεγονότα που απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί το presumption (τεκμήριο), το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να το καταρρίψει. (Βλ. Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 916). Το βάρος του κατηγορούμενου αυτό, αποσείεται βέβαια στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. (βλ. σχ. R v Carr Braint
(1943)2 All ER 156 και Ζυπίτης ν Αστυνομία
(2003)2 ΑΑΔ 220) Η μόνη άλλη περίπτωση όπου ο κατηγορούμενος υπέχει κάποιου βάρους απόδειξης είναι στα «reverse burden» αδικήματα, όπου είτε ρητά αναφέρεται στο Νόμο η μετατόπιση του βάρους είτε, ως εκ της διατύπωσης του κειμένου του νόμου, τα εν λόγω αδικήματα δύναται να ερμηνευτούν ως τέτοια «reverse burden» αδικήματα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ήτοι όπου δεν προνοείται ρητά στο νόμο ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται στην πλευρά της υπεράσπισης, αν το λεκτικό του νόμου δημιουργεί κάποια εξαίρεση και o κατηγορούμενος βασίζεται στην εν λόγω εξαίρεση, τότε, αυτός έχει το νομικό βάρος να αποδείξει ότι εμπίπτει στην εξαίρεση (βλ. RABIUL HOSSAIN ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 71/2015, 17/12/2015 και τη νομολογία και συγγράμματα που η εν λόγω απόφαση παραπέμπει). Τέτοια αδικήματα, είναι γνωστά και ως «unless offences», αφού αυτή καθ' αυτή η πράξη του κατηγορούμενου συνιστά αδίκημα «εκτός» αν αυτός δείξει ότι συντρέχει κάποιο άλλο γεγονός που τον απαλλάσσει από την ποινική ευθύνη («the act itself is an offence unless»), (βλ επίσης τις αγγλικές αυθεντίες R. v. Hunt [1987] 1 All E.R. 1 και R. v. Edwards [1974] 2 All ER 1085) Στις πλείστες των περιπτώσεων, όχι όμως εξαντλητικά, τα εν λόγω αδικήματα είναι αδικήματα κατοχής άδειας (licensing offences), όπου υπό τις περιστάσεις, αντίθετα με την κατηγορούσα αρχή, είναι πιο εύκολο, πρόσφορο και στη διάθεση του κατηγορούμενου να παρουσιάσει εκείνα τα στοιχεία που δείχνουν την αθωότητα του. (βλ. Σιδηρόπουλος ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 15 και AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΦΕΣΕΙΣ ΑΡ. 78/2014 και 79/2014 ημερομηνίας 3/9/2015). Σε κάθε περίπτωση όμως, είτε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο λόγω presumption είτε λόγω της διατύπωσης του νόμου, η κατηγορούσα αρχή εξακολουθεί, καθ' όλη τη δίκη να έχει την υποχρέωση να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία προααπαιτούνται για να ενεργοποιηθεί η μετατόπιση του βάρους απόδειξης και η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία ουδόλως την απαλλάττει από την εν λόγω υποχρέωση (βλ. Φουρνίδου ανωτέρω). Αφού η μαρτυρία αξιολογηθεί στο σύνολο της, και κριθεί ότι, η κατηγορούσα αρχή έχει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αποδείξει τα αναγκαία γεγονότα, τότε και μόνο τότε, αν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για μετατόπιση του βάρους στην υπεράσπιση, θα ενεργοποιηθεί ένας τέτοιος κανόνας. Το βάρος απόδειξης της κατηγορίας παραμένει αποκλειστικά στην κατηγορούσα αρχή η οποία δεν μπορεί να βασιστεί σε υποθέσεις (assumptions) για να το αποσείσει. Αυτή είναι η πραγματική διαφορά της ποινικής από την αστική δίκη, όπου στην τελευταία περίπτωση, η υπόθεση (assumption), μπορεί να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων στη βάση του «more probable than not», δεν είναι όμως αρκετή για να στοιχειοθετήσει ποινική καταδίκη. Το ανεπίτρεπτο των υποθέσεων (assumptions) στο ποινικό δίκαιο επομένως, αντίθετα με τα όσα εισηγείται η κα Αριστοτέλους, αφορά το βάρος απόδειξης της κατηγορούσας αρχής και όχι την εκδοχή του κατηγορούμενου, ο οποίος, μπορεί να βασιστεί σε υποθέσεις για να καταδείξει ότι η ενοχή του δεν αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς βέβαια κάτι τέτοιο να συνιστά απεριόριστο και άνευ υποχρεώσεων δικαίωμα, όπως καταδεικνύει και η υπόθεση R v Mandry [1973] 3 All E.R. 996 στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος. Το ότι ένα αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης, ουδόλως διαφοροποιεί την πιο πάνω νομική πραγματικότητα. (βλ. AESTAS TRADING LTD ανωτέρω) Υπό το φως των πιο πάνω, η θέση των παραπονουμένων ότι, από τη στιγμή που η υπεράσπιση δεν έφερε στοιχεία αναφορικά με τον τρόπο καταλογισμού των δόσεων των παραπονουμένων και συνεπώς «δεν μπορούμε να ξέρουμε» πως πραγματικά καταλογίστηκαν οι δόσεις, αφού μπορεί να καταλογίστηκαν είτε έναντι των τόκων πρώτα και συνεπώς δεν υπάρχει ανατοκισμός είτε έναντι του τοκοφόρου κεφαλαίου και επομένως υπάρχει ανατοκισμός, τότε, φαίνεται να έγινε ανατοκισμός, συνιστά «assumption» και είναι συνεπώς τρωτή. Σημειώνω εδώ ότι, αυτή η «αδυναμία» να «γνωρίζουμε» τι πραγματικά έγινε, σύμφωνα με την κα Αριστοτέλους, διαβεβαιώνεται, και από το ΜΚ3 (βλ. σελ.18 αγόρευσης εκ πρώτης όψεως - Έγγραφο Ψ, παρ. Γ). Αν βέβαια οι παραπονούμενοι, έχουν καταφέρει, με την μαρτυρία που προσκόμισαν, να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό ότι όντως έγινε ανατοκισμός πέραν από δύο φορές στον ίδιο χρόνο τότε, η κατηγορία αποδεικνύεται αφού το αδίκημα είναι ουσιαστικά αυστηρής ευθύνης. Προς απόδειξη των θέσεων τους, οι παραπονούμενοι βασίστηκαν στη μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 οι οποίοι κλήθηκαν ως πραγματογνώμονες. Προς αντίκρουση της μαρτυρίας τους η υπεράσπιση βασίστηκε στη μαρτυρία του ΜΥ1. Επιβάλλεται επομένως η αξιολόγηση των εν λόγω μαρτύρων ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΜΚ2 - Σπύρος Σπυρίδωνος Ο μάρτυρας προώθησε ακριβώς αντίθετη θέση από αυτή των παραπονουμένων. Εξαιρουμένου του τελικού του συμπεράσματος, οι διαπιστώσεις του ως προς το πώς καταλογίζονταν οι δόσεις των παραπονουμένων, συνάδουν με τις θέσεις της υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας υιοθέτησε τη θέση ότι από την έρευνα των δεδομένων που του δόθηκαν, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, «κάθε φορά που γινόταν κατάθεση, ο τόκος αφαιρείτο από την κατάθεση ή αναγνωρίζετο επί του τοκοφόρου κεφαλαίου και η κατάθεση ερχόταν να είναι μειωμένη και να μην σμικρύνει το τοκοφόρο κεφάλαιο και να μην έχει το «full effect of benefit» ενώ με κάθε κατάθεση του ο δανειολήπτης είχε δικαίωμα να μειώνεται το τοκοφόρο κεφάλαιο με τη κατάθεση...Αντί αυτού αφαιρείτο από την κατάθεση του συγκεκριμένου πελάτη ο τόκος σε μηνιαία βάση...αυτό αυξάνει το κόστος του δανειολήπτη και είναι μια μέθοδος ανατοκισμού». Και συνεχίζοντας ανέφερε ότι «...αν υπήρχε κατάθεση, μέσα του μήνα θα ακολουθείτο η ίδια μέθοδος, η τράπεζα πρώτα θα εισέπραττε τον τόκο και μετά θα πίστωνε το κεφάλαιο...αυτή είναι μια μέθοδος ανατοκισμού και μετά πηγαίνει το υπόλοιπο προς μείωση του κεφαλαίου». Την εν λόγω θέση ο μάρτυρας επανέλαβε καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του και παρά τις προσπάθειες κατά την επανεξέταση να ενταχθεί η θέση του αυτή, έστω και γενικά, στη βασική, αντίθετη, θέση των παραπονουμένων, αυτό δεν κατέστη, κατά την κρίση μου, δυνατό. Αναφορικά με τη θέση αυτή του ΜΚ2, η πλευρά των παραπονουμένων, εισηγήθηκε, για ευνόητους λόγους, ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένα απλό presumption, εν τη γραμματική έννοια του όρου, ήτοι υπόθεση, η οποία αν και εύλογη εντούτοις «δεν επιβεβαιώνεται από το Τ.2 το οποίο...είναι απτή μαρτυρία που ομιλεί αφ' εαυτής (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ευσταθίου
(2010)2 ΑΑΔ 94)» (έμφαση της κας Αριστοτέλους - βλ. σελ.19 αγόρευσης για εκ πρώτης όψεως Έγγραφο Ψ). Το ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι το κατά πόσο, η πλευρά που καλεί ένα μάρτυρα και δει πραγματογνώμονα, δύναται, να «πλήξει» ουσιαστικά το ασφαλές της μαρτυρίας του. Την απάντηση έδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Parris David ν. Δημοκρατίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 186 από την οποία παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Ο Cross on Evidence, 4η έκδοση, σελ. 220-221 παρατηρεί ότι στο κοινοδίκαιο ο διάδικος μπορούσε πάντοτε να αντικρούσει το δικό του μάρτυρα καλώντας για το σκοπό αυτό άλλη μαρτυρία, αν αυτός ο μάρτυρας δεν ήταν ευνοϊκός, αλλά αυτό δεν ισοδυναμούσε με μετριασμό της απαγόρευσης για διάψευση του δικού του μάρτυρα. Ο ευπαίδευτος συγγραφέας κάμνει αναφορά στην Ewer v. Ambrose [1825] 3 B & C 746 στην οποία κάποιος ο οποίος είχε κληθεί από τον εναγόμενο για να αποδείξει την ύπαρξη συνεταιρισμού απέδειξε το αντίθετο. Κρίθηκε ότι ο εναγόμενος μπορούσε να βασισθεί πάνω στη μαρτυρία άλλων μαρτύρων για να υποστηρίξει την ύπαρξη του συνεταιρισμού. Το θέμα τέθηκε ως εξής: "If a witness proves a case against the party calling him, the latter may show the truth by other witnesses. But it is undoubtedly true, that if a party calls a witness to prove a fact, he cannot, when he finds the witness proves the contrary, give general evidence to show that the witness is not to be believed on his oath, but he may show by other evidence that he is mistaken as to the fact which he is called to prove." Σε ελληνική μετάφραση: "Αν ένας μάρτυρας αποδεικνύει μια υπόθεση εναντίον του διαδίκου που τον καλεί, ο τελευταίος μπορεί να υποδείξει την αλήθεια με άλλους μάρτυρες. Αλλά είναι αναμφίβολα ορθό ότι αν ένας διάδικος καλεί ένα μάρτυρα για να αποδείξει ένα γεγονός, δεν μπορεί όταν διαπιστώνει ότι ο μάρτυρας αυτός αποδεικνύει το αντίθετο, να δώσει γενική μαρτυρία για να δείξει ότι ο μάρτυρας δεν πρέπει να γίνει πιστευτός επί του όρκου του, αλλά μπορεί να δείξει με άλλη μαρτυρία ότι λανθάνεται αναφορικά με το γεγονός που καλείται να αποδείξει." Προχωρεί ακολούθως το Δικαστήριο και επισημαίνει ότι η κάθε περίπτωση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά. Στην παρούσα περίπτωση, η κα Αριστοτέλους εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 δεν επιβεβαιώνεται από το Τ.2 εξ' ου και θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ο ΜΚ2 έκαμε λάθος στις διαπιστώσεις του. Δεν εναπόκειται όμως στους συνηγόρους να εξηγήσουν πως θα ερμηνευτεί ένα τραπεζικό-λογιστικό έγγραφο όπως είναι το Τ.2, αλλά τα πρόσωπα που έχουν τις απαραίτητες εξειδικευμένες γνώσεις και ικανότητες να το πράξουν τούτο, όπως τέτοιο πρόσωπο παρουσιάστηκε ο ΜΚ2 να είναι από τους ίδιους τους παραπονούμενους. Βεβαίως, προφανώς προς απόδειξη του «λανθασμένου» του ΜΚ2, οι παραπονούμενοι βασίζονται στη μαρτυρία του δεύτερου εμπειρογνώμονα που κάλεσαν ήτοι του ΜΚ3, με του οποίου τη μαρτυρία ασχολούμαι πιο κάτω. Στρέφομαι τώρα στο συμπέρασμα του ΜΚ2 ότι, ο τρόπος καταλογισμού της δόσης που έγινε στην παρούσα υπόθεση, ως αυτός τον διαπίστωσε, συνιστά μια μορφή ανατοκισμού η οποία και αντικατοπτρίζεται στην ύπαρξη ζημιάς και η οποία δύναται να καθοριστεί περί τα €0.55σ μηνιαίως. Πέραν των λόγων που εξηγώ πιο κάτω, το πιο πάνω συμπέρασμα του ΜΚ2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και αυτό γιατί η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει ήδη εξετάσει το εν λόγω επιχείρημα και έκρινε ότι δεν συνιστά ανατοκισμό εν τη εννοία του Νόμου (βλ. Χαριλάου ανωτέρω) Η κα Αριστοτέλους, κάλεσε το Δικαστήριο, να διακρίνει την παρούσα περίπτωση από την Χαριλάου, και να μη βασιστεί στο λόγο αυτής, διότι σε εκείνη την υπόθεση, το Δικαστήριο, κατέληξε στο προαναφερόμενο συμπέρασμα του, κατ' εφαρμογή του κανόνα Clayton, ο οποίος κανόνας όμως, υποστήριξε η συνήγορος, εφαρμόζεται μόνο σε τρεχούμενο λογαριασμό και όχι σε δάνειο για συγκεκριμένο ποσό όπως είναι η παρούσα περίπτωση. Με όλο το σέβας προς τη συνήγορο, η πιο πάνω εισήγηση της, παραγνωρίζει ότι, όπως και σε όλες τις υποθέσεις στις οποίες με παρέπεμψε για το θέμα αυτό, ο κανόνας Clayton, οποίος είναι «αστικός κανόνας» (civil rule), προωθείται για να νομιμοποιήσει την αξίωση συγκεκριμένων ποσών και μάλιστα ισχυριζόμενων οφειλόμενων υπολοίπων ή για να διευθετήσει «conflicting claims» μεταξύ δικαιούχων ενός λογαριασμού. (βλ. Ellinger ανωτέρω). Το αν όμως δύναται να εφαρμοστεί ο κανόνας ή όχι, θέμα καθαρά συμβατικό, διαφέρει από το τι όντως έλαβε χώρα και το οποίο συνιστά και το μόνο ουσιαστικό θέμα σε μια ποινική υπόθεση. Δηλαδή, άλλο θέμα είναι αν η τράπεζα μπορούσε ή δικαιούτο να ενεργήσει στη βάση του κανόνα και άλλο αν όντως ενέργησε με αυτό τον τρόπο. Το ότι δεν της επιτρέπει η σύμβαση ή η νομολογία να ενεργήσει στη βάση του κανόνα, δεν σημαίνει ότι δεν το έπραξε στην πραγματικότητα. Το μόνο που ενδιαφέρει το ποινικό Δικαστήριο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι το πως πραγματικά ενήργησε η κατηγορούμενη και όχι αν της το επέτρεπε η σύμβαση. Πολύ πιθανόν η κατηγορούμενη, υπό τις περιστάσεις, να μην μπορούσε να εφαρμόσει τον κανόνα Clayton και η ενέργεια της να ενεργήσει στη βάση του, να συνιστά παράβαση της σύμβασης της - αυτό όμως είναι θέμα για το πολιτικό Δικαστήριο και όχι για το ποινικό. Αυτό που έχει σημασία για σκοπούς διάγνωσης της ποινικής ευθύνης της κατηγορούμενης σε σχέση με το αδίκημα του αρ. 3
(1)(δ) του Νόμου είναι αν τόκισε ήδη τοκισμένο ποσό ή «καθαρό» υπόλοιπο . Το καθαρό «υπόλοιπο», ο τοκισμός του οποίου δεν συνιστά ανατοκισμό σύμφωνα με την Χαριλάου, είναι εκείνο που με κάθε δόση που καταβάλλεται, παρά την κεφαλαιοποίηση, οι τόκοι του εξοφλούνται πρώτα. Ο ΜΚ1 αν και κατέληξε ότι στην παρούσα υπόθεση, οι τόκοι εξοφλούνταν πρώτα, εντούτοις θεωρεί ότι και αυτή η πράξη, αντίθετα με το λόγο της Χαριλάου, συνιστά ανατοκισμό. Επομένως, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, όπως και για τους πρόσθετους λόγους που θα αναφερθώ στη συνέχεια, δεν δέχομαι το συμπέρασμα του ΜΚ2 περί ανατοκισμού στην παρούσα υπόθεση, το οποίο και απορρίπτω ως στερούμενο νομικού ερείσματος. ΜΚ3 - Μιχάλης Τάλλης Αναφορικά με τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα, παρατηρώ τα πιο κάτω. Ενώ κατά την κύρια εξέταση του προώθησε τη θέση ότι, ο ανατοκισμός έγινε διότι η κατηγορούμενη υπολόγιζε τον τόκο επί του εκάστοτε οφειλόμενου κεφαλαίου, ως αυτό όμως είχε διαμορφωθεί μετά την προηγούμενη μηνιαία χρέωση τόκου και πίστωση της κατάθεσης των παραπονουμένων, όταν του υπεβλήθη κατά την αντεξέταση ότι η κατηγορούμενη εξοφλούσε πρώτα τον τόκο και ότι αυτό μπορούσε να φανεί από την στήλη value date, ο μάρτυρας ανέπτυξε το «επιχείρημα της μιας μέρας» οπόταν και ισχυρίστηκε ανατοκισμό επί διαφορετικής πλέον βάσης. Δεν μπορεί βέβαια να παραγνωριστεί, ούτε η διάσταση των θέσεων του με τις θέσεις του «συναδέλφου» του ΜΚ2 όπως και δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι το «επιχείρημα της μιας μέρας» που προώθησε έρχεται σε αντίθεση με το Τ.4 το οποίο ο ίδιος ετοίμασε και επί τούτου εξηγώ. Ενώ σύμφωνα με τον ίδιο, ο τόκος που υπολογίζεται για την «μια μέρα» που μεσολαβεί μεταξύ χρέωσης τόκων και πίστωσης δόσης, συνιστά ανατοκισμό και επομένως παρανομία, εντούτοις, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στο Τ.4, αυτός ο ισχυριζόμενος «παράνομος» τόκος της «μιας μέρας» αποτελεί μέρος και του δικού του υπολογισμού ως προς το τι τόκο «θα έπρεπε» να χρεώσει η κατηγορούμενη. Στη βάση αυτών του των υπολογισμών είναι που καταλήγει μάλιστα ότι, η κατηγορούμενη «υπερχρέωσε», συνεπεία ανατοκισμού, με ποσό €12.
- (βλ. Τ.4 στήλη «Our interest calc. based on twice capitalisation» και στήλη «No of days» σε σχέση με τις επίμαχες ημερομηνίες). Όπως ο ίδιος εξήγησε, το ποσό των €12.27 υπερχρέωση προκύπτει με την πρόσθεση των ποσών της στήλης «Interest Calculated by the Bank» που είναι με μπλε χρώμα και βρίσκονται εντός του μαύρου πλαισίου και τα οποία καλύπτουν την περίοδο 28/5/13-29/10/13 και αφαίρεση τους από το σύνολο των ποσών που είναι με κόκκινο χρώμα, στη διπλανή στήλη, με τίτλο «Our interest calc based on twice capitalisation» και που αφορούν την ίδια περίοδο. Και στις δύο αυτές στήλες περιλαμβάνονται, ρητά, ποσά που αφορούν τον τόκο της «μέρας» που κατά τον ίδιο μεσολαβεί μεταξύ χρέωσης και πίστωσης. Δηλαδή ενώ ο ΜΚ3, λαμβάνει υπόψη τον τόκο «αυτής» της μέρας για να δείξει τι έπρεπε να χρεώσει η κατηγορούμενη, ταυτόχρονα υποστηρίζει ότι αυτός ο τόκος συνιστά «παράνομο» ανατοκισμό. Την ίδια στιγμή όμως παρατηρείται και το εξής. Στο κάτω αριστερό μέρος της έκθεσης του (Τ.4), ο ΜΚ3 προβαίνει σε μια «σύνοψη» των θέσεων του ως προς τον τόκο που χρεώθηκε ο λογαριασμός μέχρι την επίμαχη περίοδο, «εικόνα» η οποία, ως ανέφερε, ήταν αναγκαία για να μπορέσει να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με την επίμαχη περίοδο. Στη «σύνοψη» αυτή, ο ΜΚ3 αναφέρεται στους τόκους της περιόδου 1/1/13 - 29/4/13, ως «illegally capitalised interest» - «παράνομα κεφαλαιοποιημένους τόκους». Όπως όμως επισημάνθηκε πιο πάνω και επί τούτου έχω ήδη προβεί σε σχετικό εύρημα, οι χρεώσεις της εν λόγω περιόδου, ουδέποτε αποτέλεσαν αντικείμενο οποιουδήποτε παραπόνου ή αμφισβήτησης από πλευράς παραπονουμένων αλλά αντίθετα, μόνο για τους τόκους της επίμαχης περιόδου είναι που αποδίδεται στην κατηγορούμενη οποιαδήποτε παρανομία. Πέραν των πιο πάνω, ούτε η κατ' ισχυρισμό αδυναμία του ΜΚ3 να εκφράσει άποψη για το «value date» πείθει, αφού, όχι μόνο δεν θα αναμενόταν από ένα εγκεκριμένο λογιστή-ελεγκτή να μην γνωρίζει τι σημαίνει το value date σε μια κατάσταση λογαριασμού αλλά και γιατί αυτό που σίγουρα θα αναμενόταν, από ένα εμπειρογνώμονα του είδους του, ήταν να δώσει μια πιο πειστική εξήγηση ως προς το πως προσέγγισε την εν λόγω αναφορά στο Τ.2, από την εξήγηση που έδωσε για το γεγονός ότι δεν την έλαβε υπόψη, ήτοι ότι «είναι μια στήλη αριστερότερα (στο Τ.2)...εκεί που δεν τη βλέπει κανένας». Το ότι η θέση του αυτή δεν πείθει προκύπτει και από το γεγονός ότι στη δήλωση που ο ίδιος κατέθεσε (έγγραφο Γ), αναφέρει, και αυτό σε πλήρη αντίθεση με τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του, ότι το value date, ήταν, ένα από τα δεδομένα που έλαβε υπόψη κατά την έρευνα και εξαγωγή των συμπερασμάτων του (βλ. παρ.5 (α)(δ) Έγγραφο Γ) . Καθίσταται επομένως πρόδηλο, ότι ο λόγος που ο ΜΚ3 απέφευγε να τοποθετηθεί επί της σημασίας του value date, είναι επειδή, αυτό, προφανώς αναιρούσε την αρχική του θέση περί ανατοκισμού εξ' ου και επανήλθε με το επιχείρημα της μιας μέρας. Ούτε όμως το εν λόγω επιχείρημα του ΜΚ3 ευσταθεί. Κεντρικό άξονα του εν λόγω επιχειρήματος του, συνιστά «η μια μέρα», που ως ισχυρίστηκε, μεσολαβεί από την χρέωση τόκων και την πίστωση της δόσης. Αυτή την μέρα, υποστήριξε ο ΜΚ3, η κατηγορούμενη την υπολογίζει ως μέρα τόκου, για την επόμενη κεφαλαιοποίηση πλην όμως το σχετικό υπόλοιπο ήδη φέρει απλήρωτους τόκους. Με γνώμονα όμως τη θέση του ότι ο τόκος υπολογίζεται επί ημερήσιας βάσης, στο τέλος της μέρας, δεν φαίνεται το πώς προκύπτει αυτή η «επιπλέον μέρα». Ακολουθώντας τη συλλογική του μάρτυρα σε σχέση με τις ημερομηνίες 28/5/13 (ημερομηνία ισχυριζόμενης κεφαλαιοποίησης) και 29/5/13 (ημερομηνία πίστωσης της δόσης) παρατηρείται ότι όπως οι τόκοι χρεώνονται στο τέλος της ημέρας στις 28/5/13, έτσι χρεώνονται και στις 29/5/13, ήτοι στο τέλος της μέρας. Όμως στις 29/5/13 έχει ήδη γίνει η πίστωση της δόσης και επομένως όταν στο τέλος αυτής της μέρας η κατηγορούμενη θα υπολογίσει τους τόκους, το υπόλοιπο του λογαριασμού έχει ήδη πιστωθεί με τη δόση και οι τόκοι έχουν εξοφληθεί. Επομένως, αυτή «η μία μέρα τόκων», επί της οποίας ο ΜΚ3 βάσισε το επιχείρημα του, δεν φαίνεται να προκύπτει πουθενά. Σε κάθε περίπτωση όμως, το εν λόγω επιχείρημα του δεν φαίνεται να εδράζεται επί πραγματικής βάσης, αφού, όπως ανέφερε και ο ίδιος, η επί του προκειμένου θέση του, προβάλλεται με επιφύλαξη της πραγματικής σημασίας του value date, θέμα για το οποίο ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι αδυνατεί να γνωρίζει. Για τους πιο πάνω λόγους αλλά και για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, δεν μπορώ να δεχτώ τη μαρτυρία του ΜΚ3 και την απορρίπτω στο σύνολο της. Επιπρόσθετα των όσων έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω στα πλαίσια αξιολόγησης των ΜΚ2 και ΜΚ3, παρατηρώ και τα εξής σε σχέση με τη μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων: Αμφότεροι οι εν λόγω μάρτυρες, βάσισαν την ορθότητα των συμπερασμάτων τους περί ανατοκισμού, στο ποσό της «υπερχρέωσης τόκων», στο οποίο αντίστοιχα κατέληξαν. Ο μεν ΜΚ2 καθόρισε το εν λόγω ποσό στα €3.30 περίπου ενώ ο ΜΚ3 στο συνολικό ποσό των €12,27σ. Αυτό όμως που οι μάρτυρες δεν φαίνεται να έλαβαν υπόψη τους είναι μια βασική πτυχή της υπόθεσης, και συγκεκριμένα ότι η συμφωνία, στη βάση της οποίας χορηγήθηκε το δάνειο, καθόρισε ρητά το συνολικό ποσό του τόκου και των εξόδων που θα χρεώνετο ο λογαριασμός ήτοι το ποσό των €8.870,
- Με άλλα λόγια, στη βάση της συμφωνίας των μερών, οι παραπονούμενοι θα λάμβαναν «ποσό δανείου» €38.500, το οποίο θα επιβαρύνετο με συνολικό τόκο και έξοδα - κόστος πίστωσης δηλαδή - €8.870,09 - πληρωτέο σε 7 χρόνια με 84 ισόποσες δόσεις και με το συνολικό πληρωτέο ποσό να είναι το ποσό των €47.370,
- (βλ. σχ. Περί Καταναλωτικής Πίστης (Συμφωνίες Στεγαστικών Δανείων και Ενοικιαγορών) Νόμος του 2001 Ν.39(I)/2001(αρ.2 και Μέρος V) στον οποίο κάμνει αναφορά το Τ.1) Οι παραπονούμενοι και οι μάρτυρες τους, επέλεξαν, για άγνωστο λόγο να προσκομίσουν στο Δικαστήριο τη σχετική κατάσταση του επίμαχου λογαριασμού, μόνο μέχρι τις 29/10/13 και αυτό παρά το ότι η εξόφληση του δανείου αναμένετο να γίνει 1½ περίπου χρόνο αργότερα ήτοι στις 30/6/15, περίοδο κατά την οποία, προφανώς συνέχισε η αποπληρωμή του δανείου μέχρι και που εξοφλήθηκε Όπως αναφέρω ανωτέρω και αποτέλεσε και εύρημα μου, μέχρι την ημερομηνία στην οποία επέλεξαν να περιορίσουν τη μαρτυρία τους οι παραπονούμενοι, οι χρεώσεις τόκων που έγιναν στο λογαριασμό ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €7.827,75, ενώ έναντι του «συνολικού πληρωτέου ποσού» των €47370,09, καταβλήθηκαν €34.295,
- Απέμεναν δηλαδή να αποπληρωθούν ακόμη €13.074,95 εκ των οποίων τα €1042,34 ήταν τόκοι και έξοδα που ακόμη δεν είχαν χρεωθεί ενώ τα €12.032,61, κεφάλαιο. Αν παρατηρήσει κάποιος το Τ.2 στην ολότητα του και ιδιαίτερα το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την 29/10/13, ήτοι το τελικό υπόλοιπο του Τ.2, θα διαπιστώσει ότι όντως παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €12.032,61, ενώ το εναπομείναν ποσό των τόκων (€1042,34) δεν έχει ακόμη χρεωθεί. Υπό το φως των ανωτέρω, και με δεδομένο ότι εν τέλει το δάνειο εξοφλήθηκε, αν υπήρξε οποιαδήποτε υπερχρέωση η οποία και θα επιβεβαίωνε τις θέσεις των συγκεκριμένων δύο εμπειρογνωμόνων, τουλάχιστον ως προς την ύπαρξη υπερχρέωσης, θα μπορούσε να εξακριβωθεί εύκολα αν προσκομίζετο το συνολικό τελικό ποσό που κατέβαλαν οι παραπονούμενοι. Για άγνωστο λόγο όμως καμια τέτοια μαρτυρία προσκομίσθηκε, αφήνοντας έτσι, τις επί του προκειμένου θέσεις των ΜΚ2 και ΜΚ3, πέραν από καθαρά υποθετικές, ως στερούμενες πραγματικού ερείσματος. Επισημαίνω ότι κανένας εκ των ΜΚ2 και ΜΚ3 δεν φαίνεται να έλαβε σοβαρά ή καθόλου υπόψη του τα ανωτέρω, τα οποία προκύπτουν ξεκάθαρα από τη σύμβαση Τ.1 και τα οποία, όχι μόνο αφορούν άμεσα τα συμπεράσματα τους αλλά και συνιστούν δεδομένα που σίγουρα θα αναμένετο ένας σωστός εμπειρογνώμονας να μελετήσει. Στη βάση των πιο πάνω η θέση των ΜΚ2 και ΜΚ3 ότι η ύπαρξη υπερχρέωσης αποδεικνύει τον ισχυριζόμενο ανατοκισμό, δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος και δη του μοναδικού ασφαλές συμπεράσματος ότι η τράπεζα προέβη σε ανατοκισμό. Ως εκ τούτου και για αυτούς τους πρόσθετους λόγους, η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 υπόκειται σε απόρριψη. ΜΥ1 - Στέλιος Λαμπριανού Ο πιο πάνω μάρτυρας κατέθεσε ως έχω ήδη αναφέρει στα αρχικά στάδια της απόφασης μου τόσο ως εμπειρογνώμονας όσο και ως μάρτυρας γεγονότων και δεν έτυχε αντεξέτασης από τους παραπονούμενους. Ο κανόνας ότι η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ. 1527 και Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής σε πολιτικές παρά σε ποινικές υποθέσεις έστω και αν τυγχάνει εφαρμογής και στις δύο περιπτώσεις. Το Δικαστήριο, στην ποινική υπόθεση έχει καθήκο να προβληματισθεί έντονα πριν αποφασίσει να αποδεχθεί την εν λόγω μαρτυρία. Η παράλειψη αυτή όμως λαμβάνεται υπόψη κατά την ευρύτερη εξέταση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. (βλ. Kωνσταντίνου Aνδρέας Προδρόμου ν. Δημοκρατίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 260 και Αριστείδου Μιχάλης ν. Δημοκρατίας,
(2011)2 Α.Α.Δ. 32). Βέβαια, «στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες» (Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547) (βλ. επίσης ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Το γιατί δεν έγινε αντεξέταση είναι επίσης ένα ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι εκ της θέσης που έχει στην κατηγορούμενη, γνωρίζει προσωπικά ότι στην παρούσα περίπτωση, η κατηγορούμενη, ως γεγονός, καταλόγιζε την δόση των παραπονουμένων πρώτα προς εξόφληση των τόκων και ύστερα έναντι του υπολοίπου. Επίσης, ο μάρτυρας, εξηγώντας τη σημασία της στήλης «value date» στο Τ.2 και με ποιο τρόπο η εν λόγω αναφορά επηρεάζει την ερμηνεία του εν λόγω εγγράφου, κατέθεσε ότι, ως γεγονός, στον επίμαχο λογαριασμό, η πίστωση της δόσης και η χρέωση των τόκων αντίστοιχα, υπολογίζονταν από την κατηγορούμενη να έγιναν την ίδια μέρα, ανεξάρτητα του πότε οι εν λόγω πράξεις καταγράφονται στο Τ.2 και τους δινόταν έτσι η ανάλογη «ημερομηνία αξίας». Παρά το ότι, η θέση των παραπονουμένων, ήταν ότι, η δόση τους δεν καταλογίζετο πρώτα έναντι των τόκων, εντούτοις, επέλεξαν να μην αντεξετάσουν το μάρτυρα ως προς την αντίθετη θέση του και αυτό παρά το ότι σύμφωνα με τους ίδιους, είναι η κατηγορούμενη που έπρεπε να φέρει μαρτυρία ως προς το πως καταλογίζετο η δόση. Το αν έκριναν ότι η κατηγορούμενη θα έπρεπε να φέρει άλλου είδους μαρτυρία και γι' αυτό δεν αντεξέτασαν, είναι κατά την άποψη μου, εσφαλμένη αντίληψη του δικαίου της απόδειξης, όπως άλλωστε καταδεικνύει και η σχετική νομολογία στην οποία έχω παραπέμψει ανωτέρω. Σε κάθε περίπτωση όμως, η επί του προκειμένου μαρτυρία του ΜΥ1 επιβεβαιώνεται και από το Τ.
- Ομοίως, η επιλογή των παραπονουμένων να μην αντεξετάσουν το μάρτυρα ως προς την ικανότητα του να γνωρίζει τα γεγονότα που ανέφερε, διότι κατά την άποψη τους, άποψη που εξέφρασαν μόνο στην τελική τους αγόρευση, ο τομέας στον οποίο εργάζεται είναι άσχετος με τα θέματα του Τ.2, δύναται να χαρακτηριστεί, το λιγότερο, ατυχής. Ο μάρτυρας, ο οποίος σε κάθε περίπτωση είναι απόφοιτος οικονομικού κλάδου (παρεμβάλλω εδώ την αναφορά της κας Αριστοτέλους στη Λογιστική Α' Λυκείου ως προς την «απλότητα» που διέπει την κατάρτιση και ερμηνεία ενός τραπεζικού-λογιστικού εγγράφου), παρέθεσε τους λόγους για τους οποίους γνωρίζει τα γεγονότα για τα οποία κατέθεσε. Αν οι παραπονούμενοι ήταν της άποψης ότι ο μάρτυρας δεν απέδειξε τα αναγκαία προσόντα που θα του απέδιδαν την ικανότητα αυτή, θα έπρεπε, να αμφισβητήσουν την συγκεκριμένη ικανότητα του, αν όχι στα πλαίσια ένστασης της αποδεκτότητας της δήλωσης του κατά το χρόνο κατάθεσης της, ως άλλωστε είθισται όταν πρόκειται για προτιθέμενη μαρτυρία πραγματογνώμονα, τουλάχιστο, με αντεξέταση και σχετικές υποβολές. Δεν έπραξαν τίποτα τέτοιο όμως και έμειναν να σχολιάσουν το θέμα στην τελική τους αγόρευση. Όσον αφορά τώρα τη θέση του ΜΥ1 αναφορικά με τη σημασία της αναφοράς «value date» στο T.2, ούτε αυτή η θέση του μάρτυρα έτυχε αντεξέτασης από τους παραπονούμενους και αυτό παρά το ότι, οι τελευταίοι υποστήριξαν ότι το «value date» θα έπρεπε να εξηγηθεί από την κατηγορούμενη αφού αφορά θέματα που άπτονται του εσωτερικού λογιστικού της συστήματος και επομένως θέματα της αποκλειστικής γνώσης και κατοχής της. Μάλιστα δε, ο ΜΚ3, ο μάρτυρας δηλαδή επί του οποίου βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό η υπόθεση των κατηγορουμένων, δήλωσε αδυναμία να τοποθετηθεί ως προς τη σημασία του «value date» διότι δεν γνωρίζει πως αυτό χρησιμοποιείται λογιστικά από το σύστημα της κατηγορούμενης - όπως ανέφερε κατά την αντεξέταση του - « αυτός είναι ο λόγος που το αμφισβητώ». Ήταν όμως διατεθειμένος, υπό την επιφύλαξη της απαιτούμενης «εξήγησης» της κατηγορούμενης, να δεχτεί ότι η σημασία του «value date» ήταν ως του υπεβλήθη κατά την αντεξέταση και ως στη συνέχεια ισχυρίστηκε ο ΜΥ
- Με αυτά τα δεδομένα, και λαμβανομένου υπόψη ότι το «value date» υπείχε μεγάλης σημασίας στο θέμα του καταλογισμού της δόσης και κατ' επέκταση στην υπόθεση των παραπονουμένων, η επιλογή τους να μην αντεξετάσουν το ΜΥ1 ως προς αυτή την πτυχή της μαρτυρίας του και να την αφήσουν έτσι να μείνει αναντίλεκτη, ουδόλως δικαιολογείται (βλ.Κ.Λ.ανωτέρω). Η προσπάθεια των δικηγόρων των παραπονουμένων, στην τελική τους αγόρευση, να πλήξουν τη μαρτυρία του ΜΥ1 με την παράθεση μαθηματικών και λογιστικών πινάκων που συνέταξαν οι ίδιοι με τη χρήση μαθηματικών και λογιστικών τύπων που ουδέποτε αποτέλεσαν μαρτυρία στην υπόθεση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Υπενθυμίζω εδώ την πάγια αρχή ότι δεν μπορεί να δίνεται μαρτυρία από δικηγόρο και δη μέσω των αγορεύσεων του, ιδιαίτερα δε όταν η εν λόγω μαρτυρία είναι της φύσης που εμπίπτει στη σφαίρα πραγματογνώμονα. Μπορεί η εν λόγω μαρτυρία, όπως ανέφερε η συνήγορος, να διδάσκεται στους μαθητές του λυκείου, όμως δεν παύει από του να είναι εξειδικευμένη μαρτυρία, η αξιολόγηση της οποίας, προϋποθέτει, ότι τέτοια μαρτυρία έχει τεθεί και σχολιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με τον ενδεδειγμένο τρόπο (βλ. ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΓΙΩΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, 17/10/2014.) Ενόψει όλων των πιο πάνω βρίσκω ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν σε θέση να καταθέσει για τα όσα κατέθεσε και αντιπαραβάλλοντας την αναντίλεκτη μαρτυρία του με την πραγματική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, τον κρίνω αξιόπιστο και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας βρίσκω περαιτέρω ότι η κατηγορούμενη, κατά την επίμαχη περίοδο, υπολόγιζε τον τόκο μηνιαίως επί των ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων του λογαριασμού των παραπονουμένων και χρέωνε το λογαριασμό κάθε μήνα με το εκάστοτε ποσό δεδουλευμένου μηνιαίου τόκου. Η δόση που κατέβαλλαν οι παραπονουμενοι καθώς και η χρέωση των τόκων για κάθε μήνα της επίμαχης περιόδου, υπολογίζονταν να έχουν την ίδια ημερομηνία αξίας, ως αναφέρεται στη στήλη value date στο Τ.2, ανεξάρτητα της ημερομηνίας καταγραφής των εν λόγω πράξεων στο εν λόγω Τεκμήριο. Οι εν λόγω ημερομηνίες αντίθετα με το τι αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, ήταν οι 29/5/13, 29/6/13, 29/7/13, 29/8/13, 29/9/13 και 29/10/
- Καθ' όλη την επίμαχη περίοδο, η κατηγορούμενη καταλόγιζε την κάθε δόση των παραπονουμένων πρώτα προς εξόφληση των τόκων και ύστερα έναντι του υπολοίπου το οποίο πλέον δεν έφερε τόκο εφόσον τέτοιος τόκος, είχε ήδη εξοφληθεί. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, σε καμιά από τις ημερομηνίες που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος η κατηγορούμενη προέβη σε ανατοκισμό του λογαριασμού των παραπονουμένων καθώς επίσης και ότι κατά την περίοδο 28/5/13 μέχρι και 29/10/13 καμιά χρέωση τόκων της κατηγορούμενης δεν συνιστά ανατοκισμό εν τη εννοία του Νόμου. Κρίνω συνεπώς ότι οι παραπονούμενοι απέτυχαν να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατηγορούμενη παραβίασε το αρ.3
(1)(δ) του Ν. 160(Ι)/99 ως η εναντίον της κατηγορία. Ανεξάρτητα τούτου όμως όμως θα πρέπει να επισημάνω και τα εξής. Η παρούσα ποινική υπόθεση προωθήθηκε ουσιαστικά επί «εναλλακτικής» βάσης. Ότι δηλαδή, η κατηγορούμενη, θα πρέπει να καταδικασθεί διότι έπραξε ως της καταλογίζεται στο κατηγορητήριο. Από την άλλη όμως, προωθήθηκε και η θέση ότι, αν ήθελε κριθεί ότι, η κατηγορούμενη, δεν ενήργησε με αυτόν τον τρόπο αλλά με άλλο τρόπο, τότε και πάλι θα πρέπει να καταδικασθεί διότι και αυτός ο τρόπος, ιδώμενος, έστω και υπό άλλη σκοπιά, αποδεικνύει το αδίκημα του κατηγορητηρίου. Αυτό το είδος «αστικής» προώθησης μιας υπόθεσης είναι άγνωστο στο ποινικό δίκαιο. Ο κατηγορούμενος δικαιούται και δικαιούται να απαιτεί να γνωρίζει επακριβώς ποια η υπόθεση που αντιμετωπίζει τόσο ως προς τη φύση της όσο και ως προς τις λεπτομέρειες της. Η εναλλαξιμότητα στις θέσεις του κατήγορου και δη εκκρεμούσης της δίκης δεν επιτρέπεται. Η εικόνα που σκιαγραφείται από το κατηγορητήριο και ξεκινά να αναδύεται κατά την προσκόμιση μαρτυρίας, δεν υπόκειται σε αλλοίωση και δη αλλοίωση σε τέτοιο βαθμό που να ανάγεται σε «παγίδα» ουσιαστικά για την υπεράσπιση. Τόση η σπουδαιότητα του κανόνα αυτού, που η νομολογία έχει καταστήσει ξεκάθαρο ότι ακόμα και η παραμικρή αποτυχία απόδειξης των όσων αναφέρονται κατά την εναρκτήρια δήλωση της κατηγορούσας αρχής, εκεί και όπου τέτοια δήλωση γίνεται, τείνει να εξασθενήσει την κατηγορία και να οδηγήσει σε αθώωση του κατηγορούμενου. (βλ. Παφίτης ν. Δημοκρατίας,
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Έλληνας v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149). Πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση όπου το παράπονο των παραπονουμένων εναντίον της κατηγορούμενης, όπως αυτό διατυπώθηκε από την 1η παραπονούμενη - ΜΚ4, είναι απλά ότι η κατηγορούμενη αύξησε τη μηνιαία δόση αποπληρωμής του δανείου χωρίς προηγουμένως να διερευνήσει κατά πόσο υπήρχε η δυνατότητα καταβολής του εν λόγω ποσού μηνιαίως - μια δηλαδή καθαρά αστικής φύσεως διαφορά χωρίς οποιοδήποτε θέμα ανατοκισμού. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου όμως το θέμα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία με βάση τα αρ.167-169 Κεφ.155, διατάσσω όπως αυτά επιδικασθούν υπέρ της κατηγορούμενης και εναντίον των παραπονούμενων, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εξόδων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Κρίνω τέλος σκόπιμο να σχολιάσω και τα εξής. Το «ύψος» της ζημιάς που ενδεχομένως να έχει υποστεί κάποιο πρόσωπο από την συμπεριφορά κάποιου τρίτου, είναι παράγοντας άσχετος με το αν όντως έχει διαπραχθεί κάποιο αδίκημα. Το να καταχωρείται όμως, μια υπόθεση και δη ποινική, με όλα τα έξοδα, ταλαιπωρία αλλά και σοβαρότητα που μια τέτοιας φύσης υπόθεση συνεπάγεται, λαμβανομένων υπόψη του δραστικού της τιμωρίας αλλά και της ίδιας της διαδικασίας, σε σχέση με καθαρά «συμβατικές διαφορές», για τις οποίες όχι μόνο εκκρεμεί ήδη υπόθεση ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού Δικαστηρίου αλλά και οι οποίες, αποτιμούμενες σε χρήμα ανέρχονται περί τα €3.30 - €12 συνολικά, θα πρέπει να προβληματίσει σοβαρά. Αναφέρω τα πιο πάνω χωρίς βέβαια να μειώνω ή να υποβαθμίζω την εξαντλητική προσπάθεια και περισσή επιμέλεια που κατέβαλε η ευπαίδευτη συνήγορος των παραπονουμένων να επιχειρηματολογήσει την υπόθεση της και να φωτίσει κάθε πτυχή των θεμάτων που συζητήθηκαν. (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά Παράνομος Ανατοκισμός πέραν των δύο φορών το χρόνο [1] 3.-
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση- ... (δ) να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο·
(2)Οποιοσδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος αδικήματος τιμωρούμενου με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο