Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Piotr Zielinski, Αρ. Υπόθ.: 3830/16, 18/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2016:28 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 3830/16 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Piotr Zielinski, από τη Πολωνία Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 18 Οκτωβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κος κ. Ζ. Συμεού, για να ακούσει απόφαση γι αυτόν ο κ. Αριστείδης. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Χατζηιωάννου. Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, με δική του παραδοχή, βρέθηκε ένοχος στα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 5 επί του τροποποιηθέντος δύο φορές, ήτοι στις 2.8.2016 και 12.10.2016, κατηγορητηρίου. Ήτοι βρέθηκε ένοχος: Στην κατηγορία 3, στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 25η Αυγούστου 2012 στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησε με τρία άγνωστα προς την κατηγορούσα αρχή πρόσωπα να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κλοπή. Στην κατηγορία 5, στο αδίκημα της ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 21, 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 5ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, ήτοι την 25.8.2016, στη Λεμεσό, έκλεψε από το χρυσοχοείο Κ.Ν. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, 7 εκθετήρια με γυναικείες καδένες λευκού και κίτρινου χρυσού συνολικής αξίας €10.000 περιουσία του ιδιοκτήτη του χρυσοχοείου Κυριάκου Παπαδόπουλου και κατά, αμέσως πρίν η αμέσως μετά τον χρόνο της κλοπής, χρησιμοποίησε η απείλησε να χρησιμοποιήσει σωματική βία κατά του Κυριάκου Παπαδόπουλου με σκοπό να αποκτήσει και να κατακρατήσει τα κλαπέντα. Στις λοιπές κατηγορίες που αρχικά αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος και συγκεκριμένα στις κατηγορίες 1 και 2, όπως επίσης και στην 4η που προσετέθη μετά από την πρώτη τροποποίηση του κατηγορητηρίου, απαλλάχθηκε μετά που η Κατηγορούσα Αρχή ανακοίνωσε αναστολή ποινικής δίωξης. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αδικήματα των κατηγοριών στις οποίες ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, είναι καταγεγραμμένα στη γραπτή έκθεση γεγονότων την οποίαν παρουσίασε ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά και στα όσα προφορικά προσέθεσε. Αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί σε κανένα σημείο από την Υπεράσπιση, έχουν δε ως ακολούθως׃ Την 25.8.2012 και περί ώρα 12:50 τρία άτομα τα οποία είχαν τα πρόσωπα τους καλυμμένα με μάσκες εισήλθαν εντός του χρυσοχοείου με την ονομασία Κ. Ν. Παπαδόπουλος, που βρίσκεται στην οδό Χρ. Χατζηπαύλου, αριθμός 195 στην Λεμεσό. Ο ένας από αυτούς, με την απειλή πιστολιού, περιόρισε τον ιδιοκτήτη του χρυσοχοείου Κυριάκο Παπαδόπουλο (Μ1 επί του κατηγορητηρίου, στο εξής καλουμένου «ο παραπονούμενος»), ενώ τα άλλα δύο πρόσωπα με την χρήση άγνωστων αντικειμένων που κρατούσαν θρυμμάτισαν κάποιες από τις βιτρίνες του χρυσοχοείου και έκλεψαν 7 εκθετήρια με χρυσές καδένες αξίας €10.
- Αφού τοποθέτησαν την κλαπείσα περιουσία σε μαύρη αθλητική τσάντα που είχαν στην κατοχή τους οι δράστες τράπηκαν σε φυγή. Ο παραπονούμενος, καταδίωξε τους δράστες και ένας από αυτούς στράφηκε προς το μέρος του και τον χτύπησε στο πρόσωπο. Κατά την πάλη που ακολούθησε ο παραπονούμενος κατάφερε να αποσπάσει από τον δράστη την τσάντα που περιείχε την κλαπείσα περιουσία. Ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν τοποθετημένος στην πίσω μεριά του καταστήματος και φύλαττε το χώρο, ως είχε συμφωνήσει με τα τρία άλλα πρόσωπα, μόλις είδε τους τρείς συναυτουργούς του να φεύγουν τρέχοντας από τον χώρο του χρυσοχοείου, έφυγε και αυτός. Ο κατηγορούμενος φορούσε ένα πλαστικό γάντι το οποίο έβγαλε και πέταξε στο έδαφος την ώρα της διαφυγής του. Το πλαστικό αυτό γάντι εντοπίστηκε και συλλέχθηκε από μέλη της αστυνομίας ως τεκμήριο. Οι κινήσεις τόσο του κατηγορούμενου όσο και των υπόλοιπων δραστών κατά την διαφυγή τους από την σκηνή της ληστείας καταγράφηκαν στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησής του εστιατορίου Columbia Plaza, το οποίο βρίσκεται στην οδό Αγίου Ανδρέου, βόρεια του χρυσοχοείου. Μετά που ο παραπονούμενος, απέσπασε την τσάντα από τον δράστη, την έλεγξε και διαπίστωσε ότι όλα τα κλοπιμαία ήταν εντός αυτής. Μετά προέβηκε σε έλεγχο του χρυσοχοείου του και αντιλήφθηκε ότι δεν έλειπε τίποτε άλλο. Κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος ήταν στην Κύπρο, εκκρεμούσε εναντίον του Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε από τις Πολωνικές Αρχές σχετικά με αδικήματα τα οποία διέπραξε στην Πολωνία. Συνελήφθηκε από την Αστυνομία της Δημοκρατίας την 25.9.2012 και την ιδίαν ημέρα ο Μ7 επί του κατηγορητηρίου έλαβε παρειακά επιχρίσματα από τον κατηγορούμενο. Την 30.10.2012 ο κατηγορούμενος παραδόθηκε στις Πολωνικές Αρχές. Την 4.1.2013 η Αστυνομία έλαβε πληροφορία ότι στη παρούσα υπόθεση εμπλέκετο και ο κατηγορούμενος. Με βάση την περιγραφή που έδωσε ο πληροφοριοδότης στην αστυνομία για τον ύποπτο αυτός έμοιαζε με την περιγραφή ενός εκ των ληστών που καταγράφηκε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του εστιατορίου Columbia Plaza. Με την εξέταση των παρειακών επιχρισμάτων του κατηγορούμενου συνδέθηκε το γενετικό του προφίλ με γενετικό υλικό από το γάντι το οποίο λήφθηκε ως τεκμήριο από την σκηνή της ληστείας. Την ίδια μέρα, ήτοι την 4.1.2013 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου. Αναζητήθηκε αλλά δεν εντοπίστηκε αφού είχε ήδη εκδοθεί από τις αρχές της Δημοκρατίας στην Πολωνία και καταζητείτο. Την 16.2.15 μετά από αλληλογραφία που είχε η αστυνομία με τις Πολωνικές Αρχές διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος από τις Πολωνικές Αρχές την 23.10.
- Δόθηκαν τότε οδηγίες από τις Αρχές της Δημοκρατίας για έκδοση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε την 26.5.
- Την 21.12.2015 ο κατηγορούμενος συνελήφθη στο Λονδίνο από τις Βρετανικές Αρχές και την 3.2.2016 συγκατατέθηκε όπως εκδοθεί στην Δημοκρατία. Την 12.2.2016 ο κατηγορούμενος αφίχθηκε στην Δημοκρατία με αστυνομική συνοδεία, όπου και συνελήφθη. Την ίδια μέρα, ήτοι την 12.2.2016 ο κατηγορούμενος έδωσε ανακριτική κατάθεση και μεταξύ άλλων ανέφερε ότι το 2012 εργαζόταν ως εργάτης στην κατασκευή της Μαρίνας Λεμεσού. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς είχε ατύχημα, τραυμάτισε το χέρι του και δεν μπορούσε πλέον να εργαστεί. Τότε κάποιος που εργαζόταν μαζί του στην Μαρίνα Λεμεσού, με το όνομα "Marcin ή Mariusz" του πρότεινε να συμμετέχει στην κλοπή διαφόρων κοσμημάτων του ως άνω χρυσοχοείου με την βοήθεια άλλων προσώπων. Του πρότεινε συγκεκριμένα να λάβει μέρος και να βοηθήσει στην κλοπή κοσμημάτων από το ως άνω κοσμηματοπωλείο και όταν τα πωλούσε να έδινε του κατηγορουμένου χρήματα. Ο κατηγορούμενος ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, τραυματισμένος στο δεξί του χέρι, αυτό ήταν δεμένο με γάζες και ως εκ τούτου συμφώνησε με το άτομο αυτό όπως συμμετάσχει στην παράνομη επιχείρηση παραμένοντας έξω, στο πλάι του καταστήματος προς την πίσω μεριά, σε ένα χώρο στάθμευσης και να παρακολουθεί τον χώρο. Συμφώνησε επίσης με το άτομο αυτό ότι μετά την κλοπή, θα του παρέδιδαν την τσάντα με τα τιμαλφή και αυτοί θα έφευγαν προς άλλη κατεύθυνση. Θα συναντιόντουσαν αργότερα όλοι οι δράστες και θα διευθετούσαν πόσα χρήματα θα έπαιρνε ο καθένας, από τα έσοδα από την πώληση των κοσμημάτων. Την 14.2.2016 ο κατηγορούμενος προχώρησε σε υποδείξεις στην σκηνή διάπραξης των αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού μητρώου, τελεί δε υπό κράτηση από την 12.2.
- Ο συνήγορος υπεράσπισης, αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής τόνισε τη μεταμέλεια του κατηγορουμένου στοιχείο που σύμφωνα με την εισήγηση του, συνάγεται και από την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου και τον περιορισμένο του ρόλο στην διάπραξη των αδικημάτων. Επεσήμανε ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε αρχικά ότι θα συμμετείχε σε ληστεία. Εκείνο που είχε συμφωνήσει ήταν να λάβει μέρος, μαζί με άλλα τρία άτομα, σε ενέργειες που αποσκοπούσαν στην κλοπή χρυσαφικών από το επίδικο κατάστημα. Τόνισε επίσης το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν ενεπλάκη στο επεισόδιο απόσπασης των αντικειμένων της κλοπής δια της βίας, αλλά και ούτε στο επεισόδιο στο οποίο οι άλλοι τρείς συναυτουργοί επιτέθηκαν στον ιδιοκτήτη του καταστήματος και τον κτύπησαν, στην προσπάθεια τους να κρατήσουν τα κλαπέντα. Ο δικός του ρόλος, είναι εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης, ήταν απλώς αυτός της φύλαξης του χώρου όταν οι άλλοι τρείς θα αποσπούσαν τα χρυσαφικά και η στη συνέχεια φύλαξη τους μέχρι το διαμοιρασμό των χρημάτων από την πώληση τους. Σε σχέση με τις οικογενειακές και προσωπικές του συνθήκες επικαλέστηκε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ημερομηνίας 24.5.2016, που ετοιμάστηκε στα πλαίσια της Αίτησης Νομικής Αρωγής Ε.Δ. 155/16, η οποία κατατέθηκε στην παρούσα. Επικαλέστηκε επίσης το νεαρό της ηλικίας του, ήταν 24 ετών κατά τον επίδικο χρόνο και τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε, όταν απώλεσε την εργασία του μετά από τον τραυματισμό που είχε στο χέρι. Η οικονομική του δυσχέρεια τον κατέστησε ευάλωτο και συνέβαλε στο να αποδεχτεί την πρόταση φίλου του για να συμμετάσχει στην κλοπή των επιδίκων χρυσαφικών. Αναφορικά με τον χρόνο που έχει μεσολαβήσει από την διάπραξη των αδικημάτων, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι αυτός είναι αφενός πολύ μεγάλος και αφετέρου για την παρατηρούμενη καθυστέρηση ουδεμία ευθύνη φέρει ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Τούτο διότι ο κατηγορούμενος μέχρι και που συνελήφθηκε από τις Αρχές της Μεγάλης Βρετανίας δεν γνώριζε ότι καταζητείτο από τις Αρχές της Δημοκρατίας και συνεπώς σε ουδεμία προσπάθεια διαφυγής μπορεί να αποδοθεί η μετάβαση του στην εν λόγω χώρα, η οποία έγινε αποκλειστικά στην προσπάθεια του για ένα καλύτερο μέλλον, εξ ού και βρήκε εργασία και εργαζόταν μέχρι την σύλληψη του. Επικαλέσθηκε επίσης τη συνεργασία του με την αστυνομία στην περαιτέρω έρευνα και εξιχνίαση της υπόθεσης και συγκεκριμένα το γεγονός ότι προέβη σε υποδείξεις στη σκηνή διάπραξης των αδικημάτων, ότι κατονόμασε ένα από τους συναυτουργούς του και ήταν πρόθυμος να μαρτυρήσει εναντίον των συναυτουργών του Τέλος εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης, αυτή θα πρέπει να ανασταλεί. Επικαλέστηκε δε προς επίρρωση της εισήγησης του αυτής και σαν πρόσθετο στοιχείο, το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων και την ευθύνη που φέρει γι αυτό η κατηγορούσα αρχή. Μετά το πέρας της αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης και σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου πως τοποθετείται η κατηγορούσα αρχή αναφορικά με την θέση της υπεράσπισης περί κωλυσιεργίας των αρχών της Δημοκρατίας στη δίωξη και εντοπισμό του κατηγορούμενου, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αποδέχτηκε πως από την ημερομηνία που συνδέθηκε ο κατηγορούμενος με την διάπραξη των αδικημάτων και εξεδόθη εναντίον του ένταλμα σύλληψης, ήτοι την 23.1.2013, μέχρι την ημέρα που δόθηκαν οδηγίες για την έκδοση Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του, ήτοι μέχρι την 16.2.2015, υπήρξε όντως καθυστέρηση για την οποία ευθύνη έχουν οι διωκτικές αρχές της Δημοκρατίας κι όχι ο κατηγορούμενος. Ακόμη σε σχέση με την εισήγηση για συνεργασία του κατηγορούμενου με την αστυνομία και ειδικότερα με την θέση της υπεράσπισης ότι αυτός κατονόμασε ένα από του συναυτουργούς του, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, διευκρίνισε και προς τούτο συμφώνησε και ο συνήγορος υπεράσπισης, ότι η μόνη πληροφορία που έδωσε ο κατηγορούμενος ήταν το πρώτο όνομα / ονόματα του συνεργάτη και φίλου του. Πρόσθεσε ακόμη ότι αυτή η πληροφορία ως έχει, ουδεμία βοήθεια η δυνατότητα προσφέρει προς τον εντοπισμό και σύλληψη του προσώπου αυτού και στην περαιτέρω εξιχνίαση των αδικημάτων. Επίσης και αναφορικά με την προθυμία του κατηγορούμενου να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας, εναντίον των συναυτουργών του, ανέφερε πως ούτε και αυτή έχει οποιοδήποτε ουσιαστικό αντίκρισμα, αφού καμία υπόθεση εκκρεμεί εναντίον οιουδήποτε εξ αυτών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία διέπραξε και παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, ήτοι από το προσδιοριζόμενο από το Νόμο ανώτατο όριο ποινής[1]. Συγκεκριμένα για το αδίκημα της κατηγορίας 3, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια, για δε το αδίκημα της κατηγορίας 5, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια, η οποία όμως αυξάνεται, καθιστώντας έτσι το εν λόγω αδίκημα από τα πλέον σοβαρά του Ποινικού Κώδικα, στη δια βίου φυλάκιση όταν ο υπαίτιος είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο ή συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή αν κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά τη ληστεία τραυματίσει, κτυπήσει, πλήξει ή χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε άλλης μορφής σωματική βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Από τα γεγονότα δε της παρούσας υπόθεσης, είναι πρόδηλο ότι η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της κατηγορίας 5 στο οποίο βρέθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η ποινή της δια βίου φυλάκισης. Η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτού του είδους, επιτείνεται ακόμη περισσότερο λόγω της έξαρσης που παρουσιάζουν, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να παραγνωριστεί από το Δικαστήριο. Η διάπραξη αυτού του είδους αδικημάτων προσλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις και ως εκ τούτου παρουσιάζεται επιτακτική η ανάγκη αναχαίτισης και αποτροπής διάπραξης τους και αυτό από μέρους των δικαστηρίων μπορεί να γίνει με την επιβολή ποινών που να λειτουργούν αποτρεπτικά. Η έξαρση στην διάπραξη του αδικήματος της ληστείας τονίστηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας[2], λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την αύξηση των ποινών. Η δε αυξητική τάση των αδικημάτων ληστειών παρουσιάζεται ανάγλυφη στην υπόθεση Talal Faeg Mahmoud Abed ν. Δημοκρατίας[3], στην οποία αφού επικυρώνεται ποινή φυλάκισης 9 ετών σε αδίκημα ένοπλης ληστείας, αναφέρονται τα εξής: « Το έγκλημα έχει, δυστυχώς, προσλάβει νέα μορφή. Εν πολλοίς, εξελίχθηκε, σε επάγγελμα. Μισθοφόροι διαπράττουν εγκλήματα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εγκληματίες αποσπούν με τη χρήση βίας ενίοτε σκληρής και άγριας περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε φιλήσυχους και ανυποψίαστους πολίτες όπως στην περίπτωση που είναι ενώπιον μας. Η ποινή που επέβαλε στον εφεσείοντα το κακουργιοδικείο είναι αυστηρή. Επικροτούμε όμως και την αυστηρότητα και το ύψος της. Οι προσωπικές περιστάσεις με τα γνωστά στοιχεία που αφορούν στις οικογενειακές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες όταν το έγκλημα και οι περιστάσεις που διεπράχθη δεν είναι του είδους που περιγράφουμε πιο πάνω. Σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι πράγματι περιθωριακοί». Όπως δε αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Muhannad Mohammad Mustaf Abunazha v. Δημοκρατίας[4], εκεί που παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών προς αποτροπή. Ακόμα στον καθορισμό του ύψους της ποινής, προσμετρούν και λαμβάνονται υπόψη για αδικήματα ως αυτά της παρούσας, ο βαθμός βίας που χρησιμοποιείται και η έκθεση ή μη σε κίνδυνο ανθρώπινης ζωής, όπως και το ύψος του ποσού ή η αξία της κλαπείσας περιουσίας[5]. Επανερχόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, παρατηρούμε ότι ο κατηγορούμενος μαζί με άλλα τρία άτομα, με μία από κοινού και εκ των προτέρων ληφθείσα απόφαση και προσχεδιάζοντας την διάπραξη του αδικήματος της κλοπής, η οποία στην πορεία εξελίχθηκε σε ληστεία, συνέστησαν μία καλά οργανωμένη συμμορία που μπροστά στην επίτευξη του παράνομου σκοπού τους δεν δίστασαν να απειλήσουν τον παραπονούμενο με πιστόλι και εν συνεχεία να τον κτυπήσουν, αδιαφορώντας παντελώς για τους σοβαρότατους κινδύνους που ενείχαν οι ενέργειες τους αυτές, για την σωματική ακεραιότητα αλλά και αυτήν ακόμη την ζωή του. Είναι δε εμφανές ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί επιπόλαια η στιγμιαία, αφού παρουσιάζει και το στοιχείο της από κοινού δράσης πριν, κατά και μετά την διάπραξη των αδικημάτων με τα άλλα τρία άτομα. Σε σχέση με την ηλικία του κατηγορούμενου κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, επισημαίνουμε ως και η νομολογία αναγνωρίζει, ότι στη σημερινή κοινωνία με την πληθώρα των μέσων πληροφόρησης και τις ευκαιρίες που δίνονται πλέον στα παιδιά από πολύ μικρές ηλικίες να επιμορφώνονται και να ενημερώνονται για τα ό,σα συμβαίνουν και συνθέτουν τις σημερινές εκφάνσεις της ζωής, θα ήταν το λιγότερο άτοπο, να γίνει αποδεκτό πως ένα άτομο της ηλικίας του κατηγορούμενου, δεν είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται την σοβαρότητα και τις συνέπειες από την επίδειξη παραβατικής συμπεριφοράς, ως αυτής που επέδειξε. Αποδεχόμαστε όμως ότι στην ηλικία των 24 ετών που ήταν ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο, βρισκόταν ακόμη στο στάδιο διαμόρφωσης της προσωπικότητας του και συνακόλουθα ο παράγοντας αυτός πρέπει να συνεκτιμηθεί με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σόλωνας Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας[6]: «Το κακουργιοδικείο έκανε ορθή αναφορά στο νεαρό της ηλικίας των εφεσειόντων, ως παράγοντα μετριασμού της ποινής. Είναι γνωστός ο λόγος. Κρίνεται πως δεν είναι επιθυμητό νεαρό άτομο, στα αρχικά δηλαδή στάδια της δημιουργίας της προσωπικότητας του, να στερηθεί της ευκαιρίας να ωριμάσει για να κάνει τις επιλογές του στη ζωή. Πρέπει όμως να επισημάνουμε, πάνω σ' αυτό το ζήτημα, πως σήμερα τα πράγματα έχουν μεταβληθεί απ' ότι ήσαν μερικές δεκαετίες πριν. Η παιδεία προσφέρεται σχεδόν σε όλους. Η ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών, με τα σύγχρονα μέσα μαζικής ενημέρωσης, πληροφορούν τον πολίτη για τα συμβαίνοντα σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Η κατάσταση αυτή έχει βεβαίως πλεονεκτήματα, αλλά και μειονεκτήματα που συνήθως αποτελούν θέματα σοβαρών συζητήσεων. Με αυτά που αναφέραμε αμέσως πιο πάνω, οδηγούμαστε στη σκέψη πως ο νέος σήμερα έχει καλύτερες ευκαιρίες διαμόρφωσης του χαρακτήρα του, φθάνει βεβαίως να κάνει τις ορθές επιλογές. Οι εφεσείοντες έδειξαν, με τη διάπραξη των εγκλημάτων που εξετάζουμε, τη δική τους επιλογή. Ας ελπίσουμε, για το μέλλον, πως το έγκλημα που διέπραξαν θα αποδεικτεί η μοναδική αντικοινωνική συμπεριφορά τους.» Ούτε και η οικονομική του ανάγκη αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα βαρύνουσας σημασίας. Αναγνωρίζουμε ότι η ανάγκη αυτή δημιούργησε φόρτιση στον κατηγορούμενο, η φόρτιση αυτή όμως δεν αμβλύνει τη σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε ούτε εξουδετερώνει την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Για το συγκεκριμένο ζήτημα σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Περικλέους ν. Αστυνομίας[7]: «δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει όμως να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Για αυτό και η εξατομίκευση της ποινής ώστε να αντανακλά και στις συνθήκες του παραβάτη δεν αμβλύνει στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής που κατά κανόνα υπεισέρχεται στον καθορισμό της». Βεβαίως, πάρα τα πιο πάνω η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους δεν μειώνει σε καμία περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μη συνιστά μόνο τιμωρία αλλά να αρμόζει και στο πρόσωπο και τις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη[8]. Στα πλαίσια λοιπόν της εξατομίκευσης της ποινής η παραδοχή ενός κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη σαν μετριαστικός παράγοντας. Η βαρύτητα δε που μπορεί να της αποδοθεί ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Όπου συμβάλλει αποτελεσματικά στη διερεύνηση της υπόθεσης και πηγάζει από πραγματική μεταμέλεια του έχει μεγαλύτερη αξία. Επίσης μεγαλύτερη αξία μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας[9]). Από τα γεγονότα δε της παρούσας υπόθεσης αποδεχόμαστε ότι όντως ο κατηγορούμενος επέδειξε εξ αρχής πνεύμα συνεργασίας με τις διωκτικές αρχές και παραδέχθηκε αμέσως τη διάπραξη των αδικήμάτων. Αναφορικά με την θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος συνεργάστηκε με την αστυνομία αποδεχόμαστε ότι όντως σε κάποιο βαθμό το έπραξε, όμως εν όψει των ευρημάτων στη σκηνή, του περιεχομένου του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης από παρακείμενο της σκηνής υποστατικό, της σύνδεσης του κατηγορούμενου με τα αδικήματα με σχετική επιστημονική μαρτυρία, θεωρούμε ότι τα περιθώρια για μη παραδοχή από μέρους του είχαν στενέψει. Είναι όμως γεγονός ότι με την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου στις διωκτικές αρχές, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου, εξοικονομήθηκε πολύτιμος χρόνος και οδήγησε την αποπεράτωση της υπόθεσης σε σύντομο χρονικό διάστημα, στοιχείο που προσμετρά προς όφελος του.. Σε σχέση με την πληροφορία που έδωσε για ένα εκ των συνεργών του, ήτοι το πρώτο / πρώτα ονόματα του, όπως και ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε, κρίνουμε ότι ουδεμία βοήθεια προσφέρει προς εντοπισμό και σύλληψη του. Ούτε και η προθυμία του να δώσει μαρτυρία εναντίον των συναυτουργών του, με τα δεδομένα της υπόθεσης, έχει οποιοδήποτε ουσιαστικό αντίκρισμα, αφού αυτοί δεν έχουν κάν συλληφθεί. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι δεν συντρέχει για τον κατηγορούμενο ο σοβαρός μετριαστικός παράγοντας που η νομολογία έχει αναγνωρίσει ως τέτοιο, της βοήθειας όχι μόνο στην εξιχνίαση των αδικημάτων, αλλά και της ολοκληρωμένης παρουσίασης στο Δικαστήριο, με την κατάθεση εναντίον των συναυτουργών του, της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Σαν μετριαστικό παράγοντα λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου το λευκό του ποινικό μητρώο, στοιχείο που του δίνει και το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου. Ελαφρυντικό παράγοντα αποδεχόμαστε ότι αποτελεί και το γεγονός πως το προϊόν της ληστείας της παρούσας υπόθεσης ανακτήθηκε με επακόλουθο ο παραπονούμενος να μην υποστεί οποιαδήποτε οικονομική ζημιά η απώλεια, ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος δεν αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από την παράνομη συμπεριφορά του ιδίου και των συναυτουργών του. Τονίζουμε όμως ταυτόχρονα ότι η ανάκτηση αυτή οφειλόταν όχι στην ουσιαστική συνδρομή του κατηγορουμένου, αλλά στο γεγονός ότι αμέσως μετά τη διάπραξη της ένοπλης ληστείας οι συναυτουργοί του κατηγορούμενου καταδιώχθηκαν και ανακόπηκαν από τον παραπονούμενο, ο οποίος μετά από πάλη μαζί τους κατόρθωσε να ανακτήσει την κλαπείσα περιουσία από τα χέρια τους[10]. Όσον αφορά τώρα το βαθμό συμμετοχής και το ρόλο γενικά των συνενόχων στην τέλεση αδικημάτων, τέτοιος οπωσδήποτε διαβαθμίζεται και προσμετρά ανάλογα στον καθορισμό του είδους και του ύψους της ποινής. Σχετική είναι η Hassan ν. Αστυνομίας[11] αλλά και η Κάττος ν. Αστυνομίας[12] όπου λέχθηκε ότι ο βαθμός συμμετοχής των κατηγορουμένων στο έγκλημα, αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο για εφαρμογή της αρχής της διαφοροποίησης των ποινών που θα επιβληθούν. Στην δε υπόθεση Muhannad Mohammad Mustaf Abunazha v. Δημοκρατίας, ανωτέρω, στην οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών στον εφεσείοντα στο αδίκημα της ληστείας, το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση κατά της ποινής, αναφέρει σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα τα εξής: «Ιδιαίτερο παράπονο έγινε κατ' έφεση ότι, αν και ο παράγοντας του μειωμένου ρόλου τον οποίο διαδραμάτισε ο εφεσείων σε σχέση με άλλο πρόσωπο που χαρακτηρίστηκε ως ο ιθύνων νους, αναφέρθηκε από το Κακουργιοδικείο, εν τούτοις δεν αποδόθηκε σ' αυτόν η πρέπουσα μετριαστική σημασία, όπως και δεν αποδόθηκε η πρέπουσα σημασία στο ότι ο εφεσείων παρασύρθηκε από τον διαφυγόντα συμμέτοχο στη ληστεία. Σε σχέση με αυτή την εισήγηση και λόγο έφεσης, θα πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής: Μπορεί βέβαια ο ρόλος του διαφυγόντος συνεργού να ήταν ενεργότερος, όπως του καταλογίζει ο κατηγορούμενος. Όμως, θα πρέπει εδώ να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι δεν επρόκειτο για μια αυθόρμητη ή έστω πρόχειρα διενεργηθείσα ληστεία, αλλ' αντίθετα επρόκειτο για ένα καλά προσχεδιασμένο έγκλημα σε σχέση με το οποίο έγιναν πολλές και διαφορετικές πράξεις προεργασίας και προετοιμασίας αλλά και συγκάλυψης, στις οποίες ο κατηγορούμενος είχε σε όλες συμμετάσχει, σύμφωνα με τις δικές του παραδοχές. ................................ Κατά τη διενέργεια της ίδιας της ληστείας ήταν ο μόνος από τους τρεις ληστές, ο οποίος εφοδιάστηκε και χρησιμοποίησε πραγματικό επιθετικό όπλο, ένα μαχαίρι, υπό την απειλή του οποίου και ακινητοποίησε το διευθυντή του υποκαταστήματος της τράπεζας. Με αυτά τα δεδομένα, όσο και αν ο ρόλος άλλου συνεργού μπορεί να υπήρξε ενεργότερος, ο ρόλος του ίδιου του κατηγορουμένου, ούτε παθητικός ήταν ούτε απλά υποβοηθητικός.» Σε σχέση λοιπόν με τον πιο πάνω παράγοντα, η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι ο ρόλος αυτού στη διάπραξη των αδικημάτων, ήταν δευτερεύων, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Ο ρόλος του κατηγορούμενου, ως του προσώπου που φύλαττε τον χώρο όπου διαπράχθηκαν τα αδικήματα για να μπορέσουν οι άλλοι δράστες να εκτελέσουν ανενόχλητοι τον εγκληματικό τους σκοπό, αλλά και ο εν συνεχεία συμφωνηθείς για παραλαβή και φύλαξη των κλοπιμαίων μέχρι να καταστεί δυνατή η πώληση τους και ο διαμοιρασμός των λαφύρων, κρίνουμε ότι ήταν σημαντικός και ουσιώδης. Ταυτόχρονα όμως δεν παραγνωρίζουμε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιθύνων νους της σχεδιασθείσας παράνομης επιχείρησης. Εξίσου σημαντικό θεωρούμε και το γεγονός ότι ο ίδιος προσωπικά δεν απείλησε την σωματική ακεραιότητα ή την ζωή οποιουδήποτε προσώπου και δεν έλαβε με οποιοδήποτε τρόπο μέρος στην επίθεση εναντίον του παραπονουμένου. Αυτά δε τα στοιχεία κρίνουμε ότι διαφοροποιούν και σε κάποιο βαθμό την παρούσα με την πιο πάνω αναφερομένη στην οποία ο ρόλος του εφεσείοντος ήταν πιο ενεργός, αφού με την χρήση μαχαιριού απείλησε τον διευθυντή του υποκαταστήματος της τράπεζας. Ακόμη αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων λαμβάνουμε υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα, πως από την παράνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και των συναυτουργών του, ευτυχώς δεν προκλήθηκαν οποιοιδήποτε τραυματισμοί η σωματικές βλάβες, τόσο στον παραπονούμενο όσο και σε άλλα πρόσωπα. Πρόσθετα δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται μόνο ο κατηγορούμενος ενώ οι συναυτουργοί του δεν έχουν εντοπισθεί και κατ' επέκταση δεν έχουν οδηγηθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης. Παράγοντας που επίσης έχει αναγνωριστεί από την νομολογία ως μετριαστικός της ποινής[13]. Διευκρινίζουμε όμως ταυτόχρονα πως στην παρούσα περίπτωση για την μη προσαγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου των συναυτουργών του κατηγορούμενου, ουδεμία ευθύνη μπορεί να αποδοθεί στην κατηγορούσα αρχή. Εν πάση περιπτώσει γεγονός παραμένει ότι κατηγορούμενος είναι ο μόνος από τα πρόσωπα που διέπραξαν τα αδικήματα της παρούσας που έχει οδηγηθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης και τιμωρείται γι αυτά, στοιχείο που όπως και πιο πάνω αναφέρεται δεν μπορεί να αγνοηθεί παντελώς. Λαμβάνουμε ακόμη υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς και ό,σα ανέφερε σχετικά ο συνήγορος του. Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση ο κατηγορούμενος είναι 28 ετών, είναι άγαμος, κατάγεται από την Πολωνία και προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του, εργάζεται ως οικοδόμος και η μητέρα του ως εργάτρια σε εργοστάσιο. Είναι το μικρότερο σε σειρά από τα τρία παιδιά της οικογένειας του. Μετά την αποφοίτηση του από Λύκειο της χώρας του εργοδοτήθηκε με περιστασιακή απασχόληση στις οικοδομές. Το 2005, σε ηλικία 18 ετών περίπου, ήρθε στην Κύπρο για να συναντήσει τον πατέρα του, που βρισκόταν εδώ αλλά και για σκοπούς εργασίας. Στην Κύπρο ο κατηγορούμενος εργάσθηκε ως σιδεράς. Το 2012 ο κατηγορούμενος, μετά από ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης απελάθηκε στην Πολωνία. Μετά από ένα μήνα κράτησής του σε φυλακές της Πολωνίας φιλοξενήθηκε από την μητέρα του στην πατρική του οικία και εργαζόταν ως οικοδόμος. Το Φθινόπωρο του 2014 ο κατηγορούμενος μετέβηκε στην Αγγλία για σκοπούς εργασίας. Εργαζόταν ως υπάλληλος σε εργοστάσιο επεξεργασίας κρεάτων. Τέλος και επειδή ανάμεσα στους μετριαστικούς παράγοντες που επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση του για σκοπούς μετριασμού της ποινής, είναι και ο χρόνος που μεσολάβησε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, σε συνάρτηση και με την μεταβολή στο μεταξύ των προσωπικών του περιστάσεων, κρίνoυμε πως θα πρέπει στο στάδιο αυτό να εξετάσουμε και το συγκεκριμένο ζήτημα. Τούτο διότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης ενός αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής γι αυτό στον παραβάτη, αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα. Σύμφωνα λοιπόν με τη νομολογία η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης, με την καταχώρηση της υπόθεσης, λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής[14]. Στην υπόθεση δε, M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd[15], υποδείχθηκε ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Eπίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη[16], υποδείχθηκε, ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, είναι ουσιώδες στοιχείο, που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα των αδικημάτων δικαιολογεί την επιβολή της ποινής της φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου, από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά. Παράλληλα όμως λαμβάνονται υπόψη και συνυπολογίζονται από το Δικαστήριο και άλλοι παράγοντες, όπως η σοβαρότητα του αδικήματος και η συμπεριφορά του ίδιου του αδικοπραγούντα. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι πρίν την τελική μας απόφανση για το συγκεκριμένο ζήτημα, πρέπει να εξετάσουμε αν για την παρατηρούμενη καθυστέρηση φέρει οποιαδήποτε ευθύνη και ο ίδιος κατηγορούμενος, είτε πριν είτε μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση και έχοντας υπόψη τα γεγονότα τα οποία εξέθεσε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ως πρώτη διαπίστωση μας σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα, είναι ότι για τον προ της καταχωρίσεως της παρούσας χρόνο, ευθύνη, ως έγινε και παραδεκτό από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, φέρουν εκτός από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ο οποίος διέφυγε από την σκηνή και οι Αρχές της Δημοκρατίας. Τούτο διότι, από την ημερομηνία που συνδέθηκε ο κατηγορούμενος με τα επίδικα αδικήματα, ήτοι από την 4.1.2013, χωρίς καμία δικαιολογία και ενώ γνώριζαν ότι αυτός είχε ήδη εκδοθεί στην Πολωνία, άφησαν να περάσει χρονικό διάστημα δύο και πλέον χρόνων για να δώσουν οδηγίες, να ζητήσουν και να εξασφαλίσουν τελικά την 26.5.2015, Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης του. Ακόμη, συμφωνώντας με τα ό,σα ο συνήγορος υπεράσπισης έχει αναφέρει, ο κατηγορούμενος απεδέχθη άμεσα την έκδοση του από τις Αρχές της Μεγάλης Βρετανίας στις Κυπριακές, στις οποίες παρεδόθη στις 12.2.
- Από την άλλη βεβαίως αναγνωρίζουμε τη δυσκολία εντοπισμού του κατηγορούμενου αφού αυτός μετά που διέφυγε της σύλληψης για την διάπραξη των αδικημάτων και την εν συνεχεία παράδοση του στις Πολωνικές αρχές την 30.10.2012 και μετά από την εκεί απελευθέρωση του, το φθινόπωρο του 2014, μετέβη στην Μεγάλη Βρετανία όπου και εργαζόταν. Αναφορικά τώρα για τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, ήτοι από την 6.4.2016 μέχρι σήμερα που επιβάλλουμε ποινή στον κατηγορούμενο, όπως διαπιστώνουμε από τα πρακτικά του δικαστηρίου μέρος της καθυστέρησης, φέρει επίσης ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Τούτο διότι σε τρεις περιπτώσεις αυτός είναι που ζήτησε αναβολή για να απαντήσει στις κατηγορίες, είτε από μόνος του είτε μέσω του συνηγόρου του και σε άλλες δύο η αναβολή ζητήθηκε με κοινό αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης και του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Όμως για την μετέπειτα παρατηρούμενη καθυστέρηση ο κατηγορούμενος δεν φέρει ευθύνη αφού στις 2.8.2016 έγινε τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη σε αυτό των κατηγοριών 3 και 4, τις οποίες ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε άμεσα, αναστάληκαν οι κατηγορίες 1 και 2 και η υπόθεση αναβλήθηκε για γεγονότα και ποινή την 22.9.2016, με αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής. Δυστυχώς η διαπιστωθείσα από το Δικαστήριο ανακολουθία των γεγονότων που εξέθεσε η κατηγορούσα αρχή σε σχέση με το αδίκημα της 4ης κατηγορίας οδήγησε σε νέα αναβολή της υπόθεσης, με επακόλουθο αυτή να οριστεί την 5.10.2016 και εν συνεχεία την 12.10.
- Την 12.10.2016 προσετέθη η 5η κατηγορία, διεκόπη η 4η κατηγορία και αφού επανακατηγορήθηκε ο κατηγορούμενος στην 5η κατηγορία και παραδέχθηκε ενοχή, η απόφαση για την ποινή επιφυλάχθηκε για σήμερα. Ακόμη, συμφωνώντας με τα ό,σα ο συνήγορος υπεράσπισης έχει αναφέρει, επισημαίνουμε ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε χωρίς χρονοτριβή τις κατηγορίες 3 και 4 μετά την αναστολή των κατηγοριών 1 και 2, όπως το ίδιο έπραξε και στην 5η μετά την αναστολή της 4ης . Εν όψει λοιπόν των πιο πάνω, είναι πρόδηλο πως εκτός από την Κατηγορούσα Αρχή, ευθύνη για μέρος της παρατηρούμενης καθυστέρησης φέρει και ο ίδιος κατηγορούμενος. Όπως δε ελέχθη στην υπόθεση Νίκος Πολυβίου ν. Αστυνομίας[17], δεν μπορεί ένας κατηγορούμενος να οικοδομεί επί των δικών του ενεργειών και στη συνέχεια να απολαμβάνει απόλυτα το στοιχείο του μετριαστικού παράγοντα του χρόνου και καθυστέρησης, για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Όπου δε διαπιστώνεται μία τέτοια συμπεριφορά από πλευράς κατηγορούμενου, μετριάζεται ανάλογα η ακόμη και εξουδετερώνεται στην κατάλληλη περίπτωση ο μετριαστικός παράγοντας της καθυστέρησης. Εν πάση περιπτώσει αναντίλεκτο παραμένει το γεγονός ότι έχουμε κληθεί να επιβάλουμε ποινή στον κατηγορούμενο, τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την διάπραξη των αδικημάτων, στοιχείο που, επί τη βάσει των όσων η νομολογία καθορίζει, κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Δεν αποδεχόμαστε όμως ότι ο χρόνος αυτός, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των αδικημάτων, της ευθύνης του κατηγορούμενου στην πρόκληση μέρους της καθυστέρησης, αλλά και ότι οι προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες δεν έχουμε ικανοποιηθεί ότι έχουν αλλάξει ριζικά, είναι παράγοντες ικανοί να καταστήσουν ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο. Η εν λόγω παράμετρος θα έχει επομένως το αντίκρισμα της στην ποινή που θα επιβληθεί, όχι όμως σε σχέση με το είδος της, αλλά μόνο σε σχέση με το εύρος της. Αναφορικά με το είδος και το ύψος των ποινών για αδικήματα παρόμοιας φύσης με αυτά στα οποία ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος στην παρούσα, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δείχνει την αυστηρή αντιμετώπιση αυτών εν όψει της ανάγκης αποτροπής που προέχει. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές επισημαίνοντας όμως ταυτοχρόνως, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής Στην υπόθεση Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), οι κατηγορούμενοι ηλικίας 19 και 23 ετών, παραδέχθηκαν ενοχή σε δυο κατηγορίες ληστείας. Οι δυο κατηγορούμενοι, κουκουλοφόροι και οπλισμένοι με μαχαίρια, εισέβαλαν σε διαμέρισμα δυο αλλοδαπών γυναικών και υπό την απειλή βίας και αφού τις κτύπησαν, απέσπασαν το ποσό των £
- Τα γεγονότα της υπόθεσης κρίθηκαν ως εξαιρετικά σοβαρά. Στους κατηγορούμενους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 8 ετών που επικυρώθηκε από το Εφετείο. Σημειώνεται ότι οι κατηγορούμενοι είχαν λευκό ποινικό μητρώο και παραδέχθηκαν ενοχή στο Κακουργιοδικείο μετά από μερική ακρόαση. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας[18], επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, που ήταν ένας από τους δυο δράστες που με την απειλή όπλου απέσπασαν το ποσό των £4.582 από κατάστημα τραπέζης, μετά από ακροαματική διαδικασία, ποινή φυλάκισης 10 ετών. Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με μία προηγούμενη καταδίκη για ένοπλη ληστεία, ήταν πατέρας ενός ανήλικου παιδιού και είχε ψυχολογικά προβλήματα. Η ποινή επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας[19], ο κατηγορούμενος μετά από ακροαματική διαδικασία βρέθηκε ένοχος για ένοπλη ληστεία, όπου με τη χρήση όπλου απέσπασε το ποσό των £11.
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης 10 ετών, αφού έλαβε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνετο με προηγούμενες καταδίκες, τις προσωπικές του περιστάσεις και τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Στην υπόθεση Asem Ali Ahmed Faraq v. Δημοκρατίας[20], απέρριψε την έφεση, τόσο εναντίον της καταδίκης όσο και εναντίον της ποινής φυλάκισης των 10 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα στην κατηγορία της ληστείας. Επισημαίνουμε ότι στην εν λόγω υπόθεση οι δράστες ήταν τρείς, συνελήφθη μόνο ο εφεσείων, ασκήθηκε σοβαρής μορφής βία εναντίον των παραπονουμένων με επακόλουθο τον τραυματισμό τους, στοιχείο που δεν συντρέχει στην παρούσα, υπήρχε προσχεδιασμός και οι δράστες όπως και εδώ, είχαν εισέλθει εντός του υποστατικού των παραπονουμένων για να διαπράξουν τα αδικήματα. Ακόμη στην εν λόγω υπόθεση ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία κάτι βεβαίως που επίσης δεν ισχύει στην παρούσα. Τέλος στην υπόθεση Ιωάννης Κιλινκαρίδης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), η οποία παρουσιάζει αρκετά κοινά στοιχεία με την παρούσα, το Ανώτατο Δικαστήριο, μειώνοντας την ποινή των οκτώ ετών αμέσου φυλακίσεως που επιβλήθηκε πρωτόδικα σε έξι, αναφέρει τα εξής: «Εξετάσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι όντως η ποινή της φυλάκισης των 8 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα είναι, υπό τις περιστάσεις, έκδηλα υπερβολική και θα πρέπει να μειωθεί, αφού λάβαμε υπόψη ιδιαίτερα τους εξής παράγοντες: την άμεση παραδοχή του εφεσείοντα μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου ενώπιον του Κακουργιοδικείου, την μεταμέλεια του, η οποία εκφράστηκε έμπρακτα με τη συνεργασία του με τις Αρχές, το γεγονός της καταχώρησης αναστολής ποινικής δίωξης για τον 1ο κατηγορούμενο, παρόλον που ο εφεσείων έδωσε αρκετές πληροφορίες σε σχέση με το άτομο αυτό, την επιπόλαιη και εκτός χαρακτήρα απόφαση του εφεσείοντα να εμπλακεί στο επίδικο έγκλημα, τη μη αποκόμιση εκ μέρους του οικονομικού οφέλους από τη ληστεία, την καλή του διαγωγή κατά την περίοδο του ενός περίπου έτους που αυτός βρισκόταν υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, την ηλικία του, το λευκό του ποινικό μητρώο και τα οικονομικά, ψυχολογικά και άλλα προβλήματα υγείας του τα οποία εξετέθησαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες το Κακουργιοδικείο, παρά τη λεκτική καταγραφή τους, δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα, γεγονός που τελικά οδήγησε στην επιβολή έκδηλα υπερβολικής, υπό τις περιστάσεις, ποινής.» Έχοντας λοιπόν κατά νου όλα τα πιο πάνω εκτεθέντα, κρίνουμε πως η μόνη αρμόζουσα ποινή στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση, είναι αυτής της φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και σε επίδοξους νέους παραβάτες. Καταληκτικά επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις πιο κάτω ποινές: Στην κατηγορία 3 την ποινή φυλάκισης των 12 μηνών. Στην κατηγορία 5 την ποινή της φυλάκισης των 4 ετών. Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης στις κατηγορίες 3 και 5, διατάσσουμε να συντρέχουν, μειώνονται δε κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση και δη από την 12.2.
- Τα τεκμήρια της υπόθεσης να παραμείνουν στην κατοχή της αστυνομίας. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξής μας σε σχέση με το ύψος της ποινής που επιβλήθηκε στην κατηγορία 5, δεν κρίνουμε αναγκαίο να εξετάσουμε την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης για αναστολή της. (Yπ.) ................ Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά: Ληστεία [1] Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 Α.Α.Δ. 264 [2]
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 [3]
(2007)2 Α.Α.Δ. 128 [4]
(2009)2 Α.Α.Δ. 551 [5] Βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304 και Σταύρου «Φάντης» ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61. [6]
(1999)2 Α.Α.Δ. 50 [7]
(2003)2 Α.Α.Δ. 397 [8] Βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 A.A.Δ. 17 [9]
(2001)2 Α.Δ.Δ. 442 [10] Βλ. Nteni Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785 [11]
(2006)2 Α.Α.Δ. 356 [12]
(1997)2 Α.Α.Δ. 195 [13] Βλ. Ιωάννης Κιλινκαρίδης ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 233/2013, ημερ. 22.4.2015 και Νικήτα ν. Δημοκρατίας, Ποινιική Έφεση αρ. 165/2011, ημερ. 20.3.2012 [14] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 623 [15]
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 [16]
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 [17]
(2004)2 Α.Α.Δ. 11 [18]
(1999)2 Α.Α.Δ. 411 [19]
(2001)2 Α.Α.Δ. 571 [20] Ποινική Έφεση 20/2014, ημερ. 26.6.2015 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο