← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μαρίνος Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16385/14, 17/10/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μαρίνος Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16385/14, 17/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B165 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16385/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και

  1. Μαρίνος Κωνσταντίνου
  2. Γεώργιος Γεωργίου
  3. Χρίστος Δαμιανού
  4. Ιωάννης Μιχαήλ
  5. Μάριος Ορφανίδης
  6. Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου
  7. Αναστάσης Βασιλείου --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 17.10.2016 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Μανώλη Για τους κατηγορούμενους 1, 2, 4, 5, 6 και 7: κ. Κ. Τούμπας Κατηγορούμενοι 1, 2, 4, 5, 6 και 7 : παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τους αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συναφώς εισηγήθηκε όπως οι κατηγορούμενοι κληθούν σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι για υποστήριξη των θέσεων τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία, ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει στην παρούσα μια κατηγορία για διατήρηση οίκου κυβείας, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(α)
(2), 12 και 15 του Περί Οίκων Στοιχημάτων, Οίκων Κυβείας και Παρεμποδίσεως της Κυβείας Νόμου Κεφ.151 (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο εν λόγω κατηγορούμενος την 28η Μαρτίου 2014 στη Λεμεσό ενώ ήταν κάτοχος υποστατικού, διατηρούσε το υποστατικό αυτό σαν οίκο κυβείας. Οι κατηγορούμενοι 2, 4, 5, 6 και 7 αντιμετωπίζουν επίσης μια κατηγορία, αυτή της κυβείας, κατά παράβαση των άρθρων 4, 12, 14 και 15 του ίδιου πιο πάνω νόμου και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι εν λόγω κατηγορούμενοι την 28η Μαρτίου 2014 στη Λεμεσό, μέσα στο υποστατικό του Μαρίνου Κωνσταντίνου, επεδίδοντο σε κυβεία δηλαδή "ΤΕΞΑΣ ΠΟΚΕΡ". Παρεμβάλλω ότι την ίδια κατηγορία αντιμετώπιζε με βάση το κατηγορητήριο και ο κατηγορούμενος 3, όμως η υπόθεση εναντίον του διακόπηκε στις 23/11/15 και αυτός απαλλάχτηκε. Η παρουσίαση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έγινε στη βάση παραδεκτών γεγονότων και ή με την εκ συμφώνου κατάθεση διαφόρων γραπτών καταθέσεων και εγγράφων. Συγκεκριμένα: Τεκμήριο 1 - Κατάθεση του Αστ.1475 Χριστόδουλου Χαραλάμπους : Αναφέρει ότι ανέλαβε τη διερεύνηση υπόθεσης κυβείας και παρέλαβε από τον Αστ.1871 Σόλων Μητροφάνους δύο φακέλους που ήταν σφραγισμένοι. Οι φάκελοι αναγράφουν ότι περιέχουν 52 τραπουλόχαρτα, 210 φίσιες και ένα τραπέζι σχήματος οβάλ με πράσινη τσόχα. Τεκμήριο 2 - Κατάθεση του Αστ. 1871 Σόλων Μητροφάνους : Αναφέρει ότι στις 28/03/14 μαζί με άλλους αστυφύλακες, μεταξύ αυτών και ο Αστ.3111, μετέβηκε στο πρακτορείο με την ονομασία « Fair Champions Meridien» στη Λεμεσό κατόπιν πληροφορίας ότι στο μέρος διεξάγεται κυβεία. Αφού εισήλθαν στο υποστατικό με βάση ένταλμα έρευνας εντόπισαν 6 άτομα να επιδίδονται σε κυβεία ήτοι να παίζουν texas poker με φίσιες πάνω σε οβάλ τραπέζι με πράσινη τσόχα. Υπεύθυνος του μέρους ήταν ο Μαρίνος Κωνσταντίνου - κατηγορούμενος 1, τον οποίο πληροφόρησε για τους λόγους της έρευνας, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «παίζουμε τουρνουά». Στη συνέχεια από την έρευνα κάτεσχε ως τεκμήρια 52 τραπουλόχαρτα χρώματος κόκκινου, φίσιες διαφόρων χρωμάτων και με αριθμούς ένδειξης 1, 5, 25, 50, 100 και 500, και ένα τραπέζι οβάλ με πράσινη τσόχα. Ακολούθως πληροφόρησε τον Κωνσταντίνου για τα τεκμήρια, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «κάμετε τη δουλειά σας». Τα τεκμήρια παραλήφθηκαν έναντι απόδειξης παράδοσης παραλαβής την οποία υπέγραψε τόσο ο ίδιος όσο και ο Κωνσταντίνου. Μεταφέρθηκαν δε στον σταθμό Αγίου Ιωάννη και παραδόθηκαν στον Αστ.1475 ο οποίος ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Τεκμήριο 3 - Το ένταλμα έρευνας που αναφέρει ο αστ.1871 πιο πάνω. Τεκμήριο 4 - Η απόδειξη παραλαβής τεκμηρίων που αναφέρει ο αστ.1871 πιο πάνω. Τεκμήριο 5 - Κατάθεση του Αστ.3766 Παναγιώτη Παναγιώτου : Αναφέρει ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 για την υπόθεση και τον κατηγόρησε γραπτώς για το ότι διατηρούσε το υποστατικό του ως οίκο κυβείας και για το ότι επέτρεψε τη διεξαγωγή κυβείας στο υποστατικό του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Τεκμήριο 7 - Κατάθεση του Αστ. 3111 Γ. Αγρότη : Αναφέρει ότι την 28/03/14 μαζί με άλλους αστυφύλακες, μεταξύ αυτών και ο Αστ.1871, επέδραμαν στο υποστατικό με την ονομασία Meridian, ιδιοκτησία του κατηγορούμενου 1 αφού υπήρχε πληροφορία ότι εκεί διεξαγόταν κυβεία δηλαδή texas poker. Κατά την είσοδο στο υποστατικό υπήρχαν έξι άνδρες (δηλ. οι κατηγορούμενοι 2, 4, 5, 6 και 7, και ο πρώην κατηγορούμενος 3) μπροστά από ένα αυγοειδές τραπέζι και μπροστά τους πάνω στο τραπέζι υπήρχαν διάφορες στρογγυλές φίσιες πλαστικές και έπαιζαν. Τους υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και τους ανέφερε το σκοπό που ήταν εκεί. Στη συνέχεια τους κατηγόρησε και έδωσαν τις απαντήσεις τους ως κατωτέρω αναφέρεται : Κατηγορούμενος 2 : δεν έπαιζα Κατηγορούμενος 4 : δεν επαίζαμε Κατηγορούμενος 5 : ήταν να παίζουμε πόκερ Κατηγορούμενος 6 : δεν έπαιζα Κατηγορούμενος 7 : δεν έπαιζα Παραδεκτό γεγονός : ότι τα τεκμήρια που αναφέρονται στην κατάθεση του αστ.1475 Χαραλάμπους δηλαδή 52 τραπουλόχαρτα, 210 φίσιες και ένα τραπέζι σχήματος οβάλ με πράσινη τσόχα βρίσκονται στην κατοχή της αστυνομίας και έχουν καταχωρηθεί στο βιβλίο του αστυνομικού σταθμού Αγίου Ιωάννη με αρ.22/2014. Σημειώνεται ότι το τεκμήριο 6 Α δηλ. η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου 1 και το τεκμήριο 6 Β δηλ. η γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου 1 : κατατέθηκαν μόνον ως προς το γεγονός της λήψης τους. Το άρθρο 3
(1)(α)
(2)του Κεφ.151 προνοεί ότι : " 3.-
(1)Πρόσωπο το οποίο- (α) ενώ είναι ιδιοκτήτης ή κάτοχος οποιουδήποτε τόπου ή έχει τη χρήση προσωρινά ή με άλλο τρόπο αυτού, διατηρεί ή χρησιμοποιεί τον τόπο αυτό ως οίκο στοιχημάτων ή οίκο κυβείας ή για παίξιμο οποιουδήποτε από τα παιγνίδια στα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 6 του Νόμου αυτού ή (β) ........................ (γ) ........................
(2)Πρόσωπο το οποίο εμφανίζεται, ενεργεί ή συμπεριφέρεται ως κύριος ή ως το πρόσωπο που έχει τη φροντίδα ή διεύθυνση οποιουδήποτε τόπου που διατηρείται ή χρησιμοποιείται όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου αυτού, θεωρείται για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, ότι είναι αυτός που διατηρεί τον τόπο, είτε είναι είτε δεν είναι αυτός που πράγματι τον διατηρεί. " Το άρθρο 4 δε του Κεφ. 151 προνοεί ότι : " 4. Πρόσωπα τα οποία επιδίδονται σε κυβεία ή συγκεντρώνονται με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία σε οίκο κυβείας είναι ένοχα αδικήματος βάσει του Νόμου αυτού. " Σύμφωνα με το άρθρο 12
(1)(α)
(2)
(3)του Κεφ. 151 : " 12.-
(1)Κάθε τόπος στον οποίο πραγματοποιείται είσοδος βάσει των διατάξεων του Νόμου αυτού, στην έκταση που αφορούν οίκο κυβείας, θα τεκμαίρεται, μέχρι να αποδειχτεί το αντίθετο, ότι είναι οίκος κυβείας και ότι διατηρείται ή χρησιμοποιείται από τον ιδιοκτήτη, κάτοχο ή διευθυντή αυτού ως οίκος κυβείας, σε οποιαδήποτε από τις πιο κάτω περιπτώσεις, δηλαδή- (α) εάν οποιαδήποτε όργανα ή συσκευές κυβείας βρίσκονται σε αυτόν ή επί οποιουδήποτε προσώπου που βρίσκεται σε αυτόν ή που δραπετεύει από αυτόν. ..................
(2)Πρόσωπο που βρίσκεται, ή που δραπετεύει από οίκο κυβείας κατά την πραγματοποίηση εισόδου σε αυτό βάσει των διατάξεων του Νόμου αυτού, θα υποτίθεται, μέχρι να αποδειχτεί το αντίθετο, ότι επιδίδεται ή έχει επιδοθεί σε κυβεία μέσα σε αυτό.
(3)Οι προϋποθέσεις των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου αυτού θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών σε οποιοδήποτε τόπο στον οποίο πραγματοποιείται είσοδος σε σχέση με το παίξιμο οποιουδήποτε από τα παιγνίδια στα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 6 του Νόμου αυτού και σε οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε αυτό ή που δραπετεύει από αυτό, όπως αυτά εφαρμόζονται σε οίκο κυβείας και σε πρόσωπα που επιδίδονται σε κυβεία μέσα σε αυτό. " Τέλος, σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Κεφ.151 : "επιδίδομαι σε κυβεία" με τις γραμματικές του αλλαγές και συναφείς εκφράσεις, σημαίνει παίζω, ή επιδίδομαι σε οποιοδήποτε τυχερό παιγνίδι ή παιγνίδι μεικτό τύχης και δεξιότητας, για χρήματα ή για αντάλλαγμα χρημάτων: Νοείται ότι το παιγνίδι ή η επίδοση σε οποιοδήποτε τέτοιο παιγνίδι δεν θα θεωρείται επίδοση σε κυβεία αν το πρόσωπο που παίζει ή επιδίδεται σε αυτό, αποδείξει κατά τρόπο που ικανοποιεί το Δικαστήριο που εκδικάζει το αδίκημα ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων περιλαμβανομένων των στοιχημάτων, έπαιζε, ή επιδίδετο στο παιγνίδι αυτό για κοινωνική διασκέδαση και αναψυχή και όχι για κέρδος. "οίκος κυβείας" περιλαμβάνει οποιοδήποτε τόπο που διατηρείται ή χρησιμοποιείται για κυβεία και τόπος θα θεωρείται ότι χρησιμοποιείται για κυβεία αν αυτός χρησιμοποιείται για κυβεία έστω και για μια μόνο περίπτωση. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω σε συνάρτηση με την μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, την οποία έχω εξετάσει αντικειμενικά, αναφέρω τα εξής. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Panayides and others v. The Police
(1985)2 C.L.R. 147 το άρθρο 4 του Κεφ. 151 δημιουργεί δύο ξεχωριστά αδικήματα. Το ένα είναι αυτό του να επιδίδεται κάποιος σε κυβεία σε οίκο κυβείας και το άλλο το να συγκεντρώνονται κάποιοι με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία σε οίκο κυβείας. Στην υπόθεση Pissourios and 11 others v. The Police
(1967)2 C.L.R. 258 οι κατηγορούμενοι σε δύο ξεχωριστές κατηγορίες κατηγορούνταν ότι βρέθηκαν να επιδίδονται σε κυβεία και ότι συγκεντρώθηκαν με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένα το τυχερό παιγνίδι ζάρι ή οποιοδήποτε άλλο τυχερό παιγνίδι. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι βάσει της προσαχθείσας μαρτυρίας το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα ότι οι κατηγορούμενοι είτε συγκεντρώθηκαν για να παίξουν ζάρι είτε ότι έπαιζαν ζάρι. Ως λέχθηκε οι κατηγορούμενοι μπορεί να έπαιζαν οποιοδήποτε άλλο τυχερό παιγνίδι και έτσι εγέρθηκε το ερώτημα εάν από τα γεγονότα στα οποία κατέληξε ο πρωτόδικος Δικαστής μπορούσε να συναχθεί ότι οι κατηγορούμενοι είτε επιδίδονταν ή συγκεντρώθηκαν με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία, ως κατηγορούνταν σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων στο κατηγορητήριο. Με βάση λοιπόν τα εν λόγω γεγονότα το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να συναχθεί ότι οι κατηγορούμενοι επιδίδονταν σε κυβεία. Έτσι το ερώτημα που έμενε να απαντηθεί ήταν κατά πόσο μπορούσε να συναχθεί ότι οι κατηγορούμενοι συγκεντρώθηκαν με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία. Σε σχέση δε με αυτό αποφασίσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι για το συγκεκριμένο αδίκημα μπορεί να κριθούν ένοχοι χωρίς απαραίτητα το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα για το πιο συγκεκριμένο παράνομο παιγνίδι σκόπευαν να παίξουν. Κρίθηκε ότι αυτό είναι πάντα θέμα γεγονότων με βάση τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Με άλλα λόγια ανάλογα με τις περιστάσεις είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι συγκεντρώθηκαν με σκοπό να παίξουν κάποιο παράνομο τυχερό παιγνίδι. Από την άλλη στην Christofi v. The Police
(1979)2 C.L.R. 246 το Ανώτατο Δικαστήριο κάνοντας αναφορά στην Pissourios ανωτέρω ακύρωσε την καταδίκη γιατί έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ένα βασικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι δεν χρειαζόταν να καταλήξει σε εύρημα σε σχέση με το ποιο παράνομο παιγνίδι σκόπευαν να παίξουν, δεν κατέληξε ότι ο εφεσείων και οι συγκατηγορούμενοι του συγκεντρώθηκαν με σκοπό να παίξουν ζάρι, όπως κατηγορούνταν, αλλά ότι συγκεντρώθηκαν με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία. Στην Ηλία κ.α. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 395 επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι το μόνο που είχε καθήκον να πράξει η κατηγορούσα αρχή είναι να αποδείξει την παρουσία των δύο εφεσειόντων σε χώρο όπου πρόσωπα επιδίδοντο σε κυβεία κάτι που έκανε εφόσον, σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, οι εφεσείοντες βρέθηκαν από μέλη της Αστυνομίας σε υποστατικό στο οποίο διάφορα πρόσωπα έπαιζαν ζάρι δηλ. συγκεκριμένο τυχερό παιγνίδι. Έτσι σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εφόσον αποδείχθηκε αυτό τέθηκε σε λειτουργία το τεκμήριο του άρθρου 12
(2)του Κεφ. 151 και το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσειόντων που είχαν την υποχρέωση να αποδείξουν, στη βάση των πιθανοτήτων, ότι παρά την παρουσία τους εκεί, δεν επιδίδοντο ή δεν είχαν επιδοθεί σε κυβεία. Από την πιο πάνω νομολογία συνάγεται λοιπόν ότι σε περίπτωση που οι κατηγορούμενοι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κατηγορούνται ότι επιδίδονταν σε συγκεκριμένο παράνομο παιγνίδι, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι επιδίδονταν στο παιγνίδι αυτό ή ότι το παιγνίδι αυτό διεξαγόταν στο χώρο όπου αυτοί ήταν παρόντες για να ενεργοποιηθεί το τεκμήριο του άρθρου 12
(2)και δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι στον εν λόγω χώρο διεξαγόταν κάποιο μη διευκρινισμένο παιγνίδι. Όμως στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι πέραν από τη γενική αναφορά του Αστ.1871 Σ. Μητροφάνους, ο οποίος ανέφερε ότι εντόπισαν στο υποστατικό 6 άτομα να παίζουν texas poker με φίσιες, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου καμία μαρτυρία για το θέμα αυτό. Τι είναι το texas poker, αν είναι τυχερό παιχνίδι, με ποιο τρόπο παίζεται / διεξάγεται, και τελικά γιατί παίζοντας το αυτό συνιστά κυβεία, είναι ερωτήματα που παρέμειναν αναπάντητα. Περαιτέρω δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καμία μαρτυρία ότι βρέθηκαν χρήματα είτε στην κατοχή των κατηγορουμένων είτε τοποθετημένα πάνω στο τραπέζι γύρω από το οποίο κάθονταν οι κατηγορούμενοι κατά την είσοδο της αστυνομίας στο υποστατικό. Αλλά ούτε και έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι υπήρχε οποιοδήποτε χρηματικό αντάλλαγμα για το παιγνίδι που έπαιζαν οι κατηγορούμενοι ή σε σχέση με το αν οι κατηγορούμενοι θα πετύχαιναν οποιοδήποτε χρηματικό αντάλλαγμα. Το γεγονός ότι στο υποστατικό εντοπίσθηκαν φίσιες από μόνο του και απογυμνωμένο από οποιαδήποτε άλλα στοιχεία δεν κρίνεται ικανό να αποδείξει ότι υπήρχε χρηματικό αντάλλαγμα για το παιγνίδι στο οποίο επιδίδονταν οι κατηγορούμενοι. Οποιοδήποτε συμπέρασμα θα στηριζόταν ουσιαστικά σε μια εικασία, ότι δηλαδή οι φίσιες αντιστοιχούν σε χρηματικό ποσό, και κατ' επέκταση ότι οι κατηγορούμενοι έπαιζαν με χρήματα. Πρόκειται όμως για ποινική υπόθεση στην οποία δεν επιτρέπονται οποιεσδήποτε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι με βάση τη μαρτυρία (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ενόψει λοιπόν των όσων αναφέρονται πιο πάνω κρίνω ότι η παρουσία των κατηγορουμένων 2, 4, 5, 6 και 7 στον εν λόγω χώρο δεν ενεργοποιεί το τεκμήριο του άρθρου 12
(2)του Νόμου. Στη βάση συνεπώς των πιο πάνω και παρά το ότι στο αναφερόμενο υποστατικό ανεβρέθηκαν τραπουλόχαρτα και φίσιες, δεδομένης της παντελούς έλλειψης μαρτυρίας σε σχέση αφενός με το συγκεκριμένο παιχνίδι που παιζόταν και αφετέρου για το αν υπήρχε χρηματικό αντάλλαγμα για το παιγνίδι αυτό, ώστε αυτό να σημαίνει σύμφωνα με το άρθρο 2 ότι επιδίδονταν σε κυβεία, κρίνω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να δικαιολογεί την κλήση των κατηγορούμενων 2, 4, 5, 6 και 7 σε απολογία στη 2η κατηγορία. Αντίθετα κάτω από αυτά τα δεδομένα και την μαρτυρία που έχει δοθεί η κλήση των εν λόγω κατηγορουμένων σε απολογία θα είχε ως αποτέλεσμα αυτοί να κληθούν όχι για υπερασπίσουν τον εαυτό τους αλλά για να διορθώσουν τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Με αυτά υπόψη έρχομαι στην 1η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος. Ξεκινώ δε λέγοντας ότι όπως προκύπτει από τη μαρτυρία αυτός κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο κάτοχος του υποστατικού. Με δεδομένα δε όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα τη διαπίστωση ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά της κυβείας, εκ πρώτης φαίνεται ότι ελλείπει συστατικό στοιχείο και της κατηγορίας αυτής. Όμως εδώ θεωρώ ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά. Διότι έχοντας κατά νου ότι η είσοδος των μελών της Αστυνομίας στο υποστατικό κατά τον επίδικο χρόνο έγινε δυνάμει εντάλματος έρευνας για έλεγχο σε σχέση και με το κατά πόσο διεξάγεται κυβεία, δηλ. πραγματοποιήθηκε στην βάση των διατάξεων του Κεφ.151 και περαιτέρω ότι εντοπίστηκαν 6 άτομα που έπαιζαν χαρτιά πάνω σε τραπέζι με πράσινη τσόχα, χρησιμοποιώντας φίσιες, θεωρώ ότι αυτά εμπίπτουν χωρίς αμφιβολία στην περίπτωση του άρθρου 12
(1)(α) και έτσι κρίνω ότι τέθηκε σε λειτουργία το τεκμήριο του άρθρου 12
(1), δηλ. μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, τεκμαίρεται ότι το επίδικο υποστατικό, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν οίκος κυβείας και ότι διατηρείτο ή χρησιμοποιείτο ως τέτοιος. Σημειώνω εδώ ότι δεν μου έχουν διαφύγει οι υπόλοιπες εισηγήσεις του κ.Τούμπα στην γραπτή του αγόρευση πλην όμως δεν θεωρώ ότι με βάση αυτές προκύπτει σε αυτό το στάδιο, όπου επαναλαμβάνεται το Δικαστήριο προβαίνει σε αντικειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, θέμα απόρριψης της υπόθεσης εν σχέση με τον κατηγορούμενο 1. Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι : Α. Έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1 στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει και συναφώς καλείται εν σχέση με αυτήν να προβάλει την Υπεράσπιση του. Β. Δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων 2, 4, 5, 6, και 7 στην 2η κατηγορία που αντιμετωπίζουν και συναφώς αθωώνονται και απαλλάσσονται εν σχέση με αυτήν. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.