ΓΙΑΓΚΟ ΓΙΑΓΚΟΥ ν. J & P - ATHENA - CYBARCO MARINA LEMESOU JOINT, Αρ. Υπόθεσης: 3159/15, 25/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B173 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3159/15 ΓΙΑΓΚΟ ΓΙΑΓΚΟΥ Kατηγορούσα Αρχή v. J & P - ATHENA - CYBARCO MARINA LEMESOU JOINT Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 25/10/16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Φλώρου Για Κατηγορούμενη: κ Χρίστης ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Στην παρούσα υπόθεση, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει επτά κατηγορίες για παράλειψη πληρωμής μέρους των μισθών του παραπονούμενου, για την περίοδο Μαίου 2013 μέχρι και Νοεμβρίου 2013, κατά παράβαση των αρ. 2, 9
(1), 10 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 Ν. 35 (Ι)/2007 ως τροποποιήθηκε με το Ν.200(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, αυτό που καταλογίζεται στην κατηγορούμενη είναι ότι, «ενώ απασχολούσε τον παραπονούμενο ως μισθωτό και ήταν μηνιαία αμειβόμενος στις υπηρεσίες τους στη Λεμεσό, για το ποσό των €2.034, παρέλειψαν και/ή δεν του κατέβαλαν ποσό ύψους 1.017,00 το οποίο αντιπροσωπεύει μέρος του μισθού του...», για κάθε ένα από τους προαναφερόμενους μήνες. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του, ο παραπονούμενος κατέθεσε μόνο ο ίδιος. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, κατέθεσε έξι τεκμήρια - Συμφωνία και Όροι Εργοδότησης 16/9/11 - Τεκ. 1, Αντίγραφα Μισθοδοσίας (Payslips) Απρ.2013 - Νοε. 2013 - Τεκ. 2, Αναλυτική Κατάσταση Αποδοχών Ασφαλισμένου των Κοινωνικών Ασφαλίσεων Σεπ. 2011 - Νοε. 2013 - Τεκ. 3, Πρόγραμμα Ωρών Εργασίας (timesheets) Σεπ. 2011 - Οκτ. 2013 - Τεκ. 4, Επιστολή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ημερ 13/12/13 προς κατηγορούμενη - Τεκ. 5, Απάντηση Κατηγορούμενης 14/1/14 - Τεκ.
- Η ουσία της εκδοχής του παραπονούμενου προσκομίσθηκε με γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α). Συνοπτικά έχει ως εξής: Κατά το Σεπτέμβρη 2011 εργοδοτήθηκε από τους κατηγορούμενους ως νυχτοφύλακας με μηνιαίο μισθό το ποσό των €2000 (gross) το οποίο και αναλογούσε σε 164,67 εργάσιμες ώρες μηνιαίως. Κατά τον Ιανουάριο του 2012 ο μισθός του αυξήθηκε σε €2034 (gross) και ως τέτοιος παρέμεινε μέχρι και το Μάιο του
- Κατά τον Μάιο του 2013, κατόπιν συζητήσεων που είχε με την εργοδότρια κατηγορούμενη, συμφώνησε όπως οι ώρες εργασίας του μειωθούν και κατ' αναλογία μειωθεί και ο μισθός του. Οι συνέπειες που αυτή η συμφωνία θα είχε στο μισθό του ήταν η μείωση του κατά το ήμισυ, ήτοι €1017 (gross) μηνίαιως. Στη βάση αυτής της νέας συμφωνίας, συνέχισε να εργάζεται στην κατηγορούμενη, πλην όμως, για την περίοδο Μαίου 2013 - Νοεμβρίου 2013, χρειάστηκε να εργαστεί πέραν των συμφωνηθεισών μειωμένων ωρών για κάθε μήνα. Παρά ταύτα, η κατηγορούμενη του κατέβαλε μόνο το ποσό που συμφωνήθηκε να αναλογεί στο μειωμένο μισθό του, ήτοι €1017 (gross) και αυτό παρά τα επανειλημμένα παράπονα του προς τους υπεύθυνους οι οποίοι και τον διαβεβαίωσαν ότι θα του έκαμναν καινούρια συμβόλαια. Το Νοέμβρη 2013 οι υπηρεσίες του τερματίστηκαν λόγω πλεονασμού. Μέσω της σχετικής διαδικασίας έλαβε την ανάλογη αποζημίωση από το Ταμείο Πλεονασμού. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι από 1/6/13 μέχρι και τον τερματισμό της εργοδότησης του τον Νοέμβρη 2013, έλαβε, ως αποτέλεσμα των παραπόνων του, αύξηση στο μισθό του, ύψους €150 μηνιαίως, με αποτέλεσμα να λαμβάνει μηνιαίο μισθό για την εν λόγω περίοδο, το ποσό των €1167 (gross). Το παράπονο του, έναυσμα για την καταχώρηση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, ότι, «...Παρά τις συνεχείς υποσχέσεις των κατηγορουμένων, αυτοί συνέχιζαν να μου καταβάλλουν μειωμένο μηνιαίο μισθό, παρά το γεγονός ότι εργαζόμουν πέραν των συμφωνηθέν και νομίμων ωρών εργασίας» Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, η Υπεράσπιση υπέβαλε εισήγηση ότι δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης και κάλεσε το Δικαστήριο όπως αθωώσει και απαλλάξει την τελευταία από αυτό το στάδιο. Η εισήγηση της υπεράσπισης επικεντρώθηκε στο ότι στην παρούσα περίπτωση, από τη μαρτυρία δεν καταδείχθηκε οποιαδήποτε «παράλειψη πληρωμής μισθού» αφού ο συμφωνημένος μισθός κατεβλήθη στον παραπονούμενο. Ο τρόπος ή ο λόγος που ο εν λόγω μισθός, σε κάποιο στάδιο της εργοδότησης, μειώθηκε, δεν αφορά, υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, το ποινικό Δικαστήριο αλλά εμπίπτει, αποκλειστικά, στη αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Το μόνο που το παρόν Δικαστήριο καλείται να εξετάσει για διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του εργοδότη βάση του Νόμου, είναι, σύμφωνα με το κ. Χρίστη, το κατά πόσο δεν καταβλήθηκε ο μισθός που συμφωνήθηκε, κάτι το οποίο στην παρούσα υπόθεση δεν ισχύει. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονούμενου, κάμνοντας αναφορά στις επίμαχες νομοθετικές πρόνοιες, απέρριψε την εισήγηση και υποστήριξε ότι από τη στιγμή που ο παραπονούμενος δεν συγκατατέθηκε στη μείωση του μισθού του, η οποιαδήποτε τέτοια μείωση συνιστά παράνομη αποκοπή από το μισθό και κατ' επέκταση μη καταβολή ολόκληρου του μισθού, γεγονός που στοιχειοθετεί το αδίκημα που καταλογίζεται στη κατηγορούμενη. Με γνώμονα ότι το βάρος απόδειξης ότι ο μισθός όντως πληρώθηκε, το φέρει, σύμφωνα με το Νόμο, ο εργοδότης, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, η κατηγορούμενη θα πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση της. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι εν λόγω αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές, η απαλλαγή του κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, ή β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Το πρώτο σκέλος αφορά τα εξωτερικά γνωρίσματα του αδικήματος, δηλαδή τα συστατικά του στοιχεία ενώ το δεύτερο αφορά την ποιότητα της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αντικειμενικά πάντα κρινόμενης. Ως έχει επίσης νομολογηθεί, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία δικαιολογείται μόνο αν έχει παρουσιαστεί από πλευράς της κατηγορούσας αρχής, αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence), τέτοιας φύσης, που στην απουσία ικανοποιητικής εξήγησης από πλευράς κατηγορουμένου, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας. Άλλωστε ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία για να υπερασπίσει τον εαυτό του και όχι για να καλύψει ή να συμπληρώσει τα κενά ή τις ατέλειες της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, (βλ. σχ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ 82 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9. Το αδίκημα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη στην παρούσα, είναι αυτό της παράλειψης καταβολής μηνιαίου μισθού στο σύνολο του, ως τέτοια παράλειψη συνιστά αδίκημα με βάση τα αρ. 9
(1), 10 και 20 του Ν.35(Ι)/2007.[1] Με γνώμονα τα πιο πάνω, διεξήλθα το μαρτυρικό υλικό, έχοντας κατά νου τις σχετικές εισηγήσεις όπως και το κατηγορητήριο. Παρατηρώ τα εξής. Σύμφωνα με την εκδοχή που πρόβαλε στο Δικαστήριο ο παραπονούμενος, η αντιμισθία του για την εργοδότηση του στην κατηγορούμενη ήταν στη βάση συγκεκριμένων συμφωνημένων ωρών μηνιαίως, ήτοι 164,67 ώρες, και ανερχόταν αρχικά στο ποσό των €2000 (gross), ποσό το οποίο αυξήθηκε περί τον Ιανουάριο 2012 στο ποσό των €2034 (gross). Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, αν και περί τον Μάιο 2013 συμφώνησε για μείωση των ωρών εργασίας του, με ανάλογες συνέπειες στο μισθό του, εντούτοις, επειδή κατά την επίδικη περίοδο Μαίου 2013 - Νοεμβρίου 2013, εργάστηκε ουσιαστικά τις ίδιες ώρες ως και προηγουμένως, θα έπρεπε, σύμφωνα με τον ίδιο, να πληρωθεί με τον ίδιο μισθό που λάμβανε πριν και όχι με το μειωμένο μισθό. Όπως ο ίδιος ανέφερε, αν και συμφωνήθηκε μείωση των ωρών και του μισθού, στην πράξη, μόνο ο μισθός μειώθηκε. Το παράπονο του αυτό όμως, το οποίο εδράζεται σε ισχυριζόμενη παράλειψη πληρωμής τέτοιου ποσού που να αντιστοιχεί στις ώρες που πραγματικά εργάστηκε κατά την επίδικη περίοδο και οι οποίες ήταν περισσότερες από αυτές που συμφώνησε το Μάιο 2013, (βλ. παρ. 4 Έγγραφο Α και παρ. 5 όπου γίνεται αναφορά σε πληρωμή «επιπλέον» δεδουλευμένων ωρών), δεν συνάδει ούτε με τις λεπτομέρειες που παρατίθενται στο κατηγορητήριο αλλά ούτε και υποστηρίζεται από τη μαρτυρία περιλαμβανομένων των τεκμηρίων που ο ίδιος κατέθεσε. Ενώ ο ίδιος αναφέρεται σε αντιμισθία στη βάση δεδουλευμένων ωρών, οι λεπτομέρειες αδικήματος, παραπέμπουν σε σταθερή μηνιαία αμοιβή ύψους €2034 χωρίς οποιαδήποτε αναφορά ή συσχέτιση με δεδουλευμένες ώρες. Την ίδια στιγμή, το Τ.1 - συμφωνία εργοδότησης - την οποία ο ίδιος κατέθεσε, φέρει τον παραπονούμενο να εργοδοτείται στην κατηγορούμενη, στη βάση ενός συμφωνημένου σταθερού μισθού ύψους €2000 (gross), ανεξαρτήτως πραγματικών ωρών εργασίας, χωρίς αναφορά σε υπερωρίες αλλά με δικαίωμα σε 13ο και 14ο μισθό. Ομοίως, τα Τ.2 (timesheets) και Τ.3 (κατάσταση Κ.Α.), παρουσιάζουν τον παραπονούμενο να λαμβάνει στο τέλος κάθε μήνα, τον ίδιο μισθό, ανεξαρτήτως των ωρών που εργάστηκε. Ενδεικτικά παραπέμπω στον Οκτώβριο 2011 όπου ο κατηγορούμενος φαίνεται να εργάστηκε 312 ώρες, ενώ τον αμέσως επόμενο μήνα, το Νοέμβριο 2011 δηλαδή, εργάστηκε μόλις 120 ώρες και παρά ταύτα έλαβε τον ίδιο μισθό και για τους δύο μήνες ήτοι €2000 (gross). Το ίδιο ισχύει και για την επίδικη περίοδο, όπου ενώ παρουσιάζεται να έχει εργαστεί 241 ώρες τον Ιούνη, 228 ώρες τον Ιούλη, 180 ώρες τον Σεπτέμβρη και 168 ώρες τον Οκτώβρη, εντούτοις στο τέλος κάθε μήνα έλαβε τον ίδιο μισθό. Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω, παρατηρώ και τα εξής: Η εκδοχή του παραπονούμενου ήταν ότι συμφώνησε με την κατηγορούμενη όπως μειωθούν οι ώρες εργασίας του και κατ' αναλογία ο μισθός του, όμως ουδέποτε συγκατατέθηκε σε οποιαδήποτε αποκοπή από το μισθό του και δη την αποκοπή του ήμισυ του μισθού του ήτοι των €1017 μηνιαίως. Διευκρίνησε κατά τη μαρτυρία του ότι η αναφορά του σε συμφωνηθεισα μείωση των ωρών, αφορούσε το 50% των αρχικώς συμφωνηθεισών ωρών. Κρίνω ότι, οι επί του προκειμένου θέσεις του παραπονούμενου, αντικειμενικά κρινόμενες, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, θα οδηγούσαν, σε παράλογα και αντιφατικά ευρήματα αφού από τη μια ο παραπονούμενος αποδέχεται ότι συμφώνησε την μείωση του μισθού του, ουσιαστικά κατά το ήμισυ, από την άλλη όμως, ισχυρίζεται ότι καμία τέτοια συγκατάθεση έδωσε. Ταυτόχρονα όμως παρατηρώ ότι μετά τη συμφωνία που συνεπάγετο ουσιαστικά μείωση του μισθού κατά το ήμισυ, ο νέος μισθός, καταβλήθηκε πλήρως στον παραπονούμενο σε σχέση με τον Μάιο
- Όταν δε ο παραπονούμενος υπέβαλε παράπονο επειδή εργάστηκε περισσότερες από τις ώρες που ανέμενε ότι θα εργαστεί, έλαβε αύξηση του μισθού του κατά €150, ήτοι €1167 μηνιαίως (gross). Τον εν λόγω αυξημένο μισθό, τον πληρώθηκε στο σύνολο του για τους επόμενους 6 μήνες της εργοδότησης του, ήτοι την περίοδο Ιουνίου 2013 - Νοέμβρη 2013 και παρά το ότι τόσο οι ώρες όσο και οι μέρες εργασίας του μειώνονταν από μήνα σε μήνα και παρά το ότι τις τελευταίες 11 μέρες του Οκτώβρη και τις πρώτες 3 μέρες του Νοέμβρη, δεν εργάστηκε καθόλου λόγω άδειας ασθενείας. (βλ. Τ.3). Όταν δε η εργοδότηση του τερματίσθηκε τον Νοέμβριο 2013 λόγω πλεονασμού, ο ίδιος έλαβε από την σχετική διαδικασία, την ανάλογη αποζημίωση. Επομένως, από μια καθ' όλα αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας προκύπτει ότι, όχι μόνο ο κεντρικός άξονας των θέσεων του παραπονούμενου, ουσιαστικά στερείται πραγματικού υπόβαθρου αλλά και ότι, κατά την επίδικη περίοδο, ο παραπονούμενος, έλαβε από την κατηγορούμενη, ολόκληρο το μισθό που συμφώνησε, συμπεριλαμβανομένης και της αύξησης των €
- Το αν στη συνέχεια, η εν λόγω συμφωνία φάνηκε να μην ήταν συμφέρουσα προς τον παραπονούμενο ή αν αυτός εργάστηκε πέραν του οποιουδήποτε επιτρεπόμενου ή συμφωνηθέντος ωραρίου, χωρίς την ανάλογη αποζημίωση, δεν είναι θέμα που θα επιλυθεί από το παρόν ποινικό Δικαστήριο και δη στα πλαίσια της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Υπενθυμίζω ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη στην παρούσα, καθορίζονται ρητά στο κατηγορητήριο και στις λεπτομέρειες αυτού και είναι μόνο επί αυτών των αδικημάτων που εξετάζεται η τυχόν ποινική ευθύνη της κατηγορούμενης. Όσον αφορά την οποιαδήποτε αστική ευθύνη της κατηγορούμενης, θεωρώ περιττό να αναφέρω ότι αυτό είναι θέμα που εμπίπτει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα άλλου Δικαστηρίου και σίγουρα όχι του ποινικού. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης σε καμία κατηγορία. Ως εκ τούτου η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία με βάση τα αρ.167-169 Κεφ.155, διατάσσω όπως αυτά επιδικασθούν υπέρ της κατηγορούμενης και εναντίον του παραπονούμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παράλειψη πληρωμής μισθών [1]
- -
(1)Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία. 10.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός· (β) αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης· (γ) αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙ (δ) αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου. 20.-
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο