Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΟΔΕΣΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 14990/14, 5/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14990/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΟΔΕΣΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορούμενου -------------------------- Ημερομηνία: 5 Οκτωβρίου, 2016 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας και κα. Α Κουνούπη (Ασκ. Δικηγόρος) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Παυλίδης προσωπικά και για κ. Χατζηπιέρα Κατηγορούμενος, παρών ΠΟΙΝΗ
- Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε δύο κατηγορίες.
- Η 1η κατηγορία, που είναι η πιο σοβαρή, αφορά το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, μη αναγόμενης σε υπαίτια αμέλεια, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος στις 13 Σεπτεμβρίου 2013 ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KRW 260 στη Λεωφ. Αμαθούντος, στη Λεμεσό, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο της Aksiniya Naydenova («το θύμα»).
- Η 2η κατηγορία αφορά οδήγηση, κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο με την 1η κατηγορία, του ιδίου μηχανοκινήτου οχήματος, χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των κ. 17
(1)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν και του άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, («Ν. 86/72») όπως τροποποιήθηκε.
- Η κατηγορούσα αρχή παρέθεσε με έκθεση γεγονότων (Τεκμήριο 2) τα ακόλουθα γεγονότα που συνθέτουν τα πιο πάνω αδικήματα. Σχέδιο επί κλίμακας της σκηνής κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στις 13/9/2013 περί ώρα 20:25 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής KRW 260 επί της Λεωφόρου Αμαθούντος στην περιοχή Αγίου Τύχωνα στην Λεμεσό, κατευθυνόμενος Δυτικά προς Λεμεσό. Η τροχαία κίνηση στο δρόμο κατά την συγκεκριμένη ώρα ήταν αραιή. Σε κάποιο σημείο του δρόμου ενώ διερχόταν έξω από το νυχτερινό κέντρο «DOLCE» κανονικά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, συγκρούστηκε με το θύμα με το μπροστινό αριστερό μέρος του οχήματος του και την παρέσυρε τραυματίζοντας την θανάσιμα. Το θύμα τη στιγμή της σύγκρουσης διασταύρωνε την Λεωφ. Αμαθούντος από τα βόρεια προς νότια (από τα δεξιά προς τα αριστερά) σύμφωνα της πορείας του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Από τη σύγκρουση το θύμα εκτινάχθηκε πάνω στον ανεμοθώρακα του οχήματος του κατηγορούμενου και στη συνέχεια έπεσε στην άσφαλτο.
- Η αιτία θανάτου σύμφωνα με την νεκροψία που έγινε ήταν κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Ο κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε άλκοτεστ με μηδενική ένδειξη. Το θύμα επίσης δεν τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών ουσιών.
- Το όχημα του κατηγορουμένου υπέστη ζημιά στο μπροστινό αριστερό του μέρος και συγκεκριμένα έσπασε ο μπροστινός του ανεμοθώρακας, το μπροστινό αριστερό φανάρι, ο μπροστινός προφυλακτήρας, το καπώ, το μπροστινό αριστερό φτερό, το οποίο σπρώχθηκε προς τα πίσω και ακούμπησε την πόρτα του συνοδηγού, και η αριστερή σιδερένια δοκός του ανεμοθώρακα. Από μηχανολογικό έλεγχο που έγινε μεταγενέστερα στο όχημα δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα.
- Το δυστύχημα καταγράφηκε από κλειστό σύστημα παρακολούθησης σε παρακείμενο υποστατικό. Δεν προβλήθηκε στο Δικαστήριο, όμως στο Τεκμήριο 2 γίνεται ακριβής περιγραφή των όσων καταγράφηκαν. Αναφέρονται τα εξής: «Σύμφωνα με τις καταγραφές των καμερών διακρίνεται το θύμα του δυστυχήματος να κατεβαίνει από το λεωφορείο στην παρακείμενη στάση, να φοράει άσπρα ρούχα και αφού περπατά πάνω στο πεζοδρόμιο στην βόρεια πλευρά του δρόμου για μερικά μέτρα με δυτική κατεύθυνση στη συνέχεια κατεβαίνει από το πεζοδρόμιο στο δρόμο στο σημείο ακριβώς που εισέρχεσαι στο χώρο στάθμευσης μπροστά από το Νυκτερινό Κέντρο. Εκεί αφού κοντοστέκεται ελέγχοντας τον δρόμο διασταυρώνει με σχετικά γρήγορο βήμα με διαγώνια Νοτιοδυτική πορεία για να πάει απέναντι, κοντοστέκεται στιγμιαία ξανά όταν φθάνει στην μέση του δρόμου και συνεχίζει να διασταυρώνει τον δρόμο με την ίδια πορεία και ρυθμό οπόταν και όταν σχεδόν βρίσκεται στην άκρια της Λωρίδας του δρόμου προς την Λεμεσό εμφανίζεται το όχημα του Νικολάου από τα αριστερά το οποίο την χτυπά και την παρασύρει χωρίς καμιά αντίδραση εκ μέρους του παρά μόνο μετά που την χτυπά όπου φαίνεται να κινείται απότομα προς τα δεξιά και στην συνέχεια αριστερά.»
- Με βάση το οπτικό υλικό και τον αριθμό των βημάτων του θύματος, 11 στο σύνολο, σημειώθηκε η πορεία της επί του σχεδίου Τεκμήριο
- Το σημείο σύγκρουσης Χ 1 απέχει 50 εκ από τη νότια άκρη του δρόμου. Το θύμα είχε σχεδόν διασταυρώσει δηλαδή.
- Ο καιρός ήταν αίθριος και ο δρόμος στεγνός. Υπήρχε καλός οδικός φωτισμός. Δεν δόθηκαν στοιχεία για την ορατότητα το βράδυ, την ημέρα η ορατότητα περιγράφηκε ως απεριόριστη. Ο δρόμος είναι ευθύς και η άσφαλτος φέρει σήμανση. Από έλεγχο που έγινε σε σχέση με την εμβέλεια των φώτων πορείας του οχήματος του κατηγορουμένου διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα υπό συνθήκες πλήρους σκότους: «..... στην χαμηλή τους στάση αυτά είχαν εμβέλεια 18,50 μέτρα και 25,50 μέτρα και στην ψηλή στάση είχαν εμβέλεια πέραν των 50 μέτρων.»
- Σε απόσταση 50 μ. περίπου ανατολικά του σημείου σύγκρουσης υπάρχει υπόγεια διάβαση πεζών χωρίς επαρκή ένδειξη για την ύπαρξη της.
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, κατά την αγόρευση του, αναφέρθηκε στις περιστάσεις του δυστυχήματος ως επίσης και στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Αναφέρθηκε επίσης στη νομολογία επί του θέματος. Παρέπεμψε σχετικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν Φαίδωνα Μιχαηλίδη Ιωάννου, ECLI:CY:AD:2015:B632, Π.Ε. 221/13, 28/9/2015, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεώργιου Αποστόλου
(2009)2 ΑΑΔ 307, Μενέλαου Νικολάου ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/14, 20/3/2015, Νίκος Χατζηιωάννου ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόμα
(2005)2 ΑΑΔ 713 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Παπακώστα
(2009)2 ΑΑΔ 55). Οι βασικές του θέσεις ήταν ότι η οδήγηση του κατηγορουμένου δεν ήταν εγωιστική και ότι το δυστύχημα προκλήθηκε από στιγμιαία αμέλεια.
- Ως προς το φωτισμό του δρόμου ανέφερε ότι δεν υπήρχε πάσσαλος φωτισμού πλησίον του σημείου σύγκρουσης. Ο φωτεινός πάσσαλος που υπήρχε απέναντι (στο «Dolce») 20 μ. περίπου μακριά, φώτιζε τον παράλληλο δρόμο. Περεταίρω, ανέφερε, η φωταγώγηση της πινακίδας του κέντρου και κάποια φωτιστικά σημεία στους χώρους στάθμευσης δεν φώτιζαν το συγκεκριμένο σημείο του δρόμου που έγινε η σύγκρουση. Τα φώτα πορείας των εξ αντιθέτου διερχομένων οχημάτων επίσης επηρέαζαν την ορατότητα του κατηγορουμένου. Το θύμα ακολούθησε διαγώνια πορεία με τρόπο που σε κάποιο βαθμό είχε στρέψει την πλάτη προς τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος δεν ανέμενε ότι κάποιος θα διασταύρωνε στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου. Δεν αρνήθηκε όμως ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να είχε δει το θύμα και ότι γι' αυτό το λόγο προκύπτει και η ποινική του ευθύνη.
- Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, υιοθέτησε την έκθεση που ετοιμάστηκε από το Γραφείο Ευημερίας. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 50 ετών ιδιοκτήτης εταιρείας που λειτουργεί μπυραρία στην περιοχή του Αγίου Τύχωνα. Εργοδοτεί τη σύζυγο του και άλλα δέκα άτομα. Έχει δύο τέκνα ηλικίας 12 και 9 ετών. Η οικογένεια του συντηρείται αποκλειστικά από τα έσοδα της επιχείρησης. Ο συνήγορος του συμπληρωματικά ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος οδηγεί 32 χρόνια χωρίς να προκαλέσει οποιοδήποτε δυστύχημα. Έχει δώσει οδηγίες στην ασφαλιστική του εταιρεία να προβεί σε αποζημίωση. Ο ίδιος έχει επηρεαστεί ψυχολογικά από το συμβάν. Επικαλέστηκε τέλος την αναγκαιότητα της άδειας οδήγησης του για σκοπούς εργασίας και μεταφοράς των τέκνων του στο σχολείο τους.
- Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, δεν έχει βαθμούς ποινής και έχει παραδεχθεί άμεσα τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
- Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.»
- Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν.86/72 το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20 Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του[1].
- Στη Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014, 20/3/2015, συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής σε σχέση με το εξεταζόμενο αδίκημα (με αναφορά στις R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331, Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109). Τις παραθέτω:
(1)Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η επικίνδυνη οδήγηση στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση και την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.
(2)Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας.
(3)Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προκαλείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων.
(4)Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι. 19. Με αναφορά στην Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562 και την R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353, παρατίθενται περαιτέρω, στην προρρηθείσα απόφαση, ενδεικτικοί επιβαρυντικοί και μετριαστικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή ποινής:
(1)Ως επιβαρυντικοί παράγοντες κρίνονται, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή τη σύλληψη.
(2)Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό.
(3)Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. 20. Θα πρέπει να σημειωθεί όμως ότι στην Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αρχές των Guilfoyle και Boswell, σελ. 115: «Οι αρχές αυτές έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Βλ. Attorney General v. Iacovides**. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται ούτε συνθέτουν κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής.»
- Αξίζει να λεχθεί ότι στην Αγγλία έχουν εκδοθεί κατευθυντήριες οδηγίες για την επιβολή ποινών σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου σε δυστυχήματα και τα όσα αναφέρθηκαν στις αποφάσεις Guilfoyle και Boswell, ουσιαστικά έχουν ενσωματωθεί στις οδηγίες με κάποιες αλλαγές[2].
- Το ερώτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η οδήγηση του κατηγορούμενου μπορεί να χαρακτηριστεί εγωιστική ή αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων προσώπων, και αν ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του τη δεδομένη στιγμή, ήταν απερίσκεπτος (και αλόγιστος[3]) ή επικίνδυνος. Περεταίρω θα πρέπει να εξεταστεί αν το δυστύχημα, ακόμη και αν κριθεί η οδήγηση απερίσκεπτη, οφειλόταν σε στιγμιαίο σφάλμα.
- Οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220,230). 24. Για να καταδειχθεί απερισκεψία το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι:
(1)Ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και,
(2)ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673).
- Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγματικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability») δεν απαιτείται δηλαδή υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου).
- Το κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος ήταν ταυτόχρονα εμφανής και σοβαρός είναι ζήτημα γεγονότων και κριτήριο, το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειμενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούται να συμπεράνει ότι ο κατηγορούμενος είχε τη μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα· πρέπει όμως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος δίδει αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συμπέρασμα. Εξετάζεται δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη του κατηγορούμενου (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid).
- Απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ' εαυτό τον τρόπο της οδήγησης (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid). Όπως έχει τονιστεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54, απερίσκεπτη οδήγηση η οποία απολήγει σε θάνατο είναι αφ' εαυτής σοβαρή. Υπάρχουν όμως πάντοτε διαβαθμίσεις σοβαρότητας, προς την οποία συναρτάται και η επιδιωκόμενη αποτρεπτικότητα της ποινής, η δε εξατομίκευση της ποινής είναι πάγιο έργο του Δικαστηρίου. 28. Για να καταδειχθεί επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, 124-125, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 και την R. v. Gosney
(1971)2 Q.Β. 674).
- Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Σαζός). Αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία σε αντίθεση με την απλή αμέλεια η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία (βλ. Wikinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, παρ. 5.44, σελ. 423[4]). Η επικίνδυνη οδήγηση επομένως, δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, όπου αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην επικίνδυνη οδήγηση, εξετάζεται κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης (βλ. Σάββα).
- Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλμα κατ' ανάγκη εμπεριέχει ηθική μομφή. Επομένως υπάρχει σφάλμα εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία. Τέτοιο σφάλμα, συχνά, μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συμπέρασμα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός και Gosney).
- Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα ο κατηγορούμενος δεν οδηγούσε:
(1)υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών ουσιών ή σε νυσταλέα κατάσταση.
(2)καθ΄ υπέρβαση του ορίου ταχύτητας ή με τέτοια ταχύτητα που καθιστούσε την οδήγηση του, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του δρόμου και τις κρατούσες συνθήκες, επικίνδυνη.
(3)κατά παράβαση οδικών σημάνσεων, δηλαδή παραβιάζοντας φώτα τροχαίας, άσπρη συνεχόμενη γραμμή ή ζωγραφιστή νησίδα.
- Η παράλειψη του έγκειται στο να αντιληφθεί την πεζή που διασταύρωνε τη συγκεκριμένη στιγμή το δρόμο, ενώ ήταν ορατή. Παρά το γεγονός ότι δεν έγινε αναφορά στην ορατότητα που είχε ο κατηγορούμενος, έλαβα υπόψη μου την εμβέλεια των φώτων πορείας του, ότι ο φωτισμός του δρόμου ήταν γενικά ικανοποιητικός, έστω και αν το σημείο που έγινε η σύγκρουση δεν φωτιζόταν άμεσα από οδικό πάσσαλο φωτισμού, σε συνάρτηση πάντοτε με το γεγονός ότι το θύμα φορούσε άσπρα ρούχα και είχε σχεδόν ολοκληρώσει τη διασταύρωση του δρόμου.
- Το γεγονός ότι το θύμα ακολούθησε διαγώνια πορεία ή δεν χρησιμοποίησε την υπόγεια διάβαση δεν αφαιρούν από την επιδειχθείσα αμέλεια του κατηγορούμενου ούτε συνιστούν συντρέχουσα αμέλεια αφού το θύμα είχε σχεδόν ολοκληρώσει τη διασταύρωση της. Ούτε το γεγονός ότι το θύμα διασταύρωσε σε σημείο που δεν ανέμενε ο κατηγορούμενος. Από τη στιγμή που περιοχή χαρακτηρίζεται ως «κατοικημένη» και το όριο ταχύτητας καθορίζεται σε 50 ΧΑΩ η ύπαρξη πεζών θεωρείται δεδομένη και οι οδηγοί πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Το καθορισθέν όριο ταχύτητας αφορά πρωτίστως την ασφάλεια των πεζών, που θεωρούνται ιδιαίτερη κατηγορία ευάλωτων χρηστών των δρόμων, ζήτημα που διαφεύγει ή παραγνωρίζει, δυστυχώς, μεγάλος αριθμός οδηγών.
- Τούτων λεχθέντων, δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε άλλη επικινδυνότητα ή επιβαρυντικό παράγοντα στην οδήγηση του κατηγορουμένου. Η παράλειψη του εστιάζεται στην παράλειψη του να δει την πεζή. Το σφάλμα του αυτό δεν εντάσσεται, κατά την άποψη μου, στα πλαίσια της απερίσκεπτης οδήγησης. Μπορεί όμως να χαρακτηριστεί, με βάση της αρχές που προανέφερα ως επικίνδυνο. Η παράλειψη του να δει την πεζή ενώ ήταν ορατή ήταν σφάλμα που κατέστησε την οδήγηση του επικίνδυνη. Η επικινδυνότητα αυτή προέκυψε από στιγμιαία, κατά την άποψη μου, παράλειψη. Εκλείπουν οποιαδήποτε στοιχεία εγωιστικής ή αδιάφορης συμπεριφοράς ή παρατεταμένα επικίνδυνης οδήγησης που να δικαιολογούν άλλη προσέγγιση. Στην κυπριακή νομολογία κρίθηκε ότι η στιγμιαία αβλεψία έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Φαίδωνα Μιχαηλίδη Ιωάννου, ECLI:CY:AD:2015:B632, Π.Ε. 221/2013, 28/9/2015, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποινική Έφεση αρ. 198/12, ημερ. 19/2/2013).
- Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με ληγμένη άδεια κυκλοφορίας (3 μήνες ληγμένη) είναι επιβαρυντικός παράγων, όχι όμως τέτοιας φύσεως που να μεταβάλλει την υφή της οδικής του συμπεριφοράς τη δεδομένη στιγμή και επομένως να επηρεάζει το είδος της αρμόζουσας ποινής. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, έχει παραδεχθεί ευθύνη και μέχρι σήμερα δεν διέπραξε άλλο αδίκημα. Παρουσιάζεται μεταμελημένος.
- Ως προς τον χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα διαπιστώνω, ότι μεσολάβησαν εννέα μήνες για την καταχώριση κατηγορητηρίου από τη διάπραξη των αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος κατά την 1η εμφάνιση ζήτησε χρόνο να απαντήσει. Η υπόθεση αναβλήθηκε ακόμη τρεις φορές (συνολική καθυστέρηση 4.5 μηνών) για να απαντήσει. Η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση εν τέλει στις 4/12/2014 και ακολούθως στις 8/6/2015 για ακρόαση. Από τον Ιούνιο 2015 αναβλήθηκε δύο φορές λόγω ελλείψεως δικαστικού χρόνου, μία φορά λόγω αλλαγής δικηγόρου υπεράσπισης και μία φορά λόγω αιτήματος της κατηγορούσας αρχής. Στις 27/6/2016 ορίστηκε για ακρόαση χωρίς μάρτυρες και ακολούθως στις 21/7/2016 για ενδεχόμενη αλλαγή απάντησης, πράγμα το οποίο και έγινε. Στις 13/9/2016 αναβλήθηκε εκ νέου λόγω αιτήματος της Υπεράσπισης. Τα γεγονότα εν τέλει ακούστηκαν στις 29/9/
- Διαφαίνεται επομένως ότι παρά την καθυστέρηση των δύο ετών που παρατηρήθηκε από την καταχώριση και μετά μέρος της ευθύνης φέρει και ο κατηγορούμενος. Προσδίδω επομένως μειωμένη βαρύτητα στην παρατηρηθείσα καθυστέρηση.
- Λαμβάνοντας υπόψη μου τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την παραδοχή, το λευκό ποινικό μητρώο, τον καλό χαρακτήρα, την ηλικία του κατηγορουμένου, και των υπολοίπων ελαφρυντικών παραγόντων που αναφέρθηκαν, κρίνω ότι δεν ενδείκνυται επιβολή ποινής φυλάκισης. Οι περιστάσεις του δυστυχήματος, σύμφωνα με τις αρχές που έχω παραθέσει πιο πάνω (βλ. Νικολάου και Παντέλα) καθιστούν την υπό κρίση περίπτωση εντός των πλαισίων επιβολής προστίμου παρά φυλάκισης. Σημειώνω ότι η παραδοχή του έστω και σε αυτό το στάδιο με αποτέλεσμα την αποφυγή δίκης δικαιολογεί σοβαρή έκπτωση στην ποινή προστίμου.
- Η 2η κατηγορία αφορά ελαφρύτερης φύσεως αδίκημα το οποίο κατά κανόνα τιμωρείται με πρόστιμο. Δεν βρίσκω κανέναν λόγο να επιβάλω άλλου είδους ποινή σε αυτή την κατηγορία.
- Όσον αφορά την ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού, η εξουσία του Δικαστηρίου εμπίπτει στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης. (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465).
- Στην υπόθεση Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50, κρίθηκε ότι οι ειδικοί λόγοι που μπορεί ένα δικαστήριο να λάβει υπόψη του για να μην ακυρώσει άδεια δεν περιλαμβάνουν μόνο τα περιστατικά του αδικήματος, αλλά επεκτείνονται και στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου.
- Αναφορικά με την στέρηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης, τα όσα έχουν αναφερθεί απλά αποτελούν λόγους μείωσης του εύρους ποινής στέρησης παρά λόγους για μη στέρηση, η οποία κρίνω ότι θα πρέπει να του επιβληθεί, έχοντας πάντοτε υπόψη μου και τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στην εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων δεν μπορούν να χαρακτηριστούν άμεσες ή ανυπέρβλητες. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη ρύθμιση της οικογενειακής του ζωής.
- Επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:
(1)Στην 1η κατηγορία πρόστιμο €3000 πλέον 5 βαθμούς ποινής. Επιπρόσθετα, o κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών από σήμερα.
(2)Στη 2η κατηγορία €150 πρόστιμο. (Υπ.).............. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Sentence/ Causing Death s. 210, Crim. Code (non culpable negligence). Αναφορά: Ποινική/ Ποινή/ Πρόκληση θανάτου άρθρο 210 ΠΚ (μη υπαίτια αμέλεια). [1] 5-10 βαθμούς ποινής. [2] Βλ. Guideline on causing death by driving (www.sentencingcouncil.org.uk) και Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, Vol. 1, Appendix 4, παρ. 4A.01, σελ. 1/1273, [3] Στη Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69, η έννοια «αλόγιστη» εξισώθηκε με την έννοια «απερίσκεπτη» (βλ. σελ. 70 της Απόφασης). [4] 'In this connection 'dangerous' refers to a danger either of personal injury or of serious damage to property. The actus reus of a charge under s. 3. is now driving in a manner that falls below what would be expected of a careful and competent driver. This may merely cause annoyance or show lack of consideration, with little risk of injury or serious damage.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο