Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μαρούλλα Κωνσταντίνου Άνταμς, Αρ. Υπόθεσης: 9145/14, 31/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B177 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9145/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Μαρούλλα Κωνσταντίνου Άνταμς Ημερομηνία: 31.10.2016. Για κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Κατηγορούμενη παρούσα και αυτοεκπροσωπείται. ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορίες περιφοράς σκύλου σε δημόσιο δρόμο χωρίς να είναι προσδεδεμένος με λουρί, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 18(ε)(ιιι)(στ) του περί Σκύλων Νόμου 184(Ι)/2002 (κατηγορία 1) και παράλειψης να λάβει προφυλάξεις κατά πιθανού κινδύνου από ζώο στην κατοχή της, κατά παράβαση του άρθρου 236(δ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 2 και 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, στις 10.11.12, στην Βάσα Κοιλανίου της Επαρχίας Λεμεσού, η κατηγορούμενη: επέτρεψε ή ανέχθηκε όπως ο σκύλος της περιφέρεται ελεύθερος σε δημόσιο δρόμο, χωρίς να είναι προσδεδεμένος με λουρί (κατηγορία 1) και κατά τρόπο αμελή ώστε ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη στην Ανδριάνη Δημητρίου και στην Βικτώρια Πανταχίδου, παρέλειψε να λάβει προφυλάξεις κατά πιθανού κινδύνου από ένα σκύλο υπό την κατοχή της (κατηγορίες 2 και 3). Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης, σε όλες τις προαναφερόμενες κατηγορίες και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτή επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη κατάθεση και κάλεσε δύο μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ.3393 Άθως Στυλιανού, ο οποίος υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Πάχνας. Στις 10.11.12 ο μάρτυρας έλαβε τηλεφωνικώς ξεχωριστές καταγγελίες από την Ανδριανή Δημητρίου και από την Βικτώρια Πουταχίδου, οι οποίες κατοικούν στο χωριό Βάσα Κοιλανίου της Επαρχίας Λεμεσού και σύμφωνα με τις οποίες ένας σκύλος της κατηγορούμενης, την ίδια ημέρα τους επιτέθηκε ενώ αυτές βρίσκονταν σε δημόσιο χώρο. Ο μάρτυρας την ίδια ημέρα έλαβε καταθέσεις, μεταξύ των ωρών 12:20-12:40 από την Πουταχίδου και μεταξύ των ωρών 17:15-17:30 από την Δημητρίου. Ζήτησε δε από τις παραπονούμενες και του υπέδειξαν τόσο τον χώρο όπου έγινε η επίθεση όσο και τον σκύλο. Στην συνέχεια και περί ώρα 17:50 όταν ο μάρτυρας μετέβηκε στο σπίτι της κατηγορούμενης, η οποία κατοικεί στο ίδιο χωριό, είδε ένα σκύλο και συγκεκριμένα ένα λυκόσκυλο, μεγάλο, χρώματος μαύρου με καφέ, ο οποίος ήταν όπως τον περιέγραψαν οι Δημητρίου και Πουταχίδου, να είναι ελεύθερος. Ο μάρτυρας στην συνέχεια κατήγγειλε την παραπονούμενη επί το ότι διατηρούσε ελεύθερο τον σκύλο της χωρίς φύλαξη, σε δημόσιο χώρο. Την πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε, της επέστησε την προσοχή της στο νόμο και αυτή απάντησε «Ένεν ο δικός μου». Στην συνέχεια την πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο εκείνη απάντησε «Όι να μου κόψεις εξώδικο, διότι εν θα το πιάσω». Στην συνέχεια ο μάρτυρας της εξέδωσε το εξώδικο με αρ. Η4440001315 για το ποσό των €85.43 (βλ. τεκμήριο 2). Τότε η κατηγορούμενη μπήκε στο σπίτι της και δεν του άνοιγε την πόρτα για να της το δώσει. Έτσι αυτός το έβαλε κάτω στην πόρτα, το ανέφερε στην κατηγορούμενη και έφυγε. Η κατηγορούμενη παρέλειψε να πληρώσει το εξώδικο εντός της καθορισμένης από το Νόμο προθεσμίας. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η Βικτώρια Πουταχίδου, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Διαμένει στο χωριό Βάσα Κοιλανίου της Επαρχίας Λεμεσού μαζί με τον σύζυγο της. Στις 10.11.12 και ώρα 08:00 ενώ σκούπιζε έξω από την κεντρική είσοδο της οικίας της, τον δρόμο, ο οποίος είναι δημόσιος και αδιέξοδο, άρχισαν να γαυγίζουν οι σκύλοι της κατηγορούμενης, της οποίας το σπίτι της είναι απέναντι από δικό της και τα χωρίζει ο προαναφερόμενος δρόμος. Εκείνη την στιγμή ένας μεγάλος σκύλος, χρώματος μαύρου με λίγο καφέ, που προφανώς βγήκε από τον μη περιφραγμένο χώρο που υπάρχει στην αυλή του σπιτιού της κατηγορούμενης, άρχισε να γαυγίζει έντονα και να τρέχει απότομα προς το μέρος της μάρτυρος με άγριες διαθέσεις, χωρίς εκείνη να κάνει οτιδήποτε για να τον προκαλέσει. Αμέσως η μάρτυρας άνοιξε την εξώπορτα και μπήκε στην αυλή του σπιτιού της για να μην την δαγκώσει. Ακολούθως άκουσε την κατηγορούμενη να φωνάζει στον σκύλο «Έλα μέσα» και μετά την άκουσε που πλησίαζε τον σκύλο και του έλεγε «Έλα μέσα ρε». Εκείνη την στιγμή η μάρτυρας της είπε «Τι θα γίνει, θα μαζέψεις τον σκύλο σου ή θα μας φάει καμιάν ημέρα», χωρίς όμως η κατηγορούμενη να της απαντήσει. Η μάρτυρας γνωρίζει ότι ο εν λόγω σκύλος ανήκει στην κατηγορούμενη καθότι είναι γείτονες και τον βλέπει καθημερινά. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η Ανδριανή Δημητρίου, της οποίας η εκδοχή ήταν η εξής: Διαμένει στο χωριό Βάσα Κοιλανίου με τον σύζυγο της. Στις 10.11.12 και ώρα 15:30 είδε από το παράθυρο την κατηγορούμενη, η οποία είναι γειτόνισσα της να ρίχνει νερά στον δρόμο και της είπε «Κανεί να σιωνώνεις νερό». Τότε η κατηγορούμενη της είπε «Ήντα σε κόφτει εσένα, εν δρόμος τζιαι ό,τι θέλω σιωνώνω» οπόταν η μάρτυρας βγήκε από το σπίτι και πήγε να δει τι νερά έριχνε η κατηγορούμενη. Ενώ λοιπόν βρισκόταν έξω από την οικία της σε δημόσιο δρόμο (πέρασμα), όπου είναι αδιέξοδο, είδε τον σκύλο της κατηγορούμενης μαύρου χρώματος, να έρχεται προς το μέρος της και χωρίς αυτή να κάνει βήμα, ο σκύλος της επιτέθηκε και την άρπαξε από την χοντρή ρόμπα που φορούσε πάνω από το φουστάνι της, η οποία και ξεποράφτηκε μέχρι κάτω. Η μάρτυρας ένιωσε τα δόντια του σκύλου ψηλά στο αριστερό της πόδι αλλά δεν της έκανε ζημιά. Τότε πήγε εκεί η κατηγορούμενη, η οποία είδε ότι ο σκύλος της επιτέθηκε στην μάρτυρα και αφού είπε στην τελευταία «Καλά να σου κάμει, έπρεπε να σε ακκάσει να πάεις στα ανάθεμα» έπιασε τον σκύλο και τον πήρε σπίτι. Ο δρόμος που στεκόταν η μάρτυρας κατά την επίθεση που δέχθηκε από τον σκύλο οδηγεί προς το σπίτι της κατηγορούμενης, αλλά εκεί που βρισκόταν ο σκύλος είχε αρκετή απόσταση από την αυλή του σπιτιού της κατηγορούμενης. Γνωρίζει ότι ο συγκεκριμένος σκύλος είναι της κατηγορούμενης εφόσον είναι γειτόνισσες και τον βλέπει κάθε μέρα στο σπίτι της κατηγορούμενης. Η κατηγορούμενη στην ανώμοτη της δήλωση ανέφερε τα εξής: «Θέλω να αναφερθώ στη ζωή μου. Είμαι μια ηλικιωμένη γυναίκα. Είμαι φανατική φιλόζωη. Γεννήθηκα με τα ζώα, μεγάλωσα και γέρασα. Οι δύο παραπονούμενες όπως γνωρίζει το Δικαστήριο έχουν διαφορές μαζί μου, εσκεμμένα με έφεραν στο Δικαστήριο για να με εκδικηθούν όπως είπα και στην αντεξέταση και μπροστά τους ότι με φέρνουν στο Δικαστήριο επειδή πηγαίνουν εκείνοι στο Δικαστήριο για δικές τους παρανομίες. Έρχομαι στο θέμα του αστυνομικού, ο αστυνομικός χωρίς να κάνει καμία διερεύνηση, σε ερώτηση από τον κύριο Μάρκου όταν τον ρώτησε "έκαμες κάτι για περαιτέρω έρευνες" είπε "όχι". Στην κατάθεση του λέει ότι οι καταθέσεις είναι ικανοποιητικές και συνίσταται η ποινική δίωξη. Θέλω να πω ακόμα ότι κάθε φορά που ερχόταν ένα αδέσποτο στη γειτονία ενημερωνόταν το Κοινοτικό Συμβούλιο και μαζί με το Κοινοτικό Συμβούλιο προσπαθούσαμε να τα πάρουμε σε καταφύγια εάν δέχονταν. Τον συγκεκριμένο σκύλο για τον οποίο κατηγορούμε ότι έκαμε, δεν τον έχω στην κατοχή μου απλά εγώ έξω από το σπίτι μου πιο ψηλά μέσα στα χωράφια υπάρχει ένας βράχος στον οποίο εγώ πάντα τοποθετώ φαΐ και νερό για ούλλα τα αδέσποτα. Ο συγκεκριμένος σκύλος παρουσιάστηκε να φάει και εκείνος με τα άλλα ζώα, εμένα δεν με πείραζε έτρωε, έφευγε όμως πολλές φορές ερχόταν μέρες‑μέρες ήταν τζιαμέ μέρες‑μέρες εχάννετουν μαζί με άλλα ζώα, ερχόταν με κομμένο λουρί, ο σκύλος τούτος φαίνεται ότι δεν ήταν αδέσποτος κάπου τον ταΐζουν διότι είναι περιποιημένος σκύλος φαίνεται ότι έχει μάστρο δεν είναι σαν τα άλλα αδέσποτα. Εμένα δεν με πείραζε εάν ερχόταν στο χωράφι. Μέσα στο σπίτι κατ' ουδένα λόγο δεν τον άφηνα διότι θα μάλωνε με τον δικό μου σκύλο. Είναι όλα ψέματα ούτε ιδέα είχα, ούτε σκύλο είχα, ούτε ήμουν παρών, ούτε ήμουν σπίτι την μέρα που είπαν ότι επιτέθηκε τους ο σκύλος ή ότι δεν πολοούμουν ή ότι έπιασα τον σκύλο και τον έβαλα στο σπίτι, δεν έχω ιδέα. Το μόνο που έχω να πω είναι ότι πότισα το γιασεμί και έφυγα από το σπίτι και γύρισα η ώρα 5». Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Θουκυδίδης Ιωάννου, σύζυγος της Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου του χωριού Βάσας, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Η κατηγορούμενη είναι μια γυναίκα φιλόζωη και πολλές φορές είχε βρει τους σκύλους του μέσα στο χωριό και τον ειδοποίησε. Η κατηγορούμενη είναι μια γυναίκα που δεν βγαίνει να πάει στις γειτόνισσες, είναι με τον άνδρα της στα χωράφια και τα ζώα της. Η κατηγορούμενη ειδοποίησε την σύζυγο του ότι υπάρχουν πολλά αδέσποτα σκυλιά και ότι κάποιοι είχε ακούσει ότι θέλουν να τα σκοτώσουν. Τα εν λόγω σκυλιά η κατηγορούμενη τα ταΐζει. Το σπίτι της κατηγορούμενης είναι το τελευταίο σπίτι του χωριού και ακόμη και τώρα έχει αδέσποτα σκυλιά εκεί και πολλές φορές αυτή είπε στον μάρτυρα να της πάρει τροφή. Ο μάρτυρας πάει συχνά στο σπίτι της και την βοηθά σε διάφορα πράγματα αλλά δεν θυμάται εάν πήγε στις 10.11.
- Στην αντεξέταση του είπε ότι η σχέση του με την κατηγορούμενη είναι όπως με όλους τους χωριανούς. Γνωρίζει ότι η κατηγορούμενη αγαπά πολύ τους σκύλους, ότι έχει σκύλους αλλά δεν γνωρίζει πόσους έχει. Η κατηγορούμενη έχει άδεια από τους περιβαλλοντιστές να περιμαζεύει αδέσποτα. Από τις αρχές του 2012 έχει τέτοια άδεια. Από το Υπουργείο είπαν στο Κοινοτικό Συμβούλιο να κάνουν ένα χώρο για τους σκύλους αλλά λόγω κόστους αυτό δεν ήταν δυνατό και η κατηγορούμενη μαζεύει τους σκύλους σε ένα τόπο. Δεν πρόκειται για καταφύγιο αλλά για χώρο πάνω από το σπίτι της, όπου βρίσκεται ένας βράχος και εκεί τους βάζει φαΐ και νερό. Πολλοί χωριανοί ζήτησαν να θανατωθούν οι σκύλοι γιατί πηγαίνουν στο χωριό και σκίζουν τα σκουπίδια. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε ότι έγιναν καταγγελίες εναντίον της κατηγορούμενης για τους σκύλους της, ότι ενοχλούν, μπαίνουν σε περουσίες άλλων. Γνώριζε ότι πολλοί σχολίαζαν και ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο δεχόταν αρκετά τηλεφωνήματα. Δεν είδε ποτέ την κατηγορούμενη να βάζει σκύλους στο σπίτι της, ούτε να μεταφέρει σκύλους μέσα στο διπλοκάμπινο και να τους παίρνει μαζί της στα χωράφια. Επισκεπτόταν την κατηγορούμενη συχνά και το
- Δεν γνωρίζει εάν στις 10.11.12 αυτή είχε σκύλους δικούς της, μεταξύ των οποίων και ένα χρώματος μαύρου με λίγο καφέ και δεν είναι δε σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο οι σκύλοι της κατηγορούμενης εκείνη την ημέρα επιτέθηκαν σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Τέλος ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η Άντρη Ιωάννου, Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Βάσας, από την 1.1.
- Σύμφωνα με αυτήν: Γνωρίζει την κατηγορούμενη από τότε που ανέλαβε ως Κοινοτάρχης. Γνωρίζει επίσης ότι η κατηγορούμενη έχει ένα σκύλο καθότι το 2012 όταν ανέλαβε, ξεκίνησαν να κάνουν Μητρώο Σκύλων και επικοινώνησε, όπως και με τους υπόλοιπους, και με την κατηγορούμενη και της ζήτησε να εξασφαλίσει σχετική άδεια. Τότε η κατηγορούμενη την επισκέφθηκε στο γραφείο της και της είπε ότι έχει ένα σκύλο και ότι η άδεια αυτού είναι στο Όμοδος όπου και κατοικεί. Έτσι η μάρτυρας δεν της ζήτησε να βγάλει άδεια. Εξήγησε δε σχετικά ότι υπάρχει νομοθεσία σύμφωνα με την οποία, ανεξάρτητα με το που διαμένει κάποιος, μπορεί να βγάλει άδειες για σκύλους όπου θέλει. Περαιτέρω η κατηγορούμενη πήρε στην μάρτυρα μια επιστολή από τους Οικολόγους, η οποία αναφερόταν στην προστασία και την φροντίδα των αδέσποτων. Λόγω του ότι το σπίτι όπου διαμένει η κατηγορούμενη, όταν πάει στην Βάσα, είναι έξω από το χωριό, για να απομακρύνουν τα αδέσποτα από το χωριό ώστε να μην δημιουργούν προβλήματα και επειδή ενόψει οικονομικών προβλημάτων του Κοινοτικού Συμβουλίου το τελευταίο δεν μπορούσε να φτιάξει καταφύγιο για να ταΐζουν τα αδέσποτα, όταν η κατηγορούμενη τους ρώτησε αν μπορεί να τα ταΐζει, προφορικά απάντησαν καταφατικά. Δηλ. δεν της έδωσαν κάποια άδεια αλλά δεν της το απαγόρευσαν. Η μάρτυρας δεν βλέπει συχνά την κατηγορούμενη γιατί η τελευταία διαμένει στο Όμοδος και πηγαίνει στην Βάσα περιοδικά όταν έχει εργασίες στα αμπέλια, οπόταν εκεί διαμένει σε σπίτι που ανήκει στην αδελφή της. Επειδή το εν λόγω σπίτι βρίσκεται έξω από το χωριό η μάρτυρας δεν μπορεί να γνωρίζει πόσο συχνά η κατηγορούμενη διαμένει εκεί και δεν ξέρει πότε αυτή έρχεται και πότε φεύγει. Είπε δε σχετικά ότι μπορεί να έρχεται και καθημερινά ή μόνο όταν έχει δουλειές. Η μάρτυρας δεν μετέβηκε καθόλου στο εν λόγω σπίτι για να ελέγξει πόσους σκύλους έχει η κατηγορούμενη. Δεν γνωρίζει αν η κατηγορούμενη τον Νοέμβριο του 2012 είχε ένα μαύρο σκύλο. Η γνώση της για το ότι η κατηγορούμενη έχει ένα μόνο σκύλο προέρχεται από τα όσα της είπε η κατηγορούμενη και δεν ξέρει αν έχει άλλους σκύλους, ούτε όμως και περιέπεσε κάτι τέτοιο στην αντίληψη της. Δεν περιήλθαν στην αντίληψη της παράπονα των περιοίκων ότι ο σκύλος της κατηγορούμενης επιτέθηκε σε κάποιους. Παράπονα έγιναν ότι σκύλοι λερώνουν με περιττώματα τους δρόμους. Τα παράπονα δεν ήταν για την κατηγορούμενη αλλά για όλους. Εξήγησε επίσης, για τα συγκεκριμένα παράπονα, ότι ο κάθε ιδιοκτήτης σπιτιού στον επίδικο δρόμο έχει από 2-3 σκύλους και ότι εκεί υπάρχουν συνολικά 10-12 σκύλοι. Δεν της έγιναν παράπονα ότι η κατηγορούμενη έχει και άλλους σκύλους στην κατοχή της αλλά γενικά για αδέσποτους σκύλους. Δεν της έγινε παράπονο από την Μ.Κ.3 ότι της επιτέθηκε σκύλος της κατηγορούμενης. Αυτό που ήλθε στην αντίληψη της ήταν για ένα μαύρο σκύλο και από την Αστυνομία την πληροφόρησαν ότι σκύλος της κατηγορούμενης επιτέθηκε στις παραπονούμενες. Η μάρτυρας δεν είδε ποτέ σκύλο μαύρο με λίγο χρώμα καφέ. Απ' ότι γνωρίζει κανένας άλλος δεν έκανε παράπονο για τον συγκεκριμένο σκύλο. Είπε επίσης ότι από το 2012 υπήρξαν πολλές καταγγελίες για διάφορα συμβάντα στον δρόμο που αναφέρθηκαν οι παραπονούμενες. Η κατηγορούμενη με τις δύο παραπονούμενες βρίσκονται συνέχεια σε διαμάχες και δημιουργούνται προβλήματα. Ανέφερε επίσης ότι το σπίτι όπου διαμένει η κατηγορούμενη στην Βάσα, δεν είναι απέναντι από το σπίτι της Μ.Κ.2 αλλά πάνω από το σπίτι της τελευταίας. Είπε επίσης ότι είναι πολύ δύσκολο να δει κάποιος από την πλευρά του σπιτιού της Μ.Κ.2 και συγκεκριμένα από τον δρόμο, την αυλή του σπιτιού όπου διαμένει η κατηγορούμενη. Ο δε Μ.Κ.1 δεν της τηλεφώνησε για την υπόθεση και δεν την ρώτησε κατά πόσο ο σκύλος που επιτέθηκε στις παραπονούμενες είναι καταγραμμένος στο Μητρώο Σκύλων του χωριού. Νομική πτυχή Το αδίκημα της κατηγορίας 1 εδράζεται στο άρθρο 18(ε)(ιιι) του περί Σκύλων Νόμου 184(Ι)/2002, το οποίο προβλέπει ότι διαπράττει αδίκημα, οποιοσδήποτε επιτρέπει ή ανέχεται όπως ο σκύλος του οποίου είναι ιδιοκτήτης ή τον οποίο έχει κάτω από τη φροντίδα του, περιφέρεται ελεύθερος σε δηµόσιο δρόµο ή σε οποιοδήποτε δηµόσιο µέρος χωρίς να είναι δεµένος µε λουρί ή σε µέρος που ανήκει σε άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ίδιου Νόμου: «Ιδιοκτήτης σκύλου» περιλαµβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο ηλικίας τουλάχιστο δεκαέξι χρονών το οποίο κατέχει άδεια κατοχής σκύλου εγγεγραµµένου στο µητρώο εγγραφής σκύλων που τηρεί ο Διευθυντής και έχει τον σκύλο κάτω από τη φροντίδα του· «σκύλος», για τους σκοπούς του παρόντος Νόµου, περιλαµβάνει κάθε σκύλο κάθε φυλής και γένους ηλικίας άνω των 3 µηνών·» Τα συστατικά στοιχεία του υπό αναφορά αδικήματος, ως αυτά προκύπτουν και από τις λεπτομέρειες του επίδικου αδικήματος, είναι λοιπόν τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να είναι ο ιδιοκτήτης σκύλου ή να έχει αυτόν κάτω από την φροντίδα του.
- Ο σκύλος αυτός να περιφέρεται ελεύθερος σε δηµόσιο δρόµο ή σε δημόσιο μέρος, χωρίς να είναι δεµένος µε λουρί.
- Ο κατηγορούμενος να επιτρέπει ή να ανέχεται το αμέσως προαναφερόμενο. Τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 προβλέπονται από το άρθρο 236(δ) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Όποιος, µε τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασµένο ή αµελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόµενο να προκαλέσει σωµατική βλάβη σε άλλο— ......................................... (δ) παραλείπει να πάρει προφυλάξεις εναντίον πιθανού κινδύνου από οποιοδήποτε ζώο που έχει στην κατοχή του· ή είναι ένοχος πληµµελήµατος: Νοείται ότι, όσον η κατηγορία δυνάµει της υποπαραγράφου (δ) του παρόντος άρθρου αναφέρεται σε σκύλο, τεκµαίρεται ότι ο κατηγορούµενος είχε γνώση της πιθανότητας πρόκλησης σωµατικής βλάβης από τον εν λόγω σκύλο, ανεξάρτητα από τη φύση ή την προηγούµενη συµπεριφορά ή τις συνήθειες του σκύλου αυτού.». Σε σχέση με το άρθρο 236 καθοδηγητική είναι η υπόθεση Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69, στην οποία γίνεται αναφορά και ταξινόμηση των αδικημάτων που έχουν ως συστατικό στοιχείο την αμέλεια αρχίζοντας από το αδίκημα της ανθρωποκτονίας του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο απαιτεί τον μεγαλύτερο βαθμό αμέλειας ήτοι υπαίτια αμέλεια (culpable negligence) και καταλήγει στην αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72και στην αστική αμέλεια που είναι ο χαμηλότερος βαθμός αμέλειας. Σε σχέση λοιπόν με το άρθρο 236, στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι παρά το ότι αυτό ανήκει σε ενότητα άρθρων τα οποία φέρουν τον τίτλο "Εγκληματική Αλόγιστη Συμπεριφορά και Αμέλεια" και τον πλαγιότιτλο "Αλόγιστες και Αμελείς Πράξεις", εν τούτοις από το περιεχόμενό του δεν προκύπτει ότι απαιτείται αλόγιστη συμπεριφορά για απόδειξη οποιουδήποτε των αδικημάτων που προβλέπονται από το άρθρο. (βλ. και Gavalas v. The Police
(1985)2 C.L.R. 114). Συνεπώς εκ της διατυπώσεως του αποκλείει την υπαίτιο αμέλεια. Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται εξικνείται μόνο στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη. Η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη ή την ποινική ευθύνη του άρθρου 8 του Νόμου 86/72. Ο βαθμός αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας και συναρτάται απόλυτα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Gavalas ανωτέρω). Το κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου. Ενόψει του ότι ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας του άρθρου 236 ήταν ο ίδιος με αυτόν του 210, πριν την τροποποίηση του, καθοδηγητική είναι η νομολογία που ερμηνεύει το άρθρο 210 (πάντα πριν την τροποποίηση). Στην υπόθεση Gavalas αποφασίστηκε ότι θα πρέπει να παραμείνουμε στην αναζήτηση ψηλού βαθμού αμέλειας ως αναγκαίου συστατικού στοιχείου του αδικήματος. Σε κάθε περίπτωση το θέμα κατά πόσο η αμέλεια που έχει επιδειχθεί είναι τέτοια που μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη, είναι πάντα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, (βλ. Kannas v. The Police
(1968)2 C.L.R. 29 και Mylordis v. The Police
(1981)2 C.L.R. 219) αλλά ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας είναι πάντα ψηλός (βλ. Stylianou v. The Police
(1981)2 C.L.R. 245). Η επιφύλαξη του άρθρου 236 δημιουργεί, σε σχέση με αμελείς πράξεις που πηγάζουν από την κατοχή ζώου, συγκεκριμένο τεκμήριο αναφορικά με την γνώση του κατηγορούμενου για την πιθανότητα πρόκλησης σωματικής βλάβης από το ζώο όταν αυτό είναι σκύλος. Συγκεκριμένα στην περίπτωση των σκύλων τεκμαίρεται και μάλιστα αμάχητα ότι ο κάτοχος του, γνώριζε την ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας και αυτό μάλιστα ανεξάρτητα από τη φύση ή την προηγούµενη συµπεριφορά ή τις συνήθειες του συγκεκριμένου σκύλου. Με άλλα λόγια η πιθανότητα αυτή θεωρείται δεδομένη. Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή πέραν από την υποχρέωση απόδειξης ότι το ζώο ήταν σκύλος δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει και την γνώση του κατηγορούμενου για την επικινδυνότητα του συγκεκριμένου σκύλου, η οποία συνδέεται με γνώση για πιθανότητα πρόκλησης σωματικής βλάβης από αυτόν. Τέλος από το λεκτικό του άρθρου 236 προκύπτει ότι δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο που θα πρέπει δηλ. να αποδειχθεί, το ότι το ζώο προκάλεσε σωματική βλάβη. Είναι αρκετό να αποδειχθεί συμπεριφορά που έθεσε σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι η διερεύνηση που έκανε για την παρούσα ήταν εντελώς ανεπαρκής ενώ μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτήν, ουσιαστικά διαψεύδεται από άλλη μαρτυρία. Πέραν τούτου στερούνταν σταθερότητας και πειστικότητας οι θέσεις του αναφορικά με το ότι ο σκύλος που είδε όταν πήγε στην οικία της κατηγορούμενης είναι αυτός που επιτέθηκε στις παραπονούμενες αλλά και ότι αυτός ήταν στην κατοχή της κατηγορούμενης. Συγκεκριμένα: Όσον αφορά την διερεύνηση της υπόθεσης, όταν εύλογα ρωτήθηκε γιατί δεν έλαβε κατάθεση από την κατηγορούμενη, η οποία μάλιστα ως ο ίδιος είπε, όταν την πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε του απάντησε «Ένεν ο δικός μου», απάντησε ότι επρόκειτο για αδίκημα για εξώδικο και δεν χρειαζόταν η λήψη ανακριτικής κατάθεσης. Πραγματικά προκαλεί έκπληξη η στάση του μάρτυρα στην διερεύνηση της υπόθεσης και ιδιαίτερα των καταγγελιών των δύο παραπονουμένων, οι οποίες δεν αφορούσαν αδικήματα για τα οποία μπορεί να εκδοθεί εξώδικο αλλά σοβαρότερα. Η δικαιολογία λοιπόν που έδωσε για την μη λήψη κατάθεσης από την κατηγορούμενη δεν είναι πειστική και δυστυχώς δείχνει την προχειρότητα με την οποία επιλήφθηκε των καταγγελιών και της όλης υπόθεσης. Η μη λήψη δε κατάθεσης από την κατηγορούμενη, φαίνεται ότι στα πλαίσια της θέσης της ότι ο συγκεκριμένος σκύλος δεν ήταν στην κατοχή της ή υπό την φροντίδα της, της στέρησε το δικαίωμα να θέσει την δική της εκδοχή στην Αστυνομία και κατ' επέκταση να διερευνηθεί η εν λόγω θέση της, η οποία είναι κεντρική στην υπεράσπιση της. Μάλιστα η κατηγορούμενη κατά την αντεξέταση του μάρτυρα του έθεσε ότι όταν αυτή μπήκε στο σπίτι, τόσο ο άντρας της όσο και η ίδια, του φώναξαν να μπει μέσα για να του δώσει κατάθεση αλλά εκείνος έφυγε αμέσως χωρίς να το πράξει. Πέραν δε αυτού, στο τεκμήριο 1, που είναι ο σχετικός ανακριτικός φάκελος που ετοίμασε ο ίδιος, παρέλειψε να καταγράψει το πολύ σημαντικό ότι έβαλε το εξώδικο κάτω από την πόρτα καθότι η κατηγορούμενη είχε μπει στο σπίτι και δεν άνοιγε, δίδοντας την δικαιολογία ότι το θεώρησε περιττό. Ούτε όμως το ότι ενημέρωσε το Κοινοτικό Συμβούλιο για τις άδειες του συγκεκριμένου σκύλου, ευσταθεί. Ανέφερε δε σχετικά στην αντεξέταση του ότι πήγε το πρωί και τον ενημέρωσε η Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου. Στην συνέχεια όμως είπε ουσιαστικά ότι δεν πήγε αλλά μίλησε με αυτήν τηλεφωνικώς ενώ η Μ.Υ.2 τον διέψευσε ουσιαστικά, λέγοντας ότι αυτός δεν είχε καμία σχετική επικοινωνία μαζί της. Όσον αφορά τα όσα είδε όταν πήγε στο σπίτι της κατηγορούμενης και το κατά πόσο ο σκύλος που είδε εκεί ήταν στην κατοχή αυτής και ήταν ο ίδιος με αυτόν, για τον οποίο έκαναν την καταγγελία οι παραπονούμενες θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατ' αρχάς στο τεκμήριο 1 υπάρχει ουσιώδης αντίφαση εφόσον ενώ σε ένα σημείο αναφέρει ότι στις 10.11.12 κατήγγειλε την κατηγορούμενη, επί το ότι διατηρούσε ελεύθερο τον σκύλο της χωρίς φύλαξη, σε δημόσιο χώρο, σε άλλο σημείο αναφέρει ότι όταν αυτός μετέβηκε στην οικία της κατηγορούμενης για να την πληροφορήσει ότι θα καταγγελθεί, είδε τον σκύλο της, ο οποίος ήταν όπως τον περιέγραψαν οι παραπονούμενες να είναι ελεύθερος μέσα στην οικία της. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση του είπε ότι όταν πήγε στο σπίτι της κατηγορούμενης είδε ότι ο σκύλος αυτής ήταν ελεύθερος. Όταν δε ρωτήθηκε πως διαπίστωσε ότι επρόκειτο για σκύλο της κατηγορούμενης είπε βασικά ότι το συμπέρανε από το ότι βγήκε από την αυλή της κατηγορούμενης και εκείνη τον πήρε και τον έβαλε μέσα στο σπίτι. Στην αντεξέταση του όμως είπε κάτι πολύ διαφορετικό και συγκεκριμένα ότι όταν πήγε να καταγγείλει την κατηγορούμενη «ο σκύλος της ήταν αδέσποτος» και ότι αυτός της είπε να πάει να τον μαζέψει από το πέρασμα και μετά όταν ο μάρτυρας πήγε στην αυλή, εκείνη έβαλε τον σκύλο μέσα στο σπίτι. Όταν σε άλλο σημείο ερωτήθηκε που είδε τον σκύλο είπε ότι ήταν μέσα στο πάρκινγκ ο σκύλος. Σε επόμενη ερώτηση εάν ήταν έξω είπε «Μέσα στο σπίτι σου» και σε αμέσως επόμενη ερώτηση «Έξω που το σπίτι μου;» απάντησε «Ναι σε δημόσιο χώρο». Όταν δε του τέθηκε ότι όταν έκανε την εν λόγω επίσκεψη, σε χωράφι και όχι μέσα στο σπίτι της κατηγορούμενης είχε 4 αδέσποτους σκύλους, είπε ότι είδε μόνο ένα λυκόσκυλο. Σε σχέση δε με αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι στην κυρίως εξέταση του είπε ότι επρόκειτο για ένα λυκόσκυλο και μάλιστα προσδιόρισε το χρώμα του ως μαύρο με καφέ, στοιχείο ουσιώδες που επίσης παρέλειψε να αναφέρει στο τεκμήριο
- Περαιτέρω ως προς αυτό εύλογα εγείρεται και το ερώτημα, πως αντιλήφθηκε ότι ο σκύλος πέραν από το μαύρο είχε και άλλο σκούρο χρώμα πάνω του και δη καφέ, εφόσον ως ο ίδιος αποκάλυψε στην αντεξέταση του, όταν πήγε στο σπίτι της κατηγορούμενης στις 10.11.12 ήταν νύκτα. Σε ερώτηση μάλιστα εάν διαπίστωσε κατά πόσο είναι ο ίδιος σκύλος με αυτόν στον οποίο αναφέρθηκαν οι παραπονούμενες είπε ότι η περιγραφή είναι η ίδια και όχι ότι ήταν ο ίδιος που του υπέδειξαν οι παραπονούμενες κάτι που θα ήταν λογικό να πει εφόσον ως ήταν η θέση του και οι δύο παραπονούμενες του υπέδειξαν τον σκύλο για τον οποίο υπέβαλαν το παράπονο. Η θέση του δε αυτή διαψεύδεται μάλιστα τουλάχιστον όσο αφορά την Μ.Κ.3, η οποία ανέφερε ότι δεν υπέδειξε τον σκύλο στον αστυνομικό. Πέραν δε των ανωτέρω στην κυρίως εξέταση του όταν ρωτήθηκε εάν είδε τον συγκεκριμένο σκύλο υπό την ευθύνη της κατηγορούμενης και άλλες φορές, για να πείσει προς τούτο είπε ότι τον είδε πολλές φορές. Μάλιστα υποστήριξε ότι τον είδε και πριν την καταγγελία και μετά από αυτήν. Όταν όμως ρωτήθηκε να προσδιορίσει το χρονικό αυτό διάστημα εάν ήταν μέρες, μήνες, εβδομάδες ή χρόνια είπε ότι μπορεί να ήταν και μήνες, μέρες αλλά δεν θυμάται ακριβώς. Όταν του ζητήθηκε, πάντα στην κυρίως εξέταση να θυμηθεί κάποιες από τις πολλές φορές που τον είδε, απάντησε ότι δεν μπορεί να θυμηθεί ακριβώς και πρόσθεσε σχετικά ότι έγιναν αρκετά παράπονα από τους γειτόνους, κάτι που όμως δεν σημαίνει από μόνο του ότι ο ίδιος είχε προσωπική γνώση ότι ο σκύλος ήταν στην κατοχή της κατηγορούμενης, σε πολλές άλλες περιπτώσεις, ως υποστήριξε αρχικά. Μάλιστα όταν του διευκρινίσθηκε από το Δικαστήριο ότι η ερώτηση δεν ήταν εάν του έκαναν παράπονα οι γείτονες, απάντησε «Ήταν αδέσποτοι». Όταν δε ο κ. Μάρκου επέμεινε όπως θυμηθεί κάποιες φορές απάντησε «Δεν ξέρω εάν ήταν πέρσι που πήγα, ήταν ο σκύλος της ξαπόλυτος ο λυκόσκυλος, πήγα στη Βικτώρια ένα πρωί που έκαμε παράπονο για κάτι κόπρανα και ήταν ο σκύλος ξαπόλυτος πάλε» κάτι που πέραν του ότι ο εν λόγω σκύλος ήταν ελεύθερος δεν δείχνει από μόνο του ότι αυτός ήταν στην κατοχή της κατηγορούμενης. Ως εκ των άνω, πέραν των όσων έχουν αναφερθεί περί της πλημμελούς διερεύνησης της υπόθεσης εκ μέρους του, ούτε η μαρτυρία του ως προς τα γεγονότα μπορεί να γίνει δεκτή. Ως προς την εξέταση της μαρτυρίας των παραπονουμένων, αυτή θα πρέπει κατά την κρίση μου να προσεγγισθεί και αξιολογηθεί με ιδιαίτερη προσοχή καθότι, ως προέκυψε μέσα από το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας, η κατηγορούμενη με τις δύο παραπονούμενες βρίσκονται συνέχεια σε διαμάχες, υπήρξαν πολλές καταγγελίες για διάφορα συμβάντα στον συγκεκριμένο δρόμο και η κατηγορούμενη αποδίδει στις παραπονούμενες αλλότρια και δει εκδικητικά κίνητρα (γιατί έκανε καταγγελίες εναντίον τους για διάφορα θέματα) σε σχέση με την καταγγελία τους στην παρούσα. Θα ξεκινήσω από την Μ.Κ.2: Κατ' αρχάς ήταν εμφανής η προσπάθεια αυτής να πείσει ότι ο συγκεκριμένος σκύλος «ανήκει» στην κατηγορούμενη. Έτσι στην αρχή της κατάθεσης της, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι αυτός βγήκε από την αυλή του σπιτιού της κατηγορούμενης και κινήθηκε με άγριες διαθέσεις προς το μέρος της. Το ότι όμως ο σκύλος βγήκε από την αυλή της κατηγορούμενης αποτελεί δικό της συμπέρασμα εφόσον στην ίδια κατάθεση της αναφέρει, προς το τέλος, ότι ο σκύλος «προφανώς να βγήκε από τον μη περιφραγμένο χώρο που υπάρχει στην αυλή του σπιτιού της» κατηγορούμενης. Στην αντεξέταση της ανέφερε σχετικά ότι ενώ ήταν σκυμμένη και σκούπιζε δεν είδε τον σκύλο να βγαίνει και για να πείσει ως προς την ορθότητα του συμπεράσματος της είπε ότι δεν τον είδε να βγαίνει αλλά δεν έχει άλλη δίοδο από το μη περιφραγμένο κομμάτι της αυλής του σπιτιού της κατηγορούμενης εφόσον εκεί είναι αδιέξοδο, στο πίσω μέρος του οποίου υπάρχει καγκελόπορτα που οδηγεί στα ντεπόζιτα του χωριού. Όταν όμως της ζητήθηκε να πει εάν η εν λόγω καγκελόπορτα τοποθετήθηκε πριν τον επίδικο χρόνο ή μετά είπε ότι δεν είναι σίγουρη. Όσον αφορά το τι έγινε, στην αρχή της κατάθεσης της, είπε ότι πριν ο σκύλος πάει προς το μέρος της άκουσε τους σκύλους (δηλ. πληθυντικό αριθμό) της κατηγορούμενης να γαβγίζουν και στην κυρίως εξέταση της είπε ότι πήγε κοντά της εάν θυμάται καλά ο μαύρος, για να προσθέσει για πρώτη φορά ότι της έδειξε και τα δόντια του ενώ στην κατάθεση της αναφέρει ότι έτρεξε απότομα προς το μέρος της με άγριες διαθέσεις, χωρίς να τον προκαλέσει και έτσι αμέσως αυτή άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της και μπήκε μέσα για να μην την δαγκώσει. Στην αντεξέταση της είπε όμως κάτι διαφορετικό. Συγκεκριμένα είπε ότι όπως σκούπιζε, επειδή ξέρει ότι οι σκύλοι (αναφέρθηκε δηλ. γενικά) έχουν επιτεθεί επανειλημμένα σε πολλά άτομα του χωριού και ξέρει τι είδους είναι, γι' αυτό με το που τον είδε και της έδειξε τα δόντια, αμέσως μπήκε στο ξωπόρτι στην αυλή της οικίας της. Και ενώ ήταν η θέση της ότι μόνο ο συγκεκριμένος σκύλος βγήκε έξω από την αυλή της κατηγορούμενης, όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση της να πει τι έκανε μετά, ζήτησε την εξής διευκρίνιση για να απαντήσει «Αφότου βγήκαν έξω οι σκύλοι εννοείτε;» αναφερόμενη λοιπόν σε πληθυντικό αριθμό ενώ η θέση της ήταν ότι μόνο ένας σκύλος βγήκε έξω. Περαιτέρω στην κατάθεση της ανέφερε ότι όταν μπήκε αυτή μέσα στο σπίτι της για να μην την δαγκώσει ο σκύλος, άκουσε την κατηγορούμενη να του φωνάζει «Έλα μέσα» και ότι άκουσε την κατηγορούμενη να πλησιάζει τον σκύλο και του έλεγε: «Έλα μέσα ρε» οπόταν αυτή της είπε «Τι θα γίνει, θα μαζέψεις τον σκύλο του ή θα μας φάει καμιάν ημέρα», χωρίς να λάβει απάντηση. Όμως εύλογα τίθεται το ερώτημα γιατί δεν είδε και μόνο άκουσε την κατηγορούμενη να πηγαίνει στο σημείο εφόσον ανέφερε στην αντεξέταση της ότι δεν μπήκε αμέσως στο σπίτι αλλά στην αυλή της. Περαιτέρω όσον αφορά το συγκεκριμένο μέρος από το οποίο συμπέρανε η μάρτυρας ότι βγήκε ο σκύλος, περιγράφοντας τον γύρο χώρο είπε ότι το σπίτι της το χωρίζει από το σπίτι της κατηγορούμενης ο δρόμος και ότι επειδή δεν έχει κάτι μπροστά, βλέπει το σπίτι της τελευταίας, εάν και όχι καλά αλλά βλέπει την αυλή που είναι από χώμα και από εκεί είναι μη περιφραγμένος ο χώρος. Είπε δε ότι το σπίτι της κατηγορούμενης είναι 10-15 μέτρα περίπου πιο ψηλά από τον δρόμο αλλά έχει καλή οπτική επαφή από τον δρόμο και βλέπει την αυλή της κατηγορούμενης. Αυτή της όμως η θέση διαψεύδεται βασικά από την Μ.Υ.
- Εδώ θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η κατηγορούμενη έκανε αναφορά για τον χώρο που η μάρτυρας αποκαλούσε αυλή σαν χωράφι κάτι που τελικά η μάρτυρας δεν απέκλεισε. Είναι λοιπόν προφανές ότι ανέφερε τα πιο πάνω ώστε να πείσει ότι ο σκύλος βγήκε από την αυλή της κατηγορούμενης και ότι μάλιστα αυτή τον ακολούθησε λίγο μετά. Για το πώς γνωρίζει ότι ο συγκεκριμένος σκύλος ανήκει στην κατηγορούμενη, στην κατάθεση της είπε ότι τον γνωρίζει πολύ καλά καθότι είναι γείτονες με την κατηγορούμενη. Όταν δε ρωτήθηκε σχετικά στην κυρίως εξέταση της είπε ότι κατοικεί στην Βάσα από το 2006 και τον βλέπει όλα αυτά τα χρόνια σε καθημερινή βάση. Όταν όμως της ζητήθηκε αμέσως μετά να πει από πότε τον βλέπει είπε ότι από την πρώτη μέρα που κατοίκησε στο χωριό έβλεπε δύο σκύλους και ότι πριν μερικά χρόνια αυξήθηκαν και έγιναν τρεις. Όταν δε της ζητήθηκε να πει για τον συγκεκριμένο σκύλο είπε ότι δεν θυμάται πότε απέκτησαν τον τρίτο και πρόσθεσε ότι ήταν πριν 2,3 χρόνια. Αυτό όμως σημαίνει ότι αυτός δεν υπήρχε εκεί κατά τον επίδικο χρόνο ήτοι πριν 4 σχεδόν χρόνια, που σύμφωνα με την μάρτυρα της «επιτέθηκε». Στην συνέχεια προφανώς αντιλαμβανόμενη αυτό, είπε ότι ήταν πριν 4 χρόνια για να καταλήξει ότι ήταν πριν 4-5 χρόνια. Για να δικαιολογήσει δε αυτό είπε ότι πρέπει να έχει τόσα χρόνια γιατί η κατηγορούμενη έχει τρεις σκύλους, δύο από την πολύ αρχή, ύστερα είπε ότι δεν μπορεί να πει με ακρίβεια και πρόσθεσε ότι έχει κάμποσα σκυλιά και τους βλέπει επανειλημμένα και γι' αυτό και ξέρει ότι είναι της κατηγορούμενης και κατά τις 5‑6 το πρωί είναι έξω ελεύθεροι, δηλ. πάλι αναφέρθηκε σε πληθυντικό αριθμό. Η ασυνέπεια και έλλειψη βεβαιότητας της για το θέμα συνεχίστηκε και στην αντεξέταση της όπου ερωτώμενη τι την κάνει να πιστεύει ότι ο σκύλος είναι της κατηγορούμενης, είπε ότι είναι σίγουρη γιατί «τα τελευταία δέκα χρόνια, τα τελευταία 6, αυτόν στον οποίο αναφέρομαι, τα τελευταία δέκα. Τους άλλους δύο σκύλους που έχει η κυρία, τους βλέπω καθημερινά ως επί το πλείστον τις πρωινές ώρες κατά τις 5‑6 που τους αφήνει έξω ασυνόδευτους και γαυγίζουν στους δρόμους και αφήνουν περιττώματα και πολύ συχνά τις νυχτερινές ώρες αλλά κυρίως τις πρωινές ώρες. Είμαι βέβαιη διότι τους βλέπω καθημερινά». Όταν δε ρωτήθηκε εάν στον παρόντα χρόνο βλέπει τον εν λόγω σκύλο απάντησε ότι τον βλέπει στους δρόμους του χωριού ενώ λογικό θα ήταν να εξακολουθεί να τον βλέπει στην αυλή της κατηγορούμενης. Δεν μπορεί δε να παραβλεφθεί, στα πλαίσια εξέτασης του συνόλου της μαρτυρίας της Μ.Κ.2, σε σχέση με την θέση της κατηγορούμενης ότι η καταγγελία εναντίον της έγινε γιατί αυτή έκανε καταγγελίες εναντίον των παραπονουμένων, ότι όταν η μάρτυρας πολύ εύλογα ρωτήθηκε στην αντεξέταση της γιατί αναφέρεται πάντα σε σκύλους της κατηγορούμενης και όχι και του συζύγου αυτής, έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι όταν λέει της κατηγορούμενης εννοεί και του συζύγου της (ενώ πουθενά δεν ανέφερε κάτι τέτοιο και μάλιστα στην κατάθεση της λέει επιθυμεί να γίνει αυστηρή παρατήρηση στην κατηγορούμενη) και ενώ προσπάθησε να πείσει ότι δεν υπάρχει καμία σκοπιμότητα για αυτό είπε τελικά «Είναι καθαρά... Δεν μπορώ να σας. Δεν έχω απάντηση γι' αυτό». Ερχόμενος τώρα στην Μ.Κ.3 θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Υποστήριξε στην κυρίως εξέταση της ότι ο λόγος που βρισκόταν η ώρα 15:30 έξω από την οικία της στον δημόσιο δρόμο ήταν γιατί είδε την κατηγορούμενη να ρίχνει νερά στον δρόμο και πήγε να δει τι νερά ήταν. Για πρώτη δε φορά στην αντεξέταση της, προφανώς για να δικαιολογήσει γιατί πήγε στο σημείο, είπε ότι είδε την κατηγορούμενη να ρίχνει νερά και πολλές άλλες φορές και μάλιστα πρόσθεσε, και πάλι για πρώτη φορά, ότι εκείνη την ημέρα όχι μόνο είδε την κατηγορούμενη να κάνει κάτι τέτοιο αλλά ότι της είπε κιόλας από το παράθυρο του σπιτιού της «Κανεί να σιωνώνεις νερό» και ότι η κατηγορούμενη της απάντησε «Ήντα σε κόφτει εσένα, εν δρόμος τζιαι ό,τι θέλω σιωνώνω» οπόταν αποφάσισε να πάει να δει. Όταν της τέθηκε εύλογα το ερώτημα γιατί δεν πήγε άλλες φορές να δει, είπε ότι άλλες φορές την είδε πρωινά να χύνει νερό αλλά δεν αποφάσιζε να πάει να δει γιατί φοβόταν, χωρίς να εξηγήσει τι φοβόταν. Όταν και πάλι εύλογα ρωτήθηκε γιατί εκείνη την ημέρα δεν φοβήθηκε, ουσιαστικά δεν έδωσε κάποια πειστική δικαιολογία αλλά επανέλαβε ότι όταν είδε την κατηγορούμενη να ρίχνει νερό και της είπε αυτά που της είπε, αποφάσισε να πάει να δει και ότι δεν πρόλαβε να πάει ως το σημείο που ήταν το νερό και της επιτέθηκε ο σκύλος. Εδώ να σημειωθεί ότι σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της είπε ότι πρόλαβε και πήγε στο σημείο που η κατηγορούμενη είχε ρίξει νερό, πριν της επιτεθεί ο σκύλος. Ενώ δε στην κατάθεση της, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι ο σκύλος της επιτέθηκε και την άρπαξε από το φουστάνι, κατά την λοιπή κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι ο σκύλος την δάγκωσε και συγκεκριμένα ότι την «έπιασε από το μερί» και έδειξε το σημείο ψηλά στο αριστερό της πόδι. Για να πείσει δε ότι δεν της προκλήθηκε κάποια βλάβη («δεν της έβγαλε κομμάτι») πρόσθεσε και πάλι για πρώτη φορά, σε αντίθεση με την κατάθεση της, ότι την άρπαξε από την τσέπη της χοντρής ρόμπας που φορούσε πάνω από το φόρεμα της και ότι «ξιποράφτηκε» το πλαϊνό του φορέματος της και όταν πήγε ο αστυνομικός ήταν σχισμένο το φόρεμα της. Όμως πέραν της πιο πάνω αντίφασης, ο Μ.Κ.1, δηλ. ο εν λόγω αστυνομικός, δεν ανέφερε τέτοιο ουσιώδες γεγονός ότι δηλ. είδε κάτι σκισμένο στα ρούχα της, ούτε ότι του είπε η μάρτυρας ότι την δάγκωσε ο σκύλος και ένιωσε τα δόντια του στο σώμα της. Ερωτώμενη δε στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης εάν του έδειξε τα πιο πάνω, υπεκφεύγοντας είπε «Ναι, του δείξαμε τον δρόμο». Στην αντεξέταση της υποστήριξε δε από την μια ότι ήταν λάθος της που δεν είπε στον αστυνομικό να της δώσει χαρτί για να πάει στον γιατρό ενώ από την άλλη ότι ο αστυνομικός της είπε εάν ήθελε να της δώσει τέτοιο χαρτί και εκείνη του είπε «Νομίζω εν λλίο» και δεν πήγε. Όμως και πάλι ο Μ.Κ.1 καμία τέτοια αναφορά έκανε. Περαιτέρω, προφανώς για να πείσει ότι αμέσως μετά που δέχθηκε την επίθεση, η κατηγορούμενη πήγε και πήρε τον σκύλο και τον πήρε στο σπίτι, είπε και πάλι κάτι που δεν ανέφερε στην κατάθεση της, ότι δηλ. η κατηγορούμενη της είπε «Καλά να σου κάμει, έπρεπε να σε ακκάσει να πάεις στα ανάθεμα». Μάλιστα για να δικαιολογήσει γιατί ούτε αυτό το ουσιώδες το ανέφερε στην κατάθεση της, έσπευσε να πει ότι το είπε στον αστυνομικό αλλά εκείνος δεν το έγραψε. Εάν όμως έτσι είχαν τα πράγματα είχε την ευχέρεια να μην υπογράψει την κατάθεση της μέχρι να συμπληρώσει ο αστυνομικός και αυτό το δεδομένο (κάτι που δεν έκανε). Περαιτέρω ενώ στην κατάθεση της υποστήριξε ουσιαστικά ότι ο σκύλος της επιτέθηκε στον δρόμο που οδηγεί στο σπίτι της κατηγορούμενης αλλά εβρισκόμενος σε σημείο που είχε αρκετή απόσταση από την αυλή του σπιτιού της κατηγορούμενης, στην αντεξέταση της, προφανώς για να πείσει ότι η κατηγορούμενη είδε ή αντιλήφθηκε την επίθεση και πήγε και έπιασε τον σκύλο, είπε ότι ο σκύλος ήταν έξω από την αυλή της κατηγορούμενης, στην πόρτα της. Αναφορικά με τον εν λόγω σκύλο, στην κατάθεση της ανέφερε ότι αυτός είναι μαύρου χρώματος, μεγάλος και ότι είναι της κατηγορούμενης. Όταν δε στην υπόλοιπη κυρίως εξέταση της ρωτήθηκε πως γνωρίζει ότι ο εν λόγω σκύλος είναι της κατηγορούμενης, είπε ότι το σπίτι της κατηγορούμενης είναι πιο ψηλό από το δικό της και κάθε μέρα βλέπει τον σκύλο. Όταν όμως της ζητήθηκε να διευκρινίσει τι βλέπει, είπε ότι πίσω από το σπίτι της έχει αυλή κα όταν πάει να σκουπίσει, ο σκύλος όταν την ακούσει, πάει πάνω από τα κεραμίδια και γαβγίζει και εκείνη φοβάται και φεύγει, για να προσθέσει όμως ότι για να σκουπίσει περιμένει να φύγει η κατηγορούμενη από το σπίτι να τους πάρει μαζί της και βλέπει κάθε μέρα τους σκύλους (αναφερόμενη δηλ. σε πέραν του ενός σκύλου) για να πει όμως στην συνέχεια ότι το πρωί οι σκύλοι βγαίνουν στον δρόμο και μετά φεύγει η κατηγορούμενη για τα αμπέλια, φεύγουν και οι σκύλοι και όταν η τελευταία επιστρέφει το απόγευμα, οι σκύλοι είναι μέσα. Όταν δε ρωτήθηκε εάν ειδοποίησε το Κοινοτικό Συμβούλιο ότι υπάρχει ένας σκύλος επικίνδυνος και δεν μπορεί να βγει από το σπίτι της είπε ότι είπε πολλές φορές στην «Μουχτάρενα» ότι ο σκύλος της κατηγορούμενης ανεβαίνει στα κεραμίδια όταν πάει να σκουπίσει και γαβγίζει και αναγκάζεται να αφήσει την σκούπα και να σκουπίσει αργότερα αλλά εκείνη δεν πάει να δει. Είπε μάλιστα ότι έκαναν πολλές φορές παράπονο στην Αστυνομία αλλά της είπαν ότι είναι δουλειά του «Μουχτάρη». Εδώ όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι το πιο πάνω διαψεύδεται από την Μ.Υ.
- Στην συνέχεια δε της αντεξέταση της είπε, και πάλι για πρώτη φορά, ότι είναι σίγουρη 100% ότι ο σκύλος εκείνος είναι της κατηγορούμενης γιατί τον μεγάλωσε από μικρό που τον πήρε στο σπίτι της. Ανέφερε δε στην συνέχεια ότι η κατηγορούμενη έχει 3 σκύλους αλλά περισσότερο βλέπει τον συγκεκριμένο. Και ενώ στην κατάθεση της αναφέρει ότι αυτός ο σκύλος ήταν μαύρου χρώματος και πάλι για πρώτη φορά, στην αντεξέταση της, ανέφερε ότι είναι μαύρος αλλά έχει και καφέ χρώμα πάνω του, προφανώς για να συνάδει με τα όσα είπε η Μ.Κ.
- Τέλος ακολουθώντας βασικά την ίδια γραμμή με την Μ.Κ.2, ανέφερε στην κυρίως εξέταση της, ότι ο συγκεκριμένος δρόμος όπου κατ' ισχυρισμό συνέβη το επίδικο περιστατικό, είναι αδιέξοδο, κάτι που ως φαίνεται από την μαρτυρία αποτελεί σημείο διαφωνίας μεταξύ της οικογένειας της Μ.Κ.2 και της κατηγορούμενης. Στην αντεξέταση της όμως η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι από εκεί μπορεί να περάσει κάποιος να πάει στα αμπέλια και τελικά δέχθηκε ότι δεν ξέρει εάν είναι αδιέξοδο. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τις ουσιώδεις ασυνέπειες, ανακρίβειες, αντιφάσεις και τις όψιμες υπερβολές που χαρακτήριζε βασικά το σύνολο της μαρτυρίας των παραπονούμενων, σε συνδυασμό με τα όσα έχουν αναφερθεί για τις σχέσεις τους με την κατηγορούμενη, κρίνω ότι δεν θα ήταν ασφαλές να στηριχθώ σε αυτήν για να καταλήξω σε οποιαδήποτε ευρήματα γεγονότων και συναφώς η μαρτυρία τους δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αντίθετα οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 μου έκαναν καλή εντύπωση. Ως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας τους ήλθαν στο Δικαστήριο για να πουν όσα γνωρίζουν και όχι για να βοηθήσουν την κατηγορούμενη εφόσον δεν φαίνεται να έχουν κάποια σχέση μαζί της, διαφορετική από αυτήν που έχουν με τις παραπονούμενες συγχωριανές τους, ούτε κάποιο προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση. Βέβαια δεν ήταν σε θέση να αναφέρουν πόσους και ποιους σκύλους είχε η κατηγορούμενη κατά τον επίδικο χρόνο, αλλά αναφέρθηκαν και οι δύο στο ότι αυτή ταΐζει αδέσποτα σκυλιά από το 2012 καθώς και στο κατά πόσο έγιναν και τι είδους παράπονα σε σχέση με σκύλους και στο γεγονός ότι η κατηγορούμενη με τις παραπονούμενες έχουν συχνά διαφορές με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα. Ως εκ των άνω η μαρτυρία τους γίνεται δεκτή. Η κατηγορούμενη προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή της αυτήν κατ' αρχάς πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα της και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον της. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται βασικά στην πολύ πρόσφατη Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Ως λοιπόν αναφέρεται, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090). Όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Ο Δικαστής θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Στην παρούσα η κατηγορούμενη με την ανώμοτη της δήλωση δεν προσπαθεί να δώσει μια εξήγηση ως προς τα γεγονότα εφόσον δεν παραδέχεται ότι τα όσα έχουν αναφέρει οι μάρτυρες κατηγορίας πράγματι έλαβαν χώραν. Όσον δε αφορά τον σκύλο στον οποίο αναφέρθηκαν οι παραπονούμενες επίσης δεν παραδέχεται ότι ήταν ιδιοκτησίας της ή ότι τον είχε στην κατοχή της ή υπό τον φροντίδα της. Ενόψει λοιπόν και της μη αποδοχής της μαρτυρίας που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή για απόδειξη των εν λόγω γεγονότων, κρίνω ότι παρέλκει η εξέταση της ανώμοτης δήλωσης εφόσον δεν υπάρχουν αποδεδειγμένα γεγονότα και άρα είναι περιττό να αποφασισθεί κατά πόσο αυτή είναι πειστική, για σκοπούς κατάληξης σε σχετικά συμπεράσματα. Συμπεράσματα Στην παρούσα η κατηγορούσα αρχή στήριξε την υπόθεση της προς απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που αποδίδονται στην κατηγορούμενη, στους Μ.Κ.1-3. Για τους λόγους όμως που εξηγήθηκαν ανωτέρω η μαρτυρία αυτών δεν έγινε δεκτή, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιαδήποτε σχετικά ευρήματα γεγονότων και κατ' επέκταση σε ανάλογα συμπεράσματα. Καταληκτικά κρίνεται ότι η κατηγορούσα απέτυχε να αποδείξει τις επίδικες κατηγορίες και συναφώς η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτές. (Υπ.) .......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Περί Σκύλων Νόμος - Παράλειψης λήψης προφυλάξεων κατά πιθανού κινδύνου από ζώο). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο