Δημοκρατία ν. Νικόλα Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 19211/15, 26/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2016:30 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19211/15 Δημοκρατία ν. Νικόλα Κυριάκου, από τη Λεμεσό Κατηγορουμένου -------------------- Ημερομηνία: 26.10.2016 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Γ. Ιωαννίδου, για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Ο. Σοφοκλέους Για τον κατηγορούμενο: κ. Γ. Χ"Iωάννου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί το αδίκημα της απόπειρας φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214 (α) του Ποινικού Κώδικα, κατηγορία
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος, την 14.09.2015, αποπειράθηκε παράνομα να επιφέρει το θάνατο του Νίκου Βάσου. Παραδέχθηκε επίσης ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρονται στην κατηγορία 1, μετέφερε πυροβόλο όπλο, Τάξεως Β, ήτοι ένα πιστόλι και δύο πλήρη φυσίγγια πυροβόλου όπλου, άνευ αδείας του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατηγορίες 3 και 5 αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αρχικά και άλλες κατηγορίες οι οποίες όμως αναστάλησαν στα αρχικά στάδια της διαδικασίας. Επισημαίνουμε ότι ο κατηγορούμενος είχε αρχικά αρνηθεί τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Ζήτησε όπως αλλάξει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και βρίσκουν σύμφωνη την Υπεράσπιση. Τις συνοψίζουμε: Ο παραπονούμενος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΚΚΚ015, μάρκας MERCENDES E200, χρώματος ασημί. Τη 14.9.15, όταν ξύπνησε, βγήκε έξω από το σπίτι του, κατά η ώρα 6:30 π.μ. και κάθησε σε μία καρέκλα στην αυλή του σπιτιού του για να πιει τον καφέ του. Συγκεκριμένα έκατσε πολύ πλησίον του σημείου όπου στάθμευε συνήθως το αυτοκίνητό του. Μετά από δέκα λεπτά περίπου και ενώ ήταν γυρισμένος με την πλάτη του στο δρόμο, ένα αυτοκίνητο σταμάτησε στην άκρη του δρόμου, κοντά στο πεζοδρόμιο μπροστά από το σπίτι του, ακριβώς πίσω του και σε απόσταση περίπου δύο μέτρων από αυτόν, άκουσε κάποιον που φώναξε «ρε». Σηκώθηκε και γύρισε να δει ποιος ήταν και αναγνώρισε τότε τον κατηγορούμενο στη θέση του οδηγού, φορούσε κοντό παντελονάκι παραλλαγής και άσπρη κοντομάνικη φανέλα. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε ένα ΤΟΥΟΤΑ RAV 4 και το παράθυρο της θέσης του συνοδηγού ήταν κατεβασμένο. Ο κατηγορούμενος τέντωσε το αριστερό του χέρι γυρίζοντας το προς τα πάνω του και ο παραπονούμενος πρόσεξε ότι κρατούσε κάποιο αντικείμενο που έμοιαζε με πιστόλι, ήταν μικρό, μήκους 15 εκ. περίπου και ήταν ασημί. Ο παραπονούμενος «πετάχτηκε» κάτω για να αποφύγει το κτύπημα και άκουσε την ίδια ώρα δύο πυροβολισμούς. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε τη σκηνή οδηγώντας το όχημά του με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο παραπονούμενος έλεγξε τον εξωτερικό τοίχο της κουζίνας για να δει κατά πόσο υπήρχε τρύπα από τον πυροβολισμό και δεν πρόσεξε ο,τιδήποτε. Υπολόγισε τότε ότι το όπλο που κρατούσε ο κατηγορούμενος ήταν ψεύτικο και ότι προέβη στην πιο πάνω ενέργεια για να τον εκφοβίσει. Κατά η ώρα 07:10 ο παραπονούμενος έφυγε από το σπίτι και περί ώρα 08:30 κατήγγειλε το περιστατικό που έγινε στην αστυνομία και κατονόμασε τον κατηγορούμενο ως το δράστη της πιο πάνω ενέργειας. Όσον αφορά τους πυροβολισμούς είπε στην αστυνομία ότι πιθανό να επρόκειτο για ψεύτικο πιστόλι ή αεροβόλο πιστόλι, αφού αρχικά δεν βρήκε καμιά ζημιά και πίστευε ότι το έκαμε για να τον εκφοβίσει. Δήλωσε στην αστυνομία ότι δεν είχε παράπονο από τον κατηγορούμενο, απλά ήθελε να ανακριθεί και να του γίνει παρατήρηση «να μην τον ενοχλεί». Λίγο μετά το μεσημέρι της ιδίας ημέρας, η σύζυγος του παραπονούμενου διαπίστωσε ότι τα διακριτικά στο πίσω μέρος του οχήματος του παραπονουμένου, ήτοι το «Ε 200», ήταν σπασμένα και συγκεκριμένα τα ψηφία «00» ήταν στο έδαφος, ενώ υπήρχε ζημιά στο αυτοκίνητο. Επικοινώνησε με τον παραπονούμενο και τον ενημέρωσε σχετικά. Στη συνέχεια και περί ώρα 18.00 ο παραπονούμενος αφού διαπίστωσε και από μόνος του ότι υπήρχε ζημιά στο πιο πάνω αυτοκίνητο, το οποίο ήταν κατά τον επίδικο χρόνο, σταθμευμένο στο χώρο στάθμευσης δίπλα από το σημείο που καθόταν το πρωί κατά το συμβάν, ενημέρωσε σχετικά το ΤΑΕ Λεμεσού. Αμέσως μετά την καταγγελία ο Λοχίας 2192 και ο Αστυφύλακας 3064, μάρτυρες κατηγορίας 30 και 11 επί του κατηγορητηρίου, μετέβησαν στη σκηνή και διενήργησαν επιτόπιες εξετάσεις. Στη σκηνή εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν δύο βολίδες πυροβόλου όπλου. Η μία βολίδα ήταν σφηνωμένη σε ξύλινη περίφραξη η οποία ήταν ακριβώς μπροστά από το σημείο που καθόταν ο παραπονούμενος. Η δεύτερη βολίδα εντοπίστηκε δίπλα από το αυτοκίνητο του παραπονουμένου. Η πιο πάνω βολίδα είχε κτυπήσει και προκαλέσει ζημιά στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του με αποτέλεσμα να σπάσουν και τα ψηφία «Ε200». Από τις εξετάσεις που διενήργησε η Αστυνομία στη σκηνή και σύμφωνα με την κατάθεση του παραπονουμένου, ο κατηγορούμενος σημάδευσε και πυροβόλησε τον παραπονούμενο με σκοπό να τον σκοτώσει. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η πρώτη βολίδα να σφηνώσει στη ξύλινη περίφραξη, μπροστά από το σημείο όπου καθόταν ο παραπονούμενος και η δεύτερη να κτυπήσει το πίσω μέρος του οχήματος του που ήταν σταθμευμένο πλησίον του χώρου όπου καθόταν αυτός. Ο παραπονούμενος ήταν γνωστός με τον κατηγορούμενο, σε κάποιο στάδιο όμως υπήρξε μία παρεξήγηση μεταξύ τους και έκτοτε δεν είχαν επαφή. Το βράδυ της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος. Ακολούθησε έρευνα στην οικία και στα οχήματα του κατηγορουμένου. Στη συνέχεια εντοπίστηκε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΜΡ753 ΤΟΥΟΤΑ RAV 4 το οποίο σφραγίστηκε και μεταφέρθηκε στην ΑΔΕ Λεμεσού. Από έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκε ότι ο πατέρας του κατηγορουμένου Παναγιώτης Κυριάκου είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του πιο πάνω αυτοκινήτου, το οποίο είναι ίδιου τύπου με αυτό που κρατούσε ο κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια διάπραξης των αδικημάτων. Στη συνέχεια, ο Αστ. 1680 Δ. Δημητρίου πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη στα υπό διερεύνηση αδικήματα και ισχυρίστηκε ότι κατά το χρόνο της απόπειρας φόνου του παραπονουμένου, δηλαδή τη 14.9.2015 και περί ώρα 06:45 βρισκόταν στην οικία του και κοιμόταν μέχρι και το μεσημέρι περίπου. Την επομένη ημέρα, 15.9.2015, ερευνήθηκε το αυτοκίνητο ΗΜΡ753 στην παρουσία του κατηγορουμένου και έγιναν δειγματοληψίες για εντοπισμό υπολειμμάτων εκρηκτικής ύλης. Την 16.09.2015, ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν στα γραφεία του ΤΑΕ είδε το RAV 4 που ήταν σταθμευμένο στην αυλή της Αστυνομίας και το αναγνώρισε ως το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης επιθεωρήθηκαν τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης διαφόρων υποστατικών στη Λεμεσό. Από τη μελέτη των πιο πάνω κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης διαπιστώθηκε ότι από τα εννέα κλειστά κυκλώματα καταγράφεται αυτοκίνητο τύπου TOYOTA RAV 4, χρώματος πρασίνου, ενώ σε κάποια κυκλώματα διακρίνεται και το αυτοκόλλητο χρώματος πορτοκαλί που υπάρχει στο πλευρό του πιο πάνω αυτοκινήτου. Τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης βρισκόντουσαν σε κοντινή απόσταση από την οικία του παραπονουμένου. Κατόπιν εξέτασης των τεκμηρίων που στάληκαν στο Κρατικό Χημείο η Μαρία Αυξεντίου Μ.16 διαπίστωσε ότι στο ταμπλό, στη ζώνη και στην πόρτα του συνοδηγού του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος τον επίδικο χρόνο των αδικημάτων, υπήρχαν υπολείμματα εκπυρσοκρότησης όπλου. Επιπλέον η ανεύρεση των εν λόγω σωματιδίων που ανευρέθηκαν αποδείκνυε ότι στο εν λόγω αυτοκίνητο χρησιμοποιήθηκε όπλο και ότι αυτό βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση όταν έγινε η εκπυρσοκρότηση. Αρχές Ιουνίου 2016 κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ανευρέθηκε από την αστυνομία σε ανοικτό χώρο κοντά στην οικία του κατηγορουμένου ένα πιστόλι χρώματος ασημί το οποίο και παραλήφθηκε από την αστυνομία και εξετάζεται επιστημονικά κατά πόσο είναι αυτό με το οποίο ρίχθηκαν οι δύο πυροβολισμοί εναντίον του παραπονουμένου από τον κατηγορούμενο. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι το καλοκαίρι του 2010 ενώ ο κατηγορούμενος έκτιε ποινή φυλάκισης δέχθηκε επίθεση από τρεις αλλοδαπούς, ενώ ήταν έξω από το σπίτι του. Ο παραπονούμενος ήταν το άτομο που «έβαλε» τους πιο πάνω αλλοδαπούς να τον κτυπήσουν καθότι πίστευε ότι ο παραπονούμενος τον είχε «καρφώσει» σε σχέση με την υπόθεση ναρκωτικών στην οποία καταδικάσθηκε. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη. Την 12.06.2007 καταδικάσθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 1207/07, του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού, για κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 4 κιλά περίπου κάνναβης με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δώδεκα ετών. Στην ποινή λήφθηκαν υπόψη και οι υποθέσεις 8126/07, 20890/06, 27404/07 και 4157/
- Όλες οι πιο πάνω υποθέσεις αφορούσαν ναρκωτικά. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη η παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου. Ζήτησε επίσης να ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα και ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν ολοκλήρωσε τον παράνομο σκοπό του. Οι ενέργειες του, σύμφωνα πάντα με το συνήγορο, φανερώνουν τον ερασιτεχνισμό με τον οποίον αυτός έδρασε τόσο πριν όσο και μετά το επίδικο συμβάν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει επίσης υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου και ιδιαίτερα το γεγονός ότι αυτός αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα ως επίσης και την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου που εκφράζει και την ειλικρινή μεταμέλεια του. Η σοβαρότητα του αδικήματος της απόπειρας φόνου είναι δεδομένη. Αντικατοπτρίζεται τόσο μέσα από την ανώτατη ποινή που προνοεί ο Νόμος, ήτοι την ισόβια φυλάκιση όσο και από την ίδια τη φύση του αδικήματος που εμπεριέχει το στοιχείο της απόπειρας αφαίρεσης ανθρώπινης ζωής. Αδικήματα αυτής της φύσης βρίσκονται σε έξαρση στη χώρα μας. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι εκ των σαράντα δύο υποθέσεων που εκκρεμούσαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, το τελευταίο έτος, οι επτά αφορούσαν απόπειρες φόνου, ανθρωποκτονίες και φόνους εκ προμελέτης. Επισημαίνουμε δε ότι τα πιο πάνω στοιχεία αφορούν μόνο την επαρχία Λεμεσού. Ως εκ τούτου παρουσιάζεται επιτακτική η ανάγκη αναχαίτισης και αποτροπής διάπραξης τους και αυτό από μέρους των Δικαστηρίων μπορεί να γίνει με την επιβολή ποινών που να λειτουργούν αποτρεπτικά. Το στοιχείο δε της αποτροπής έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη ομοίων ή παρομοίων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες. Πρώτο την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερο την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση[1]. Για τα υπόλοιπα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, προβλέπονται χαμηλότερες ποινές. Συγκεκριμένα για το αδίκημα της μεταφοράς πυροβόλου όπλου χωρίς άδεια προβλέπεται κατ΄ ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης 15 ετών ή πρόστιμο, ενώ για το αδίκημα της μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη και/ή πρόστιμο. Αναμφίβολα όμως και αυτά είναι σοβαρά αδικήματα και καθίστανται ακόμη σοβαρότερα λόγω της καταρράκωσης του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών και των συνεπειών που δυνατόν να επιφέρει η παράνομη οπλοχρησία. Στον καθορισμό της εγκληματικότητας του κατηγορουμένου λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ο σχεδιασμός και ο βαθμός αδιαφορίας για την ανθρώπινη ύπαρξη. Λαμβάνονται επίσης υπόψη οι πιο κάτω παράγοντες: (α) Σε ποιο βαθμό η ανθρώπινη ζωή είχε τεθεί σε κίνδυνο. (β) Κατά πόσο το θύμα τραυματίστηκε από την παράνομη ενέργεια. (γ) Σε περίπτωση που το θύμα τραυματίστηκε, η φύση και η έκταση των τραυματισμών αυτών. (δ) Οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Στην υπό κρίση υπόθεση, με βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μας, παρατηρούμε ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου ήταν εντελώς απρόκλητη. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο λόγος που αυτός αποπειράθηκε να φονεύσει τον παραπονούμενο ήταν γιατί θεωρούσε ότι εκείνος είχε δώσει στοιχεία στην Αστυνομία για το πρόσωπό του σε σχέση με ανάμιξη του σε υπόθεση ναρκωτικών. Ο κατηγορούμενος τελικά καταδικάσθηκε για την πιο πάνω υπόθεση σε πολυετή ποινή φυλάκισης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε αρχικά ότι από τις πράξεις του κατηγορουμένου ελλείπει το στοιχείο του «προσχεδιασμού», στη συνέχεια όμως διευκρίνισε πώς αυτό το οποίο εννοούσε ήταν ότι απουσίαζε το στοιχείο του «επαγγελματικού προσχεδιασμού». Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν έλαβε αρκετές προφυλάξεις για να αποκρύψει την ταυτότητα του. Τη συγκεκριμένη ημέρα οδήγησε στη σκηνή το όχημα του πατέρα του, επέλεξε να πάει στο χώρο νωρίς το πρωί, όταν δεν θα είχε την κάλυψη του σκότους και δεν φρόντισε να καλύψει με οποιονδήποτε τρόπο το πρόσωπο του αλλά αντιθέτως ήθελε να κάνει γνωστή την παρουσία του στον παραπονούμενο αφού του φώναξε «ρε», προφανώς για να γυρίσει ο τελευταίος και να τον δει. Πέραν τούτου, ως ορθά επεσήμανε ο συνήγορος, δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για την καταστροφή των τεκμηρίων που θα μπορούσαν να τον συνδέσουν με τη διάπραξη του υπό κρίση αδικήματος. Παράλληλα όμως με τα πιο πάνω λαμβάνουμε υπόψη ότι η απόφαση του κατηγορουμένου να φονεύσει τον παραπονούμενο δεν ήταν αυθόρμητη, δεν ήταν στιγμιαία, γεγονός που προκύπτει από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μας. Υπενθυμίζουμε ότι ο λόγος που ο κατηγορούμενος αποπειράθηκε να σκοτώσει τον παραπονούμενο ήταν λόγω της πεποίθησής του ότι ο τελευταίος τον είχε καταδώσει στην Αστυνομία, προ πολλών ετών για υπόθεση ναρκωτικών. Επισημαίνουμε δε ότι η παρουσία του κατηγορουμένου στο χώρο δεν ήταν τυχαία, πήγε εκεί νωρίς το πρωί, οπλισμένος, την ώρα που ο παραπονούμενος ήταν στην οικία του και συγκεκριμένα στη βεράντα του και έπινε τον καφέ του. Παρατηρούμε περαιτέρω ότι αυτή δεν ήταν η πρώτη εγκληματική ενέργεια του κατηγορουμένου εναντίον του παραπονούμενου, είχε προηγηθεί και μια άλλη, το
- Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας και είναι αποδεκτά και από την υπεράσπιση, ο παραπονούμενος είχε δεχθεί επίθεση από τρεις αλλοδαπούς ενώ ήταν έξω από την οικία του, οι οποίοι τον ξυλοκόπησαν. Οι τρεις αλλοδαποί ενήργησαν με οδηγίες του κατηγορουμένου, ο οποίος κατά το συγκεκριμένο χρόνο έκτιε ποινή στις Κεντρικές Φυλακές. Όλα τα πιο πάνω δεικνύουν ότι η απόφαση του κατηγορουμένου να φονεύσει τον παραπονούμενο δεν λήφθηκε τη συγκεκριμένη στιγμή, ενώ ήταν εν βρασμώ ψυχής, αλλά ήταν προειλημμένη. Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε περαιτέρω, ως μετριαστικό παράγοντα, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν ολοκλήρωσε την πράξη του ήτοι δεν φόνευσε τον κατηγορούμενο. Παρατήρησε επίσης ότι «η επιλογή του κατηγορουμένου να προειδοποιήσει τον παραπονούμενο προτού τον πυροβολήσει φωνάζοντας του "ρε", αποδείχτηκε σωτήρια, ζωτικής και καθοριστικής σημασίας στο να αποφύγει ο παραπονούμενος οποιονδήποτε θανάσιμο ή άλλο τραυματισμό». Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος φώναξε στον κατηγορούμενο «ρε», η ενέργεια όμως αυτή με βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μας σε καμιά περίπτωση θα μπορούσε να εκληφθεί ως «προειδοποίηση» για να λάβει ο παραπονούμενος μέτρα για την ασφάλεια του. Υπενθυμίζουμε ότι μετά την προσφώνηση του «ρε» ο κατηγορούμενος πυροβόλησε τον παραπονούμενο δύο φορές. Ο λόγος δε που ο παραπονούμενος κατάφερε να σωθεί δεν ήταν λόγω κάποιας ενέργειας του κατηγορουμένου, αλλά λόγω των καλών αντανακλαστικών του που έπεσε στο έδαφος και κατάφερε να αποφύγει τη σφαίρα. Υπενθυμίζουμε ότι μία από τις βολίδες των σφαιρών σφηνώθηκε σε ξύλινη περίφραξη η οποία ήταν ακριβώς μπροστά από το σημείο που καθόταν ο παραπονούμενος και η άλλη αφού κτύπησε στο αυτοκίνητο του τελευταίου, που ήταν σταθμευμένο δίπλα από το σημείο που αυτός βρισκόταν, έπεσε στο έδαφος. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μας ότι ο παραπονούμενος δεν υπέστη οποιοδήποτε τραυματισμό, αυτό όμως δεν οφείλετο σε κάποια ενέργεια του κατηγορουμένου αλλά στην αδυναμία του να πετύχει το στόχο του και στη ευτυχή συγκυρία η μία βολίδα να σφηνωθεί στο ξύλινο περιτοίχισμα και η άλλη να κτυπήσει στο αυτοκίνητο. Σε σχέση με τη παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου, την λαμβάνουμε υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα θα της δώσουμε όμως τη βαρύτητα που της αρμόζει, με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων[2]. Πέραν τούτου η παραδοχή, ιδιαίτερα κατά τα αρχικά στάδια της διαδικασίας εκφράζει και την ειλικρινή μεταμέλεια του αδικοπραγούντα. Όμως όπως η νομολογία αναγνωρίζει, η βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή ενός κατηγορούμενου, ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Μεγαλύτερη αξία μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος στο Δικαστήριο θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη, στοιχείο που κρίνουμε ότι δεν συντρέχει στην παρούσα υπόθεση. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας ο κατηγορούμενος αναγνωρίσθηκε από τον παραπονούμενο, ο τελευταίος ήταν σε θέση να περιγράψει όχι μόνο το όχημα που αυτός οδηγούσε αλλά ακόμη και τα ρούχα που φορούσε. Η περιγραφή που έδωσε σε σχέση με το όχημα ταίριαζε με όχημα που κατείχε ο πατέρας του κατηγορουμένου. Επιπρόσθετα υπολείμματα εκρηκτικής ύλης είχαν εντοπισθεί εντός του οχήματος του πατέρα του κατηγορουμένου και η αστυνομία είχε στην κατοχή της πλάνα από κάμερες που κατέγραψαν ότι αυτοκίνητο, ιδίου τύπου με αυτό που με βάση τους ισχυρισμούς του παραπονουμένου οδηγούσε ο κατηγορούμενος, εκινείτο στην περιοχή κατά τον επίδικο χρόνο. Πέραν τούτου επισημαίνουμε ότι η παραδοχή του κατηγορουμένου δεν ήταν άμεση αλλά έγινε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, σε προχωρημένο στάδιο και συγκεκριμένα μετά την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του παραπονουμένου. Με βάση τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η βαρύτητα που θα πρέπει να αποδοθεί στην παραδοχή του δεν είναι μεγάλη, όχι όμως και αμελητέα εφόσον έστω και στο προχωρημένο αυτό στάδιο, ήτοι εν τω μέσω της ακροαματικής διαδικασίας, ο κατηγορούμενος αναγνώρισε το λάθος του, γεγονός που εκφράζει και τη μεταμέλεια του και εξοικονομήθηκε και κάποιος δικαστικός χρόνος. Ως προς τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, έχουμε κατά νου τις αρχές που διέπουν το θέμα. Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, δεν θα πρέπει όμως, να εξουδετερώσει το στοιχείο της αποτροπής αναφορικά με τη διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων και ειδικότερα εγκλημάτων βίας[3]. Είναι υπό αυτό το πρίσμα που θα λάβουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου. Τη συνοψίζουμε: Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στη Λεμεσό και είναι σήμερα 33 ετών. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του απασχολείται ως εργολάβος οικοδομών και η μητέρα του είναι οικοκυρά. Ο ίδιος είναι ο μεγαλύτερος από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Φοίτησε μέχρι τη Β΄ Τάξη Λυκείου και έπειτα διέκοψε λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος. Απαλλάγηκε από τα στρατιωτικά του καθήκοντα λόγω ψυχικών διαταραχών. Σε ότι αφορά τον επαγγελματικό τομέα, απασχολήθηκε ελάχιστα με τον πατέρα του στις οικοδομές. Το 2007 καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 12 ετών για υπόθεση ναρκωτικών και απολύθηκε από τις Κεντρικές Φυλακές το
- Από την ημερομηνία αποφυλάκισης του μέχρι και την σύλληψη του στην υπό κρίση υπόθεση ήταν άνεργος και διέμενε μαζί με τους γονείς του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και στη ψυχολογική κατάσταση του. Παρουσίασε δε για στοιχειοθέτηση των θέσεων του αριθμό ιατρικών πιστοποιητικών, τεκμήρια Ι μέχρι ΙII, το περιεχόμενο των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας προκύπτει ότι θεωρήθηκε ακατάλληλος για να υπηρετήσει στην Εθνική Φρουρά καθότι έπασχε από διαταραχή της προσωπικότητας και έκανε χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Σχετικό είναι το Πιστοποιητικό Στρατολογικής Κατάστασης Τύπου Α, τεκμήριο Ι. Κατατέθηκε επίσης ιατρική έκθεση του Δρ. Αργύρη Αργυρίου, τεκμήριο ΙΙΙ που παρακολούθησε τον κατηγορούμενο κατά τη χρονική περίοδο Ιούνιο του 2014 μέχρι Ιούνιο του
- Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση ο κατηγορούμενος κατά την πιο πάνω χρονική περίοδο έπασχε από κατάθλιψη επιπλεγμένη με εξάρτηση από παράνομες εθιστικές ουσίες. Ακολούθησε φαρμακευτική αγωγή και ψυχοθεραπευτική υποστήριξη με ικανοποιητική πρόοδο στην υγεία του και την κοινωνική συμπεριφορά του, μέχρι τον Ιούνιο του 2015 που διέκοψε τη 'θεραπευτική του συνεργασία'. Στο ίδιο πιστοποιητικό αναφέρεται ότι η συνύπαρξη αρρύθμιστου σακχαρώδους διαβήτη, από τον οποίον έπασχε ο κατηγορούμενος είναι δυνητικά επιβαρυντικός παράγοντας για τη σταθεροποίηση της ψυχικής του υγείας και προσαρμοστικότητας. Σχετικό με τη ψυχική υγεία του κατηγορουμένου είναι και το πιστοποιητικό που ετοιμάστηκε από τη Δρ. Αγάθη Βαλανίδου, των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, του Τμήματος των Φυλακών, τεκμήριο ΙΙ. Σύμφωνα με το πιο πάνω πιστοποιητικό ο κατηγορούμενος παρακολουθείτο από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας από την 21.12.
- Παρουσίασε 'συμπτώματα αποδιοργανωμένης συμπεριφοράς με παρανοϊκή ετοιμότητα, ευερεθιστότητα, ασυναρτησία, φυγή ιδεών, απουσία αυτοφροντίδας'. Παρέμεινε για ένα μήνα σε πτέρυγα των φυλακών που φιλοξενεί άτομα με ψυχιατρική συμπτωματολογία. Το γεγονός δε ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση παράνομων ουσιών, συνέβαλε 'στην έκπτωση της λειτουργικότητας και στην κατά διαστήματα έξαρση συμπτωμάτων ψυχωσικής σειράς'. Ο κατηγορούμενος παρουσιάζει επίσης ιστορικό αρτηριακής υπέρτασης, σακχαρώδη διαβήτη, δυσλιπιδαιμία και υπερουριχαιμία. Παρακολουθείται από την ιατρό των Κεντρικών Φυλακών και όποτε χρειασθεί από καρδιολόγο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Όλα τα πιο πάνω λαμβάνονται υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στη ψυχολογική του κατάσταση, πρόκειται με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας, για άτομο μη συγκροτημένο, ευερέθιστο που έπασχε από τις ψυχικές διαταραχές που παραθέτουμε πιο πάνω. Ανεξαρτήτως όμως της ψυχικής του διαταραχής αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αυτός, κατά το χρόνο διάπραξης του υπό κρίση αδικήματος, γνώριζε ότι η πράξη του ήταν άνομη ως επίσης και τις συνέπειες αυτής. Οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη σε συνδυασμό με τους υπόλοιπους παράγοντες, την εν γένει σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό διαπράχθηκε. Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, δεν θα πρέπει όμως, να εξουδετερώνει το στοιχείο της αποτροπής αναφορικά με τη διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων και ειδικότερα εγκλημάτων βίας[4]. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Γιαννάκης Δημητρίου Ιωάννου ν. Αστυνομίας[5]: «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. (Βλέπε: Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 11, Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 430, Κλεοβούλου, Αργυρού (πιο πάνω))»[6]. Θα πρέπει όμως παράλληλα να δώσουμε την αρμόζουσα σημασία στη σοβαρότητα του αδικήματος. Η προβλεπόμενη ποινή είναι ενδεικτική, προβλέπεται, ως μέγιστο όριο ποινή φυλάκισης διά βίου όπως και στην περίπτωση του τετελεσμένου εγκλήματος της ανθρωποκτονίας. Ο σκοπός του Νομοθέτη είναι προφανής. Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεσή της είναι το μέγιστο έγκλημα[7]. Στην υπό κρίση υπόθεση θεωρούμε ότι η χρησιμοποίηση πιστολιού, ενός εξαιρετικά επικίνδυνου για την ανθρώπινη ζωή μέσου, αποτελεί ιδιαίτερα επιβαρυντικό παράγοντα. Επιπρόσθετα επισημαίνουμε ότι ο κατηγορούμενος δεν πυροβόλησε μία φορά αλλά δύο φορές, από κοντινή σχετικά απόσταση, γεγονότα που δεικνύουν ότι ήταν αποφασισμένος να επιφέρει το θάνατο του παραπονούμενου. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μας ότι ο παραπονούμενος δεν υπέστη οποιοδήποτε τραυματισμό, αυτό όμως, οφείλετο στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αστόχησε και στις δύο περιπτώσεις. Σε σχέση με την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου επισημαίνουμε ότι αυτή δεν δικαιολογεί την επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος τιμωρείται για δεύτερη φορά[8]. Η σημασία της προηγούμενης καταδίκης έγκειται στο ότι τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό των καταδικών, το χρόνο και τη φύση του αδικήματος ή των αδικημάτων, την επιείκεια που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει[9]. Στην παρούσα υπόθεση το επίδικο αδίκημα διαπράχθηκε σε χρονική περίοδο που μέρος της ποινής που είχε επιβληθεί στον κατηγορούμενο μετά την προηγουμένη καταδίκη, βρισκόταν σε αναστολή. Υπενθυμίζουμε ότι η ποινή επιβλήθηκε στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης όπου ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για κατοχή και για κατοχή με σκοπό την προμήθεια μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών τάξεως Β. Συγκεκριμένα στον κατηγορούμενο δόθηκε Προεδρική Χάρη την 24.02.2009 για το ένα τέταρτο της ποινής του νοουμένου ότι για χρονικό διάστημα τριών ετών από την ημέρα της αποφυλάκισης του, δεν θα διέπραττε άλλο αδίκημα για το οποίο θα του επιβάλλετο ποινή φυλάκισης. Σύμφωνα δε με το λεκτικό της Προεδρικής Χάρης, που αποτυπώνεται στο Τεκμήριο VII, «. εάν οποτεδήποτε προ της παρόδου της περιόδου αναστολής ο κατάδικος διαπράξει νέο αδίκημα και καταδικασθεί γι΄ αυτό είτε μετά τη λήξη της εν λόγω περιόδου των τριών ετών σε ποινή φυλάκισης, η ανασταλείσα κατά τα ανωτέρω ποινή θα ενεργοποιηθεί αυτόματα εις τρόπον ώστε, μετά την έκτιση της οποιασδήποτε τέτοιας νέας ποινής ο κατάδικος να εκτίσει, το υπόλοιπο της δυνάμει του παρόντος εντάλματος ανασταλείσας ποινής.». Όπως δε προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Τεκμήριο VI, o κατηγορούμενος δυνάμει της Προεδρικής Χάρης, αποφυλακίστηκε την 10.02.2014 και λίγο χρόνο αργότερα και συγκεκριμένα την 14.9.2015 διέπραξε τα αδικήματα της παρούσας, στα οποία με δική του παραδοχή βρέθηκε ένοχος. Το υπόλοιπο δε της ποινής που θα πρέπει να εκτίσει σε περίπτωση που επιβληθεί σ΄ αυτόν ποινή φυλάκισης, όπως η Κατηγορούσα Αρχή πληροφόρησε το Δικαστήριο, ανέρχεται σε 438 μέρες. Το στοιχείο δε αυτό ως η νομολογία αναγνωρίζει, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιβολή ποινής. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας[10]: «Είναι θεμελιωμένη αρχή της επιβολής ποινών ότι όταν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε ένα κατηγορούμενο ή όταν επιβάλλεται μια ποινή και ταυτόχρονα ενεργοποιείται άλλη ανασταλείσα ποινή, διαδοχικά προς την δεύτερη ποινή που επιβάλλεται, το καθήκον του Δικαστηρίου που επιβάλλει τέτοια ποινή είναι να βεβαιωθεί πως το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό (Δέστε: Bocskei [1970] 54 Cr. App. R. 519). Το επιβάλλον ποινή Δικαστήριο, υπό συνθήκες όπως της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να λάβει υπόψη του και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του αδικήματος και της ποινής. Σε κάθε περίπτωση η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο πρέπει να είναι ανάλογη προς το αδίκημα που διέπραξε. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην περίπτωση ενεργοποίησης ποινής φυλάκισης διαδοχικά προς την επιβαλλόμενη ποινή. Και πάλιν σε τέτοια περίπτωση το τελικό καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει κατά πόσο το σύνολο των ποινών είναι υπερβολικό και αν είναι υπερβολικό να το μειώσει έτσι ώστε να είναι δίκαιο για τον κατηγορούμενο (Δέστε: Rafferty, 23.11.71, 2800/B/71, η οποία αναφέρεται στο σύγγραμμα D.A. Thomas, Principles of Sentencing, 2nd Ed., p. 255).» Οι ποινές που επιβάλλονται συνήθως σε τέτοιας φύσης υποθέσεις είναι πολυετείς φυλακίσεις[11], η κάθε υπόθεση όμως, ως αναφέραμε και ανωτέρω, θα πρέπει να κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Αφού συνυπολογίσαμε όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας, συμπεριλαμβανομένου και των όρων που είχαν τεθεί στην δοθείσαν στον κατηγορούμενο Προεδρική Χάρη και αφού αξιολογήσαμε κάθε σχετικό με την ποινή παράγοντα, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις πιο κάτω ποινές: Κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 6 ετών Κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 3 ετών. Κατηγορία 5: ποινή φυλάκισης 2 ετών. Οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν. Στο χρόνο κράτησης να συνυπολογισθεί ο χρόνος προφυλάκισης του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος θα εκτίσει την πιο πάνω ποινή και στη συνέχεια θα εκτίσει την ποινή φυλάκισης των 438 ημερών, που ως αναφέραμε πιο πάνω αναστάληκε λόγω της Προεδρικής Χάρης. Σε σχέση με τα Τεκμήρια, κρίνουμε σκόπιμο όπως καταχωρηθεί ξεχωριστή αίτηση ως προς τούτου καθότι στο αίτημα που υπέβαλε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δεν γίνεται επαρκής περιγραφή των Τεκμηρίων. (Υπ.) ............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΤ Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά: Απόπειρα Φόνου [1] Βλέπετε σχετικά Πισκόπου και Δημοκρατία
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, 351 [2] Βλέπετε σχετικά Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 [3] Βλέπετε σχετικά Περικλέους και Αστυνομία
(2003)2 Α.Α.Δ. 397 [4] Βλέπετε σχετικά Περικλέους και Αστυνομία
(2003)2 Α.Α.Δ. 397 [5]
(2001)2 Α.Α.Δ. 383 [6] Δέστε επίσης Στέλιος Μαυρολούκας ν. Κ.Δ., ECLI:CY:AD:2015:B73, Π.Ε. 212/13, ημερομηνίας 5.2.2015 [7] Βλέπετε σχετικά Ονησίλλου και Δημοκρατία
(1999)2 Α.Α.Δ. 556 [8] Βλέπετε σχετικά Περικλέους και Αστυνομία
(1996)2 Α.Α.Δ. 34 [9] Βλέπετε σχετικά Γενικός Εισαγγελέας και Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17 [10]
(2007)2 Α.Α.Δ. 62, 66 [11] Βλέπετε σχετικά Αναστασίου και Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 492, Τσεκούρα και Δημοκρατία
(2012)2 Α.Α.Δ. 563. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο