Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Hussein Abdallah, Αρ. Υπόθεσης: 18216/12, 24/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B171 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18216/12 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Hussein Abdallah Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 24/10/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κα Μ. Νεοφύτου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια μόνο κατηγορία. Αυτή της κλοπής από υπάλληλο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, μεταξύ του μηνός Αυγούστου του 2008 και του μηνός Οκτωβρίου του 2010 στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού και ενώ ήταν υπάλληλος στην εταιρεία «Soboh Petroleum Cyprus» μέσω του Aiman Soboh από τη Συρία, έκλεψε το χρηματικό ποσό των Ε23.353.98=, ένα φορητό υπολογιστή μάρκας Toshiba αξίας Ε649.75=, δύο κινητά τηλέφωνα μάρκας Blackberry αξίας Ε450= το ένα, δύο κινητά τηλέφωνα μάρκας HTC αξίας Ε340= το ένα και 14 κάρτες πρόσβασης στα γραφεία της εταιρείας Soboh Petroleum Cyprus αξίας Ε56= όλα συνολικής αξίας Ε24.642.06=, περιουσία του εργοδότη του. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, τα ακόλουθα γεγονότα δηλώθηκαν παραδεκτά. Ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων Β
(2), 26 (Β) και 27 (Β) αποτελεί πιστή μετάφραση των Τεκμηρίων Β
(1), 26 (Α) και 27 (Α). Ότι o Abdallah Hussein που αναφέρεται στα Τεκμήρια 19, 20 και 21 είναι ο κατηγορούμενος. Ότι η πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 4546892700074910 και οι πέντε κάρτες εισόδου που αναφέρονται στο Τεκμήριο 21, είναι τα Τεκμήρια 6 και 1 (Α-Ε). Ότι τα έγγραφα στα οποία γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 22 είναι τα Τεκμήρια 9, και
- Ότι τα τεκμήρια στα οποία γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 23 είναι τα Τεκμήρια 2-
- Ότι ο Hussein στον οποίο επίσης γίνεται αναφορά στο ίδιο τεκμήριο είναι ο κατηγορούμενος. Ότι ο Hussein Abdallah τον οποίο συνέλαβε η λοχίας 176 είναι ο κατηγορούμενος και ότι τα χρυσαφικά στα οποία αναφέρθηκε ο Μ.Κ.4 είναι τα Τεκμήρια 2-
- Κάποια έγγραφα κατατέθηκαν επίσης από κοινού ως τεκμήρια και το περιεχόμενο τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Αυτά είναι η κατάθεση του Εύη Ζένιου ημερομηνίας 29/12/2010, το τιμολόγιο της Zenios Electronics Ltd και οι καταθέσεις του Πανίκου Σταύρου ημερομ. 21/6/2011, του αστυφ. 2643 Ανδρόνικου Φωτίου, του Σάββα Ιωάννου, της Έλενας Χαραλάμπους, της λοχίας 176 Ελένης Μιχαήλ και του αστυφ. 494 Μάριου Φιλίππου (Τεκμήρια 18-25 αντίστοιχα). Κατατέθηκαν επίσης η ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο στη μητρική του γλώσσα με μετάφραση της στην Ελληνική (Τεκμήρια 26 (Α) και 26 (Β) αντίστοιχα), με παραδεκτό γεγονός ότι αυτή έχει ληφθεί από τον κατηγορούμενο, όπως και η γραπτή κατηγορία (Τεκμήρια 27 (Α) και 27 (Β)) με παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς. Όλα τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, ο Α/Αστυφ. 3498 Φ. Οντέτσης, ο Aiman Soboh, ο Δημήτρης Δημητρίου, ο Μιχάλης Κωνσταντίνου και η Αριάδνη Χριστοδούλου (Μ.Κ.1-5). Μετά δε την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, o κατηγορούμενος και ενώ ήταν υπάλληλος της συγκεκριμένης εταιρείας και ενώ του είχε παραδοθεί πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Κύπρου για να την χρησιμοποιεί αποκλειστικά και μόνο στο εξωτερικό και για σκοπούς της εταιρείας, μεταξύ του Αυγούστου του 2008 και του Οκτωβρίου του 2010 την χρησιμοποίησε και στην Κύπρο για κάλυψη δικών του προσωπικών εξόδων, δημιουργώντας το χρεωστικό υπόλοιπο που αναφέρεται στην κατηγορία. Του καταλογίζεται επίσης ότι δεν επέστρεψε, αλλά κατακράτησε τα αντικείμενα που εκτίθενται στο κατηγορητήριο και αποτελούν περιουσία της παραπονούμενης εταιρείας. Αντίθετα ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως, ισχυρίσθηκε ότι η πιστωτική αυτή κάρτα του δόθηκε από την εταιρεία για να την χρησιμοποιεί όχι μόνο στο εξωτερικό αλλά και στην Κύπρο. Υποστήριξε ακόμα ότι ο Aiman Soboh (Μ.Κ.2) γνώριζε πολύ καλά πότε και πως χρησιμοποιούσε την κάρτα και δέχθηκε ότι σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποίησε την κάρτα για κάλυψη προσωπικών του αναγκών αλλά πάντοτε σε γνώση του Μ.Κ.
- Αναφορικά δε με τα αντικείμενα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς και ειδικότερα ότι αυτά του δόθηκαν από την εταιρεία κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του σε αυτήν χωρίς ποτέ να του ζητηθεί να τα επιστρέψει. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. M.K.1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Αυτός και σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσε την γραπτή κατάθεση που ετοίμασε για την υπόθεση (Τεκμήριο Α) και την υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Σε αυτήν εκθέτει ενέργειες στις οποίες προέβη. Προφορικά δε, πρόσθεσε ότι προχώρησε και σε άλλες ενέργειες τις οποίες και παρέθεσε. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει και παρατηρώντας τη γενικότερη συμπεριφορά του, δεν έχω πεισθεί για την επάρκεια και αντικειμενικότητα των ενεργειών του. Αμφιβολίες για την ανεξαρτησία της έρευνας του, προκαλούνται από απαντήσεις που έδωσε όσο αφορά τα αντικείμενα τα οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι έχει κλέψει και τα οποία δέχθηκε ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία που είχε τεθεί υπόψη του, ποτέ δεν ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να τα επιστρέψει. Οι απαντήσεις που έδωσε αντεξεταζόμενος επί του θέματος και για τους λόγους που θεώρησε ότι υπήρχε ζήτημα κλοπής από υπάλληλο δεν ήταν καθόλου ικανοποιητικές. Απορίες δημιουργούνται από απαντήσεις που έδωσε και πάλι κατά την αντεξέταση αναφορικά με τα όσα προέβαλε κάποιος Μουνζέρ Μουμνέ, οικονομικός σύμβουλος του Μ.Κ.
- Ερωτώμενος κατά πόσον ο Μουμνέ με δεύτερη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 14) αναίρεσε το περιεχόμενο της πρώτης του κατάθεσης (Τεκμήριο 12) με την οποία ενέπλεκε τον κατηγορούμενο και αν με τη δεύτερη αυτή κατάθεση ο Μουμνέ ισχυρίσθηκε ότι τα όσα προέβαλε στην πρώτη ήταν γιατί εξαναγκάσθηκε από τον Soboh απάντησε κατά λέξη «Δεν θυμάμαι αν το είπε ακριβώς με αυτή την ορολογία». Η απάντηση του αυτή που δεν είναι σαφής και ξεκάθαρη, δημιουργεί την απορία τι ακριβώς λέχθηκε από τον Μουμνέ. Είπε κάτι τέτοιο αλλά με διαφορετικές εκφράσεις ή όχι; Στην αμέσως επόμενη ερώτηση αν αυτό είχε αναφέρει έστω και με παρόμοια λόγια, απάντησε και πάλι κατά λέξη «Απλώς ο μάρτυρας ζήτησε όπως αναιρέσει το περιεχόμενο της αρχικής του κατάθεσης». Σε ερωτήσεις δε που ακολούθησαν απέφευγε να απαντήσει ευθέως. Δεν μπορούσε να θυμηθεί και δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει ικανοποιητικά τη διαφορά στα ποσά που αφορά η καταγγελία. Και τούτο ενόψει της διαφοροποίησης που παρατηρείται στο ποσό που ανάφεραν ο Μουμνέ, η Αριάδνη αλλά και στο ποσό που ο ίδιος κατέληξε και ήταν τρία διαφορετικά, δηλαδή Ε24.810.34=, Ε24.642.06= και Ε 23.335.98= αντίστοιχα. Για τους πιο πάνω λόγους αυτό που αποδέχομαι από τη μαρτυρία του είναι ότι διεξήγαγε τις ενέργειες που ανάφερε και τίποτε περισσότερο. Ο Μ.Κ.2 είναι ο πρόεδρος και ιδιοκτήτης της παραπονούμενης εταιρείας. Και αυτός υιοθέτησε ως μέρος της κύριας του εξέτασης την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορούμενου. Υποστήριξε ότι η επίδικη πιστωτική κάρτα εκδόθηκε κατόπιν δικών του οδηγιών για χρήση μόνο στο εξωτερικό και για κάλυψη επαγγελματικών και μόνο εξόδων, κάτι που ο ίδιος τόνισε στον κατηγορούμενο. Στην καταγγελία εναντίον του τελευταίου, προχώρησε όταν υφιστάμενοι του, τον πληροφόρησαν για τη χρήση τη κάρτας και στην Κύπρο και για προσωπικές ανάγκες του κατηγορούμενου, κάτι που ο ίδιος δεν γνώριζε προηγουμένως εκτός μόνο από μία περίπτωση. Από την αρχή πρέπει να λεχθεί ότι αυτός δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια των προθέσεων του και των όσων εξέθεσε. Και αυτό γιατί κάποια στοιχεία στη μαρτυρία του που παρατίθενται πιο κάτω, μου έχουν δημιουργήσει έντονες αμφιβολίες για την αλήθεια της εκδοχής του. Απορίες δημιουργούνται κατ' αρχήν σε σχέση με το ποσό που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του έκλεψε ο κατηγορούμενος από την εταιρεία. Στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 27/12/2010, αναφέρει ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος τον Οκτώβριο, που προφανώς είχε προηγηθεί, του είχε ομολογήσει ότι έκλεψε από την εταιρεία το ποσό των Ε980.000= Δολαρίων Αμερικής. Για αυτό και του ανέστειλε τα καθήκοντα του στην εταιρεία μέχρι να ξεκαθαρισθεί τι είχε συμβεί, ανακαλύπτοντας ότι το ποσό που ο κατηγορούμενος τελικά αποκόμισε ανερχόταν σε 2.200.000= Δολάρια Αμερικής και ότι χρησιμοποίησε την πιστωτική κάρτα που του είχε δοθεί από την εταιρεία για δικούς του σκοπούς χρεώνοντας την με το ποσό των Ε23.335.98=. Διερωτώμαι όμως εάν ο ισχυρισμός του ότι τελικά το ποσό που διαφάνηκε ότι έκλεψε ο κατηγορούμενος ανέρχεται στα 2.200.000= Δολάρια Αμερικής ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε γιατί ο κατηγορούμενος δεν κατηγορείται για κλοπή του συγκεκριμένου αυτού ποσού, παρά μόνο κατηγορείται για το ποσό που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και είναι πολύ μικρότερο; Και αυτό χωρίς να μου διαφεύγει ότι όπως ο Μ.Κ.1 είπε εναντίον του κατηγορούμενου και με παραπονούμενη την ίδια εταιρεία, υπάρχει άλλη υπόθεση που διερευνάται, για την οποία όμως δεν διευκρινίστηκε τίποτε περισσότερο. Διαφοροποίηση ως προς το ποσό που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, έκλεψε ο κατηγορούμενος παρατηρείται και με ισχυρισμούς που προέβαλε αντεξεταζόμενος όταν είπε ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε αρχικά στον αδελφό του και στην συνέχεια και στον ίδιο ότι έκλεψε από την εταιρεία ποσό Ε950.000=, κάτι για το οποίο προχώρησε σε καταγγελία στην αστυνομία η οποία όπως είπε διερευνά εναντίον του κατηγορούμενου υπόθεση για ποσό 2.200.000=. Ήταν ισχυρισμός του Μ.Κ.2 ότι η πιστωτική κάρτα θα έπρεπε να χρησιμοποιείται μόνο στο εξωτερικό και όταν ο κατηγορούμενος θα μετέβαινε εκεί για επαγγελματικούς σκοπούς. Απορίες όμως σε σχέση με το ζήτημα δημιουργούνται γιατί ενώ και όπως ο ίδιος είπε, όταν αποφάσισε να ζητήσει την έκδοση της συγκεκριμένης κάρτας, μετέβη στην τράπεζα και ζήτησε από τον διευθυντή της, την έκδοση της κάρτας με όριο Ε5.000= και για χρήση μόνο εκτός Κύπρου, γιατί δεν ζήτησε από την τράπεζα αυτός ο όρος να καταγραφεί και στην αίτηση (Τεκμήριο 10), έτσι ώστε η κάρτα να εκδοθεί για χρήση μόνο στο εξωτερικό, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό και τη λειτουργία της για τον περιορισμένο σκοπό για τον οποίο σύμφωνα πάντα με τη θέση του είχε εκδοθεί; Ειδικότερα μάλιστα ενόψει του ότι και όπως ο ίδιος είπε την αίτηση την συμπλήρωσε υπάλληλος της τράπεζας κατόπιν δικών του οδηγιών. Απορίες επίσης δημιουργούνται από τη θέση του ότι ενώ ο κατηγορούμενος για την περίοδο από το 2008 μέχρι και το 2010 χρέωσε επανειλημμένα με την χρήση της κάρτας τον λογαριασμό της εταιρείας με διάφορα ποσά για προσωπική του χρήση στην Κύπρο, αυτό δεν περιήλθε στην αντίληψη του. Επί του σημείου αυτού και παρά το ότι επέμενε μέχρι τέλους στην αλήθεια του συγκεκριμένου ισχυρισμού, καθόλου δεν με έπεισε για την αλήθεια του. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία και την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης του, είπε ότι όλες οι τραπεζικές καταστάσεις για τους λογαριασμούς της εταιρείας πήγαιναν κατευθείαν στο λογιστήριο χωρίς ο ίδιος να τις ελέγχει. Αντεξεταζόμενος όμως, δέχθηκε ότι κάθε ζήτημα που είχε σχέση με τη λειτουργία της εταιρείας το εξέταζε λεπτομερώς και κανένα ποσό δεν πληρωνόταν χωρίς δική του έγκριση. Είπε σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του «Κάθε τι, το έβλεπα λεπτομερώς. Δεν ξοδευόταν τίποτα εκτός μόνο μετά από δική μου έγκριση». Πως είναι λοιπόν δυνατό και εφόσον σύμφωνα και με τον δικό του ισχυρισμό τίποτε δεν ξοδευόταν χωρίς τη δική του έγκριση, να μην είχε περιέλθει στην αντίληψη του για τόσο μακρύ χρονικό διάστημα η χρήση της κάρτας κατά παράβαση των οδηγιών που είχε δώσει; Ερωτώμενος δε ευθέως πως είναι δυνατό αφού έλεγχε όλες τις πληρωμές που γίνονταν από την εταιρεία να μην είχε περιέλθει στην αντίληψη του η κίνηση του λογαριασμού της επίδικης πιστωτικής κάρτας και οι πληρωμές που γίνονταν, απέφευγε να απαντήσει ευθέως, επιμένοντας πάντως ότι ποτέ δεν είχε δει τις κινήσεις του λογαριασμού και ότι δεν είχε γνώση για πληρωμές, ισχυρισμός που όμως δεν συνάδει με τη λογική αλλά και της δήλωσης του ότι τίποτα δεν ξοδευόταν χωρίς την έγκριση του. Αδιευκρίνιστες παρέμειναν και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η κάρτα αυτή ανανεώθηκε αλλά και προπάντων οι συνθήκες που πληρωνόταν το χρεωστικό υπόλοιπο της κάρτας. Επί του δεύτερου αυτού σημείου, ο Μ.Κ.2 έδωσε συγκεχυμένους και ασαφείς ισχυρισμούς. Ερωτώμενος επί του Τεκμηρίου 9 που αποτελεί την κατάσταση λογαριασμού της τράπεζας για την συγκεκριμένη κάρτα, πως και γιατί κατατέθηκε στο λογαριασμό το ποσό των Ε10.000= ισχυρίσθηκε ότι δεν θυμόταν το συγκεκριμένο ποσό και δεν γνώριζε τίποτε για αυτό. Αλλά πως ήταν δυνατό να αγνοεί την κατάθεση αυτού του σημαντικού χρηματικού ποσού από την στιγμή που όπως ο ίδιος είπε τίποτε δεν ξοδευόταν χωρίς τη δική του έγκριση; Δημιουργείται περαιτέρω και η απορία γιατί έγινε η κατάθεση αυτού του ποσού που ξεπερνούσε κατά πολύ το χρεωστικό υπόλοιπο της κάρτας που ανερχόταν όπως προκύπτει από το ίδιο τεκμήριο στο ποσό των Ε 5.503.43=; Με ποιου τις οδηγίες και γιατί; Πολύ σημαντικό είναι και πρέπει να λεχθεί ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.5 η οποία για τους λόγους που αναφέρονται πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της δικής της μαρτυρίας γίνεται αποδεκτή, οι πληρωμές σε σχέση με την κάρτα γίνονταν από τον κεντρικό λογαριασμό της εταιρείας. Πως είναι λοιπόν δυνατό ένας διευθυντής μιας τόσο μεγάλης εταιρείας να μην παρακολουθεί την κίνηση του κεντρικού λογαριασμού της εταιρείας του; Αυτό δεν συνάδει καθόλου με τη λογική, ούτε ακόμα και με τη θέση του ίδιου του Μ.Κ.2 ότι τίποτε δεν πληρωνόταν χωρίς τη δική του έγκριση. Οι απορίες που δημιουργούνται εντείνονται και από απάντηση που έδωσε σε σχέση με τα επαγγελματικά έξοδα που πλήρωνε ο αδελφός του, επίσης αντιπρόεδρος στην εταιρεία και στη συνέχεια του καταβάλλονταν από την εταιρεία. Είπε σε σχέση με αυτά ότι ο αδελφός του, πλήρωνε τα επαγγελματικά αυτά έξοδα, χρησιμοποιώντας τη δική του προσωπική πιστωτική κάρτα και μετά και αφού του έπαιρνε το λογαριασμό και ο μάρτυρας έδινε την έγκριση του, του καταβάλλονταν. Οι απορίες που εύλογα δημιουργούνται είναι πως και γιατί και ενώ ακόμα και με τον ίδιο του τον αδελφό ακολουθούσε αυτή την πρακτική, να ελέγχει δηλαδή τα ποσά που πλήρωνε, να μην πράττει το ίδιο και για τον κατηγορούμενο, έστω και αν τον θεωρούσε ως γιο του όπως ισχυρίσθηκε; Πολύ δε περισσότερο να αφήνει εντελώς ανεξέλεχτη τη χρήση μιας πιστωτικής κάρτας που εκδόθηκε και του παρασχέθηκε για περιορισμένο όπως υποστήριξε σκοπό και για μακρύ χρονικό διάστημα; Προσπαθώντας να πείσει ότι δεν γνώριζε απολύτως τίποτε για τη χρήση της κάρτας, έδωσε μια συγκεχυμένη αλλά και αντιφατική εικόνα και για τα πρόσωπα που είχαν σχέση με τον έλεγχο των οικονομικών της εταιρείας και ειδικότερα τους υπεύθυνους του λογιστηρίου, τα άτομα δηλαδή που θα έπρεπε να γνωρίζουν και να τον πληροφορήσουν για τις χρεώσεις της κάρτας αυτής. Είπε σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ότι κατά τον επίδικο χρόνο στο λογιστήριο εργάζονταν μόνο ο Μουμνέ και η Αριάδνη και ότι από αυτούς έλαβε και τις πληροφορίες που σχετίζονται με την υπόθεση. Σε άλλο όμως σημείο ισχυρίσθηκε ότι υπεύθυνοι του λογιστηρίου ήταν κάποιοι Μάριος Μιλτιάδου και Δημήτρης Δημητρίου. Προσδιόρισε δε τα καθήκοντα τους λέγοντας ότι ήταν «ο οικονομικός έλεγχος, οικονομική διοίκηση στο τμήμα λογιστών», προσθέτοντας χωρίς όμως όπως είπε να θυμάται ακριβώς, ότι ο πρώτος έφυγε από την εταιρεία περί το τέλος του 2009, αρχές του 2010 και ο δεύτερος επίσης το 2009 ή το
- Να σημειωθεί ότι σε άλλο σημείο της αντεξέτασης ισχυρίσθηκε ότι ο Μουμνέ ήταν οικονομικός σύμβουλος του προέδρου της εταιρείας, δηλαδή του ιδίου. Ενώ σε κάποια στιγμή της αντεξέτασης του και όταν ρωτήθηκε αν κατά την περίοδο εκείνη υπεύθυνη του λογιστηρίου ήταν η Αριάδνη απάντησε κατά λέξη «Δεν ήταν υπεύθυνη. Ήταν λογίστρια. Υπεύθυνος ήταν ο Μουζνέρ», σε άλλο σημείο και πάλι κατά την αντεξέταση και όταν ρωτήθηκε εάν συμφωνεί με τη θέση ότι ο Μουμνέ δεν ήταν μέρος του λογιστηρίου απάντησε και πάλι κατά λέξη λέγοντας «Όχι, ήταν οικονομικός μου σύμβουλος και μπορούσε να μπει να δει οτιδήποτε μεγάλο ή μικρό που αφορούσε την εταιρεία». Ενώ δίδοντας ένορκη μαρτυρία ισχυρίσθηκε ότι όταν παρέδιδε την πιστωτική κάρτα στον κατηγορούμενο παρόντες ήταν και οι Μάριος Μιλτιάδου και Δημήτρης Δημητρίου, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την παράλειψη του να προβάλει τον ισχυρισμό αυτό και στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ισχυρίσθηκε ότι κατά το χρόνο που έδιδε την κατάθεση του απλώς απαντούσε στα όσα ο αστυφύλακας τον ρωτούσε. Σε άλλο σημείο και ερωτώμενος γιατί τα πρόσωπα αυτά δεν έδωσαν κατάθεση στην αστυνομία απάντησε ότι αυτοί δεν ήταν παρόντες όταν υπέβαλε την καταγγελία στην αστυνομία και ότι αυτό, ήταν ζήτημα του αστυνομικού στον οποίο υπέβαλε την καταγγελία και ότι αυτός έπρεπε να τον είχε ρωτήσει. Δέχθηκε όμως στη συνέχεια ότι όταν έδιδε κατάθεση στην αστυνομία, δεν αναφέρθηκε στα πρόσωπα των υπεύθυνων του λογιστηρίου, δημιουργώντας με την απάντηση του αυτή την απορία πως ήταν δυνατό ο αστυνομικός να έπρεπε να τον είχε ρωτήσει για το ζήτημα αφού ο ίδιος δεν του είχε καν αναφέρει για την ύπαρξη των ατόμων αυτών; Αξιοπερίεργο επίσης είναι ότι ενώ ισχυρίσθηκε ότι όταν εκδόθηκε η συγκεκριμένη κάρτα έδωσε οδηγίες στον διευθυντή της τράπεζας και τον οικονομικό του διευθυντή να ελέγχουν ότι η κάρτα χρησιμοποιείται μόνο εκτός Κύπρου και παρόλο που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κανένας από αυτούς δεν τον ενημέρωσε για τη χρήση της κάρτας στο εσωτερικό, δεν απέδωσε καμία ευθύνη για την παράλειψη αυτή σε κανένα από τους δύο. Τέτοια ευθύνη απέδωσε μόνο στον κατηγορούμενο, κάτι που θεωρώ ότι δεν είναι αναμενόμενο από κανένα άτομο και ειδικότερα από ένα μεγαλοεπιχειρηματία ο οποίος συναλλάσσεται με μεγάλα χρηματικά ποσά και ο οποίος λογικό θα ήταν και αναμενόμενο να εκφράσει έστω τη διαμαρτυρία του στην τράπεζα και να προβεί σε επίπληξη προς τον υπάλληλο του. Σε σχέση με τις κάρτες πρόσβασης που ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του, υποστήριξε ότι κάθε υπάλληλος είχε δικαίωμα να έχει μια μόνο κάρτα και ότι με αυτήν είχε δικαίωμα να εισέρχεται στον όροφο που εργαζόταν και στο γραφείο του. Μέσα από τα όσα ανάφερε σε σχέση με το θέμα, δεν προκύπτει ξεκάθαρη εικόνα ούτε πως αυτές εκδίδονταν, ούτε και πως βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου. Και αυτό γιατί οι απαντήσεις του ήταν γενικόλογες και αόριστες και σε κάποιες περιπτώσεις απλώς αποτέλεσμα υποθέσεων. Ερωτώμενος αν για την έκδοση των καρτών αυτών, είχαν τεθεί κάποιοι όροι περιορίσθηκε να απαντήσει θετικά, προσθέτοντας ότι αυτοί οι όροι υπήρχαν βάσει των κανονισμών της εταιρείας και ότι τους όρους αυτούς τους καθόριζε ο αρμόδιος υπάλληλος για την έκδοση τους, που ήταν ο υπεύθυνος για τη λειτουργία των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Δεν διευκρινίσθηκε όμως ποιοι ήταν αυτοί οι όροι, ούτε και ποιοι ήταν οι κανονισμοί της εταιρείας, ούτε ακόμα έκαμε και οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι συγκεκριμένες κάρτες. Όταν ρωτήθηκε αν έπρεπε να υποβληθεί γραπτό αίτημα για χορήγηση τέτοιας κάρτας, απάντησε και πάλι με τρόπο γενικό ότι υπήρχε κάποιος «τύπος» ο οποίος συμπληρωνόταν για να παραληφθεί η κάρτα, χωρίς και πάλι να προβληθεί τι περιλάμβανε και τι προνοούσε ο «τύπος» αυτός και χωρίς καν να αναφέρει αν ο κατηγορούμενος είχε συμπληρώσει τον «τύπο» τούτο. Εντελώς υποθετικά απάντησε ότι σε περίπτωση απώλειας μιας τέτοιας κάρτας θα ακολουθούνταν κάποιες «φυσιολογικές» όπως τις χαρακτήρισε διαδικασίες, λέγοντας πάντως ότι δεν του είπαν ποτέ ότι χάθηκε μια τέτοια κάρτα για να γνωρίζει τι θα γινόταν. Κατέληξε δε να πει ότι ο ίδιος δεν έκαμε οποιεσδήποτε ενέργειες για να διερευνήσει το λόγο που ο κατηγορούμενος είχε περισσότερες αντί μία κάρτα πρόσβασης, λέγοντας ότι αυτό ήταν «δουλειά» του Μουζνέρ και της Αριάδνης. Απαντώντας τι συνέβαινε στην περίπτωση που κάποιος υπάλληλος έχανε την κάρτα πρόσβασης που κατείχε, έσπευσε να απαντήσει ότι «Δεν συνέβηκε κάποιος υπάλληλος μας να χάσει κάρτα. Δεν έχω ακούσει». Ο απόλυτος τρόπος με τον οποίο απάντησε δημιουργεί το ερώτημα πως μπορεί ένας πρόεδρος τόσο μεγάλης εταιρείας να μπορεί να γνωρίζει και να βεβαιώνει ότι κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί; Διότι για να συμβαίνει κάτι τέτοιο θα έπρεπε να παρακολουθεί και να προσπαθεί τουλάχιστο να γνωρίζει τα πάντα μέσα στην εταιρεία. Ότι πιθανό αυτό να συνέβαινε στην εξεταζόμενη περίπτωση προκύπτει και από απάντηση που έδωσε στη συνέχεια ερωτώμενος τι θα γινόταν στην περίπτωση που κάποιος υπάλληλος ήθελε να πάει σε όροφο άλλο από αυτόν που εργαζόταν και σε ώρες που δεν επιτρεπόταν. Η απάντηση που έδωσε ήταν ότι αν θα πήγαινε σε άλλες ώρες, έπρεπε ο ίδιος να το γνωρίζει, ενώ σε σχέση με την μετάβαση κάποιου υπαλλήλου σε άλλο όροφο από αυτόν στον οποίο εργαζόταν και είχε πρόσβαση, είπε απλώς ότι θα έπρεπε να κτυπήσει το κουδούνι της πόρτας και να του ανοίξουν ή ήταν δυνατό η πόρτα να ήταν ανοιχτή. Ερωτώμενος μάλιστα κατά την κυρίως μάλιστα εξέταση εάν ο ίδιος και μετά που έμαθε ότι ο κατηγορούμενος είχε περισσότερες από μία κάρτες πρόσβασης στην κατοχή του μίλησε με τον υπεύθυνο έκδοσης των καρτών απάντησε και πάλι γενικόλογα λέγοντας κατά λέξη «είχε φύγει από την εταιρεία, είχε δηλώσει παραίτηση και υπάρχει υπόθεση στην αστυνομία ότι έκλεψε όλες τις πληροφορίες της εταιρείας από τον σκληρό δίσκο», προσθέτοντας στη συνέχεια την δική του εκτίμηση λέγοντας ότι για να προμηθεύσει τον κατηγορούμενο με πέντε κάρτες πρέπει να υπήρχε κάποια συμφωνία μεταξύ τους. Αντεξεταζόμενος δε και ερωτώμενος εάν γνωρίζει αν βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου οι κάρτες πρόσβασης απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Προσήγαγε ο μάρτυρας αυτός και εξ' ακοής μαρτυρία σε μέρος της οποίας γίνεται αναφορά πιο πάνω και δεχόμενος καταληκτικά αντεξεταζόμενος ότι προέβη στις καταγγελίες βασιζόμενος στις πληροφορίες που του είχαν δοθεί. Τέτοια εξ' ακοής μαρτυρία προσήχθη και στην περίπτωση που είπε ότι υπάλληλος της εταιρείας ζήτησε από τον κατηγορούμενο να παραδώσει όλα τα αντικείμενα της εταιρείας που κρατούσε και ότι για αυτό του στάληκε και επιστολή. Εκτός όμως του ότι τέτοια επιστολή δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο όταν ρωτήθηκε πότε του είχε σταλεί, απαντούσε εντελώς γενικά και αόριστα ακόμα και υποθετικά, λέγοντας ότι πρόκειται για θέματα που δεν χειρίζεται ο ίδιος. Απαντώντας σε ερώτηση αν ο ίδιος ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του επιστρέψει τις κάρτες πρόσβασης είπε ότι δεν το έπραξε. Σε ερώτηση αν ο Μουμνέ είχε ζητήσει κάτι τέτοιο από τον κατηγορούμενο απάντησε κατά λέξη «Σίγουρα θα του έχει ζητήσει». Στην απάντηση του αυτή εμπεριέχεται σαφώς το υποθετικό στοιχείο το οποίο καθόλου δεν συνάδει με την βεβαιότητα η οποία επίσης εμπεριέχεται σε αυτήν. Αναφερόμενος στον υπολογιστή, στο τηλέφωνο Βlackberry και στα δύο τηλέφωνα ΗΤC για τα οποία επίσης κατηγορείται ο κατηγορούμενος, είπε ότι και τα θέματα αυτά ήταν ειδικότητα του υπεύθυνου των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Πρέπει να λεχθεί ότι λόγω όλων όσων αναφέρονται πιο πάνω, δεν έχω πειστεί για την αλήθεια των όσων ο μάρτυρας προέβαλε και ειδικότερα για την αλήθεια των βασικών του ισχυρισμών, ότι η πιστωτική κάρτα βάσει της οποίας δημιουργήθηκαν οι χρεώσεις για το σύνολο των οποίων κατηγορείται ο κατηγορούμενος εκδόθηκε για χρήση μόνο στο εξωτερικό και για επαγγελματικούς σκοπούς και ότι ο ίδιος δεν είχε λάβει γνώση για την κίνηση του λογαριασμού. Και αυτό γιατί και όπως προαναφέρεται ο όρος αυτός θα έπρεπε σύμφωνα με τη λογική να είχε τεθεί ως όρος στην αίτηση έκδοσης της κάρτας. Σύμφωνα δε και με τη μαρτυρία της Μ.Κ.5 που για τους λόγους που διαφαίνονται πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της δικής της μαρτυρίας γίνεται αποδεκτή το χρεωστικό υπόλοιπο που κατά καιρούς παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός πληρωνόταν από τον κεντρικό λογαριασμό της εταιρείας. Περαιτέρω λογιστικός έλεγχος των λογαριασμών της εταιρείας και του συγκεκριμένου, γινόταν από τους financial controllers της εταιρείας οι οποίοι γνώριζαν την κίνηση του επίδικου λογαριασμού και στο τέλος κάθε χρόνου και από τους ελεχτές της. Δεν είναι συνεπώς αναμενόμενο ο διευθυντής της εταιρείας που όπως και ο ίδιος δέχθηκε έβλεπε το κάθε τι και τίποτα δεν πληρωνόταν χωρίς τη δική του έγκριση να μην είχε τουλάχιστον πληροφορηθεί την κίνηση του συγκεκριμένου λογαριασμού και μάλιστα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και ενόσω στο λογαριασμό αυτό γίνονταν καταθέσεις ακόμα και για ποσό πολύ μεγαλύτερο του χρεωστικού υπολοίπου. Για αυτό και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του, εκτός μόνο του μέρους αυτής που αποτέλεσε κοινό έδαφος και ειδικότερα ότι κανένα χρηματικό ποσό δεν πληρωνόταν χωρίς τη δική του έγκριση. Για τους ίδιους λόγους δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ' ακοής μαρτυρία που έχει προσκομίσει η οποία πρόσθετα πρέπει να λεχθεί παρέμεινε σε πολλές περιπτώσεις γενική και αόριστη. Ο Μ.Κ.3 είναι εγκεκριμένος λογιστής και εργάσθηκε για αρκετά χρόνια στην εταιρεία Soboh Petreleum Cyprus Ltd. Ξεκίνησε έχοντας άλλα καθήκοντα και κατά την περίοδο μεταξύ 2008-2010 εργάσθηκε εκεί διευθύνοντας μικρότερες εταιρείες του συγκροτήματος. Και από τη θέση αυτή συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του σε χρηματοοικονομικά και τραπεζικά ζητήματα. Τον Δεκέμβρη του 2010 αποχώρησε από την εταιρεία και εργάζεται πλέον αλλού. Αυτός με τη μαρτυρία του υποστήριξε ότι ήταν παρών όταν η αίτηση για έκδοση της πιστωτικής κάρτας (Τεκμήριο 10) συμπληρώθηκε και παραδόθηκε στην τράπεζα και όταν ο Μ.Κ.2 παρέδωσε την κάρτα αυτή στον κατηγορούμενο και βεβαίωσε ότι ο Μ.Κ.2 έθεσε ως όρο στον κατηγορούμενο ότι η χρήση της κάρτας θα γινόταν μόνο στο εξωτερικό. Προέβαλε ακόμα ότι ο όρος αυτός δόθηκε και ως οδηγία προς τον διευθυντή της τράπεζας κατά την παράδοση της αίτησης. Ο μάρτυρας αυτός δεν με έπεισε ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Η εντύπωση που σχημάτισα παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας την όλη συμπεριφορά του ήταν ότι για κάποιους δικούς του λόγους, προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ της αλήθειας και της προσπάθειας του να βοηθήσει τον Μ.Κ.2 να αποδείξει τα όσα είχε καταγγείλει. Σε πολλές περιπτώσεις απέφευγε να βλέπει προς το Δικαστήριο, για κάποια γεγονότα δεν ήταν σαφής και ξεκάθαρος, ενώ δεν κατάφερε να μην περιπέσει σε αντιφάσεις τόσο με άλλους δικούς του ισχυρισμούς, όσο και με ισχυρισμούς που προέβαλε ο Μ.Κ.
- Επί του βασικού του ισχυρισμού και παρά το ότι επέμενε σε αυτόν δεν παρέμεινε σταθερός και δεν ήταν καθόλου πειστικός. Ενώ προέβαλε αρχικά ότι ο όρος για χρήση της κάρτας μόνο στο εξωτερικό δόθηκε και ως οδηγία προς τον διευθυντή της τράπεζας κατά την παράδοση της αίτησης, αντεξεταζόμενος εάν ο Μ.Κ.2 έδωσε τελικά τέτοια οδηγία στον διευθυντή, απάντησε «Ότι γράφεται». Τέτοιος όμως όρος και όπως προαναφέρεται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 δεν αναγράφεται στο Τεκμήριο
- Αμέσως μετά και όταν η ίδια ερώτηση του τέθηκε και πάλι, απάντησε θετικά, ότι δηλαδή αυτό αναφέρθηκε στον διευθυντή. Ασαφής υπήρξε και αυτός, ως προς το άτομο που κατείχε τη θέση του οικονομικού διευθυντή της εταιρείας κατά τον επίδικο χρόνο και ο οποίος και σύμφωνα και με τα όσα ο ίδιος προέβαλε ήταν το αρμόδιο πρόσωπο να ελέγχει τα επαγγελματικά έξοδα του κατηγορούμενου. Όπως είπε τη θέση αυτή, την κατείχε ο ίδιος πριν τον επίδικο χρόνο, αφού από το 2008 και μέχρι το 2010 του είχε ανατεθεί η διεύθυνση μικρότερων εταιρειών στο συγκρότημα Soboh. Μετά από τον ίδιο τη θέση αυτή κατέλαβε ο Μάριος Μιλτιάδου και στη συνέχεια ο Μουμνέ ο οποίος ήταν επιφορτισμένος μεταξύ άλλων καθηκόντων και με την εποπτεία του λογιστηρίου. Πότε όμως ακριβώς εναλλάχθηκαν τα πρόσωπα αυτά στη συγκεκριμένη θέση δεν διευκρινίσθηκε έτσι ώστε να διαφανεί ποιο ήταν τελικά το πρόσωπο που κατά τον επίδικο χρόνο είχε την ευθύνη για τον έλεγχο του επίδικου λογαριασμού και που πάντως δεν ήταν ο ίδιος. Ερωτώμενος που βρισκόταν ο κατηγορούμενος όταν υποβλήθηκε η αίτηση για έκδοση πιστωτικής κάρτας, απάντησε κατά λέξη «Για το θέμα ότι θα εκδώσει κάρτα πιστωτική, ήταν παρών ο κύριος Hussein, δεν ήταν παρών εις την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου». Εκτός της ασάφειας που προκύπτει από το πρώτο μέρος της απάντησης του, απορία δημιουργεί και αυτό που τελικά είπε ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την υποβολή της αίτησης στην τράπεζα. Και αυτό ενόψει του ότι στην αίτηση (Τεκμήριο 10) όπως και ο ίδιος ο μάρτυρας έχει αναγνωρίσει υπάρχει και η υπογραφή του κατηγορούμενου, μαζί με αυτήν του Μ.Κ.
- Σημαντικό επίσης είναι ότι αντεξεταζόμενος επί της αλήθειας του ισχυρισμού του ότι ήταν παρών στο 90% των περιπτώσεων που ο Μ.Κ.2 μετέβαινε στην τράπεζα, διαφοροποίησε τον ισχυρισμό του ότι ήταν παρών κατά την υποβολή της αίτησης λέγοντας κατά λέξη «.. Δεν είπα ότι ήμουν παρών στην κάρτα του Hussein». Σε κάποια σημεία, η μαρτυρία του έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Μια τέτοια περίπτωση παρουσιάζεται σε σχέση με τον τρόπο έκδοσης των καρτών πρόσβασης. Ενώ ο Μ.Κ.2 προσπάθησε να παρουσιάσει τη διαδικασία αυτή ως κάτι δύσκολο και το οποίο γινόταν κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις, σε αντίθεση ο Μ.Κ 3 όταν ρωτήθηκε εάν έκαμε οποιαδήποτε ενέργεια πριν την παραλαβή της κάρτας, όπως την υπογραφή κάποιας αίτησης, απάντησε αρνητικά προσθέτοντας μόνο ότι η εταιρεία αποφάσισε την έκδοση καρτών εισόδου. Ενώ ο Μ.Κ.2 έδωσε την εικόνα ότι αποτελούσε πολύ σοβαρό γεγονός η απώλεια μιας κάρτας πρόσβασης, σε αντίθεση ο Μ.Κ.3 περιορίσθηκε να αναφέρει ότι σε περίπτωση απώλειας μιας τέτοιας κάρτας, το γεγονός αυτό απλώς θα αναφερόταν και θα ακολουθούσε η έκδοση μιας άλλης. Ενώ ο Μ.Κ.2 προσπάθησε με τη μαρτυρία του να δείξει ότι δεν ήταν τόσο απλό ένας υπάλληλος της εταιρείας να μεταβεί από τον όροφο στον οποίο εργαζόταν σε άλλο λέγοντας ότι για να το πράξει θα έπρεπε να κτυπήσει το κουδούνι της πόρτας και να του ανοίξουν ή αν η πόρτα ήταν ανοιχτή να εισέλθει, ο Μ.Κ.3 ανάφερε απλώς ότι οι πόρτες των ορόφων ήταν ανοιχτές. Για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω εκτός μόνο του μέρους αυτής που αποτέλεσε κοινό έδαφος. Ο Μ.Κ.4 είναι ιδιοκτήτης χρυσοχοείου. Από το κατάστημα του ο κατηγορούμενος αγόρασε το 2008 ένα σετ από κοσμήματα, δηλαδή δύο σκουλαρίκια από λευκόχρυσο με δύο μαργαριτάρια το καθένα, μια αλυσίδα λευκόχρυσο με κόσμημα ένα μαργαριτάρι και ένα δακτυλίδι λευκόχρυσο με ένα μαργαριτάρι, συνολικής αξίας Ε2.000=. Το 2009 αγόρασε επίσης ένα μενταγιόν κοχύλι με λευκόχρυσο πάνθηρα με διαμάντια και μια λευκόχρυση καδένα, συνολικής αξίας Ε4.200=. Για την πρώτη αγορά πλήρωσε εξ' ολοκλήρου με την επίδικη πιστωτική κάρτα και για τη δεύτερη αγορά πλήρωσε με την ίδια κάρτα το ποσό των Ε1.700=. Όλες οι πιο πάνω αναφορές του μάρτυρα αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία καθότι ο ίδιος δεν ήταν παρών όταν έγιναν οι αγορές, αλλά όσα προέβαλε τα πληροφορήθηκε από τη σύζυγο του. Επιβεβαίωσε ακόμα ο μάρτυρας ότι ο Μ.Κ.2 ήταν ενήμερος ότι ο κατηγορούμενος μετέβαινε στο συγκεκριμένο κατάστημα για αγορά κοσμημάτων και μάλιστα έτυχε να μεταβούν εκεί μαζί και οι δύο. Ενόψει της γενικότερα θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για το μάρτυρα και κυρίως γιατί η εξ' ακοής μαρτυρία που προσήγαγε σε σχέση με την αγορά των κοσμημάτων δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση γίνεται αποδεκτή όπως και η υπόλοιπη μαρτυρία του. Η Μ.Κ.5 εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο στο λογιστήριο της εταιρείας και τα καθήκοντα της, περιορίζονταν σε καταχωρήσεις στο λογιστικό σύστημα και τα βιβλία της εταιρείας. Αυτά ελέγχονταν από τους financial controllers της εταιρείας όπως τους αποκάλεσε και στο τέλος κάθε χρόνου από τους ελεγχτές. Της ζητήθηκε και ετοίμασε αναλυτική κατάσταση (Τεκμήριο 28) για τις συναλλαγές, πληρωμές και αναλήψεις χρημάτων που έγιναν στην Κύπρο και στο εξωτερικό με την πιστωτική κάρτα και οι οποίες συνολικά ανέρχονται στο ποσό των Ε24.642.06=. Όπως είπε οι πληρωμές σε σχέση με την κάρτα γίνονταν από τον κεντρικό λογαριασμό της εταιρείας αλλά δεν θυμόταν να πει περισσότερες λεπτομέρειες. Ειδικότερα δεν ήταν σε θέση να διευκρινήσει αν οι πληρωμές αυτές γίνονταν με αυτόματη τραπεζική εντολή ή εντολή κάποιου ατόμου. Παρόλο που και στη δική της μαρτυρία διέκρινα μια προσπάθεια να μην πει οτιδήποτε που να παραβλάπτει τα συμφέροντα του Μ.Κ.2, θεωρώ ότι σε γενικές γραμμές μαρτύρησε την αλήθεια. Παρόλο που στην κατάθεση της που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 13) παρουσιάζει κάποια γεγονότα με τρόπο που φαίνεται να είναι σε βάρος του κατηγορούμενου όπως π.χ. ότι όταν ρωτούσε τον κατηγορούμενο πώς να καταχωρεί κάποια από τα έξοδα της κάρτας, όπως αναλήψεις χρημάτων και διάφορα άλλα, αυτός της απαντούσε να μην ρωτά και απλώς να τα καταχωρεί στα έξοδα της εταιρείας, όπως διαφάνηκε από την αντεξέταση τέτοιες οδηγίες έλαβε όχι μόνο από τον κατηγορούμενο αλλά και από το λογιστήριο της εταιρείας και τους financial controllers. Πρέπει να λεχθεί ότι ούτε και από τη δική της μαρτυρία διαφάνηκε ποιοι ήταν οι υπεύθυνοι του λογιστηρίου και οι financial controllers όπως τους αποκαλούσε, σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδου και ειδικότερα κατά την επίδικη, για να διαφανεί ποιος είχε τον ουσιαστικό έλεγχο και την ευθύνη για έλεγχο του συγκεκριμένου λογαριασμού αφού η ίδια ήταν απλώς «bookeeper» όπως είπε, το πρόσωπο δηλαδή που απλώς έπαιρνε τα διάφορα τιμολόγια και τα καταχωρούσε στο σύστημα. Εν πάση περιπτώσει και επειδή και όπως προαναφέρεται η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα ήταν ότι σε γενικές γραμμές είπε την αλήθεια, αποδέχομαι τη μαρτυρία της, η οποία πρέπει να λεχθεί ότι τίποτε ουσιαστικό δεν προσθέτει στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Και αυτό γιατί δεν γνώριζε να αναφέρει αν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του Μ.Κ.2 και του κατηγορούμενου για χρήση της κάρτας μόνο στο εξωτερικό και για επαγγελματικά και μόνο έξοδα, ούτε αν ο Μ.Κ.2 λάμβανε γνώση των κινήσεων του συγκεκριμένου λογαριασμού. Είπε πάντως και αυτά είναι σημαντικά ότι λογιστικό έλεγχο στα της εταιρείας προέβαιναν οι financial controllers της εταιρείας και στο τέλος του χρόνου οι ελεγκττές και ότι οι financial controllers της εταιρείας γνώριζαν ότι γίνονταν χρεώσεις και πιστώσεις στο συγκεκριμένο λογαριασμό της κάρτας και ότι το χρεωστικό υπόλοιπο που κατά καιρούς παρουσίαζε ο συγκεκριμένος λογαριασμός, πληρωνόταν από τον κεντρικό λογαριασμό της εταιρείας. Το Τεκμήριο 28 που η μάρτυρας ετοίμασε, βασίσθηκε εξ' ολοκλήρου σε εξ' ακοής μαρτυρία και συγκεκριμένα στις καταστάσεις λογαριασμού της τράπεζας. Όπως η ίδια είπε, μετέφερε στο Τεκμήριο 28 τα όσα ουσιαστικά καταγράφονται στις καταστάσεις της τράπεζας. Όμως από την στιγμή που οι καταχωρήσεις και γενικότερα το περιεχόμενο και των δύο αυτών τεκμηρίων καθόλου δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, αντίθετα μάλιστα μέρος της επιχειρηματολογίας της βασίσθηκε σε αυτήν προς υποστήριξη των θέσεων της, θεωρώ ότι θα πρέπει να αποδοθεί και αποδίδεται στη μαρτυρία αυτή πλήρης βαρύτητα. Όπως προαναφέρεται και μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας το ύφος και τη συμπεριφορά του καθώς και τη γενικότερη στάση του έχω πεισθεί ότι η έκδοση της πιστωτικής κάρτας δεν έγινε μόνο για τον περιορισμένο σκοπό χρήσης της στο εξωτερικό όπως υποστήριξε ο Μ.Κ.2 και ότι τα έξοδα που γίνονταν με αυτήν ήταν σε γνώση του Μ.Κ.2, εξ' ου και γίνονταν πληρωμές στο συγκεκριμένο λογαριασμό για μακρύ χρονικό διάστημα. Πρέπει να λεχθεί ότι η αλήθεια της εκδοχής του κατηγορούμενου ενισχύεται από δύο σημαντικά στοιχεία που προκύπτουν από την έγγραφη μαρτυρία. Το πρώτο είναι η έλλειψη οποιουδήποτε όρου στην αίτηση για έκδοση της κάρτας (Τεκμήριο 10) για χρήση της μόνο στο εξωτερικό. Και το δεύτερο ότι και όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 9, για όλο το διάστημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος γίνονταν στο λογαριασμό διάφορες καταθέσεις με μεγαλύτερη αυτή των Ε10.000=, που έγινε στις 23/3/2009, ποσού δηλαδή πολύ μεγαλύτερου του χρεωστικού υπολοίπου που παρουσίαζε ο λογαριασμός τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Πρέπει πάντως να λεχθεί ότι η αποδοχή της μαρτυρίας του, γίνεται χωρίς να μου διαφεύγουν και οι αδυναμίες που παρουσιάζονται σε αυτήν και συνίστανται στις αχρείαστα μακροσκελείς απαντήσεις που έδιδε, σε κάποια δόση υπερβολής που παρατηρείται σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά και σε κάποιες μικροαντιφάσεις που εντοπίζονται. Όλα όμως τα πιο πάνω, σε καμία περίπτωση δεν αφορούν ουσιαστικά σημεία της υπόθεσης και για αυτό δεν μπορούν να επηρεάσουν την αξιοπιστία του. Για τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο κατηγορούμενος την περίοδο μεταξύ 1998 και 2010 εργαζόταν στο συγκρότημα των εταιρειών Soboh. Από το 2008 εργάσθηκε στην εταιρεία Soboh Petroleum Cyprus Ltd σε διάφορες θέσεις φτάνοντας τελικά στην θέση του διευθυντή πωλήσεων και κατέχοντας τον τίτλο του αντιπροέδρου της εταιρείας. Πρόεδρος της συγκεκριμένης εταιρείας ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ο Μ.Κ.2 και μεταξύ των δύο είχε αναπτυχθεί μια πολύ στενή προσωπική σχέση. Περί το 2008 και κατόπιν οδηγιών του Μ.Κ.2, η εταιρεία εξέδωσε στον κατηγορούμενο την επίδικη πιστωτική κάρτα (Τεκμήριο 6). Η κάρτα αυτή είχε πιστωτικό όριο ύψους Ε5.000=. Ο κατηγορούμενος από την έκδοση της κάρτας μέχρι και τον Οκτώβρη του 2010 την χρησιμοποιούσε για να πληρώνει διάφορα επαγγελματικά αλλά και προσωπικά του έξοδα τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό όσο και να προβαίνει σε αναλήψεις χρηματικών ποσών. Το χρεωστικό υπόλοιπο που κατά καιρούς παρουσίαζε ο συγκεκριμένος λογαριασμός, πληρωνόταν από τον κεντρικό λογαριασμό της εταιρείας, χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα. Κατά καιρούς έγιναν στον λογαριασμό της κάρτας διάφορες καταθέσεις με μεγαλύτερη αυτήν του ποσού Ε10.000= που έγινε στις 23/3/2009 και ενώ το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ανερχόταν στο ποσό των Ε5.503.43=. Λογιστικός έλεγχος των λογαριασμών της εταιρείας και του συγκεκριμένου, γινόταν από τους financial controllers της εταιρείας οι οποίοι γνώριζαν την κίνηση του επίδικου λογαριασμού και στο τέλος κάθε χρόνου και από τους ελεχτές της. Η κίνηση του λογαριασμού και οι καταθέσεις που γίνονταν σε αυτόν προς εξόφληση του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου, γίνονταν πάντοτε με γνώση του Μ.Κ.2, ο οποίος ήθελε να γνωρίζει όλα όσα αφορούσαν τη λειτουργία της εταιρείας και κανένα ποσό δεν πληρωνόταν χωρίς δική του έγκριση. Ο φορητός υπολογιστής μάρκας Toshiba, τα δύο κινητά τηλέφωνα μάρκας Blackberry, τα δύο κινητά τηλέφωνα μάρκας HTC, και 5 κάρτες πρόσβασης για τα γραφεία της εταιρείας δόθηκαν στον κατηγορούμενο από την εταιρεία κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του σε αυτήν. Των αντικειμένων αυτών ποτέ δεν ζητήθηκε η επιστροφή τους από την εταιρεία. Τα χρυσαφικά που αναφέρονται στο κατηγορητήριο αγοράσθηκαν από τον κατηγορούμενο με χρήση της πιστωτικής κάρτας ως δώρο προς τη σύζυγο του και πάντοτε σε γνώση του Μ.Κ.
- Είναι προφανές ότι από τη στιγμή που η ουσιαστική μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής έχει απορριφθεί, η υπόθεση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού και όπως είναι νομολογημένο η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Σε σχέση δε με τα αντικείμενα για τα οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται, πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου αυτά του δόθηκαν από την εταιρεία, ουδέποτε του ζητήθηκε η επιστροφή τους και εν πάση περιπτώσει δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση μόνιμης αποξένωσης τους. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου, 2002
(2)ΑΑΔ 246: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο, πολύ ορθά, μετά την απόρριψη της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορούσε να προσπαθήσει μέσα από τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του...... Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσείοντα εγείρει, δεν θα ήταν δυνατό να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι αυτές, δεν επιτρέπονται (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363)». Και στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούσα αρχή, απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα που καταλογίζεται στην κατηγορούμενο. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)............... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: criminal/final Αναφορά: κλοπή από υπάλληλο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο