Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΠΑΝΙΚΟΥ ΑΒΡΑΑΜ, Αρ. Υπόθεσης: 4047/15, 23/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B220 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4047/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΠΑΝΙΚΟΥ ΑΒΡΑΑΜ Κατηγορούμενου -------------------------- Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου, 2016 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας και κα. Α Κουνούπη (Ασκ. Δικηγόρος). Για να ακούσει απόφαση η κα. Ν. Χατζηκωνσταντίνου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Β. Ερωτοκρίτου. Κατηγορούμενος, παρών. ΠΟΙΝΗ
- Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε 3 κατηγορίες.
- Η 1η κατηγορία, που είναι η πιο σοβαρή, αφορά το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, μη αναγόμενης σε υπαίτια αμέλεια, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος στις 18 Αυγούστου 2014 ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΝΗ 675 στην οδό Λεοντίου Α', στη Λεμεσό, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο της Σεμέλης Αντωνιάδου («το θύμα»).
- Η 2η κατηγορία αφορά οδήγηση, κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο με την 1η κατηγορία, του ιδίου μηχανοκινήτου οχήματος, χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας[1] (ληγμένο στις 13//1/2012), και η 3η με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας[2].
- Η κατηγορούσα αρχή παρέθεσε με έκθεση γεγονότων (Τεκμήριο 1) τα ακόλουθα γεγονότα που συνθέτουν τα πιο πάνω αδικήματα. Σχέδιο επί κλίμακας της σκηνής κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στις 18/08/2014, περί ώρα 19:40, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το σαλούν αναπηρικό αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΝΗ 675 με βόρεια κατεύθυνση στην οδό Λεοντίου Α΄ στη Λεμεσό. Σε κάποιο σημείο του δρόμου παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα το θύμα ηλικίας 81 ετών η οποία διασταύρωνε την εν λόγω οδό από ανατολικά προς δυτικά. Ο κατηγορούμενος δεν τραυματίστηκε, το όχημα του υπέστη αρκετές ζημιές στο μπροστινό μέρος. Ο κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με μηδενική ένδειξη. Το θύμα υπέκυψε στα τραύματα της περί ώρα 23:00 της ίδιας ημέρας.
- Από μηχανικό έλεγχο που έγινε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου διαπιστώθηκε ότι ήταν σε καλή μηχανική κατάσταση. Τα φώτα του οχήματος στην κανονική τους στάση είχαν εμβέλεια 18 μ. Στον δρόμο υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός αν και ο οδικός φωτισμός είχε τεθεί σε λειτουργία στις 19:
- Σημειώνω ότι η δύση του ήλιου, ως αναφέρεται στα γεγονότα που έχουν δοθεί στο Δικαστήριο, ήταν στις 19:
- Επικρατούσε σούρουπο. Ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό.
- Η οδός Λεοντίου Α΄ είναι δρόμος ο οποίος ενώνει τη Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ με το κέντρο της πόλης με μια λωρίδα κυκλοφορίας να έχει βόρεια κατεύθυνση και μια νότια. Στο σημείο του δυστυχήματος οι λωρίδες κυκλοφορίας διαχωρίζονται στο μέσο με ζωγραφιστή νησίδα. Ο δρόμος έχει πλάτος 8,4 μ. και σε κάποιο σημείο αυξάνεται στα 11,4 μ. Το θύμα επιχείρησε να διασταυρώσει από το ανατολικό πεζοδρόμιο της οδού Λεοντίου Α΄ προς το δυτικό, από δεξιά προς αριστερά, σε σημείο όπου ο δρόμος τέμνεται από την οδό Αριστοτέλη Βαλαωρίτη στα δυτικά. Κτυπήθηκε σε σημείο του δρόμου αφού διένυσε 6 μ., την λωρίδα κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση δηλαδή, και αφού πέρασε την διαχωριστική νησίδα εισερχόμενη στη λωρίδα κυκλοφορίας με βόρεια κατεύθυνση και στην οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Η ορατότητα και στις δύο κατευθύνσεις είναι πέραν των 100 μ. Το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ.
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στις περιστάσεις του δυστυχήματος ως επίσης και στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Αναφέρθηκε επίσης στη νομολογία επί του θέματος.
- Ως προς τις περιστάσεις του δυστυχήματος ανέφερε ότι το θύμα λόγω της ηλικίας και φυσικής της κατάστασης πρέπει να κινείτο αργά στο δρόμο. Επέλεξε να διασταυρώσει δια μέσου ζωγραφιστής νησίδας που δεν επιτρεπόταν. Η αμέλεια του κατηγορούμενου, σύμφωνα με τον συνήγορο του, ήταν ότι δεν πρόσεξε έγκαιρα το θύμα, τη στιγμή δηλαδή, που άρχισε να διασταυρώνει το δρόμο από το δεξιό πεζοδρόμιο (ανατολικά) μέχρι το μισό του δρόμου (δυτικά). Αντιλήφθηκε το θύμα όταν πλέον συγκρούστηκε μαζί της. Η σύγκρουση δεν έγινε από αδιαφορία ή λόγω εγωιστικής συμπεριφοράς αλλά στιγμιαίας απροσεξίας αφού η προσοχή του ήταν στραμμένη μπροστά στην τροχαία κίνηση. Ήταν επίσης η θέση του ότι το θύμα με τον τρόπο που επέλεξε να διασταυρώσει είχε συντρέχουσα αμέλεια.
- Ως προς τις κατηγορίες 2 και 3, ανέφερε ότι η κατηγορία 3 είναι απόρροια της κατηγορίας 2 γιατί δεν είχε εξασφαλιστεί πιστοποιητικό καταλληλότητας. Είναι επίσης δεκτό ότι ο λόγος που δεν είχε εκδοθεί πιστοποιητικό καταλληλότητας δεν ήταν μηχανολογικό πρόβλημα που σχετιζόταν με την πρόκληση του δυστυχήματος. Σήμερα είναι συμμορφωμένος. Στην αγόρευση του επισυνάφθηκαν αντίγραφα του πιστοποιητικού καταλληλότητας και των αδειών κυκλοφορίας.
- Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, υιοθέτησε την έκθεση που ετοιμάστηκε από το Γραφείο Ευημερίας. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 46 ετών, άγαμος και εργάζεται ως τηλεφωνητής σε τραπεζικό οργανισμό. Ο αδελφός του είναι ηλικίας 44 ετών και είναι έγγαμος. Ο μισθός του κατηγορούμενου είναι περίπου €1900 μηνιαίως. Κατοικεί με την οικογένεια του αδελφού του. Όταν ήταν παιδί ασθένησε με πολιομυελίτιδα με αποτέλεσμα το αριστερό του πόδι να παρουσιάζει δυσκολία στην βάδιση. Συνεχίζει να χρησιμοποιεί νάρθηκα (βλ. επισυνάφθηκε ιατρική βεβαίωση ημερ. 2/11/2012). Από το 1995 μέχρι και το 2004 ήταν μέλος της Εθνικής ομάδας της Κύπρου στο ακόντιο και την σφαιροβολία. Συνεχίζει να γυμνάζεται.
- Ο συνήγορος του ανέφερε συμπληρωματικά ότι λόγω του προβλήματος του στο πόδι ο κατηγορούμενος παρουσιάζει δυσκολία στη βάδιση. Ο κατηγορούμενος πρόσφατα διαγνώστηκε με υπερτροφία του προστάτη και χρήζει φαρμακευτικής και συχνής ιατρικής παρακολούθησης (επισυνάφθηκε ιατρική βεβαίωση ημερ. 1/11/2016). Ο κατηγορούμενος, ανέφερε, είναι ένα συνειδητοποιημένο και ευαίσθητο πρόσωπο που συνεχίζει να υποφέρει από ενοχές. Ο ύπνος του έγινε εφιαλτικός, κλείστηκε στον εαυτό του και παρουσιάζει ψυχολογικές διαταραχές φθάνοντας στα πρόθυρα κατάθλιψης. Έχει συντριβεί από τον θάνατο του θύματος και μεταμελείται. Το όλο συμβάν τον έχει συγκλονίσει και εκφράζει την συμπάθεια του προς της οικογένεια και συγγενείς του θύματος.
- Αναφέρθηκε επίσης ότι η άδεια οδήγησης του είναι αναγκαία αφού ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να περπατήσει σε μεγαλύτερη απόσταση των 15 μ. χωρίς βοήθεια. Με το όχημα του, εκτός από το να μεταβαίνει στην εργασία του, η οποία απέχει 10 χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο διαμονής του, διεκπεραιώνει επίσης όλες τις προσωπικές του μετακινήσεις. Τέλος, αναφέρθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία του κατηγορούμενου αποζημίωσε την οικογένεια του θύματος (σχετική απόδειξη απαλλαγής έχει κατατεθεί στο φάκελο). Ο κατηγορούμενος οδηγεί 19 χρόνια.
- Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, δεν έχει βαθμούς ποινής και έχει παραδεχθεί τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει χωρίς να γίνει ακρόαση.
- Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.»
- Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν.86/72 το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20 Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του[3].
- Στη Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014, 20/3/2015, συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής σε σχέση με το εξεταζόμενο αδίκημα (με αναφορά στις R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331, Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109). Τις παραθέτω:
(1)Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η επικίνδυνη οδήγηση στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση και την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.
(2)Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας.
(3)Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προκαλείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων.
(4)Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι. 18. Με αναφορά στην Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562 και την R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353, παρατίθενται περαιτέρω, στην προρρηθείσα απόφαση, ενδεικτικοί επιβαρυντικοί και μετριαστικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή ποινής:
(1)Ως επιβαρυντικοί παράγοντες κρίνονται, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή τη σύλληψη.
(2)Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό.
(3)Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. 19. Θα πρέπει να σημειωθεί όμως ότι στην Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αρχές των Guilfoyle και Boswell, σελ. 115: «Οι αρχές αυτές έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Βλ. Attorney General v. Iacovides**. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται ούτε συνθέτουν κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής.»
- Αξίζει να λεχθεί ότι στην Αγγλία έχουν εκδοθεί κατευθυντήριες οδηγίες για την επιβολή ποινών σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου σε δυστυχήματα και τα όσα αναφέρθηκαν στις αποφάσεις Guilfoyle και Boswell, ουσιαστικά έχουν ενσωματωθεί στις οδηγίες με κάποιες αλλαγές[4].
- Το ερώτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι αν η οδήγηση του κατηγορουμένου μπορεί να χαρακτηριστεί εγωιστική ή αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων προσώπων, και αν ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του τη δεδομένη στιγμή, ήταν απερίσκεπτος (και αλόγιστος[5]) ή επικίνδυνος. Περεταίρω θα πρέπει να εξεταστεί αν το δυστύχημα, ακόμη και αν κριθεί η οδήγηση απερίσκεπτη, οφειλόταν σε στιγμιαίο σφάλμα.
- Οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220,230). 23. Για να καταδειχθεί απερισκεψία το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι:
(1)ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και,
(2)ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673).
- Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγματικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability») δεν απαιτείται δηλαδή υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου).
- Αν ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος ήταν ταυτόχρονα εμφανής και σοβαρός είναι ζήτημα γεγονότων και κριτήριο, το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειμενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούται να συμπεράνει ότι ο κατηγορούμενος είχε τη μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα· πρέπει όμως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος δίδει αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συμπέρασμα. Εξετάζεται δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη του κατηγορούμενου (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid).
- Απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ' εαυτό τον τρόπο της οδήγησης (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid). Όπως έχει τονιστεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54, απερίσκεπτη οδήγηση η οποία απολήγει σε θάνατο είναι αφ' εαυτής σοβαρή. Υπάρχουν όμως πάντοτε διαβαθμίσεις σοβαρότητας, προς την οποία συναρτάται και η επιδιωκόμενη αποτρεπτικότητα της ποινής, η δε εξατομίκευση της ποινής είναι πάγιο έργο του Δικαστηρίου. 27. Για να καταδειχθεί επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, 124-125, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 και την R. v. Gosney
(1971)2 Q.Β. 674).
- Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Σαζός). Αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία σε αντίθεση με την απλή αμέλεια η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, παρ. 5.44, σελ. 423[6]). Η επικίνδυνη οδήγηση επομένως, δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, όπου αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην επικίνδυνη οδήγηση, εξετάζεται κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης (βλ. Σάββα).
- Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλμα κατ' ανάγκη εμπεριέχει ηθική μομφή. Επομένως υπάρχει σφάλμα εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία. Τέτοιο σφάλμα, συχνά, μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συμπέρασμα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός και Gosney).
- Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα ο κατηγορούμενος δεν οδηγούσε:
(1)υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών ουσιών ή σε νυσταλέα κατάσταση.
(2)καθ΄ υπέρβαση του ορίου ταχύτητας ή με τέτοια ταχύτητα που καθιστούσε την οδήγηση του, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του δρόμου και τις κρατούσες συνθήκες, επικίνδυνη.
(3)κατά παράβαση οδικών σημάνσεων, δηλαδή παραβιάζοντας φώτα τροχαίας, άσπρη συνεχόμενη γραμμή ή ζωγραφιστή νησίδα.
- Η παράλειψη του έγκειται στο να αντιληφθεί την πεζή που διασταύρωνε τη συγκεκριμένη στιγμή το δρόμο, ενώ ήταν ορατή. Έλαβα υπόψη μου τις συνθήκες ορατότητας, όπως περιγράφηκαν, τον τρόπο και τον τόπο που το θύμα επέλεξε να διασταυρώσει. Συμφωνώ ότι, υπό τις περιστάσεις μπορεί να διαπιστωθεί κάποια συντρέχουσα αμέλεια από πλευράς του θύματος, χωρίς βέβαια να αναιρείται η αμέλεια του κατηγορουμένου ο οποίος απέτυχε να την δει ενώ ήταν ορατή και ήδη διασταύρωνε το δρόμο.
- Τούτων λεχθέντων, δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε άλλη επικινδυνότητα ή επιβαρυντικό παράγοντα στην οδήγηση του κατηγορουμένου. Η παράλειψη του εστιάζεται στην αποτυχία του να δει το θύμα. Το σφάλμα του δεν εντάσσεται, κατά την άποψη μου, στα πλαίσια της απερίσκεπτης οδήγησης. Μπορεί όμως να χαρακτηριστεί, με βάση της αρχές που προανέφερα ως επικίνδυνο. Η παράλειψη του να δει το θύμα ενώ ήταν ορατή ήταν σφάλμα που κατέστησε την οδήγηση του επικίνδυνη. Η επικινδυνότητα αυτή προέκυψε από στιγμιαία, κατά την άποψη μου, παράλειψη. Εκλείπουν οποιαδήποτε στοιχεία εγωιστικής ή αδιάφορης συμπεριφοράς ή παρατεταμένα επικίνδυνης οδήγησης που να δικαιολογούν άλλη προσέγγιση. Στην κυπριακή νομολογία κρίθηκε ότι η στιγμιαία αβλεψία έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Φαίδωνα Μιχαηλίδη Ιωάννου, ECLI:CY:AD:2015:B632, Π.Ε. 221/2013, 28/9/2015, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποινική Έφεση αρ. 198/12, ημερ. 19/2/2013).
- Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με ληγμένο πιστοποιητικό καταλληλότητας, και επομένως με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας, είναι επιβαρυντικός παράγων, όχι όμως τέτοιας φύσεως που να μεταβάλλει την υφή της οδικής του συμπεριφοράς τη δεδομένη στιγμή και επομένως να επηρεάζει το είδος της αρμόζουσας ποινής. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, έχει παραδεχθεί ευθύνη, έστω και σ΄ αυτό το στάδιο, και μέχρι σήμερα δεν διέπραξε άλλο αδίκημα. Παρουσιάζεται μεταμελημένος.
- Ως προς τον χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα δεν διαπιστώνω ιδιαίτερη καθυστέρηση.
- Λαμβάνοντας υπόψη μου τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την παραδοχή, το λευκό ποινικό μητρώο, τον καλό χαρακτήρα, την ηλικία του κατηγορουμένου, και των υπολοίπων ελαφρυντικών παραγόντων που αναφέρθηκαν, κρίνω ότι δεν ενδείκνυται επιβολή ποινής φυλάκισης. Οι περιστάσεις του δυστυχήματος, σύμφωνα με τις αρχές που έχω παραθέσει πιο πάνω (βλ. Νικολάου και Παντέλα) καθιστούν την υπό κρίση περίπτωση εντός των πλαισίων επιβολής προστίμου παρά φυλάκισης. Σημειώνω ότι η παραδοχή του έστω και σε αυτό το στάδιο με αποτέλεσμα την αποφυγή δίκης δικαιολογεί σοβαρή έκπτωση στην ποινή προστίμου.
- Η 2η κατηγορία αφορά ελαφρύτερης φύσεως αδίκημα το οποίο κατά κανόνα τιμωρείται με πρόστιμο. Δεν βρίσκω κανέναν λόγο να επιβάλω άλλου είδους ποινή σε αυτή την κατηγορία. Η 3η κατηγορία είναι απόρροια της 2ης.
- Όσον αφορά την ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού, η εξουσία του Δικαστηρίου εμπίπτει στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465).
- Στην υπόθεση Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50, κρίθηκε ότι οι ειδικοί λόγοι που μπορεί ένα δικαστήριο να λάβει υπόψη του για να μην ακυρώσει άδεια δεν περιλαμβάνουν μόνο τα περιστατικά του αδικήματος, αλλά επεκτείνονται και στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου.
- Αναφορικά με το ενδεχόμενο στέρησης του δικαιώματος του κατηγορουμένου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης, έλαβα υπόψη μου ότι είναι άτομο με κινητικές δυσκολίες το οποίο, παρά το γεγονός ότι κατοικεί με τον αδελφό και τη σύζυγο του, έχει την αποκλειστική ευθύνη μεταφοράς του στην εργασία του αλλά και για τις προσωπικές του μετακινήσεις. Με προβλημάτισε ιδιαίτερα ότι δυσκολεύεται να μετακινηθεί πέραν των 15 μ. χωρίς βοήθεια. Ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει ο νόμος κρίνω ότι επιβολή ποινής στέρησης της άδειας οδήγησης σε άτομο με κινητικές δυσκολίες, σε συνάρτηση με την επιδειχθείσα αμέλεια θα είναι υπέρμετρη ποινή και δεν εκδώσω σχετικό διάταγμα.
- Επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:
(1)Στην 1η κατηγορία πρόστιμο €3000 πλέον 5 βαθμούς ποινής.
(2)Στην 2η κατηγορία €150 πρόστιμο.
(3)Στην 3η κατηγορία δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή. (Υπ.).............. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Sentence/ Causing Death s. 210, Crim. Code (non culpable negligence). Αναφορά: Ποινική/ Ποινή/ Πρόκληση θανάτου άρθρο 210 ΠΚ (μη υπαίτια αμέλεια). [1] Κατά παράβαση των κ. 65 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν και του άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. [2] Κατά παράβαση των κ. 17
(1), 65
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν και του άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, («Ν. 86/72») όπως τροποποιήθηκε. [3] 5-10 βαθμούς ποινής. [4] Βλ. Guideline on causing death by driving (www.sentencingcouncil.org.uk) και Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, Vol. 1, Appendix 4, παρ. 4A.01, σελ. 1/1273. [5] Στη Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69, σελ. 74 -75, οι έννοιες αλόγιστη και απερίσκεπτη ταυτίστηκαν με τον όρο «recklessness» ως αυτός είχε ερμηνευθεί στην τότε ισχύουσα Αγγλική Νομολογία (Βλ. R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και τη διαφοροποίηση που επήλθε με την R. v. G [2004] 1 AC 1034 και τα s. 1 και 2A του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act 1991). [6] 'In this connection 'dangerous' refers to a danger either of personal injury or of serious damage to property. The actus reus of a charge under s. 3. is now driving in a manner that falls below what would be expected of a careful and competent driver. This may merely cause annoyance or show lack of consideration, with little risk of injury or serious damage.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο