Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σίμος Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 17415/14, 30/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B223 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17415/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Σίμος Μιχαήλ Ημερομηνία: 30.12.2016 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για κατηγορούμενο: κ. Λαζάρου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα, κατηγορία κοινής οχληρίας, κατά παράβαση του άρθρου 186 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 21.2.13, στην Λεμεσό, διενήργησε πράξη που δεν είναι εξουσιοδοτημένη από τον Νόμο, δηλαδή έθεσε σε λειτουργία κομπρεσόρο και ίσιωνε αυτοκίνητο και συνεπεία αυτού προκάλεσε ενόχληση στο κοινό κατά την άσκηση κοινών δικαιωμάτων. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Νόμου, εναντίον του κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει στον παρόν στάδιο. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος υποστήριξε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και εισηγήθηκε όπως αυτός κληθεί σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Νομική πτυχή Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό τέτοια αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Το επίδικο στην παρούσα αδίκημα εδράζεται στο άρθρο 186 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο υπό τον πλαγιότιτλο «Κοινή οχληρία» προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Όποιος διενεργεί πράξη που δεν είναι εξουσιοδοτηµένη από το νόµο ή παραλείπει να εκτελέσει καθήκον που επιβάλλεται από το νόµο και συνέπεια αυτού προκαλεί οποιαδήποτε κοινή βλάβη ή κίνδυνο ή ενόχληση ή παρεµποδίζει ή προκαλεί ενόχληση στο κοινό κατά την άσκηση κοινών δικαιωµάτων, διενεργεί πληµµέληµα, το οποίο καλείται κοινή οχληρία και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου. Είναι αδιάφορο ότι η πράξη ή παράλειψη για την οποία πρόκειται, διευκολύνει µεγαλύτερο µέρος του κοινού παρά το ενοχληµένο από αυτή, το γεγονός όµως ότι διευκολύνει τη νόµιµη άσκηση των δικαιωµάτων µέρους του κοινού είναι δυνατόν να φανερώνει ότι τέτοια πράξη ή παράλειψη δεν είναι οχληρία για οποιοδήποτε µέρος του κοινού». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες της επίδικης κατηγορίας, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
- Ο κατηγορούμενος να διενεργεί πράξη που δεν είναι εξουσιοδοτημένη από το νόμο,
- Συνεπεία της εν λόγω πράξης να προκαλεί ενόχληση στο κοινό κατά την άσκηση κοινών δικαιωμάτων. Ως λέχθηκε στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 216, η κατηγορία της κοινής οχληρίας του άρθρου 186 διακρίνεται από την ιδιωτική οχληρία και εξομοιώνεται με την δημόσια οχληρία. Όσον αφορά την εν λόγω διάκριση γίνεται παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από τον Russell on Crime, 12η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 1387 (η μετάφραση γίνεται στην ίδια την απόφαση): «Η οχληρία ή η ενόχληση σημαίνει οτιδήποτε το οποίο προκαλεί βλάβη, στενοχωρία ή ζημιά. Οι οχληρίες είναι δύο ειδών: δημόσια ή κοινή οχληρία η οποία επηρεάζει ουσιωδώς το κοινό, και αποτελεί ουσιώδη ενόχληση για όλους τους υπηκόους... ... και ιδιωτική οχληρία η οποία μπορεί να προσδιοριστεί σαν οτιδήποτε το οποίο προκαλεί ουσιαστική ανησυχία και ενόχληση, σε οποιοδήποτε άτομο κατά την χρήση για συνηθισμένους σκοπούς της κατοικίας του ή της περιουσίας του». Στο ίδιο σύγγραμμα δίδονται ως παραδείγματα πρόκλησης δημόσιας οχληρίας, ο καπνός, η δυσοσμία ή κακοσμία, αν από μόνες τους ή σε συνδυασμό δημιουργούν αισθητή δημόσια ενόχληση ή βλάβη στην υγεία. Αν υπάρχουν οσμές ενοχλητικές για τις αισθήσεις αυτό είναι αρκετό γιατί οι περίοικοι έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν τον καθαρό αέρα. Όσον αφορά την επάρκεια της μαρτυρίας για απόδειξη τέτοιας οχληρίας, στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στο σύγγραμμα Archbold "Criminal Pleading Evidence and Practice" 42η έκδοση, παραγ. 27-50. Από τα εκεί αναφερόμενα προκύπτει ότι πρέπει να αποδειχθεί ότι η συγκεκριμένη πράξη πρέπει να είναι είτε επιβλαβής στην υγεία ή τόσο ενοχλητική ώστε να αφαιρεί με αισθητό τρόπο από την απόλαυση της ζωής και περιουσίας στην περιοχή της. Έτσι για παράδειγμα, για τις οσμές δεν είναι αναγκαίο να είναι επιβλαβείς στην υγεία. Είναι αρκετό αν είναι ενοχλητικές για τις αισθήσεις. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή ή κοντά σε υπεραστικό δρόμο γιατί το κατά πόσο είναι οχληρία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον αριθμό των κατοίκων και την συγκέντρωση κόσμου στην συγκεκριμένη περιοχή, το οποίο αποτελεί ζήτημα πραγματικό. Στην Αγγλία το αδίκημα της κοινής οχληρίας, παρά το ότι αποτελεί αδίκημα του κοινοδικαίου, εξακολουθεί να ισχύει και θεωρείται σημαντικό λόγω της ιδιότητας του να προσαρμόζεται και να ισχύει σε περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από άλλες ειδικές νομοθεσίες που έχουν θεσπισθεί (βλ. Archbold "Criminal Pleading Evidence and Practice" 2002 παρ. 31-41). Διαφωτιστικά ως προς το επίδικο αδίκημα είναι και τα ακόλουθα αποσπάσματα από το σύγγραμμα Blackstone's ''Criminal Practise'' 2003: «Nuisance B11.100 There must be conduct by the accused which 'renders the enjoyment of life and property uncomfortable' (White
(1775)1 Burr 333, per Lord Mansfield) or 'materially affects the reasonable comfort and convenience of a class of Her Majesty's subjects' (A-G v PYA Quarries Ltd [1957] 2 QB 169, approved by the Court of Appeal in Johnson [1996] 2 Cr App R 434). Professor Sir John Smith has stated that 'the interference with the public's rights must be substantial and unreasonable' (Smith and Hogan on Criminal Law (9th ed., 1999) at p. 755). Thus, as he points out, not all obstructions of the highway amount to a public nuisance (see, e.g., Dwyer v Mansfield [1946] KB 437 and DPP v Jones [1999] 2 AC 240). .......................................... The Public Nature of the Nuisance B11.102 In order to establish that a crime has been committed, it is necessary to establish the essential public nature of the nuisance. It is clear that not all the public need be affected. But it must be established that the act or omission was sufficiently widespread or indiscriminate as to amount to a public rather than a private nuisance. In A-G v PYA Quarries Ltd [1957] 2 QB 169, Romer LJ stated: any nuisance is 'public' which materially affects the reasonable comfort and convenience of life of a class of Her Majesty's subjects. The sphere of the nuisance may be described generally as 'the neighbourhood'; but the question whether the local community within that sphere comprises sufficient number of persons to constitute a class of the public is a question of fact in every case. It is not necessary, in my judgment, to prove that every member of the class has been injuriously affected; it is sufficient to show that a representative cross-section of the class has been so affected for an injunction to issue. In the same case, Denning LJ said, 'a public nuisance is a nuisance which is so widespread in its range or so indiscriminate in its effect that it would not be reasonable to expect one person to take proceedings on his own responsibility to put a stop to it, but that it should be taken on the responsibility of the community at large'. In that case, there was a public nuisance where 30 houses and the highway were affected by dust and noise from the workings of a quarry (see also Mutters
(1864)Le & Ca 491). In Johnson [1996] 2 Cr App R 434, the Court of Appeal took the view that, provided the scale of the undoubted nuisance is sufficient, it is capable of constituting a public nuisance. In that case it was accepted that the making of hundreds of telephone calls to at least 13 women in South Cumbria, who had been indiscriminately selected by the defendant, was capable of amounting to a public nuisance. The court said that whether there was a sufficient number of persons complaining about the calls to amount to a public nuisance was a question for the jury to decide following proper directions, as given in that case. In Madden [1975] 1 WLR 1379, however, the court decided that a bomb hoax call could not amount to a public nuisance because it affected only one factory and eight security officers (for the bomb hoax offence, see B11.106). A similar problem lead to the acquittal of the defendant in Lloyd, ex parte Allen
(1802)4 Esp 200, where Lord Ellenborough decided that the fact that the nuisance affected only three members of Clifford's Inn was insufficient to support the required public nature of the nuisance». Αναφορικά δε με το κατά πόσο η πράξη η οποία προκαλεί την οχληρία είναι εξουσιοδοτημένη από τον Νόμο, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Archbold 2002 ανωτέρω όπου στην παράγραφο 31-46 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Statutory authorisation A statute may authorise and legalise acts which would otherwise amount to a nuisance: R. v. Pease
(1832)4 B. & Ald. 30 - confirmed in Hammersmith etc., Ry v. Brand
(1869)L.R. 4 H.L. 171; London, Brighton and South Coast Ry v. Truman
(1885)11 App.Cas. 45; Withington Local Board of Health v. Corporation of Manchester [1893] 2 Ch. 19; Att.-Gen. v. Mayor, etc., of Nottingham [1904] 1 Ch. 673. But the statutory authorisation will not protect those relying on it unless: (a) it is given specifically or by necessary implication (Metropolitan Asylum District Managers v. Hill
(1881)6 App.Cas. 193; and cases above cited; Canadian Pacific Ry v. Parke [1899] A.C. 535); and (b) the manner of doing the act follows the authority of the statute, and avoids causing a nuisance if it can be avoided by reasonable care: London, Brighton and South Coast Ry v. Truman, ante; Craies on Statute Law, 7th ed., 1971, pp. 277-279. It is not unusual for a statute expressly to reserve liability to indictment for nuisance. See Att.-Gen. v. Gas Light and Coke Co.
(1877)7 Ch.D. 217; Jordeson v. Sutton, Southcoates & Drypool Gas. Co. [1899] 2 Ch. 217; Colwell v. Mayor, etc., of St. Pancras [1904]1 Ch. 707». Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής στην παρούσα κατέθεσαν στο Δικαστήριο 3 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο παραπονούμενος, Ανδρέας Δρουσιώτης, σύμφωνα με τον οποίο: Διαμένει στην οδό Ηλυσίων, σε οικία, η οποία βρίσκεται σε οικιστική περιοχή. Δίπλα από την οικία του υπάρχουν μεγάλες αποθήκες, όπου φτιάχνουν ταπετσαρίες. Πίσω από την οικία του υπάρχει ακόμη μια οικία, η οποία κατοικείται ενώ οι άλλες οικίες στην περιοχή είναι πιο μακριά, όπου υπάρχουν και σχολεία. Μπροστά από την οικία του υπάρχει δρόμος, ο οποίος χωρίζει την οικιστική περιοχή από την Βιομηχανική Περιοχή Ύψωνα, η οποία βρίσκεται απέναντι από την οικία. Ακριβώς απέναντι από την οικία βρίσκεται χώρος πρασίνου, που εντάσσεται στην εν λόγω βιομηχανική περιοχή και σε απόσταση 30 ‑ 40 μέτρα περίπου, σχεδόν απέναντι από την οικία του, διατηρεί υποστατικό ο κατηγορούμενος, στο οποίο ισιώνει και μπογιατίζει αυτοκίνητα. Το εν λόγω υποστατικό είναι διαχωρισμένο σε 4 μαγαζιά. Τα δύο βρίσκονται προς την πλευρά της οικιστικής περιοχής και σχεδόν εφάπτονται του δρόμου και τα άλλα δύο είναι από την μέσα πλευρά που είναι η βιομηχανική περιοχή. Ο κατηγορούμενος ενοικίασε το εν λόγω υποστατικό τον Φεβρουάριο του
- Τότε ο μάρτυρας πήγε και του συστήθηκε και του ευχήθηκε καλές δουλειές και του είπε μόνο να προσέξει λίγο το ωράριο του καθότι κατοικεί απέναντι. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι το αργότερο μέχρι η ώρα 6 το απόγευμα θα έκλεινε. Αντί αυτού ο κατηγορούμενος καθημερινά κλείνει η ώρα έντεκα το βράδυ και το Σάββατο η ώρα 7:30 μ.μ. Επίσης λειτουργεί το υποστατικό μέχρι αργά και σε αργίες όπως είναι το 28η Οκτωβρίου, η 1η Απριλίου, προκαλώντας πάντοτε θόρυβο όπως κτυπήματα εφόσον χτυπά με σφυρί για να ισώσει αυτοκίνητα και επίσης λειτουργεί κομπρεσόρο αέρος, ο οποίος δουλεύει, μετά σταματά και μετά ξαναδουλεύει. Ο μάρτυρας πήγε τον Απρίλιο του 2012 και μίλησε στον κατηγορούμενο για τα πιο πάνω. Όταν έφυγε, πήγαν ο κατηγορούμενος και ο πατέρας του και του επιτέθηκαν. Το πρόβλημα συνεχίζεται και πάρα πολλές φορές ο μάρτυρας τηλεφώνησε στην Αστυνομία και κάλεσαν τον κατηγορούμενο στον Σταθμό, όπου του μίλησε ο Υπεύθυνος για να συμμορφωθεί. Όπως είπαν στον μάρτυρα από την Αστυνομία, ο κατηγορούμενος υποσχέθηκε ότι θα συμμορφωνόταν αλλά αντί αυτού συνέχιζε την ίδια συμπεριφορά και χειρότερα. Από ότι γνωρίζει ο μάρτυρας, από τον Δήμο Λεμεσού, ο κατηγορούμενος δεν έχει άδεια για να λειτουργεί το υποστατικό ως ισιωτήριο. Στις 21.2.13 το βράδυ κατά η ώρα 11:30 ο κατηγορούμενος είχε ανοικτό το υποστατικό και ασχολείτο με το ίσιωμα ενός αυτοκινήτου. Ο μάρτυρας άκουσε κτυπήματα. Επίσης άκουγε και ένα κομπεσόρο να βρίσκεται σε λειτουργία. Προσπαθούσε να κοιμηθεί αλλά λόγω των πιο πάνω δεν μπορούσε. Τότε βγήκε στο παράθυρο και φώναξε στον κατηγορούμενο «Κοιμόμαστε ρε φίλε». Ο κατηγορούμενος έδειξε αδιαφορία και μετά από 20 λεπτά έφυγε. Στις 22.2.13 και κατά η ώρα 8 το πρωί, όταν ο μάρτυρας έφευγε για την δουλειά, τον περίμενε ο πατέρας του κατηγορούμενου έξω από το κάγκελο της εισόδου και άρχισε να του φωνάζει για ποιο λόγο φώναζε του γιού του το προηγούμενο βράδυ να σταματήσει τη δουλειά και όταν ο μάρτυρας του είπε ότι θα πάει στην Αστυνομία για κατάθεση εκείνος τον απείλησε και έφυγε. Στην συνέχεια ο μάρτυρας πήγε στην Αστυνομία και κατάγγειλε το συμβάν. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ.3452 Νικόλας Πυρή, του Αστυνομικού Σταθμού Αγίου Ιωάννη. Μετά την λήψη του επίδικου παραπόνου, ο μάρτυρας μετέβηκε στο μέρος για να δει εάν πράγματι υπάρχει οχληρό επάγγελμα, αλλά το υποστατικό ήταν κλειστό. Δεν θυμάται ποια ημερομηνία πήγε εκεί ούτε και ποια ώρα. Με βάση την καταγγελία που υπέβαλε ο παραπονούμενος, ο μάρτυρας στις 3.4.13 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Δεν παραδέχομαι καμιά κατηγορία, το υποστατικό μου είναι στην βιομηχανική και δικαιούμαι να δουλεύω ελεύθερα» (βλ. τεκμήριο 3). Σε σχέση με το κατά πόσο το επίδικο υποστατικό εντάσσεται στην βιομηχανική περιοχή, ο μάρτυρας έλαβε κατάθεση από τον Αντώνη Χαραλάμπους. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Αντώνης Χαραλάμπους, πολιτικός μηχανικός στον Δήμο Λεμεσού, ο οποίος εκτελεί χρέη Τμηματάρχη-Δημοτικού Μηχανικού. Σύμφωνα με αυτόν: Μετά από σωρεία καταγγελιών από την Λουκία Αριστοτέλους (σύζυγο του ως άνω παραπονούμενου) για οχληρία και παράνομη αλλαγή χρήσης στο υποστατικό που διατηρούσε ο κατηγορούμενος, στην οδό Ηλυσίων κοντά στην είσοδο της βιομηχανικής περιοχής (πίσω από το εργοστάσιο MUSKITA) στάληκε προειδοποιητική επιστολή στις 21.11.12 στον Στέφανο Ευριπίδου, χωρίς όμως ανταπόκριση. Στην συνέχεια υποβλήθηκε αίτηση στις 25.9.13 (Π.Α. 315/13) (στο εξής η αίτηση) για τροποποίηση υφιστάμενης οικοδομής και αλλαγή χρήσης σε βαφείο αυτοκινήτων. Η αίτηση στάληκε στις διάφορες υπηρεσίες για απόψεις, ανεξάρτητα όμως από αυτό και μετά από παράκληση των μελών και του δημοτικού συμβουλίου, ο μάρτυρας, πήγε ο ίδιος επιτόπου στην προσπάθεια του να επιλύσει πρακτικά το πρόβλημα αφού εκτός από την αλλαγή χρήσης ουσιαστικά υπήρχαν επεμβάσεις στην παρακείμενη δημόσια πλατεία αφού χρησιμοποιείτο σαν αποθηκευτικός χώρος και χώρος στάθμευσης. Πράγματι άρθηκαν οι παρανομίες στην δημόσια πλατεία όμως παρέμεινε η αλλαγή χρήσης σε βαφείο. Η Λουκία Αριστοτέλους, συνέχισε να καταγγέλλει με επιστολές της και στην επίτροπο Διοικήσεως. Το θέμα καταγγέλθηκε επίσης από τους Οικολόγους με δημοσίευμα σε εφημερίδα στις 11.9.
- Η αίτηση απασχόλησε την Πολεοδομική Επιτροπή του Δήμου στις 15.9.14 και ανέβαλε το θέμα για επόμενη συνεδρίαση. Το θέμα απασχόλησε εκ νέου την Πολεοδομική Επιτροπή στις 2.12.14 με εισήγηση προς το Δημοτικό συμβούλιο για απόρριψη της αίτησης. Καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεσης 20788/13 εναντίον του Στέφου Ευριπίδου LTD, Στέφου Ευριπίδου, Εύρου Ευριπίδου (ιδιοκτήτες) και η ποινική υπόθεσης 13197/13 εναντίον του κατηγορούμενου. Ως ενημερώθηκε γραπτώς στις 19.3.14 ο μάρτυρας, από τους δικηγόρους τους, και στις δύο υποθέσεις επιβλήθηκε πρόστιμο από το Δικαστήριο και εκδόθηκε διάταγμα τερματισμού της χρήσης. Δεν έγιναν ενέργειες για παρακοή διατάγματος διότι εκκρεμούσε η απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής για την αίτηση. Η αίτηση απορρίφθηκε τελικά για τον λόγο ότι η προτεινόμενη χρήση (βαφείο αυτοκινήτων) ανήκει σε Βιομηχανική Ανάπτυξη κατηγορίας Α΄, η οποία δεν είναι επιτρεπτή σε βιομηχανική περιοχή κατηγορίας Β΄, όπως είναι η συγκεκριμένη βιομηχανική περιοχή. O μάρτυρας επισκέφθηκε για πρώτη φορά το επίδικο υποστατικό, το οποίο ο κατηγορούμενος χρησιμοποιεί ως βαφείο αυτοκινήτων, το 2013, μετά από τις καταγγελίες της Λουκίας Αριστοτέλους για τη χρήση του υποστατικού και για οχληρία. Το θέμα της οχληρίας, ως ανέφερε, το χειρίστηκε άλλο Τμήμα ενώ ο ίδιος πήγε επιτόπου για το θέμα της παράνομης αλλαγής χρήσης. Είπε ότι το συγκεκριμένο βαφείο βρίσκεται σε βιομηχανική ζώνη ενώ η οικία της Αριστοτέλους σε οικιστική ζώνη. Η περιοχή που βρίσκεται το βαφείο είναι βιομηχανική περιοχή κατηγορίας Β', στην οποία δεν επιτρέπεται η χρήση βαφείου αυτοκινήτων διότι αυτό εμπίπτει στις χρήσεις κατηγορίας Α΄ που είναι βαριές. Εξήγησε όσον αφορά τη διαφορά των δυο κατηγοριών ότι, στα Σχέδια Ανάπτυξης υπάρχουν παραρτήματα που καθορίζουν τη χρήση που επιτρέπεται ανά ζώνη και περιοχή. Υπάρχουν χρήσεις, οι οποίες θεωρούνται βαριές και κατ' επέκταση οχληρές και δεν επιτρέπονται ούτε σε βιοτεχνικές περιοχές αλλά ούτε και σε βιομηχανικές περιοχές όπως αυτή που βρίσκεται το επίδικο υποστατικό αλλά σε άλλες βιομηχανικές περιοχές. Περαιτέρω υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση η ιδιαιτερότητα ότι το βαφείο συνορεύει με οικιστική περιοχή και συγκεκριμένα χωρίζει την βιομηχανική περιοχή από την οικιστική (και την οικία της Αριστοτέλους) η οδός Ηλυσσίων. Δίπλα ακριβώς από το βαφείο υπάρχει λωρίδα πρασίνου, η οποία ήταν εκμισθωμένη από το Υπουργείο Εμπορίου στην εταιρεία Στέφος Ευριπίδου και αποτελεί κρατική γη εφόσον ολόκληρη η βιομηχανική περιοχή είναι κυβερνητική περιοχή. Εκείνος ο χώρος χρησιμοποιείτο από το βαφείο και συγκεκριμένα εκεί τοποθετούνταν τα αυτοκίνητα μετά που προφανώς τελείωνε την εργασία του σε αυτά ο κατηγορούμενος. Μεταγενέστερα το Υπουργείο Εμπορίου εκμίσθωσε την εν λόγω λωρίδα πρασίνου στον κατηγορούμενο, για τους δικούς του λόγους, έστω και αν το συγκεκριμένο υποστατικό δεν ήταν εκμισθωμένο στον κατηγορούμενο αλλά σε άλλο πρόσωπο και χωρίς να ληφθούν οι απόψεις της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής. Σε κάποιο στάδιο ο κατηγορούμενος απομάκρυνε τα αυτοκίνητα από την λωρίδα πρασίνου, μετά όμως άρχισε εκ νέου και μέχρι πρόσφατα να τα τοποθετεί εκεί. Αναφερόμενος στην περιοχή όπου βρίσκεται η οικία της Αριστοτέλους είπε ότι πρόκειται για οικιστική περιοχή, η οποία συνορεύει με την βιομηχανική περιοχή. Κοντά υπάρχουν και άλλες μη οικιστικές αναπτύξεις. Συγκεκριμένα σε απόσταση 250-300 μέτρων νοτιότερα βρίσκεται το εργοστάσιο SWS, μετά από το εν λόγω εργοστάσιο υπάρχουν δυο σχολεία και ένα αδειούχο Μ.Ο.Τ., ένα παράνομο πλυντήριο αυτοκινήτων και τρεις ή τέσσερις κατοικίες. Απέναντι, δηλαδή καθ' όλον το μήκος της οδού Ηλυσίων, μετά τα σχολεία υπάρχει απομονωτική λωρίδα που είναι στα σχέδια ώστε να απομονώνεται η βιομηχανική περιοχή από την οικιστική. Στην αντεξέταση του διευκρίνισε σε σχέση με την εκμίσθωση της λωρίδας πρασίνου από το Υπουργείο Εμπορίου και το κατά πόσο ενόψει αυτής ο κατηγορούμενος νομιμοποιείται να χρησιμοποιεί εκείνο το χώρο, ότι δεν δικαιούται και ότι το Υπουργείο Εμπορίου δικαιούται μεν να εκμισθώνει γη αλλά όχι και να καθορίζει την χρήση της, κάτι για το οποίο αρμόδια είναι η Πολεοδομική Αρχή. Είπε επίσης ότι σε συνάντηση που είχε στο γραφείο του με τον κατηγορούμενο, τον Ευριπίδου και άλλα πρόσωπα, τους εξήγησε ότι με την άδεια που είχε το υποστατικό δηλαδή που ήταν προηγουμένως το εργοστάσιο του Ευριπίδου, δεν μπορούσε να χρησιμοποιείται ως βαφείο αυτοκινήτων. Η οποιαδήποτε επαγγελματική άδεια έχει ο κατηγορούμενος δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Τμήματος του μάρτυρα. Πίσω από το υποστατικό του κατηγορούμενου βρίσκεται το εργοστάσιο του MUSKITA, το οποίο κατατάσσεται στην κατηγορία Β'. Το εργοστάσιο αυτό δεν κατατάσσεται στην βαριά βιομηχανία με βάση την Πολεοδομική Νομοθεσία. Είπε επίσης ότι το ωράριο λειτουργίας δεν είναι της αρμοδιότητας της Πολεοδομικής Αρχής και ο ίδιος δεν γνωρίζει για τα προβλεπόμενα, για τις βιομηχανικές περιοχές, ωράρια. Ανέφερε δε ουσιαστικά ότι η Πολεοδομική Αρχή έχει εξουσία εκ του Νόμου, να απορρίπτει παρόμοιες αιτήσεις αν παρά το ότι επιτρέπονται οι συγκεκριμένες χρήσεις εντούτοις επηρεάζουν την πολεοδομική ρύθμιση. Διευκρίνισε όμως ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση η χρήση δεν επιτρεπόταν καν από την σχετική νομοθεσία. Είπε επίσης ότι η λειτουργία ενός βαφείου αυτοκινήτων που συνορεύει με οικιστική περιοχή, πρακτικά προκαλεί προβλήματα. Εξήγησε ότι όσον αφορά προβλήματα υγείας υπάρχουν ειδικοί που μπορούν να αναφέρουν και ότι από τις γενικές του γνώσεις όταν υπάρχει βαφείο κοντά σε κάποιους προκαλεί διαφόρων τύπων προβλήματα. Τέλος είπε ότι δεν γνωρίζει αν στις βιομηχανικές περιοχές υπάρχει επιτρεπτό όριο θορύβου και ότι αυτό δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του. Συμπεράσματα Από την προαναφερθείσα μαρτύρια, αντικειμενικά εξεταζόμενη, χωρίς δηλ. να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας, ως επιβάλλεται στον παρόν στάδιο, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 21.2.13 και περί ώρα 11:30 το βράδυ, ο κατηγορούμενος εργαζόταν στο επίδικο υποστατικό, το οποίο διατηρεί ως βαφείο αυτοκινήτων και στα πλαίσια της εργασίας του διενεργούσε κτυπήματα και είχε σε λειτουργία κομπρεσσόρο. Το επίδικο υποστατικό δεν έχει άδεια χρήσης ως βαφείο αυτοκινήτων, από την αρμόδια Πολεοδομική Αρχή, δηλ. τον Δήμο Λεμεσού, καθότι η χρήση αυτή εμπίπτει στις χρήσεις Βιομηχανικής Ανάπτυξης κατηγορίας Α΄, που δεν είναι επιτρεπτές στην Βιομηχανική Περιοχή Ύψωνα, στην οποία βρίσκεται το υποστατικό. Σχετική αίτηση που έγινε για να δοθεί άδεια αλλαγή της χρήσης του υποστατικού σε βαφείο αυτοκινήτων, απορρίφθηκε από την εν λόγω αρμόδια Πολεοδομική Αρχή. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως το πρώτο συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο, διενεργούσε πράξη που δεν ήταν εξουσιοδοτημένη από το νόμο. Απομένει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ήτοι ότι, συνεπεία της προαναφερόμενης πράξης του κατηγορούμενου, προκλήθηκε ενόχληση στο κοινό κατά την άσκηση κοινών δικαιωμάτων. Ως φαίνεται από τα προαναφερθέντα στην έκθεση της νομικής πτυχής του επίδικου αδικήματος, προς στοιχειοθέτηση αυτού απαιτείται, η πράξη του κατηγορούμενου που γίνεται χωρίς να είναι εξουσιοδοτημένη από το νόμο, να είναι τόσο πλατιά διαδεδομένη σε έκταση ή αδιάκριτη ως προς την επίδραση της ώστε να συνιστά δημόσια και όχι ιδιωτική οχληρία. Με άλλα λόγια πρέπει να αποτελεί πράξη που επηρεάζει ή ενοχλεί ουσιωδώς τουλάχιστον μια τάξη του κοινού («a class of the public») δηλ. να είναι τόσο ενοχλητική ώστε να αφαιρεί με αισθητό τρόπο από την απόλαυση της ζωής και περιουσίας στην περιοχή της. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή γιατί το κατά πόσο είναι οχληρία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον αριθμό των κατοίκων και την συγκέντρωση κόσμου στην συγκεκριμένη περιοχή, το οποίο αποτελεί ζήτημα πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι επηρεάζεται ουσιωδώς κάθε μέρος της τάξης αυτής του κοινού. Από τη άλλη όμως πρέπει να αποδεικνύεται ότι επηρεάζεται ουσιωδώς ένα αντιπροσωπευτικό τμήμα της εν λόγω τάξης. Σε σχέση με τα πιο πάνω από την τεθείσα μαρτυρία, πάντα αντικειμενικά εξεταζόμενη, προκύπτουν τα εξής: Λόγω της πρόκλησης των χτυπημάτων και της λειτουργίας του κομπεσόρου, ο Μ.Κ.1, ο οποίος διαμένει με την οικογένεια του σε κατοικία, η οποία βρίσκεται απέναντι και διαγώνια, σε απόσταση 30‑40 μέτρων περίπου από το υποστατικό του κατηγορούμενου, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Για αυτό και βγήκε στο παράθυρο και φώναξε στον κατηγορούμενο «Κοιμόμαστε ρε φίλε». Ο κατηγορούμενος έδειξε αδιαφορία και μετά από 20 λεπτά έφυγε. Προκύπτει λοιπόν ότι η υπό αναφορά πράξη του κατηγορούμενου σίγουρα προκάλεσε ενόχληση στον παραπονούμενο, κατά την άσκηση ενός κοινού δικαιώματος δηλ. της ησυχίας κατά τις νυχτερινές ώρες. Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι κατά πόσο η προαναφερόμενη μαρτυρία είναι ικανοποιητική ώστε να αποδεικνύει για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ότι η πράξη του κατηγορούμενου επηρέασε ουσιωδώς ένα αντιπροσωπευτικό τμήμα της τάξης του κοινού της συγκεκριμένης περιοχής; Εάν δηλ. συνιστά δημόσια οχληρία; Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να ληφθούν υπόψην τα ακόλουθα δεδομένα: · Στην πλευρά του δρόμου όπου βρίσκεται το επίδικο υποστατικό εκτείνονται τα σύνορα βιομηχανικής περιοχής. · Απέναντι όπου βρίσκεται η κατοικία του παραπονούμενου η περιοχή είναι οικιστική. Όσον αφορά υποστατικά που χρησιμοποιούνται ως κατοικίες στην περιοχή, υπάρχει μόνο μια κατοικία πίσω από την κατοικία του παραπονούμενου ενώ άλλες κατοικίες, ως θα εκτεθεί κατωτέρω, βρίσκονται πιο μακριά. · Δίπλα από την κατοικία του παραπονούμενου υπάρχουν μεγάλες αποθήκες, όπου φτιάχνουν ταπετσαρίες. · Σε απόσταση 250-300 μέτρων νοτιότερα βρίσκεται το εργοστάσιο SWS, μετά από το εν λόγω εργοστάσιο υπάρχουν δυο σχολεία και ένα αδειούχο Μ.Ο.Τ., ένα παράνομο πλυντήριο αυτοκινήτων και μετά τρεις ή τέσσερις κατοικίες. Δεν υπάρχει δε μαρτυρία πόσο μακριά βρίσκονται οι άλλες αυτές κατοικίες. · Δεν τέθηκε επίσης μαρτυρία, η οποία να δείχνει πόσο μακριά ακούγονταν τα χτυπήματα που εκτελούσε ο κατηγορούμενος και ο θόρυβος από τον κομπρεσσόρο. · Οι μόνοι που υπέβαλαν σχετικά παράπονα ήταν ο παραπονούμενος και η γυναίκα του. · Το δε επίδικο παράπονο δηλ. αυτό της συγκεκριμένης ημερομηνίας στην οποία και περιορίζονται οι λεπτομέρειες αδικήματος, έγινε μόνο από τον παραπονούμενο και αφορούσε την συγκεκριμένη νυχτερινή ώρα, κατά την οποία τα σχολεία είναι προφανώς κλειστά. Από το σύνολο λοιπόν των πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί, ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ότι η πράξη του κατηγορούμενου, επηρέασε ουσιωδώς έστω ένα αντιπροσωπευτικό τμήμα της τάξης του κοινού, το οποίο διαμένει στην συγκεκριμένη περιοχή. Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί κατά την κρίση μου εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Καταληκτικά κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί το δεύτερο συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος και συναφώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κοινή οχληρία) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο