Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Σολωμός Αργυρού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18319/14, 12/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B209 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18319/14 Μεταξύ : Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού εναντίον
- Σολωμός Αργυρού
- Στέλιος Παπαστυλιανού Κατηγορούμενων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12/12/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή : κ. Α. Μανώλη (για να ακούσει απόφαση ο κ. Π. Αβρααμίδης) Για τον κατηγορούμενο 1 : κ. Ζ. Νικολαίδης Κατηγορούμενος 1 : απών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπόθεση εν σχέση με τον κατηγορούμενο 2 διακόπηκε στις 19/01/15 και αυτός απηλλάγη της 2ης κατηγορίας που αντιμετώπιζε. Όσον αφορά δε τον κατηγορούμενο 1 που αντιμετωπίζει την 1η κατηγορία (δημόσια βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 115 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154), η εκδίκαση της υπόθεσης ξεκίνησε. Στο εδώλιο του μάρτυρα τη δεδομένη στιγμή βρίσκεται ο ΜΚ1, Αρχιαστυφύλακας 4359 Πέτρος Θρασυβούλου. Στην κατάθεση του τεκμ.1 ο μάρτυρας αυτός αναφέρει ότι στις 28/09/13 ο κατηγορούμενος 1 κατήγγειλε ότι το προηγούμενο βράδυ δηλ. 27/09/13 κατά τη διάρκεια ειδικής συνέλευσης της ΣΠΕ Κυπερούντας που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα πολλαπλής χρήσης στην Κυπερούντα, σε κάποια στιγμή κτυπήθηκε από συγκεκριμένο πρόσωπο. Σε άλλο σημείο δε αναφέρει ότι στις 08/10/13 πήρε κατάθεση από τον Ανδρέα Οδυσσέως από την Κυπερούντα που ήταν παρών στην αίθουσα πολλαπλής χρήσεως στην Κυπερούντα στις 27/09/13, ο οποίος κατέγραψε με το κινητό του τηλέφωνο το όλον επεισόδιο. Ο ρηθείς Οδυσσέως του έδειξε στην παρουσία και του αστυφύλακα 2019 το περιεχόμενο που κατέγραψε με το κινητό του τηλέφωνο και τις ενέργειες τόσο του προσώπου που κατήγγειλε ο κατηγορούμενος 1 όσο και του τελευταίου, και διαπιστώθηκε με τη συμπλήρωση των εξετάσεων ότι η καταγγελία που έκανε ο κατηγορούμενος 1 πιο πάνω δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σε κάποιο στάδιο της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι ο αστ.2019 παρέλαβε το κινητό τηλέφωνο (του Οδυσσέως πιο πάνω) και το μετέφερε στο Αρχηγείο όπου στο εργαστήριο είδε το περιεχόμενο, το κατέγραψε σε CD και κατακρατήθηκε ως τεκμήριο. Το CD αυτό βρίσκεται στον αστυνομικό σταθμό και έχουν και ένα αντίγραφο. Έχει στην κατοχή του το CD το οποίο είναι αποτέλεσμα της εξέτασης του τηλεφώνου. Ακριβώς δε σε αυτό το σημείο ζητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής όπως το εν λόγω CD κατατεθεί ως τεκμήριο και υποβλήθηκε η ένσταση στην κατάθεση του που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας απόφαση. Συγκεκριμένα ο κ.Νικολαίδης ανέφερε ότι η ένσταση εδράζεται στο άρθρο 15
(1)και
(2)του Συντάγματος. Η μαγνητοσκόπηση του κατηγορούμενου από τρίτο χωρίς την άδεια του, ανέφερε, αντιβαίνει στη συγκεκριμένη πρόνοια του Συντάγματος, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Δημήτρης Σιάμησιης v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 308 όπου τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο θεωρήθηκαν ως μαρτυρία που λήφθηκε παράνομα καθότι δεν ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες που προβλέπει η νομοθεσία και συγκεκριμένα ο Περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας Νόμος 92
(1)/
- Επίσης ανέφερε ότι πέραν του Νόμου, η συγκεκριμένη πράξη αντιβαίνει στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 95/46/EC που τέθηκε σε ισχύ στις 24/10/
- Τέλος, ανέφερε ότι έχει ένσταση να κατατεθεί το CD καθότι εστί παρακολούθηση χωρίς να ακολουθηθούν οι πρόνοιες του νόμου περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας. Ο κ.Μανώλη με τη σειρά του, απαντώντας, υποστήριξε την θέση ότι η κατάθεση του ψηφιακού δίσκου θα πρέπει να γίνει αποδεκτή και ουσιαστικά αυτό που εισηγήθηκε είναι πως η ένσταση είναι πρόωρη και το Δικαστήριο θα αποφασίσει στο τέλος εάν η μαρτυρία είναι μολυσμένη ή όχι. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών. Κατ' αρχήν αυτό που θα πρέπει να αναφερθεί είναι πως η αναφερόμενη από τον κ.Νικολαίδη νομοθεσία για την Προστασία του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Νόμος 92
(1)/1996) δεν έχει καμία εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Ακριβώς η Νομοθεσία αυτή αφορά την προστασία του απόρρητου της ιδιωτικής επικοινωνίας, όπως αυτή ορίζεται στο Νόμο. Σχετική με την υπόθεση αναφέρεται είναι η αναφερόμενη ευρωπαϊκή οδηγία 95/46/EC, η οποία ουσιαστικά εισήχθη στην Κυπριακή έννομη τάξη δια της ψήφισης του Νόμου 138(Ι)/2001 για την Επεξεργασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Με αυτό δε υπόψη και έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά την Νομοθεσία αυτή σε συνάρτηση με όσα ανέφερε ο κ.Νικολαίδης, θεωρώ ότι ουσιαστικά η ένσταση είναι εδώ που εδράζεται. Με το ίδιο θέμα σημειώνω που απασχολεί το Δικαστήριο, ασχολήθηκε το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην υπόθεση 17179/06, Δημοκρατία v. 1.Αντρέα Παύλου Ευσταθίου κ.α. Στην ενδιάμεση του απόφαση δε ημερ.20/11/07, με την οποία συμφωνώ, το Κακουργιοδικείο ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: " Ο επόμενος και τελευταίος λόγος ένστασης έχει ως νομικό υπόβαθρό τον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο 138(Ι)/2001. Τον ανέπτυξαν οι κ.κ. Παπαϊωάννου και Θεοδώρου και τις εισηγήσεις τους τις υιοθέτησαν και οι υπόλοιποι συνήγοροι που λαμβάνουν μέρος στην ένσταση αυτή. Αναφερόμενοι και αναπτύσσοντας τις διάφορες πρόνοιες του εν λόγω Νόμου, εισηγήθηκαν ότι η βιντεοσκόπηση του επεισοδίου από τον άγνωστο, η παράδοση ακολούθως της βιντεοκασέτας στο Γενικό Εισαγγελέα, η διατήρηση και παράδοση της στη συνέχεια από τον τελευταίο στον ποινικό ανακριτή, όπως φαίνονται όλα αυτά στη μαρτυρία, συνέβαλαν στην πρόκληση σειράς παραβάσεων σε σχέση με τις πρόνοιες του. Και κατά συνέπεια στη διάπραξη ποινικών αδικημάτων που προβλέπει και τιμωρεί ο Νόμος αυτός. Πρόκειται για σχετικά νέο Νόμο ο οποίος, βασικά, αποβλέπει στη διαφύλαξη του αναφαίρετου δικαιώματος το οποίο κατοχυρώνει το Σύνταγμα στο Άρθρο 15.1 αυτού, με την πρόνοια ότι "Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνη σεβασμού". Στο Νόμο αυτό η διαφύλαξη του εν λόγω δικαιώματος επιτυγχάνεται μέσω των συγκεκριμένων περιορισμών που θέτει ρητώς όσον αφορά τη συλλογή και επεξεργασία "δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα". Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 τέτοια είναι "κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε υποκείμενο των δεδομένων που βρίσκεται εν ζωή". Περαιτέρω, το καθ' ύλην πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου καθορίζεται με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)και
(2), ως ακολούθως: "3.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται στην αυτοματοποιημένη εν όλω ή εν μέρει επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο.
(2)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών." Ακολουθεί από τις πιο πάνω πρόνοιες ότι άμεσα σχετικός με την εφαρμογή του Νόμου είναι ο ορισμός των όρων "αρχείο" και "επεξεργασία". Δίδεται στο άρθρο 2 ως εξής: "2. ............................ "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ή "αρχείο" σημαίνει το διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία είναι προσιτά με βάση συγκεκριμένα κριτήρια. ............................. "επεξεργασία" ή "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" σημαίνει κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από οποιοδήποτε πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και που εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και περιλαμβάνει τη συλλογή, καταχώριση, οργάνωση, διατήρηση, αποθήκευση, τροποποίηση, εξαγωγή, χρήση, διαβίβαση, διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, τη συσχέτιση ή το συνδυασμό, τη διασύνδεση, το κλείδωμα, τη διαγραφή ή την καταστροφή, ............................" Επίσης, σχετικός είναι και ο ορισμός που δίδεται στο ίδιο άρθρο, του όρου "υπεύθυνος επεξεργασίας" που "σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο που καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα". Έχοντας κατά νου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1), ανωτέρω, παρατηρούμε ότι δεν έχουμε σε μαρτυρία την πρόθεση του άγνωστου εικονολήπτη του επεισοδίου, όταν αυτός προέβαινε στη βιντεοσκόπηση του, ώστε να γνωρίζουμε κατά πόσο το προϊόν της επεξεργασίας αυτής επρόκειτο να περιληφθεί σε αρχείο. Εν πάση περιπτώσει, με την εν λόγω ενέργεια του, ουσιαστικά, κατέστησε τον εαυτό του "υπεύθυνο επεξεργασίας" προσωπικών δεδομένων, η δε επεξεργασία πραγματοποιήθηκε με αυτοματοποιημένο τρόπο, ήτοι με τη χρήση της βιντεοκάμερας. Επίσης, είναι, εκ πρώτης όψεως, η εντύπωση μας ότι όταν η βιντεοκασέτα βρισκόταν ακόμα στην κατοχή του αγνώστου προσώπου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβανόταν σε αρχείο με την έννοια του διαρθρωμένου συνόλου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εκτός, βέβαια, αν η αποτύπωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε βιντεοκασέτα συνιστά, χωρίς άλλο, "αρχείο" μέσα στην έννοια του Νόμου. Δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε το σημείο αυτό οριστικά, το οποίο και αφήνουμε ανοικτό για κρίση εάν και όταν προκύψει, θεωρώντας, όμως, για σκοπούς της συζήτησης που ακολουθεί, ότι και η βιντεοκασέτα συνιστά τέτοιο αρχείο. Με δεδομένο αυτό, είμαστε, περαιτέρω, της άποψης ότι η διαβίβαση, ακολούθως, της βιντεοκασέτας από το άγνωστο πρόσωπο προς το Γενικό Εισαγγελέα ισοδυναμεί με μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία των δεδομένων που αποτυπώνονται στην ταινία. Μετά την παράδοση της θα συμπεριλαμβάνετο σε αρχείο, δηλαδή, θα τοποθετείτο στον ποινικό φάκελο που άρχισε να δημιουργείται την περίοδο εκείνη στο πλαίσιο διερεύνησης του υπό αναφορά επεισοδίου. Οπότε, εμπίπτει η περίπτωση στο άρθρο 3
(1)και έτσι τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος. Συναφώς, παρατηρούμε ότι δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση η πρόνοια στο άρθρο 3
(2)καθ' ότι η εν λόγω διαβίβαση (επεξεργασία) δεν ήταν "για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών". Η κρίσιμη καμπή που κατά τη γνώμη μας έθεσε τις ενέργειες του αγνώστου προσώπου και ακολούθως και του Γενικού Εισαγγελέα κάτω από τις πρόνοιες του Νόμου ήταν, σε κάθε περίπτωση, η διαβίβαση της βιντεοκασέτας αρχικά από το άγνωστο πρόσωπο στο Γενικό Εισαγγελέα και ακολούθως από το Γενικό Εισαγγελέα στον κ. Νικολαϊδη, ποινικό ανακριτή στην υπόθεση. Ήταν σε εκείνα τα στάδια, πιστεύουμε, που διενεργήθηκε επεξεργασία, με την έννοια της διαβίβασης, και όταν συνέβαινε αυτό η βιντεοκασέτα επρόκειτο να περιληφθεί σε αρχείο. Με τον όρο αυτό εννοούμε στην προκειμένη περίπτωση τον ποινικό φάκελο, όπως αναφέραμε και προηγουμένως. Το επόμενο στάδιο το οποίο θα πρέπει να εξετάσουμε είναι κατά πόσο η προαναφερθείσα επεξεργασία προσωπικών δεδομένων ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 4
(1)του Νόμου ώστε να είναι νόμιμη. Σύμφωνα με αυτό: "4.-
(1)Ο υπεύθυνος επεξεργασίας διασφαλίζει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα- (α) Υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία· (β) συλλέγονται για προσδιορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και δεν υφίστανται μεταγενέστερη επεξεργασία ασυμβίβαστη με τους σκοπούς αυτούς· (γ) είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από τι κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας· (δ) είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, υποβάλλονται σε ενημέρωση· (ε) διατηρούνται σε μορφή που να επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των υποκειμένων τους μόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου που απαιτείται, κατά την κρίση του Επιτρόπου, για την πραγματοποίηση των σκοπών της συλλογής τους και της επεξεργασίας τους. Μετά την παρέλευση της περιόδου αυτής ο Επίτροπος δύναται με αιτιολογημένη απόφαση του, να επιτρέπει τη διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για ιστορικούς, επιστημονικούς ή στατιστικούς σκοπούς, εφόσον κρίνει ότι δε θίγονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τα δικαιώματα των υποκειμένων τους ή τρίτων." Πιστεύουμε ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν, σε κάθε περίπτωση, και μάλιστα σωρευτικά, και αυτό ισχύει και στην προκειμένη περίπτωση, στο βαθμό που είναι δυνατό να διακριβωθεί από τη μαρτυρία. Θέτουμε την επιφύλαξη αυτή καθ' ότι δεν είναι γνωστό σε μας, στο παρόν στάδιο, το περιεχόμενο της βιντεοκασέτας και ούτε μας έχει ζητηθεί να το δούμε. Αναφερόμαστε στις υποπαραγράφους (γ), (δ) και (ε) και, συνεπώς, περιορίζουμε την εξέταση μας στις υποπαραγράφους (α) και (β), θεωρώντας ότι η επεξεργασία στην προκειμένη περίπτωση των προσωπικών δεδομένων ήταν μέχρι στιγμής, στο βαθμό που μπορούμε να γνωρίζουμε, και θεμιτή και νόμιμη. Ενώ η συλλογή της έγινε για περιορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς. Επίσης θεωρούμε ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να έχουν ικανοποιηθεί όταν ακολούθως εξετάζεται αν η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων είναι νόμιμη δυνάμει του άρθρου 5, ανεξάρτητα σε ποια από τις δύο περιπτώσεις του άρθρου αυτού εμπίπτει η τέτοια επεξεργασία. Παραθέτουμε τις πρόνοιες του άρθρου 5 στο βαθμό που είναι σχετικές, έχοντας υπόψη και τις εισηγήσεις επί του θέματος των συνηγόρων: "5.-
(1)Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεση του.
(2)Επεξεργασία δεδομένων επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων όταν- .................................. (δ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση έργου δημοσίου συμφέροντος ή έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και έχει ανατεθεί είτε στον υπεύθυνο επεξεργασίας είτε σε τρίτο, στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα· (ε) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει των δικαιωμάτων, συμφερόντων και θεμελιωδών ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων." Οπωσδήποτε η πρόνοια στο άρθρο 5
(1), ανωτέρω, δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Όμως, είναι σε όλους γνωστό πως με βάση το Άρθρο 113.2 του Συντάγματος, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας έχει εξουσία, την οποία ασκεί κατά την κρίση του προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος, να διατάσσει τη διεξαγωγή ποινικών ανακρίσεων καθώς επίσης και την ποινική δίωξη οποιουδήποτε προσώπου για οποιοδήποτε αδίκημα. Συνεπώς, η επεξεργασία στην προκειμένη περίπτωση από το Γενικό Εισαγγελέα εμπίπτει στην υποπαράγραφο (δ), δηλαδή η διατήρηση αρχικά της βιντεοκασέτας στην κατοχή του και η διαβίβαση της ακολούθως στον ποινικό ανακριτή ήσαν απαραίτητα για την εκτέλεση από τον ίδιο, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας. Όσον αφορά την επεξεργασία από το άγνωστο πρόσωπο πιστεύουμε πως καλύπτεται από τις πρόνοιες της υποπαραγράφου (ε). Δεν υπάρχει κατά το νόμο υποχρέωση σε οποιοδήποτε πρόσωπο να προβεί, υπό την ιδιωτική του ιδιότητα, σε καταγγελία σε σχέση με τη διάπραξη κάποιου ποινικού αδικήματος. Εναπόκειται στη συνείδηση του καθενός. Όμως, ο καθένας έχει έννομο συμφέρον στην πάταξη του εγκλήματος και στην εδραίωση της έννομης τάξης. Και αν κάποιο πρόσωπο καταγγείλει τη διάπραξη συγκεκριμένου εγκλήματος και με οποιοδήποτε τρόπο δώσει πληροφορίες στο Γενικό Εισαγγελέα ή στις αστυνομικές αρχές που αφορούν προσωπικά δεδομένα υποκειμένου που φέρεται να σχετίζεται με αυτό, τότε, όπως και ο Γενικός Εισαγγελέας όταν διαβιβάζει τις εν λόγω πληροφορίες στον υπεύθυνο ποινικό ανακριτή, καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου 5
(2)(ε). Η δε καταγγελία στην οποία προβαίνει, σαφώς, υπερέχει του δικαιώματος του υπόπτου προσώπου που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 15.1 του Συντάγματος, ανωτέρω. Εν ολίγοις σε τέτοια περίπτωση δε χρειάζεται η συγκατάθεση του υποκείμενου για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων που τον αφορούν. " Συνεπώς έχοντας υπόψη όσα αναφέρονται πιο πάνω βρίσκω ότι και στην προκειμένη περίπτωση εκ πρώτης έχουμε αρχείο και πως τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος (άρθρο 3
(1)), αλλά και ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση η πρόνοια του άρθρου 3
(2)καθότι η επεξεργασία δεν ήταν «για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών». Όσον αφορά την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 4
(1), καταλήγω κατά τον ίδιο τρόπο όπως και το Κακουργιοδικείο πιο πάνω, με την ίδια επιφύλαξη ως προς τις υποπαραγράφους (γ), (δ) και (ε). Ως προς τις υποπαραγράφους (α) και (β), θεωρώ ότι η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων ήταν μέχρι στιγμής, στο βαθμό που μπορεί το Δικαστήριο να γνωρίζει, και θεμιτή και νόμιμη, ενώ η συλλογή της έγινε για περιορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς. Ερχόμενος τώρα στο άρθρο 5 και θεωρώντας στο παρόν στάδιο ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν έδωσε τη συγκατάθεση του για τη βιντεογράφηση και συνεπώς δεν εφαρμόζεται το άρθρο 5
(1), πιστεύω κατ' αρχήν ότι η επεξεργασία στην προκειμένη περίπτωση από την Αστυνομία καλύπτεται, ως εκ των εξουσιών και της συναφούς υποχρέωσης της «. για τη διατήρηση του νόμου και της τάξης, τη διαφύλαξη της ειρήνης, την πρόληψη και εξιχνίαση του εγκλήματος και τη σύλληψη και δίωξη των παρανομούντων...» [ βλ. άρθρο 6 του Περί Αστυνομίας Νόμου (Ν.73(Ι)/2004)], από τις υποπαραγράφους (α) και (δ) του εδαφίου 2 του άρθρου 5. Όσον αφορά τώρα το πρόσωπο που βιντεογράφησε πιστεύω και εδώ ότι καλύπτεται από την υποπαράγραφο (ε) του εδαφίου 2 του άρθρου 5 και υιοθετώ όσα αναφέρθηκαν σχετικά πιο πάνω από το Kακουργιοδικείο. Πριν ολοκληρώσω, εκ του περισσού ενδεχομένως, αναφέρεται ότι η αποδοχή της κατάθεσης του αναφερόμενου CD (ψηφιακού δίσκου) δεν σημαίνει αυτόματα και την αποδοχή του περιεχομένου του στο τέλος της δίκης. Αυτό θα αξιολογηθεί μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία και θα του δοθεί η ανάλογη βαρύτητα. Καταλήγω λοιπόν στην απόρριψη της ένστασης. Συνεπώς η κατάθεση του CD (ψηφιακού δίσκου) γίνεται αποδεκτή. (Υπ.)................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο