Κώστας Θεμιστοκλέους ν. Ανδρέα Καρυκίδη, Αρ. Υπόθεσης: 1647/15, 23/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B221 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1647/15 Κώστας Θεμιστοκλέους Παραπονούμενος -ν- Ανδρέα Καρυκίδη Κατηγορούμενος ------------------------------------ Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κ. Σαουρής Για Κατηγορούμενο: κα. Λαβίθια Κατηγορούμενος παρών ------------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη εδράζεται στα αρ.297 και 298 Κεφ.154 και αφορά σε απόσπαση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις ενώ η 2η κατηγορία εδράζεται στα αρ. 297 και 301(α) Κεφ. 154 και αφορά σε εξασφάλιση πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις. Τα «αγαθά» που αναφέρονται στην 1η κατηγορία και η «πίστωση» που αναφέρεται στη 2η κατηγορία αφορούν στο χρηματικό ποσό των €3.
- Οι ψευδείς παραστάσεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο από τις λεπτομέρειες αδικήματος και των δύο κατηγοριών, συνίστανται στο ότι «ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 17/09/12...δια ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση...παρέστησε στον Παραπονούμενο ότι η επιταγή υπ' αριθμό 71986400 της Τράπεζας Κύπρου, την οποία εξέδωσε και παρέδωσε σε αυτόν, θα εξαργυρωνόταν και/ή θα πληρωνόταν, ενώ γνώριζε ότι τούτο ήταν ψευδές καθ' ότι επί της επιταγής αναγράφετο αντί €3.450 το ποσό των £3.450 (τρεις χιλιάδες τετρακόσιες πενήντα λίρες Κύπρου) και η Τράπεζα δεν θα εξαργύρωνε και/ή πλήρωνε την εν λόγω επιταγή.» Κατά τη διάρκεια της ακρόασης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός μεταξύ των μερών ότι κατά την 17.9.2012 το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν το «Ευρώ» και όχι οι «Λίρες Κύπρου» και ότι οι επιταγές σε «λίρες» δεν εξαργυρώνονταν, γεγονός για το οποίο κάμνω ανάλογο εύρημα. Από πλευράς παραπονούμενου κατέθεσε μόνο ο ίδιος ως ΜΚ1, ενώ από πλευράς υπεράσπισης, κατέθεσε ενόρκως, ως ήταν δικαίωμά του, ο κατηγορούμενος ως ΜΥ1 και ο Α. Χατζίηκκος, Λειτουργός/Εξεταστής στον Επίσημο Παραλήπτη, ως ΜΥ
- Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι τον κατηγορούμενο τον γνώρισε στην μπυραρία που διατηρούσε ο αδελφός του πρώτου στη Λεμεσό, θαμώνες της οποίας ήταν και οι δύο τους. Στα πλαίσια της γνωριμίας τους, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, του ανέφερε ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ότι ανέμενε να λάβει κάποια χρήματα από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού, χρήματα όμως τα οποία θα καθυστερούσαν περί τον ένα μήνα να του καταβληθούν. Ενόψει τούτου, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος του ζήτησε να τον δανείσει το ποσό των €3.450, ποσό το οποίο ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, υποσχέθηκε ότι θα το επέστρεφε μόλις έπαιρνε τα χρήματα του πλεονασμού. Σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος, πρόσφερε ως εξασφάλιση του δανείου αυτού, επιταγή του ιδίου, για το ποσό του δανείου, την οποία επιταγή ο παραπονούμενος θα κρατούσε μέχρι να εξοφληθεί το δάνειο εντός του μήνα. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, η συνεννόηση των μερών ήταν ότι εάν εντός ενός μηνός ο κατηγορούμενος εξοφλούσε το δάνειο, ο πρώτος θα επέστρεφε την επιταγή ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα μπορούσε να καταθέσει την επιταγή και έτσι να λάβει τα χρήματά του. Στη βάση αυτών των «παραστάσεων» του κατηγορούμενου, ο παραπονούμενος αποδέχθηκε να δώσει το δάνειο, οπόταν και ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, υπέγραψε ενώπιον του μια επιταγή, την επίμαχη επιταγή, στην οποία ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε αριθμητικά και ολογράφως το ποσό καθώς και την ημερομηνία, ήτοι 17.9.2012 και αφήνοντας κενό μόνο το όνομα του δικαιούχου, του την παρέδωσε. Αφού παρήλθε η περίοδος του ενός μηνός και ο κατηγορούμενος δεν εξόφλησε το δάνειο, ο παραπονούμενος ο οποίος κρατούσε την επιταγή καθ' όλο αυτό το διάστημα, συμπλήρωσε το όνομα του στη θέση του δικαιούχου και την παρουσίασε στην τράπεζα για να την εξαργυρώσει, ως ήταν η μεταξύ τους συνεννόηση. Όταν την παρουσίασε όμως στο ταμείο, ο τραπεζικός υπάλληλος τον ενημέρωσε ότι η επιταγή δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί, αφ' ενός διότι ήταν σε λίρες Κύπρου, ήτοι νόμισμα που δεν ήταν πλέον σε κυκλοφορία και αφ' ετέρου, επειδή ο κατηγορούμενος είχε τεθεί στο «Κ.Α.Π». Για το λόγο αυτό ο υπάλληλος της τράπεζας δεν δέχτηκε την επιταγή, δεν την σφράγισε και την επέστρεψε στον παραπονούμενο για να αποταθεί στον εκδότη της. Ακολούθως, ο παραπονούμενος επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο τον οποίο και ενημέρωσε για την άκυρη ουσιαστικά επιταγή που του έδωσε και απαίτησε την αποπληρωμή του δανείου των €
- Από εκείνη την ημέρα όμως και μετά, ο κατηγορούμενος «εξαφανίστηκε» και καμία άλλη επικοινωνία είχε μαζί του οπόταν και ο παραπονούμενος συνειδητοποίησε ότι ο κατηγορούμενος τον είχε ξεγελάσει και ότι αυτή ήταν από την αρχή η πρόθεση του. Ο ίδιος δεν είχε προσέξει κατά το χρόνο που του δόθηκε η επιταγή ότι ήταν σε λίρες Κύπρου και συνεπώς «άχρηστη», αφού έδωσε πίστη στα λεγόμενα του κατηγορούμενου ότι η επιταγή και «καλή προς εξαργύρωση» ήταν αλλά και ότι θα μπορούσε να τιμηθεί αφού ο κατηγορούμενος θα λάμβανε τα χρήματα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Έκτοτε ο παραπονούμενος ανέφερε ότι έψαχνε τον κατηγορούμενο για να πάρει τα λεφτά του πίσω χωρίς όμως επιτυχία οπόταν αναγκάστηκε να ζητήσει νομική συμβουλή από δικηγόρο επακόλουθο της οποίας ήταν να καταχωρηθεί η παρούσα υπόθεση. Ο παραπονούμενος ανέφερε τέλος ότι αν δεν του προσφέρετο η «εξασφάλιση» της φερόμενης ως «καλής» επιταγής, δεν θα προχωρούσε να δανείσει τον κατηγορούμενο το προαναφερόμενο ποσό Ο παραπονούμενος απέρριψε κατηγορηματικά υποβολές της υπεράσπισης ότι η όλη εκδοχή του ήταν αποκύημα της φαντασίας του και ότι την εν λόγω επιταγή την βρήκε τυχαία στη μπυραρία που γνώρισε τον κατηγορούμενο οπόταν και συμπληρώνοντας το όνομα του στο χώρο του δικαιούχου, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να αποσπάσει χρήματα από τον κατηγορούμενο. Του υποβλήθηκε επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τελούσε υπό πτώχευση και επομένως θα ήταν αδύνατο αλλά και παράνομο να κατέχει και να δανείζει το επίμαχο ποσό. Ο παραπονούμενος δήλωσε άγνοια και διαφωνία για τον ισχυρισμό περί πτώχευσης του επικαλούμενος το ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε και τραπεζικό λογαριασμό και βιβλιάριο επιταγών. Αναφορικά με το ποσό του δανείου ο παραπονούμενος ανέφερε ότι πρόκειτο για μετρητά που είχε στο σπίτι του. Ως Τεκμήριο 1, το οποίο ήταν και το μοναδικό τεκμήριο της υπόθεσης, ο παραπονούμενος κατέθεσε την επίμαχη πρωτότυπη επιταγή της Τράπεζας Κύπρου υπ' αριθμό 71986400, ημερομηνίας 17.9.2012, για το ποσό των 3.450 Λ.Κ., η οποία φέρει την υπογραφή του κατηγορούμενου. Από πλευράς του ο κατηγορούμενος προώθησε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή ως προς το τι πραγματικά έγινε. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, το 2012 ο ίδιος δεν εργάζετο και ανέμενε να λάβει κάποια χρήματα από τον εργοδότη του λόγω του ότι είχε κηρυχθεί πλεονάζον προσωπικό. Τα εν λόγω χρήματα ανέμενε να τα λάβει περί τον Ιούνιο
- Παράλληλα είχε προβεί σε διαπραγματεύσεις για αγορά ενός αυτοκινήτου από κάποιο φίλο του ονόματι Μάριο Νεοφύτου για το ποσό των €3.
- Περί τον Σεπτέμβριο 2012 και επειδή υπολόγιζε ότι θα πάρει σύντομα τα λεφτά του πλεονασμού, αποφάσισε να προχωρήσει με την αγορά του αυτοκινήτου οπόταν ανέτρεξε στο βιβλιάριο επιταγών που είχε στο αυτοκίνητο του και αφού συμπλήρωσε την επίμαχη επιταγή αναγράφοντας τον αριθμό 3450 αριθμητικά και ολογράφως και την ημερομηνία ήτοι 17.9.2012, την υπέγραψε, αφήνοντας κενό το όνομα του δικαιούχου. Όταν τελικά δεν προχώρησε η αγορά του αυτοκινήτου, ο κατηγορούμενος διαπίστωσε, όπως ισχυρίστηκε, ότι εκ λάθους χρησιμοποίησε το μπλοκ επιταγών που είχε σε λίρες αντί σε ευρώ με αποτέλεσμα η επιταγή που είχε «εκδώσει» να ήταν άκυρη και να μην μπορούσε να εξαργυρωθεί ή να χρησιμοποιηθεί για οποιαδήποτε πληρωμή. Ήταν ουσιαστικά, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «ένα χαρτί της μονόπολης». Εφόσον «η πράξη» για το αυτοκίνητο «χάλασε», δεν πέταξε την επιταγή αλλά τη δίπλωσε και την έβαλε στην τσέπη του. Έκτοτε, και μέχρι που κατέθεσε κατά την ακρόαση ο παραπονούμενος ήτοι τρία και πλέον χρόνια αργότερα, δεν ξαναείδε την εν λόγω επιταγή. Είναι με έκπληξη που άκουσε τους ισχυρισμούς του παραπονούμενου περί δανείου αφού ούτε καν το όνομα του παραπονούμενου ήξερε. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, τον παραπονούμενο τον γνώριζε μόνο με το παρατσούκλι του ήτοι «ο Πάχνας» και η μόνη επαφή που είχε μαζί του ήταν όταν τον έβλεπε σε μια μπυραρία που βρισκόταν κοντά στο σπίτι της μητέρας του. Ο ίδιος ήταν με την εντύπωση ότι ο «Πάχνας», το πραγματικό όνομα του οποίου έμαθε για πρώτη φορά όταν ο παραπονούμενος κατέθεσε στο Δικαστήριο, ήταν ο ιδιοκτήτης της εν λόγω μπυραρίας. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, όταν έβλεπε τον παραπονούμενο στη μπυραρία «αντάλλασσαν διάφορες κουβέντες πάνω στο μπαρ» και είναι για αυτό το λόγο που ο παραπονούμενος παρουσιάζεται να γνωρίζει διάφορες προσωπικές λεπτομέρειες για τον ίδιο όπως για παράδειγμα ότι κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν άνεργος και ότι περίμενε λεφτά από το Ταμείο Πλεονασμού. Παρόμοιες «κουβέντες», ανάφερε ο κατηγορούμενος, του έλεγε και ο παραπονούμενος, ο οποίος και εκείνος του παρουσιαζόταν να έχει οικονομικά προβλήματα. «Πας το μπαρ», όπως ανέφερε, «λαλείς ό,τι θέλεις». Όσον αφορά το πως βρέθηκε στην κατοχή του παραπονούμενου η επίμαχη επιταγή, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι αυτό που πρέπει να έγινε είναι ότι θα έχασε την επιταγή στη μπυραρία του παραπονούμενου και όταν ο τελευταίος τη βρήκε, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία, συμπληρώνοντας το όνομα του στη θέση του δικαιούχου και δημιουργώντας αυτή τη ψεύτικη εκδοχή με σκοπό να αποσπάσει χρήματα. Δεν εξηγείται άλλωστε, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, πως γίνεται να «διέφυγε» του παραπονούμενου, ως ο τελευταίος ισχυρίστηκε, ότι επιταγή για τέτοιο σοβαρό ποσό ήταν σε λίρες και όχι σε ευρώ καθώς και γιατί από το 2012 ο παραπονούμενος δεν του ανέφερε οτιδήποτε για το κατ' ισχυρισμό δάνειο που του έδωσε. Ο ΜΥ2, κατέθεσε ότι στα αρχεία που τηρούνται στον Επίσημο Παραλήπτη, κάποιος Κώστας Θεμιστοκλέους από τη Λεμεσό, με αρ. ταυτότητας 423887, ο οποίος γεννήθηκε στις 17/1/47 στα Κάτω Πολεμίδια, παρουσιάζεται να έχει τεθεί σε πτώχευση στις 20/11/
- Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν στα αρχεία του Επίσημου Παραλήπτη υπάρχει και κάποιος Κώστας Θεμιστοκλέους με αρ. ταυτότητας 706309 ο οποίος γεννήθηκε το 1970 στην Πάχνα όπως και δεν γνωρίζει αν ο Κώστας Θεμιστοκλέους για τον οποίο κατέθεσε έχει οποιαδήποτε σχέση με οποιονδήποτε από τους εμπλεκόμενους στην παρούσα υπόθεση. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την υπεράσπιση αμφότερες οι πλευρές προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις. Ήταν η θέση της κας Λαβίθιας ότι, με γνώμονα την πάγια νομολογιακή αρχή ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης των κατηγοριών, αντικείμενο του κατηγορητηρίου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί αφού οι εναντίον του κατηγορίες δεν αποδείχτηκαν στον απαιτούμενο βαθμό. Υποστήριξε η συνήγορος ότι, οι δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες όπως ήταν και η μαρτυρία του παραπονούμενου, τον οποίο κάλεσε το Δικαστήριο να τον κρίνει, σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο, ως πλήρως αναξιόπιστο. Υπέβαλε επίσης η συνήγορος ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία ουδόλως αποδείχτηκαν στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία οποιουδήποτε από τα ισχυριζόμενα αδικήματα αφού ούτε το στοιχείο των «ψευδών παραστάσεων» αποδείχτηκε, ούτε «η πρόθεση για καταδολίευση» αλλά ούτε και η «εξασφάλιση πίστωσης ή αγαθών» Από την πλευρά του ο κ. Σαουρής υποστήριξε ότι από τις δύο εκδοχές που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο εκείνη του παραπονούμενου δύναται να σταθεί στην λογική και στην αληθοφάνεια και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει τη μαρτυρία του κατηγορούμενου ως αναξιόπιστη. Υποστήριξε περαιτέρω ο συνήγορος ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχτηκαν στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία και των δύο κατηγοριών και πως οι περί του αντιθέτου εισηγήσεις της υπεράσπισης δεν ευσταθούν. Υπέβαλε ο συνήγορος ότι η χρήση από τον κατηγορούμενο της φερόμενης ως έγκυρης επιταγής ενώ εγνώριζε ότι αυτή ήταν «άχρηστη», σε συνδυασμό με τα λόγια και την συμπεριφορά του, καταδεικνύουν πλήρως την απαιτούμενη «ένοχη σκέψη» του τελευταίου αφού είναι φανερό, εισηγήθηκε ο συνήγορος, ότι ο κατηγορούμενος «καταδολίευσε», ως ήταν η πρόθεση του, τον παραπονούμενο. Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, θεωρώ ορθό, όπως παραθέσω τα γεγονότα που είτε δεν αμφισβητούνται είτε συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, συναντώντο σε συγκεκριμένη μπυραρία στη Λεμεσό. Συζητούσαν για διάφορα θέματα περιλαμβανομένων και προσωπικών τους οικονομικών θεμάτων. Στα πλαίσια αυτών των συζητήσεων, ο κατηγορούμενος ανέφερε στον παραπονούμενο ότι ήταν χωρίς εργασία και ότι ανέμενε να λάβει κάποια χρήματα από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Η επίμαχη επιταγή, Τ.1, αφορούσε ποσό σε Λίρες Κύπρου ήτοι νόμισμα το οποίο δεν ήταν πλέον σε κυκλοφορία, ήταν ουσιαστικά άχρηστη και άκυρη και δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί από οποιαδήποτε Τράπεζα. Συμπληρώθηκε από τον κατηγορούμενο στις 17/9/12, ο οποίος, αφού έγραψε την ημερομηνία και τον αριθμό 3450 αριθμητικά και ολογράφως στη θέση του «ποσού» στην επιταγή, την υπέγραψε. Το όνομα του παραπονούμενου ως δικαιούχου της επιταγής το έγραψε ο τελευταίος. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω επίσης ανάλογα ευρήματα. Από τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά γεγονότα προκύπτει ως επίδικο θέμα, ποιες οι συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε η επίμαχη επιταγή στα χέρια του παραπονούμενου. Όπως εύστοχα αναγνώρισαν αμφότεροι οι συνήγοροι, για το θέμα αυτό προβλήθηκαν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές, αυτή του παραπονούμενου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η επίμαχη επιταγή, «χρησιμοποιήθηκε» από τον κατηγορούμενο για να αποσπάσει χρήματα ή να εξασφαλίσει πίστωση από τον πρώτο και η εκδοχή του κατηγορούμενου η οποία αποδίδει την όλη εκδοχή του παραπονούμενου σε ένα φανταστικό σενάριο που σκαρφίστηκε ο τελευταίος όταν «έτυχε» να βρει στη μπυραρία του την επιταγή, που προφανώς είχε απωλέσει ο κατηγορούμενος. Εξέτασα το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας και παρακολούθησα τους μάρτυρες, παραπονούμενο, κατηγορούμενο και ΜΥ2 με προσοχή ενώ κατέθεταν. Κατ' αρχάς θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ πρώτα με τη μαρτυρία του ΜΥ
- Ο μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια και γι' αυτό δεν έχω καμιά αμφιβολία αφού πρόκειται περί ανεξάρτητου κρατικού λειτουργού που καμία σχέση έχει είτε με την υπόθεση είτε τους εμπλεκόμενους. Η μαρτυρία του όμως με κανένα τρόπο συνδέθηκε με τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση. Όπως άλλωστε και ο ίδιος αναγνώρισε, τα όσα ανέφερε περί κάποιου «Κώστα Θεμιστοκλέους» πτωχεύσαντα από το 2005, πολύ πιθανόν να μην αφορούν οποιονδήποτε εκ των διαδίκων. Η επί του προκειμένου μαρτυρία του επομένως, παρέμεινε μετέωρη και άσχετη με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης και ως εκ τούτου θα αγνοηθεί. Προχωρώ τώρα στην αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας ήτοι αυτής του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος υπέχει οποιαδήποτε υποχρέωση ή βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του αφού σε κάθε περίπτωση, είναι η Κατηγορούσα Αρχή που φέρει το βάρος απόδειξης της ενοχής του κατηγορούμενου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητα του (βλ. σχ. Charitonos a.ο v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η μαρτυρία του παραπονούμενου χαρακτηριζεται από λογική συνοχή και αληθοφάνεια. Έδινε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις για να υποστηρίξει τις θέσεις του ως πρόσωπο που βίωσε τα γεγονότα για τα οποία κατέθεσε και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε καθόλου κατά την αντεξέταση. Δεν παραγνωρίζω ότι αρχικά, κάποια σύγχυση φάνηκε να υπάρχει στη μαρτυρία του αναφορικά με το τι κατά τη θέση του έλαβε χώρα όταν, κατά τον ισχυρισμό του, μετέβηκε στην Τράπεζα για να εξαργυρώσει την επιταγή. Όποια όμως σύγχιση και αν παρατηρήθηκε αρχικά, στη συνέχεια διαλύθηκε με τις λεπτομέρειες που παρέθεσε κατά την αντεξέταση του. Αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο υποκατάστημα τράπεζας που επισκέφθηκε, σε συνάντηση που είχε με τον διευθυντή του υποκαταστήματος για το «πρόβλημα» που προέκυψε με την επιταγή και ιδιαίτερα για το γεγονός ότι είναι εκεί που πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν στο ΚΑΠ, γεγονός το οποίο, πέραν από κάποιων υποβολών κατά την αντεξέταση, δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο κατά τη μαρτυρία του, αφήνοντας έτσι αναντίλεκτη αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του παραπονούμενου. Ομοίως, η συγκεκριμένη θέση του ως προς το ότι ο κατηγορούμενος του παρουσίασε ότι θα έπαιρνε λεφτά από τον Πλεονασμό όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο αλλά τουναντίον ο τελευταίος το επιβεβαίωσε όπως επιβεβαίωσε και το ότι όντως έλαβε χρήματα από το ταμείο. Ούτε θεωρώ, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση, ότι είναι κατάφορα παράλογο για κάποιον να δώσει δάνειο €3500 και να του διαφύγει το γεγονός ότι η επιταγή με την οποία κατ' ισχυρισμό «εξασφαλίστηκε» το δάνειο ήταν σε λίρες και όχι σε ευρώ και επομένως άκυρη. Η επί του προκειμένου θέση του παραπονούμενου ήτοι ότι απλά δεν υποψιάστηκε να ελέγξει το στοιχείο αυτό αφού ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε και υπέγραψε την επιταγή ενώπιον του παρουσιάζοντας του έτσι μια καθ' όλα αθώα και συνηθισμένη εικόνα προσώπου που εκδίδει μια έγκυρη επιταγή είναι και λογική και πειστική. Άλλωστε, το μόνο στοιχείο επί της επιταγής που παραπέμπει σε Λίρες Κύπρου είναι το νομισματικό σύμβολο της επιταγής αφού το ποσό που αναγράφεται ολογράφως δεν κάμνει αναφορά σε οποιοδήποτε νόμισμα και σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον ίδιο τον κατηγορούμενο, και αυτός υπέπεσε στο ίδιο αθώο σφάλμα όταν συμπλήρωσε και υπέγραψε την επιταγή. Το ίδιο πειστικές όμως ήταν και οι εξηγήσεις του παραπονούμενου ως προς τις ενέργειες στις οποίες αυτός προέβη μετά που διαπίστωσε ότι η επιταγή ήταν άκυρη. Επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο, ο οποίος στη συνέχεια εξαφανίστηκε, χωρίς να αφήσει οποιαδήποτε στοιχεία για το που δύναται να εντοπισθεί. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο παραπονούμενος, αν και γνώριζε τη διεύθυνση της εργασίας του κατηγορούμενου, εντούτοις δεν υπήρχε λόγος να τον αναζητήσει εκεί αφού γνώριζε ότι δεν εργαζόταν πλέον εκεί εξ' ού και το θέμα του πλεονασμού. Εξαντλώντας κάθε μέσο στη διάθεση του για εντοπισμό του κατηγορούμενου και μη έχοντας άλλη επιλογή αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια δικηγόρου. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν στον παραπονούμενο περί πτώχευσης του, οι εν λόγω ισχυρισμοί, μετά και την μαρτυρία του ΜΥ2, η οποία, όπως έχω ήδη καταλήξει, ουδόλως έχει συνδεθεί με τον παραπονούμενο, παρέμειναν μετέωροι και ατεκμηρίωτοι. Ο κατηγορούμενος, τη μαρτυρία του οποίου διεξήλθα με την ίδια προσοχή, προσπάθησε να «αποσυνδέσει» τον εαυτό του όσο το δυνατό πιο πολύ από τα γεγονότα της υπόθεσης δηλώνοντας πλήρη άγνοια για όλα σχεδόν όσα του απέδωσε ο παραπονούμενος, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το πραγματικό θύμα της όλης υπόθεσης ήταν ο ίδιος. Σύμφωνα με την εκδοχή του κατηγορούμενου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, έτυχε να πηγαίνει σε μια μπυραρία που βρίσκεται κοντά στο σπίτι της μητέρας του όταν την επισκεπτόταν. Σε αυτή τη μπυραρία έτυχε να γνωρίσει κάποιο «Πάχνα» ο οποίος ήταν επίσης θαμώνας της μπυραρίας και με τον οποίο έτυχε να «ανταλλάξουν διάφορες προσωπικές κουβέντες πάνω στο μπαρ». Έτυχε επίσης κατά τον ουσιώδη χρόνο να είναι άνεργος και να περιμένει λεφτά από το Ταμείο πλεονασμού όπως και έτυχε να το αναφέρει αυτό στον «Πάχνα». Τυχαία επίσης εκείνο τον καιρό, εν αναμονή των χρημάτων του πλεονασμού, αποφάσισε, χωρίς να έχει δουλειά, να αγοράσει ένα αυτοκίνητο από κάποιο φίλο του επ' ονόματι Μάριο. Για να πληρώσει το αυτοκίνητο, έτυχε, χωρίς να το αντιληφθεί, να χρησιμοποιήσει το μπλοκ επιταγών που είχε σε λίρες και το οποίο έτυχε να είχε στο αυτοκίνητο του παρά το ότι οι λίρες είχαν πλέον καταργηθεί και ο ίδιος είχε άλλο μπλοκ επιταγών σε ευρώ. Συμπληρώνοντας την επιταγή έτυχε να συμπληρώσει όλα τα στοιχεία της και να την υπογράψει αφήνοντας κενό μόνο το όνομα του δικαιούχου. Όταν στη συνέχεια η αγορά του αυτοκινήτου έτυχε να ναυαγήσει αυτός τυχαία διαπίστωσε το «άκυρο» της επιταγής οπόταν και αποφάσισε εντελώς τυχαία να φυλάξει την επιταγή στη τσέπη του παρά να την πετάξει ή να την καταστρέψει. Παρά το ότι έτυχε να μην ξαναδεί την επιταγή έκτοτε εντούτοις δεν έδωσε οποιαδήποτε σημασία. Όταν δε του επιδόθηκε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης και ήρθε στο Δικαστήριο, τελούσε υπό πλήρη άγνοια για το τι συνέβαινε, μέχρι που κατέθεσε ο παραπονούμενος. Αντιλήφθηκε τότε ότι κατά κακή του τύχη, πρέπει να έχασε την επιταγή στη μπυραρία όπου γνώρισε το «Πάχνα». Η μεγαλύτερη του ατυχία όμως, είναι, σύμφωνα με την εκδοχή του ότι στη συνέχεια, την επιταγή έτυχε να την βρει ο «Πάχνας», ο οποίος έτυχε να γνωρίζει διάφορες προσωπικές του λεπτομέρειες, τις οποίες αφού «έδεσε» σε μια πλαστή αλλά αληθοφανή ιστορία, συμπλήρωσε το όνομα του στην επιταγή και προσπαθεί τώρα να τον «εκμεταλλευτεί». Με κάθε σεβασμό προς την υπεράσπιση, η πιο πάνω εκδοχή του κατηγορούμενου, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, όπως επεσήμανε και ο κ. Σαουρής, ως ένα φανταστικό σενάριο που για να ευσταθεί θα πρέπει να δεχτούμε ότι κάθε διαβολική σύμπτωση που θα μπορούσε να του τύχει όντως έτυχε. Η θέση ότι ο παραπονούμενος βρήκε τυχαία μια επιταγή σε μια μπυραρία, την συνέδεσε με τον κατηγορούμενο με τον οποίο γνωρίζονταν απλά ως δύο θαμώνες της μπυραρίας και στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας διάφορες και μάλιστα συγκεκριμένες προσωπικές πληροφορίες που «συνέλεξε» για τον κατηγορούμενο, στα πλαίσια των συζητήσεων τους «πάνω στο μπαρ», κατασκεύασε όλο αυτό το σενάριο ούτως ώστε να αποσπάσει από τον τελευταίο χρήματα, δεν στέκει στη βάσανο της λογικής. Άλλωστε, ένας που θα αποφάσιζε να συμπληρώσει δολίως το όνομα του σε μια επιταγή που βρήκε τυχαία ούτως ώστε να «εκμεταλλευτεί» κάποιον άλλο με αυτό τον τρόπο, σίγουρα δεν θα επέλεγε να χρησιμοποιήσει μια άκυρη επιταγή που γνώριζε, ως εισηγήθηκε η υπεράσπιση, ότι δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί και στη συνέχεια να καταχωρήσει και ποινική υπόθεση με κίνδυνο να τον καταγγείλουν στην αστυνομία και να βρεθεί ο ίδιος κατηγορούμενος. Είναι θεωρώ περιττό να σχολιάσω περαιτέρω τον πολύ χαμηλό βαθμό ποιότητας της εικόνας που παρουσιάζει η μαρτυρία του κατηγορούμενου ο οποίος ουδόλως έπεισε στο εδώλιο του μάρτυρα. Η προσπάθεια του να αποποιηθεί πάση θυσία της οποιασδήποτε εμπλοκής του στην όλη υπόθεση ήταν φανερή. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης δέχομαι την εκδοχή του παραπονούμενου στο σύνολο της ως αξιόπιστη ενώ απορρίπτω την εκδοχή του κατηγορούμενου στο σύνολο της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας κάμνω επίσης, πρόσθετα των όσων ευρημάτων έχω ήδη κάμει, και τα εξής ευρήματα. Στις 17/9/12 ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον παραπονούμενο να του δανείσει το ποσό των €3.450, ποσό το οποίο του παρίστανε ότι θα το εξοφλούσε σε ένα μήνα όταν θα έπαιρνε λεφτά από το ταμείο Πλεονασμού. Για να πείσει τον παραπονούμενο για το αξιόχρεο του αλλά και για το καλόπιστο των προθέσεων τού, ο κατηγορούμενος πρόσφερε στον παραπονούμενο ως εξασφάλιση, την επίμαχη επιταγή, την οποία αφού συμπλήρωσε με όλα τα στοιχεία πλην του ονόματος του δικαιούχου, την υπέγραψε ενώπιον του παραπονούμενου και του την παρέδωσε παρουσιάζοντας του την ως μια έγκυρη και νόμιμη επιταγή η οποία θα μπορούσε να εξαργυρωθεί στην Τράπεζα για το ποσό των €3.450 σε περίπτωση που δεν του έφερνε ο ίδιος το εν λόγω ποσό σε μετρητά. Βασιζόμενος στις παραστάσεις αυτές και συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ο παραπονούμενος πείσθηκε και παραχώρησε στον κατηγορούμενο το δάνειο των €3.450. Κατά τον εν λόγω χρόνο η επίμαχη επιταγή ήταν σε Λίρες Κύπρου και επομένως δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί όποτε και αν ο παραπονούμενος την παρουσίαζε στην Τράπεζα, γεγονός το οποίο ο κατηγορούμενος γνώριζε. Όταν παρήλθε ο μήνας και ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε το ποσό των €3.450, ο παραπονούμενος, συμπλήρωσε το όνομα του στην επιταγή και την παρουσίασε στην Τράπεζα για εξαργύρωση οπόταν και πληροφορήθηκε ότι αυτό ήταν αδύνατο λόγω του ότι η επιταγή ήταν σε λίρες και επομένως άκυρη και σε κάθε περίπτωση ο κατηγορούμενος ήταν στο ΚΑΠ. Ακολούθως πήρε πίσω την επιταγή, την οποία ο υπάλληλος της τράπεζας δεν σφράγισε αφού ήταν άκυρη και επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο για να τον ενημερώσει για το πρόβλημα στην επιταγή και να απαιτήσει τα λεφτά του. Έκτοτε, ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε και μέχρι σήμερα αρνείται να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στον παραπονούμενο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Όπως έχω ήδη αναφέρει, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η μια στη βάση του αρ.298 - «απόσπαση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις» και η άλλη στη βάση του αρ. 301(α) - «εξασφάλιση πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις». Είναι η εισήγηση της υπεράσπισης ότι η ύπαρξη των δύο αυτών, φαινομενικά αντιφατικών, κατηγοριών, οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της υπόθεσης στο σύνολο της αφού είτε το ένα μπορεί να ισχύει είτε το άλλο. Η εισήγηση της κας Λαβίθιας αν και δεν είναι εντελώς λανθασμένη, δεν οδηγεί στο αποτέλεσμα που εισηγείται. Κατ' αρχή θα πρέπει να επισημάνω ότι τα δύο αυτά αδικήματα του Κεφ.154 έχουν τις ρίζες τους στην αγγλική νομοθεσία που ίσχυε κατά το χρόνο θέσπισης του κυπριακού Ποινικού Κώδικα. Το μεν αδίκημα του αρ.298 ήταν το τότε αδίκημα του S.32
(1)Larceny Act 1916 - obtaining goods by false pretences - ενώ το δε αρ.301(α), ήταν το τότε αδίκημα του S.13
(1)Debtors Act 1869 - obtaining credit by false pretences or by fraud other than false pretences. Το τελευταίο αυτό αδίκημα χωριζόταν σε δύο κατηγορίες, ήτοι της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και την εξασφάλιση πίστωσης με δόλιο τρόπο άλλο από ψευδείς παραστάσεις (fraud other than false pretences). Οι δύο αυτές κατηγορίες, αν και αφορώσες το ίδιο αδίκημα, εντούτοις κρίθηκε ότι ήταν πιο επιθυμητό να μην αποτελούν μέρος μιας κοινής κατηγορίας αλλά αντίθετα να υπάρχουν στο κατηγορητήριο ως ξεχωριστές κατηγορίες. (βλ. Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.3692). Η ίδια όμως διαφορά που παρατηρείται στο S.13
(1), διαπιστώνεται και στο αρ.301(α) Κεφ.154 το οποίο ποινικοποιεί την «εξασφάλιση πίστωσης με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο». Αναφέρω αυτά για σκοπούς πληρότητας και μόνο εφόσον στην παρούσα περίπτωση και οι δύο κατηγορίες, αντικείμενο του κατηγορητηρίου, αφορούν σε «ψευδείς παραστάσεις». Προτού προχωρήσω με τις διαφορές μεταξύ του αδικήματος του αρ.298 και του αρ.301(α), διότι παρά τα κοινά τους γνωρίσματα, περί διαφορετικών αδικημάτων πρόκειται, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την παρ.1936 του συγγράματος Αrchbold ανωτέρω (σελ. 703), αναφορικά με κατηγορητήριο που καταχωρείται στη βάση του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, απόσπασμα το οποίο απαντά άμεσα και καταρρίπτει την προαναφερόμενη εισήγηση της υπεράσπισης αναφορικά με την ταυτόχρονη ύπαρξη κατηγοριών για το κάθε αδίκημα: «It is common ground to include a count for obtaining credit under false pretences or by means of fraud other than false pretences, where there is any doubt as to which offence has been committed; but where this is done care should be taken that the verdict shows on which count the prisoner is found guilty, as he cannot be guilty on more than one count in respect of the same transaction and the punishment is different. Where there is a general verdict on such an indictment, the Court of Criminal Appeal may in a proper case treat the conviction as if it had been upon the lesser of charges. See R v Johnston, 9 Cr.App.R 262; R v Smith, 11 Cr.App.R. 81. The court is not, however, obliged to affirm the conviction of the lesser offence only. Regard must be had to the realities of the matter and it may be proper to affirm the conviction of the offence of which the evidence is the clearest, although it is not the lesser offence: R v Dawson [1960] 1 W.L.R. 163.». Σχετική είναι επίσης και η παρ.3696 του ίδιου συγγράμματος. ΑΡ. 298 ΚΕΦ.154 - ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ Το άρθρο 298 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: "
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." Το άρθρο 297 του Κεφ.154 προνοεί τα εξής σε σχέση με τον ορισμό της «ψευδούς παράστασης»: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα RUSSEL ON CRIME τόμος 2, είναι άκρως κατατοπιστικό. Το παραθέτω σε μετάφραση από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009 η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση (βλ. Σοφοκλέους Αντρέας Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 385). «Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου ″ψευδής παράσταση″ παραπέμπομε στον τόμο 2 RUSSEL ON CRIME σ.σ. 1171 - 1184 όπου με αναφορά σε μία πληθώρα από αποφάσεις γίνεται εκτενής πάνω στο θέμα αυτό συζήτηση της οποίας τα κύρια σημεία τα οποία είναι απαραίτητα για τη διάπραξη του αδικήματος μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: (Η μετάφραση είναι του Δικαστηρίου). «Για να εμπίπτει η υπόθεση στα πλαίσια του Νόμου θα πρέπει να υπάρχει ψευδής παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν εμπίπτει στα πλαίσια του Νόμου. ..... Χρειάζεται προσεκτική διατύπωση του κατηγορητηρίου ώστε να διατυπωθούν τα γεγονότα της ισχυριζόμενης παράστασης, γεγονότα που αφορούν το παρόν ή το παρελθόν κατά το χρόνο της παράστασης. ...... Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση με βάση τον Ποινικό Κώδικα. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση (false pretence). ...... Ψευδής παράσταση συνίσταται σε ψευδή παράσταση με λόγια ή γραπτώς ή με συμπεριφορά ότι κάποιο γεγονός υπάρχει ή υπήρχε. ....... Υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση να τηρηθεί, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Όχι μόνο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει προβεί σε δήλωση για την οποία δεν πιστεύει ότι είναι αληθής αλλά επιπρόσθετα η δήλωση θα πρέπει να είναι στην πραγματικότητα ψευδής. ...... Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι όταν ο κατηγορούμενος (prisoner) προέβη στην ψευδή παράσταση, είχε πρόθεση με την εν λόγω ψευδή παράσταση να αποσπάσει τα εμπορεύματα, αντικείμενο του κατηγορητηρίου ......∙ ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η ψευδής παράσταση, εφόσον αυτή λειτουργεί ώστε να πείσει τον ιδιοκτήτη να μεταβιβάσει το περιουσιακό στοιχείο στον παραβάτη (to transfer the property in the goods of the offender .) Η Διωκτική Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι τα αντικείμενα αποσπάσθησαν συνεπεία των ψευδών παραστάσεων που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Όπου πρόσωπο προβαίνει σε παραστάσεις γεγονότος τις οποίες γνωρίζει ότι είναι αναληθείς με σκοπό να πείσει τρίτα άτομα να του καταθέσουν χρήματα τα οποία ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν θα κατέθεταν αν δεν πίστευαν ότι οι δηλώσεις του είναι αληθείς και όπου το πρόσωπο αυτό πρόθεση έχει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για διαφορετικό σκοπό από το σκοπό που ο ίδιος γνωρίζει ότι οι καταθέτες αντιλήφθησαν από τη δήλωση του ότι θα τα χρησιμοποιήσει, τότε έχουμε πρόθεση εξαπάτησης παρόλο που δυνατό να προτίθεται να δώσει πίσω τα χρήματα, αν έχει τέτοια δυνατότητα και παρόλο που δυνατό γνήσια να πιστεύει, και ακόμα να έχει καλό λόγο να πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να τα δώσει πίσω. Η πρόθεση εξαπάτησης είναι αναγκαίο συστατικό για το αδίκημα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις περιουσιακού στοιχείου (chattel), χρημάτων ή αξιόγραφου αν και σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπου αποσπώνται χρήματα με ψευδείς παραστάσεις υπάρχει εκ πρώτης όψεως πρόθεση εξαπάτησης». (Για τα πιο πάνω βλ. επίσης Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Στην υπόθεση Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 που αφορά το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." (έμφαση δική μου) (Βλ. επίσης Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και R. V. Williams
(1836)7 C. AND P. Σελ. 354). ΑΡ. 301(α) ΚΕΦ.154 - ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΜΕ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ Το αρ. 301(α) αναφέρει τα ακόλουθα: Όποιος (α) κατά τη σύναψη χρέους ή με την ανάληψη υποχρέωσης, εξασφαλίζει πίστωση με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο . είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Στην παρ. 3603 του Αrchbold ανωτέρω, αναφέρονται τα εξής σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του υπό κρίση αδικήματος: «There are three elements.
(1)there must be the incurring of a debt or liability;
(2)there must be an obtaining of credit; and
(3)there must be fraud; the conjuction of these three ingredients makes the offence: R v Jones [1898] 1 Q.B. 119, 124. . In R. v. Muirhead, 1 Cr.App.R. 189.the Court held that to warrant a conviction an intention to defraud must be proved.» Από τα πιο πάνω συνάγεται, ότι τα κοινά γνωρίσματα των δύο αδικημάτων είναι: α) Οι ψευδείς παραστάσεις β) Η πρόθεση καταδολίευσης και γ) Το θύμα να πεισθεί (inducement) Αναφορικά με το στοιχείο των ψευδών παραστάσεων, πρόσθετα των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, θα πρέπει να σημειώσω και το ότι για σκοπούς στοιχειοθέτησης των αδικημάτων είναι αρκετό να καταδειχθεί ότι, η παράσταση που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, επενέργησε, είτε πλήρως είτε μερικώς, στο μυαλό του θύματος, ως ο κύριος λόγος που το θύμα αποδέχτηκε να ενεργήσει προς «ζημιά» του, παρόλο που μπορεί να καταδειχτεί από τη μαρτυρία ότι και άλλα θέματα, που δεν αναφέρονται στο κατηγορητήριο, σε κάποιο βαθμό επενέργησαν κατά πειστικό τρόπο στο μυαλό του θύματος. (βλ. Archbold par. 1944). Παράλληλα, όταν οι παραστάσεις του κατηγορούμενου αποτελούνται εν μέρει από ψευδείς παραστάσεις υφιστάμενου γεγονότος και εν μέρει από υποσχέσεις ότι κάποιο γεγονός θα συμβεί στο μέλλον - in futuro - αυτό δεν συνιστά κώλυμα για τη στοιχειοθέτηση των ποινικών αδικημάτων. (βλ Archbold par.1949) Η ειδοποιός διαφορά των δύο αδικημάτων έγκειται στο actus reus τους αφού για το μεν αδίκημα του αρ.298 απαιτείται να αποδειχθεί η «απόκτηση/απόσπαση» των αγαθών ή των χρημάτων (βλ.The Attorney-General of The Republic v Kyriacos Christodoulou Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, και την παραπομπή που γίνεται στην αγγλική αυθεντία R. v. Lurie [1951] 2 All E.R. 704 καθώς και την παρ. 1936 του Αrchbold),ενώ για το αδίκημα του αρ.301(α) δε, απαιτείται η απόδειξη «εξασφάλισης πίστωσης από τον ίδιο τον κατηγορούμενο», με τη δημιουργία «χρέους» προς το θύμα. (βλ. Αrchbold παρ.3606 ανωτέρω και παρ. 3694 - «...it must be proved that he obtained such credit for himself: r. v. Hamer [1954] Crim. L.R. 209, Stable J.» Προχωρούν οι έγκριτοι συγγραφείς του Αrchbold και παραθέτουν διάφορες περιπτώσεις όπου ενδεχομένως να «υπερτερεί» το ένα αδίκημα έναντι του άλλου και καταλήγουν στο εξής συμπερασμα: «Obtaining credit connotes the obtaining of credit in respect of the payment or repayment of money and has no wider meaning. obtaining a sum of money by way of loan amounts to the obtaining of credit: R v Pryce
(1949)34 Cr. App.R.
- See also R. v. Laker, 34 Cr.App.R. 36.» (Παρ. 3684) «...Obtaining a loan is obtaining credit within this section: R v Mayor of London and Salomon, Q.B.D. 28 L.J.Newsp. 879; R v Carpenter, 22 Cox 618; 76 J.P.
- » (Παρ. 3694). Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω, στη βάση των ευρημάτων που κατέληξα πιο πάνω, ότι η παρούσα υπόθεση εντάσσεται στις περιπτώσεις του αρ. 301(α) Κεφ.154 αντί του αρ.
- Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, με πρόθεση να καταδολιεύσει τον παραπονούμενο, προσέφερε και παρέδωσε στον τελευταίο, την επίμαχη επιταγή, δήθεν ως εξασφάλιση δανείου ύψους €3.450, δάνειο που ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον παραπονούμενο, και παρουσιάζοντας του ψευδώς ότι η εν λόγω επιταγή ήταν «καλή για αξία - good for value» για ποσό €3.450 και ότι μπορούσε να εξαργυρωθεί με το αντίστοιχο ποσό σε οποιοδήποτε τραπεζικό ίδρυμα ενώ γνώριζε εξ' αρχής ότι αυτό ήταν αδύνατο αφού η επιταγή ήταν σε Λίρες Κύπρου, ήτοι νόμισμα που δεν ήταν πλέον σε κυκλοφορία, έπεισε με αυτό τον τρόπο τον παραπονούμενο, να ενεργήσει προς ζημιά του και να του χορηγήσει την εν λόγω πίστωση, εξασφαλίζοντας έτσι πίστωση από τον παραπονούμενο με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του αρ. 301(α) Κεφ.
- Κρίνω συνεπώς ότι ο παραπονούμενος πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου σε σχέση με την 2η κατηγορία ενώ σε σχέση με την 1η κατηγορία, στη βάση των όσων αναφέρω ανωτέρω, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχτεί αυτής. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στη 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η κατηγορία. (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Απόσπαση Αγαθών - Εξασφάλιση Πίστωσης - Ψευδείς Παραστάσεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο