Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ν. Ανδρέα Σοφοκλέους, Αρ. Υπόθεσης: 32662/14, 21/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B216 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32662/14 Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- Ανδρέα Σοφοκλέους Κατηγορούμενος ------------------------------------ Ημερομηνία: 21 Δεκεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Τ. Σκούρου με κα. Μ. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: παρουσιάζεται αυτοπροσώπως ------------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος, ο οποίος να σημειωθεί είναι δικηγόρος και χειρίστηκε την υπόθεση ο ίδιος, αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Αυτές αφορούν παράληψη του, ως αυτοτελώς εργαζόμενος, να καταβάλει εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (εφ' εξής το Ταμείο), ύψους €13.523,84, οι οποίες αφορούν την περίοδο 4/4/2011 μέχρι και 6/7/2014 (1η κατηγορία) καθώς και το σχετικό πρόσθετο τέλος που του επιβλήθηκε ένεκα της μη έγκαιρης πληρωμής των προαναφερόμενων εισφορών (2η κατηγορία). Οι κατηγορίες αντικείμενο του κατηγορητηρίου, εδράζονται, η μεν πρώτη στα άρθρα 3
(2)(β), 9, 11, 12(γ)(δ), 13, 78, 85
(1),
(2),
(4),
(5), 86 και 89 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου, Ν.59(I)/10 (εφ΄ εξής ο Νόμος), η δε δεύτερη, στα άρθρα 78(θ), (ι), 85
(1),
(2),
(4),
(5), 86 και 89 του Νόμου. Από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε μια μάρτυρας μόνο, η Μ. Βραχίμη, Επιθεωρήτρια Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Μ.Κ.1) η οποία κατέθεσε την ουσία της μαρτυρίας της μέσω γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α) καθώς και τα πιο κάτω έξι Τεκμήρια:
- Αντίγραφο της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας σε σχέση με το διορισμό της ως Επιθεωρήτρια.
- Δέσμη διάφορων αποδείξεων πληρωμής εισφορών Κ.Α. από τον κατηγορούμενο. 3-
- Πίνακες επαγγελματικών κατηγοριών και αντίστοιχα ποσά ασφαλιστέων αποδοχών και εισφορών για αυτοτελώς εργαζόμενους, ως τέτοιοι πίνακες προνοούνται στη Νομοθεσία σε σχέση με τα έτη 2011 -
- Αντίγραφο δήλωσης μη απασχολήσεως αυτοτελώς εργαζόμενου που καταχώρησε ο κατηγορούμενος στις 25/1/
- Δέσμη 15 επιστολών / εγκρίσεων του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε σχέση με απαλλαγές του κατηγορούμενου από την υποχρέωση πληρωμής εισφορών αναφορικά με συγκεκριμένες περιόδους. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.1, ο κατηγορούμενος είναι εγγεγραμμένος ως αυτοτελώς εργαζόμενος δικηγόρος τα τελευταία 30 χρόνια περίπου, περίοδο κατά την οποία, εξαιρουμένης της επίμαχης περιόδου και μετέπειτα, κατέβαλλε ανελλιπώς τις εισφορές του στο Ταμείο. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, λόγω της φύσης αλλά και της συνολικής περιόδου απασχόλησης του κατηγορούμενου, επιβάλλεται στον τελευταίο, η υποχρέωση από το Νόμο, καταβολής των ανάλογων εισφορών στο Ταμείο. Η Μ.Κ.1 εξήγησε ότι στην περίπτωση του κατηγορούμενου, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση αυτοτελώς εργαζόμενου προσώπου, το ύψος των εισφορών που ο τελευταίος υποχρεούται να καταβάλει στο Ταμείο, υπολογίζεται με βάση το τεκμαρτό εισόδημα του όπως προνοεί ο Νόμος, ανάλογα με τη φύση του επαγγέλματος. Ο κατηγορούμενος όμως, ανέφερε η μάρτυς, όπως και ο κάθε εργαζόμενος, δικαιούται, εντός της προβλεπόμενης από το Νόμο προθεσμίας, να υποβάλει ένσταση στον υπολογισμό της υποχρεωτικής εισφοράς του, στη βάση του ότι το πραγματικό του εισόδημα είναι μικρότερο από το εισόδημα που τεκμαίρεται από το Νόμο, δικαίωμα το οποίο ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση άσκησε, σε σχέση με το πραγματικό του εισόδημα για το
- Ακολούθως, σύμφωνα με τη μάρτυρα, για την επίμαχη περίοδο, το εισόδημα του κατηγορούμενου υπολογίστηκε να ανέρχεται στα €330 εβδομαδιαίως για το 2011 και όχι στα €743,37 που τεκμαίρεται από το Νόμο, ενώ, για τα έτη 2012 - 2014, εφόσον δεν υπεβλήθη οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς κατηγορούμενου, οι εισφορές του για την εν λόγω περίοδο, υπολογίστηκαν στη βάση του ανάλογου για την κάθε χρονιά, εβδομαδιαίου τεκμαρτού εισοδήματος που προνοεί ο Νόμος, ήτοι €760,42 για το 2012 και €775,99 για τα έτη 2013 και
- Στη βάση των πιο πάνω, ανέφερε η Μ.Κ.1, οι εισφορές που ο κατηγορούμενος υποχρεώθηκε με βάση το Νόμο να καταβάλει για τη επίμαχη περίοδο, ανήλθαν στο ποσό των €13.523,84, ποσό το οποίο ο κατηγορούμενος κλήθηκε να καταβάλει μέχρι και την 27/8/
- Ένεκα της παράλειψης του κατηγορούμενου να καταβάλει το πιο πάνω ποσό εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, του επιβλήθηκε, κατ' εφαρμογή των προνοιών του Νόμου, πρόσθετο τέλος 12.6% για τα έτη 2011 - 2013 και 14.6% για το
- Όταν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει εμπρόθεσμα όλα τα προαναφερόμενα ποσά, καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση στις 19/12/
- Μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης και την καταχώρηση μη παραδοχής από πλευράς κατηγορούμενου ενόσω η υπόθεση εκκρεμούσε προς ακρόαση, και συγκεκριμένα στις 25/1/16, ο κατηγορούμενος, επισκέφθηκε το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και υπέβαλε «δήλωση μη απασχόλησης του» (Τ.5), αναφορικά με το μεγαλύτερο μέρος της επίμαχης περιόδου. Ως λόγο μη απασχόλησης κατά την εν λόγω περίοδο, ο κατηγορούμενος δήλωσε την «παρατεταμένη οικονομική κρίση, είναι να μην πω παγκόσμιο πασίδηλο γεγονός, να πω και να γράψω τοπικό πασίδηλο γεγονός» ενώ προσκόμισε ως υποστηρικτικά έγγραφα τις αντίστοιχες φορολογικές του δηλώσεις. Αφού η δήλωση του κατηγορούμενου εξετάστηκε στην παρουσία του ιδίου και αντιπαραβλήθηκε με τις φορολογικές δηλώσεις που ο τελευταίος προσκόμισε, αποφασίστηκε όπως ο κατηγορούμενος απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής εισφορών για όλη την επίμαχη περίοδο, πλην τριών εβδομάδων εντός του 2014, για τις οποίες κρίθηκε ότι όντως απασχολήθηκε και ως εκ τούτου θα έπρεπε να καταβάλει τις ανάλογες εισφορές. Ως αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών του κατηγορούμενου, το αρχικά οφειλόμενο ποσό μειώθηκε στα €339,88 πλέον €91,77 πρόσθετο τέλος, ήτοι €431,65 σύνολο, ποσό το οποίο όμως ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να παραλείπει και να μη δέχεται να καταβάλει. Η ουσία των θέσεων που προέβαλε ο κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.1, κύλησε ουσιαστικά στις ίδιες γραμμές με την ουσία της μαρτυρίας που αυτός κατέθεσε όταν μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του. Συνοψίζω τις επί του προκειμένου θέσεις του. Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί το ότι του επιβλήθηκε η υποχρέωση από το Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δυνάμει του Νόμου, να καταβάλει εισφορές ως αυτοτελώς εργαζόμενο πρόσωπο, όπως και δεν αμφισβητεί ότι την εν λόγω απόφαση δεν επεδίωξε να την ακυρώσει με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο (ως η εν λόγω δικαιοδοσία ασκείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο), δικαίωμα το οποίο συνειδητά επέλεξε να μην ασκήσει. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο λόγος που θεωρεί ότι δεν υποχρεούται να καταβάλει έστω και τη μειωμένη πλέον υποχρεωτική εισφορά στο Ταμείο, είναι διότι, μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης και την επίδοση της σε αυτόν, απέστειλε γραπτώς την πρόθεση του όπως αποποιηθεί του δικαιώματος σε «κοινωνική σύνταξη» από το Ταμείο, όταν συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία και επομένως, «ως πρόσωπο που δεν θέλει να λάβει λογικά δεν θα πρέπει να υποχρεούται να δώσει». Στη βάση αυτής του της θέσης ο κατηγορούμενος απαίτησε όπως, πέραν της απαλλαγής από την υποχρέωση πληρωμής οποιωνδήποτε εκ των επίμαχων εισφορών, του επιστραφούν και όσα ποσά κατέβαλε στο Ταμείο από το 1987 μέχρι και το 2010 ως ποσά που «ΔΕΝ τα έδωσε με χαριστική πρόθεση», ως χαρακτηριστικά ανέφερε. Υποστήριξε ο κατηγορούμενος ότι, εφόσον το δικαίωμα του σε κοινωνική σύνταξη, δικαίωμα το οποίο διασφαλίζεται με το άρθρο 9 του Συντάγματος, είναι απόλυτο ατομικό του δικαίωμα, δικαιούται να το αποποιηθεί και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενεργώντας με αυτό τον τρόπο διαπράττει ποινικό αδίκημα. Συνακόλουθα, υποστήριξε ο κατηγορούμενος, η υποχρέωση καταβολής εισφοράς στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και δη με τον αυθαίρετο τρόπο που αυτή υπολογίζεται στο Νόμο, προσκρούει στο άρθρο 9 του Συντάγματος. Τις πιο πάνω θέσεις του ο κατηγορούμενος, όπως έχω ήδη αναφέρει, τις έθεσε γραπτώς σε επιστολές που αντάλλαξε με το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 7 -
- Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, παρά το ότι το Τμήμα του απάντησε αρνητικά για το αίτημα του να απαλλαγεί από την υποχρέωση πληρωμής των επίμαχων εισφορών καθώς και για το αίτημα του για επιστροφή των ήδη πληρωθέντων εισφορών του, μέχρι σήμερα δεν του έχει απαντήσει ως προς το αίτημα του για αποποίηση της σύνταξης του. Τέλος, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι, την πρόθεση του για αποποίηση του δικαιώματος του σε σύνταξη και τα σχετικά αιτήματα του σε σχέση με τις εισφορές του, τα υπέβαλε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά την καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης και όχι προηγουμένως, διότι, όπως ανέφερε, δεν ήθελε να θεωρηθεί ότι «αυτός είναι που αρχίζει τον πόλεμο» με τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, αμφότερες οι πλευρές προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις. Ήταν η θέση της κυρίας Σκούρου ότι, τα όσα προέβαλε ως υπεράσπιση ο κατηγορούμενος, δεν μπορούν, ούτε να ληφθούν υπόψη αλλά ούτε και να θεωρηθούν ως υπεράσπιση για το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα. Κάμνοντας αναφορά στο λόγο της Ιωάννου και άλλοι ν. Δημοκρατίας,
(1991)3 Α.Α.Δ. 493 αλλά και στον ευρύτερο κοινωνικό σκοπό της νομοθεσίας των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η συνήγορος υποστήριξε ότι στην παρούσα υπόθεση, έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κατηγορούμενος, κατά παράβαση του Νόμου, έχει παραλείψει να καταβάλει τις εισφορές που υποχρεώθηκε να καταβάλει με την ανάλογη διοικητική απόφαση, η οποία απόφαση, ούτε ακυρώθηκε αλλά ούτε και προσβλήθηκε με οποιοδήποτε ενδεδειγμένο τρόπο από πλευράς κατηγορουμένου. Συνεπώς, υποστήριξε η κυρία Σκούρου, η εν λόγω παράλειψη του κατηγορούμενου, αποτελεί και το μόνο επίδικο θέμα, το οποίο θα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει και εφόσον η εν λόγω παράληψη έχει αποδειχθεί, η συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος επανέλαβε τις βασικές του θέσεις και επικαλούμενος το δικαίωμα του να αποποιηθεί της σύνταξης του, υπέβαλε ότι θα πρέπει να αθωωθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Υποστήριξε επίσης ότι ο εξαναγκασμός του από το Νόμο να καταβάλει εισφορές τη στιγμή που ο ίδιος δεν επιθυμεί να λάβει σύνταξη, προσκρούει στο αρ.9 του Συντάγματος και για τον πρόσθετο αυτό λόγο θα πρέπει να αθωωθεί. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις και τα θέματα που έχει θίξει ο κατηγορούμενος. Όπως μπορεί να διαφανεί από τα πιο πάνω τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι κοινώς αποδεκτά. Τα όσα δε ανέφερε η ΜΚ1, στην ουσία ο κατηγορούμενος τα αποδέχεται, αφού η διαφωνία του περιορίζεται στη νομική πτυχή του όλου θέματος. Ως εκ τούτου, από τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα αλλά και την ουσιαστικά αναντίλεκτη μαρτυρία της ΜΚ1, την οποία κρίνω ως αξιόπιστη και την αποδέχομαι στο σύνολο της, κάμνω τα πιο κάτω ευρήματα. Ο κατηγορούμενος εργάζεται ως δικηγόρος και έχει εγγραφεί στην κατηγορία του αυτοτελώς εργαζόμενου για τα τελευταία τριάντα χρόνια. Από την ημερομηνία εγγραφής του ως τέτοιος εργαζόμενος μέχρι και τις 3/4/11, κατέβαλλε ανελλιπώς τις εισφορές του στο Ταμείο. Για την περίοδο 4/4/11 μέχρι 6/7/14 όμως, ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις ανάλογες εισφορές ως αυτοτελώς εργαζόμενος, εισφορές οι οποίες, αρχικά υπολογίστηκαν να ανέρχονται στο ποσό των €13.523,84 πλέον πρόσθετο τέλος και στη συνέχεια περιορίστηκαν, μετά και την έγκριση «δήλωσης μη απασχόλησης» που ο κατηγορούμενος καταχώρησε μεταγενέστερα της καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης, στο συνολικό ποσό των €431,65. Το εν λόγω ποσό, αφορά σε περιόδους πραγματικής απασχόλησης του κατηγορούμενου, οι οποίες εμπίπτουν εντός της περιόδου που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Η υποχρέωση του κατηγορούμενου να καταβάλει εισφορές ως αυτοτελώς εργαζόμενος για την επίμαχη περίοδο δεν έχει ακυρωθεί ούτε αμφισβητηθεί με οποιαδήποτε προσφυγή και ο κατηγορούμενος μέχρι σήμερα δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Με επιστολές του προς το Τμήμα, ο κατηγορούμενος έχει εκφράσει την πρόθεση του να αποποιηθεί του δικαιώματος του σε σύνταξη από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων όταν συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία που προνοεί ο Νόμος και για το λόγο αυτό έχει ζητήσει όπως απαλλαγεί από την υποχρέωση πληρωμής των εισφορών του, αίτημα το οποίο δεν έγινε αποδεκτό. Η εισήγηση τώρα του κατηγορούμενου είναι ότι, παρά την παράλειψη του να καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να τον καταδικάσει διότι η μη πληρωμή από μέρους του των εισφορών που του αναλογούν, εδράζεται στην πρόθεση του να αποποιηθεί του δικαιώματος να λαμβάνει σύνταξη από το Ταμείο όταν αφυπηρετήσει και επομένως «αφού δεν θα πάρει γιατί να δώσει». Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, ο κατηγορούμενος υπέβαλε ότι οι εισφορές που κατέβαλε τα προηγούμενα χρόνια, δεν τις κατέβαλε χαριστικά αλλά διότι επέλεξε τότε να ασκήσει το δικαίωμα του σε σύνταξη, δικαίωμα το οποίο επιθυμεί τώρα να αποποιηθεί. Στη βάση αυτής του της εισήγησης, ο κατηγορούμενος θεωρεί ότι η οποιαδήποτε υποχρέωση του επιβάλλει ο Νόμος για καταβολή εισφορών στο Ταμείο, συνιστά περιορισμό του συνταγματικού δικαιώματος του να επιλέγει να λαμβάνει ή μη σύνταξη, ως τέτοιο δικαίωμα διασφαλίζεται από το αρ.9 του Συντάγματος και κατ' επέκταση τέτοια νομοθετική υποχρέωση είναι αντισυνταγματική και δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την ποινική του καταδίκη. Κατ' αρχή, το υπό εξέταση αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης υπό την έννοια ότι «το στοιχείο της ένοχης διάνοιας ή εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής .... (βλ. Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 253 και Blackstone's, Criminal Practice, 2004 σελ.40» (MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 198/15, 2/12/2016). Συνεπώς «ό,τι συνιστά αδίκημα είναι η παράλειψη καταβολής των νενομισμένων εισφορών» και το μόνο που θα πρέπει να απασχολήσει το ποινικό Δικαστήριο «είναι αν ο εφεσείων βαρύνεται με την παράλειψη καταβολής οφειλομενων εισφορών» και «...όχι με τους λόγους της παράλειψης πληρωμής» (βλ. Ιωάννου και Οικονομίδης ανωτέρω). Σημειώνω την πάγια νομολογιακή αρχή ότι «εν όψει των προνοιών του άρθρου 146 του Συντάγματος, με το οποίο δίδεται αποκλειστική δικαιοδοσία στο Ανώτατο Δικαστήριο να εξετάζει την εγκυρότητα διοικητικών πράξεων, η εγκυρότητα αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Τούτο θα έδιδε παράλληλη δικαιοδοσία σε άλλα δικαστήρια, κάτι το ανεπίτρεπτο εν όψει των ρητών προνοιών του άρθρου 146. Ο θεσμικός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος.»(βλ. Peter James ν. Δήμου Aγίου Aθανασίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 612 και η νομολογία που εκεί παρατίθεται). Σημειώνω επίσης την αρχή δικαίου ότι οι διοικητικές πράξεις φέρουν το τεκμήριο της νομιμότητας, δηλαδή τεκμαίρονται νόμιμες και μέχρι την ακύρωση τους από το Ανώτατο Δικαστήριο ή την αναστολή τους με βάση την ειδική διαδικασία που προβλέπουν οι κανονισμοί του Ανωτάτου Δικαστηρίου παραμένουν ισχυρές και παράγουν έννομα αποτελέσματα. (βλ. σχ. Αντέννα Λίμιτεδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1079 και Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408). Αν ο κ. Σοφοκλέους αισθανόταν ότι εσφαλμένα του επιβλήθηκε η εν λόγω υποχρέωση δυνάμει του Νόμου, μπορούσε, αν επιθυμούσε, να αμφισβητήσει την εγκυρότητα ή τη νομιμότητα της απόφασης αυτής, μέσω της ορθής διαδικασίας που δεν είναι η παρούσα διαδικασία, κάτι το οποίο όμως δεν έπραξε. Η ποινική διαδικασία, δεν μπορεί να αποτελέσει το δικαιοδοτικό πλαίσιο, εντός του οποίου, τέτοια αμφισβήτηση μπορεί να εξεταστεί. «...Η επίλυση οποιουδήποτε θέματος που αφορά τον προσδιορισμό υποχρέωσης για την καταβολή εισφορών ανήκει αποκλειστικά στην αρμόδια διοικητική Αρχή (το Διευθυντή, και σε περίπτωση ιεραρχικής προσφυγής στον Υπουργό), αποκλειομένου του ποινικού Δικαστηρίου το οποίο δεσμεύεται από την απόφαση του Διευθυντή.» (Ιωάννου ανωτέρω). Με γνώμονα τις προαναφερόμενες νομολογιακές αρχές, αναφορικά με το τεκμήριο της νομιμότητας διοικητικών πράξεων και τον περιορισμό της δυνατότητας του ποινικού Δικαστηρίου να επισέλθει σε θέματα που άπτονται της αποκλειστικής σφαίρας του διοικητικού δικαίου, οι επί του προκειμένου εισηγήσεις του κ. Σοφοκλέους, στο βαθμό και στην έκταση που στρέφονται κατά της ορθότητας, της νομιμότητας και εγκυρότητας του προσδιορισμού της υποχρέωσης του για την καταβολή εισφορών στο Ταμείο και του ύψους αυτών καθώς και σε σχέση με τους λόγους παράλειψης πληρωμής, εκφεύγουν του πεδίου ελέγχου του παρόντος Δικαστηρίου και συνεπώς κρίνονται αβάσιμες και ως τέτοιες απορρίπτονται. (βλ. Ιωάννου και Οικονομίδης ανωτέρω ως επίσης και Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & Αλλοι ν Γενικού Εισαγγελέα 1991
(1)Α.Α.Δ. 225, Ηλία ν Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου 1994
(2)Α.Α.Δ. 137, Χριστοδούλου ν Έπαρχου Λεμεσού 2000
(2)Α.Α.Δ. 128 και Κυριακίδης κ.α ν Εφόρου Φ.Π.Α 1999
(2)Α.Α.Δ 75). Στο βαθμό και στην έκταση που οι εισηγήσεις του κ. Σοφοκλέους στρέφονται εναντίον της συνταγματικότητας του Νόμου σε συνάρτηση με τα δικαιώματα και ελευθερίες που διασφαλίζονται από το Σύνταγμα επισημαίνω τα εξής. Κατ' αρχή «σύμφωνα με τη νομολογία... τα Δικαστήρια δεν ασχολούνται με συνταγματικά ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Ο λόγος αυτού του περιορισμού είναι ότι τα Δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις αλλά επιλύουν διαφορές» (Βλ. DIAS UNITED PUBLISHING CO. LTD. v. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 550). Κατά δεύτερο, όπως επισημάνθηκε στην Lapertas Fisheries Ltd ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 335: «Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 (απόφαση Ιωσηφίδη, Δ.). Τις παραθέτουμε:
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (Βλ. και Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339 (απόφαση Πική, Π.): «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα» (βλ. επίσης, The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62).» Όπως έυστοχα επισημάνθηκε από την Παπαδοπούλου Δ. ως ήταν τότε, στην υπόθεση ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΓΟΣ ν. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1484/2010, 28/9/2012 όπου το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει θέμα συνταγματικότητας του υπό κρίση Νόμου: «Το Δικαστήριο, για να κηρύξει νομοθετική πρόνοια αντισυνταγματική, πρέπει να ικανοποιείται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την αντισυνταγματικότητά της, αντιπαραβάλλοντάς την με το ΄Αρθρο του Συντάγματος, το οποίο, κατ' ισχυρισμό, παραβιάζεται - (βλ. Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Ent. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 300 και Αριστείδου κ.ά. ν. Α.ΤΗ.Κ.
(2000)3 Α.Α.Δ. 213). Το βάρος απόδειξης ότι πρόνοια νόμου είναι αντισυνταγματική το φέρει ο διάδικος που εγείρει τέτοιο ισχυρισμό - (βλ. Νικολάου ν. Βασιλείου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1566· Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8). Στην Κακουρής ν. Επάρχου Αμμοχώστου κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 8, αναφέρεται ότι απαιτείται επακριβής προσδιορισμός του ζητήματος της αντισυνταγματικότητας νόμου με αναφορά στα ΄Αρθρα του Συντάγματος στα οποία αυτός προσκρούει.» Όσον αφορά την ουσία της εισήγησης του κ. Σοφοκλέους, με γνώμονα τις προαναφερόμενες νομολογιακές αρχές αναφορικά με την εξέταση της συνταγματικότητας νόμων παρατηρώ τα εξής. Είναι γεγονός ότι ο κ. Σοφοκλέους δεν έχει προσδιορίσει ποια ακριβώς άρθρα του Νόμου είναι που κατά την άποψη του προσκρούουν στο Αρ.9 του Συντάγματος με την επί του προκειμένου εισήγηση του να περιορίζεται απλά στην «υποχρέωση που επιβάλλει ο Νόμος για πληρωμή εισφοράς». Έστω όμως και με αυτή την απλή διατύπωση και για χάρη πληρότητας, θα εξετάσω την εισήγηση του κ. Σοφοκλέους, θεωρώντας ότι η αναφορά του σε «υποχρέωση πληρωμής» αφορά στα αρ. 11, 12 και 85 του Νόμου τα οποία αφορούν στην «υποχρέωση για εισφορές αναφορικά με αυτοτελώς εργαζομένους» (αρ.11), στο «ύψος εισφορών για αυτοτελώς εργαζομένους» (αρ.12), στα προβλεπόμενα αδικήματα και ποινές σε περίπτωση παράλειψη συμμόρφωσης (αρ.85) καθώς επίσης και στην δυνατότητα επιβολής πρόσθετου τέλους που αναφέρεται στις εν λόγω πρόνοιες. Η συνταγματικότητα των πιο πάνω προνοιών στην εκάστοτε εν ισχύι Νομοθεσία των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και δη ο σκοπός τους, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο σε πληθώρα αποφάσεων. Στην Οικονομίδης ανωτέρω εξετάστηκε η συνταγματικότητα της επιβολής της υποχρέωσης πληρωμής εισφορών στο Ταμείο υπό το φως των Αρ.9, 24 και 28Σ. Κρίνοντας τις επίμαχες πρόνοιες ως συνταγματικές το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Δεν αναπτύχθηκε όμως οποιαδήποτε επιχειρηματολογία η οποία να καταδεικνύει ή να φανερώνει το ασυμβίβαστο των σχετικών διατάξεων της νομοθεσίας με τις προαναφερθείσες πρόνοιες του Συντάγματος. Τουναντίον, τόσο η νομοθεσία για τις κοινωνικές ασφαλίσεις όσο και η νομοθεσία για την έκτακτη εισφορά για την άμυνα, συναρτούν τις υποχρεώσεις του πολίτη με την οικονομική του δύναμη, που εξασφαλίζει την αναγκαία διάκριση μεταξύ των ανομοιογενών υποκειμένων του δικαίου. Για το λόγο αυτό οι ισχυρισμοί, που έχουν προβληθεί σε σχέση με τα άρθρα 24 και 28, κρίνονται ατεκμηρίωτοι και δε θα μας απασχολήσουν περαιτέρω.» ... «Ξεκινούμε με τη διαπίστωση ότι δεν αμφισβητείται η συνταγματικότητα των διατάξεων του Νόμου περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ούτε έγινε οποιαδήποτε εισήγηση ότι οι σκοποί της νομοθεσίας αντιβαίνουν τις διατάξεις του άρθρου 9 του Συντάγματος. Τέτοια εισήγηση θα αποτελούσε αντινομία λαμβάνοντας υπόψη ότι η νομοθεσία για τις κοινωνικές ασφαλίσεις αποβλέπει πρωτίστως στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που επιβάλλει το ίδιο το άρθρο 9 για την εγκαθίδρυση συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων.» (έμφαση δική μου) Στις GEORGHIADES ν. DIR OF SOCIAL INSURANCE,
(1986)2 Α.Α.Δ. 216, DIR. OF SOCIAL INSURANCE ν. GEORGHIADES
(1988)2 CLR 74 και Γεωργιάδης ν. Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 ΑΑΔ 367 κρίθηκε ότι θέμα επιβολής πρόσθετου τέλους σε περιπτώσεις παράλειψης έγκαιρης πληρωμής δεν παραβιάζει τα Άρθρα 12 και 24 του Συντάγματος διότι, σύμφωνα και με τα λεχθέντα στην υπόθεση Meropi Michael Loizou v. Sewage Board of Nicosia,
(1988)1 C.L.R. 122, ««...Η καταβολή αυτή του επιπρόσθετου τέλους εξαρτάται από το αντικειμενικό κριτήριο της μή καταβολής και όχι από το υποκειμενικό κριτήριο ή τη μή καταβολή χωρίς εύλογο αιτία. Ο φορολογούμενος επιβαρύνεται με το επιπρόσθετο βάρος για το μόνο λόγο της μή πληρωμής στον καθορισθέντα χρόνο..»....το επιπρόσθετο τέλος δεν είναι συνεισφορά στα δημόσια βάρη και η παράγραφος 4 του ιδίου άρθρου επίσης δεν έχει εφαρμογή διότι το επιπρόσθετο τέλος είναι, όπως έχει ήδη βρεθεί, μια διοικητική επιβάρυνση προνοούμενη από το Νόμο για να ενθαρρύνει το φορολογούμενο να πληρώνει έγκαιρα, ένα θέμα που συμβάλλει στη καλή διοίκηση». Η απόφαση σταθμός όμως αναφορικά με τη συνταγματικότητα του νομοθετικού πλαισίου των Κοινωνικών Ασφαλίσεων τόσο ως προς το σκοπό και το πνεύμα του Νόμου όσο και ως προς τον τρόπο με τον οποίο επιδιώκεται να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός, ήτοι με την καταβολή εισφορών από τους πολίτες, είναι η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση APOSTOLOU AND OTHERS ν. REPUBLIC,
(1984)3 Α.Α.Δ. 509. Αναφορικά με το «αναγκαίο» της ύπαρξης ενός συστήματος «Κοινωνικών Ασφαλίσεων» σε μια κοινωνία, ο Δικαστής μ.Α.Λοίζου ως ήταν τότε, κάμνοντας μια ιστορική αναδρομή στη διαμόρφωση των κοινωνικονομικών δικαιωμάτων των πολιτών του κράτους, τα οποία το τελευταίο υποχρεούται να διασφαλίζει στα πλαίσια της υποχρέωσης που του επιβάλλει το αρ.9 του Συντάγματος αλλά και οι διεθνείς του δεσμεύσεις ανέφερε τα εξής: «There is no doubt that this constitutional command and the International commitments undertaken by the Republic in furtherance thereof and for the public benefit, have cast an obligation on the State to promote the welfare of the individual and, as in this instance, by an all embracing Social Insurance System providing benefits for the people in their time of need, such ensuing public burden being met by contributions as prescribed by the law. These contributions are a form of "tax" in the sense of Article 24 of the Constitution, that satisfy the test laid down in the Constantinides case (supra) and which has already been set out in this judgment.» (έμφαση δική μου) Όσον αφορά το γεγονός ότι για τη συντήρηση του Ταμείου, ο Νόμος επιβάλλει την υποχρέωση στους πολίτες να συνεισφέρουν ανάλογα με τη φύση και το είδος της εργασίας τους, ο ίδιος Δικαστής ανέφερε τα εξής: «Social and economic rights cost money and the necessary funds for their maintenance have to come from the citizens who, by so contributing according to their means and when they enjoy the benefit of employment are like a sensible person who saves for a rainy day. Moreover the principle of proportionality is duly observed by the provisions of the Law under examination.» Προχωρώντας στον έλεγχο της συνταγματικότητας της «υποχρέωσης για εισφορά στο Ταμείο» υπό το φως των προνοιών του αρ.9, ο Λοίζου Δ ήταν σαφής: I have already dealt at length with the meaning and effect of Article 9 and in the light of the remaining conclusions reached regarding the nature and extent of the burdens imposed by the Law and the Regulations, it can be clearly said that not only there is no interference with the rights safeguarded thereunder but on the contrary a promotions of them within the economic potentialities of the Republic. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, ο Λοίζου Δ, όπως και ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου μ.Τριανταφυλλίδης Δ ως ήταν τότε, στη δική του απόφαση, καταλήγουν ότι ο «διαχωρισμός» που γίνεται μεταξύ αυτοτελών εργαζόμενων και μισθωτών καθώς και η δυνατότητα των πρώτων να «καθορίσουν» το ύψος των εισφορών τους προσκομίζοντας σχετικά στοιχεία, είναι παράγοντες καθοριστικοί στη συνταγματικότητα του Νόμου αφού διασφαλίζουν ακριβώς το πραγματικά ισότιμο της κατανομής του «βάρους» δημιουργίας και συντήρησης του σχεδίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων το οποίο αποσκοπεί στην ευμάρεια τόσο του κάθενος όσο και του συνόλου των πολιτών του κράτους. Τέλος, όπως συνάγεται από το λόγο της υπόθεσης ΙΩΣΗΦ ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΣ κ.α. ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014, 149/2014, 25/7/2014, η υποχρέωση καταβολής εισφορών στο Ταμείο, μπορεί να συνιστά προσωπική υποχρέωση του κάθε πολίτη είναι όμως καθήκον όλων να φροντίσουν όπως συμμορφώνονται με την υποχρέωση αυτή και εκεί όπου συγκρούεται το ατομικό με το δημόσιο συμφέρον, το πρώτο υποχωρεί. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω υπόθεση: «Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί η αναγκαιότητα εκπλήρωσης έγκαιρα των υποχρεώσεων που οι φορολογικές νομοθεσίες, όπως είναι αυτές στις οποίες οι δύο εφεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι, δημιουργούν σε ένα έκαστο από τους πολίτες, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως η παρούσα περίπτωση, όπου, η βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων ουσιαστικά εξαρτάται από τη συνέπεια και συμμόρφωση των εισφορέων για έγκαιρη εκπλήρωση των οικονομικών τους υποχρεώσεων προς το Ταμείο. Ο νομοθέτης μάλιστα μερίμνησε ώστε, εκεί και όπου διαπιστώνεται κατ' επανάληψη παράλειψη συμμόρφωσης, η παράλειψη να συνεπάγεται αυστηρότερη τιμωρία (J.E.L. Holdings Ltd. ν. Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Michael James Judge, Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(2011)2 Α.Α.Δ. 422). Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως νομοθεσίες όπως αυτές στις οποίες οι δύο εφεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι, πουθενά αλλού δεν στοχεύουν παρά μόνο στην καθιέρωση ενός ολοκληρωμένου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας για την ευημερία των πολιτών. Η διαβίωση ευάλωτων ομάδων της κοινωνίας μας, εξαρτάται σε ένα μεγάλο βαθμό, αν όχι αποκλειστικά, από την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία Δημόσιων Ταμείων, όπως αυτών που προβλέπει ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος. Αποτελεί καθήκον όλων μας η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας αυτών των Ταμείων.» Υπό το φως των ανωτέρω, η εισήγηση του κ. Σοφοκλέους ότι «επειδή αποποιούμαι του δικαιώματος σε κοινωνική σύνταξη δεν θα πρέπει να καταβάλω εισφορές» δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία. Άλλωστε και ο ίδιος επωφελήθηκε της άσκησης του δικαιώματος που του παρέχει ο Νόμος να «καθορίσει» ο ίδιος το ύψος των εισφορών του για κάποια περίοδο απασχόλησης του ως επίσης και να απαλλαγεί από μεγάλο μέρος της επίμαχης περιόδου. Δεν είναι επομένως ορθό από τη μια να γίνεται επίκληση των δικαιωμάτων που παρέχει ο Νόμος και από την άλλη να προσβάλλονται ως αντισυνταγματικές οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τον ίδιο Νόμο, τη στιγμή μάλιστα που η συνταγματικότητα των εν λόγω υποχρεώσεων είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ύπαρξη των προαναφερόμενων δικαιωμάτων. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, όπως πολύ εύστοχα επεσήμανε η αδελφή Ε.Δ. Δ. Κωνσταντίνου, στην υπόθεση ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ, Αρ. Υπόθεσης: 33977/13, 25/9/2015, Ε.Δ. Λ/σιας, «Η υποχρέωση καταβολής εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζεται στο άρθρο 11 του Νόμου και συνιστά αδίκημα σύμφωνα με το άρθρο 85 του Νόμου. Η παράλειψη καταβολής αυτών, έχει αντίκτυπο όχι σε ένα μεμονωμένο ιδιώτη, αλλά πλήττει την ίδια τη ρίζα, τον πυρήνα και το σκοπό του Νόμου και κατ΄ επέκταση το ίδιο το άρθρο 9 του Συντάγματος.» Ενόψει όλων των πιο πάνω, η εισήγηση του κ. Σοφοκλέους ότι η προτιθέμενη αποποίηση του δικαιώματος σύνταξης συνιστά υπεράσπιση σε σχέση με το υπό κρίση αδίκημα και κατ' επέκταση δικαιολογεί την απαλλαγή του από την αξιόποινη παράλειψη καταβολής εισφορών στο Ταμείο, κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται όπως απορρίπτεται και η εισήγηση του περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου. Στη βάση όλων των ανωτέρω, βρίσκω ότι ο κατηγορούμενος, κατά παράβαση των προνοιών του αρ.85 του Ν. 59(Ι)/10, παρέλειψε, ως αυτοτελώς εργαζόμενος να καταβάλει ως όφειλε, εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύψους €339,88 πλέον το αναλογούν πρόσθετο τέλος €91,70 αναφορικά με την περίοδο 4/4/11 - 06/07/14. Σημειώνω εδώ ότι στις λεπτομέρειες αδικήματος, αναφέρεται ως «οφειλόμενο» ποσό αυτό των €13.523,84. Τα ευρήματα μου όμως καθώς και η αποδεκτή ως αξιόπιστη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, για τους λόγους που αναφέρω ανωτέρω και οι οποίοι αφορούν τις μετά την καταχώρηση της υπόθεσης, ενέργειες του κατηγορούμενου, καταλήγουν σε απόδειξη μέρους του εν λόγω ποσού ήτοι του συνολικού ποσού των €431,65. Κρίνω όμως ότι, οι πρόνοιες του αρ. 85
(1)Κεφ.155, καθώς και οι σχετικές νομολογιακές αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Issa and Another ν. Republic,
(1989)2 CLR 39, Ανδρέας Κυριάκου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458 και (ΧENAKIS MELI) ΞΕΝΑΚΗ ΜΕΛΗ ν. VASSOS LEPTOS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015), τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή, πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει, υπό την διευκρίνηση στην οποία έχω προβεί ανωτέρω σε σχέση με το τελικά οφειλόμενο ποσό εισφορών και πρόσθετου τέλους. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κοινωνικές Ασφαλίσεις - Παράλειψη πληρωμής εισφορών αυτοτελώς εργαζόμενου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο