← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ Χ'' ΣΟΛΩΜΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 32371/14, 22/12/2016

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ Χ'' ΣΟΛΩΜΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 32371/14, 22/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B217 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32371/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ Χ'' ΣΟΛΩΜΟΥ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου, 2016 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Γιασκούρη και κα. Ν. Χατζηκωνσταντίνου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Χριστοφόρου Κατηγορούμενος, παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου) Η Κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος

  1. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72(«Ν. 86/72»), όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 3/2/13, στα Πάνω Πολεμίδια, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής BAF 978, στον 100ο δρόμο, δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα. Σκιαγράφηση της υπόθεσης
  2. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας, παρουσίασε 7 μάρτυρες, τον Αστ. 1611, Μάρκο Χρυσάνθου (ΜΚ 1), τον Αστ. 3160, Ανδρέα Χαραλάμπους (ΜΚ 2), τον Α/Λοχ. 2700, Τρύφωνα Θεοχάρους (ΜΚ 3), τον κ. Παπαχριστοδούλου Αντώνη (ΜΚ 4), τον κ. Παναγιώτη Ροτσίδη (ΜΚ 5), τον κ. Γιαννάκη Πετεβίνο (ΜΚ 6) και την Δρ. Χριστοδούλου Σοφία (ΜΚ 7). Κατατέθηκαν συνολικά 19 Τεκμήρια.
  3. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος στις 3/2/2013, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής BAF 978, στον 100ο δρόμο, δεν τήρησε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και συγκρούστηκε με την πεζή Μαρία Αγαπίου, 76 ετών, η οποία στη συνέχεια απεβίωσε («η θανούσα»).
  4. Δεν αμφισβητείται η οδήγηση του εν λόγω οχήματος στο συγκεκριμένο δρόμο στις 3/2/2013 από τον κατηγορούμενο. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η θανούσα είχε αποβιβαστεί σε κάποιο σημείο του δρόμου από λεωφορείο μετά από προσκύνημα και κατευθυνόταν στην οικία της. Σε κάποιο σημείο του δρόμου το όχημα του κατηγορουμένου και η θανούσα συγκρούστηκαν[1]. Υπέκυψε στα τραύματα της λίγες μέρες μετά, στις 17/2/2013, στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού[2].
  5. Επίδικο θέμα επομένως είναι η γενεσιουργός αιτία της σύγκρουσης, αν δηλαδή ήταν αποτέλεσμα αμελούς ενέργειας ή παράλειψης του κατηγορουμένου, παράβασης δηλαδή συγκεκριμένου καθήκοντος τη δεδομένη στιγμή. Σύνοψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής Αστ. 1611, Μάριος Χρυσάνθου (ΜΚ1)
  6. Ο ΜΚ 1 υιοθέτησε ως Τεκμήριο 1 την αστυνομική του κατάθεση. Ο ΜΚ 1 έλαβε φωτογραφίες της σκηνής τη νύκτα του δυστυχήματος. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, δέσμη 7 φωτογραφιών. Αστ. 3160 Ανδρέας Χαραλάμπους (ΜΚ2)
  7. Ο ΜΚ 2 ήταν ο αρχικός εξεταστής του δυστυχήματος. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης την αστυνομική του κατάθεση (Τεκμήριο 3). Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 4), στο οποίο τοποθέτησε με σημείο «Χ», το σημείο σύγκρουσης. Το σημείο σύγκρουσης το τοποθέτησε με βάση θραύσματα γυαλιού που βρήκε στο οδόστρωμα. Στη σκηνή είχε δει ότι ο μπροστινός ανεμοθώρακας του οχήματος του κατηγορούμενου είχε θρυμματιστεί ελαφρά. Ζημιά είχε υποστεί επίσης ο μπροστινός προφυλακτήρας, ο οποίος παρουσίαζε ράγισμα στο αριστερό του μέρος.
  8. Ανέφερε ότι η πορεία της θανούσης του είχε υποδειχθεί από τον οδηγό του λεωφορείου (ΜΚ 4) και τον Γιαννάκη Πετεβίνο (ΜΚ 6). Ήταν η θέση του ότι στο σημείο της σύγκρουσης επικρατούσαν συνθήκες πλήρους σκότους και η διάβαση στο χωμάτινο έρεισμα[3], πλησίον του δρόμου, ήταν δύσκολη λόγω βλάστησης. Δεν έκαμε οποιαδήποτε ξεχωριστή διερεύνηση όσον αφορά το κτύπημα στον ανεμοθώρακα, στηρίχθηκε σε αναφορά του κατηγορούμενου. Η θανούσα φορούσε μαύρα ρούχα και η κηλίδα αίματος (σημείο «Δ» στο σχέδιο) που εντόπισε πίστευε ότι ήταν της θανούσης, δεν έκαμε όμως οποιαδήποτε ξεχωριστή εξέταση. Τέλος, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης «Χ» στις 4/2/2013 ημερομηνία κατά την οποία έδωσε και ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 5). Το σημείο «Χ1» ως σημείο σύγκρουσης, υποδείχθηκε από τον ΜΚ 6 στις 23/2/
  9. Στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 5) ο κατηγορούμενος ανέφερε τα εξής ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης (παρατίθεται αυτολεξεί): «.Αφού πέρασα τα φώτα τροχιά με πράσινο κατευθύνθηκα πάλι ανατολικά στον 100ο δρόμο για να πάω σπίτι μου. Σε απόσταση περίπου 50 μέτρα από τα φώτα πρόσεξα ένα λεωφορείο να είναι σταματημένο στο δεξιό παγκέττο του δρόμου σύμφωνα με την πορεία μου και με τα φώτα πορείας του αναμμένα ως επίσης και αναμμένα τα φώτα μέσα στο λεωφορείο. Σε κάποια στιγμή πρόσεξα το λεωφορείο να ξεκινά κόβοντας το τιμόνι δεξιά για να φύγει από το παγκέτο. Ταυτόχρονα λόγω του ότι με είχαν θαμπώσει τα φώτα του λεωφορείου έπιασα λίγο πιο αριστερά του δρόμου και ταυτόχρονα ένοιωσα ένα κτύπημα στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου τζαι αυτομάτως να βλέπω το μπροστινό γιαλλί του αυτοκινήτου μου να σπάζει τζαι τότε αντελήφθηκα ότι κάτι εκτύπησα τζαι σταμάτησα. Κατέβηκα από το αυτοκίνητο μου και κοίταξα προς τα πίσω και είδα το λεωφορείο να είναι σταματημένο τζαι κόσμο να κατεβαίνει και να τρέχει προς τις ελιές που βρίσκονται στο αριστερό παγκέτο του δρόμου σύμφωνα με την πορεία μου. Εγώ πήγα κοντά και πρόσεξα μια ηλικιωμένη γυναίκα με μαύρα ρούχα να είναι πεσμένη στο αριστερό παγκέτο του δρόμου και να φωνάζει ότι είχε σπάσει το πόδι της και το χέρι της. Εγώ τότε είχα συνειδητοποιήσει ότι την είχα κτυπήσει με το αυτοκίνητο μου. . κατά την ώρα του δυστυχήματος εγώ φορούσα τη ζώνη ασφαλείας μου και η ταχύτητα μου ήταν γύρω στα 40 ΧΑΩ . Σήμερα που ήρθα να δώσω κατάθεση μου έχεις εξηγήσει το σχέδιο του δυστυχήματος το έχω καταλάβει πλήρως και συμφωνώ και με το σημείο που κτύπησα την γυναίκα και το υπέγραψα και δεν επιθυμώ να ξανά επισκεφθώ το μέρος γιατί δεν νοιώθω καλά.» Α/Λοχ. 2700, Τρύφωνας Θεοχάρους (ΜΚ 3)
  10. Ο ΜΚ 3 ανέλαβε ως εξεταστής της υπόθεσης όταν η θανούσα υπέκυψε στα τραύματα της. Υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση (Τεκμήριο 8), ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Στις 23/2/2013 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 9). Στην ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενος υιοθέτησε την προηγούμενη ανακριτική του κατάθεση, Τεκμήριο
  11. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στο Τεκμήριο 9, συμπληρωματικά, ότι οδηγούσε με τα φώτα του στη χαμηλή στάση, το όχημα και τα φώτα του δεν αντιμετώπιζαν πρόβλημα και ότι προχώρησε σε αντικατάσταση του ανεμοθώρακα λίγο μετά το δυστύχημα.
  12. Κατέθεσε φωτογραφίες της σκηνής που λήφθηκαν σε μεταγενέστερο στάδιο κατά τη διάρκεια της ημέρας, ως Τεκμήριο
  13. Ετοίμασε σχέδιο επί κλίμακας (Τεκμήριο 10). Εξέτασε το όχημα του κατηγορούμενου στην παρουσία του κατηγορούμενου στο χώρο του παλαιού νοσοκομείου, σε συνθήκες πλήρους σκότους. Η εμβέλεια των φώτων του οχήματος σε χαμηλή στάση ήταν 22 μ. Σε ψηλή στάση πέραν των 45 μ.
  14. Η θέση του ήταν ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμελής, γιατί όφειλε να δει τη θανούσα. Αν ο κατηγορούμενος οδηγούσε με 40 ΧΑΩ, ως η εκφρασθείσα θέση του, κινείτο με 11 μ. το δευτερόλεπτο και είχε επαρκή χρόνο αντίδρασης 2 δευτερολέπτων. Η θανούσα βρισκόταν εντός της εμβέλειας των φώτων του. Δέχθηκε ότι θα ήταν καλύτερα και πιο ορθό να γινόταν η δοκιμή στο χώρο που έγινε το δυστύχημα. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το χρώμα των ρούχων που φορούσε η θανούσα. Υποστήριξε ότι αυτή περπατούσε στο δρόμο και όχι στο έρεισμα. Δεν ελέγχθηκε επιστημονικά η κηλίδα αίματος «Δ». Έκρινε ότι ήταν του θύματος, ως λογικό συμπέρασμα. Ως προς τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου στην κατάθεση του ότι είχε τυφλωθεί από τα φώτα του διερχόμενο εξ αντιθέτου λεωφορείου, ανέφερε ότι ήταν σφάλμα το γεγονός ότι δεν ελάττωσε ταχύτητα και απλά κινήθηκε αριστερότερα. Αντώνης Παπαχριστοδούλου (ΜΚ 4)
  15. Ο ΜΚ 4 ήταν ο οδηγός του λεωφορείου στο οποίο επέβαινε η θανούσα. Του ζητήθηκε να σταματήσει το λεωφορείο στο συγκεκριμένο δρόμο για να εξέλθει του οχήματος η θανούσα. Η οικία της ήταν πολύ κοντά στο σημείο που κατέβηκε. Η θανούσα διασταύρωσε το δρόμο με τη βοήθεια του ΜΚ
  16. Ακολούθως ο ΜΚ 5 επανήλθε και επιβιβάστηκε στο λεωφορείο. Εκκίνησε το λεωφορείο, προχώρησε για μικρή απόσταση και άκουσε φωνές, οπότε και σταμάτησε. Δεν είχε δει το δυστύχημα, ανέφερε όμως ότι στο μέρος του χωμάτινου ερείσματος που περπατούσε η θανούσα είχε κλαδέματα. Παναγιώτης Ροτσίδης (ΜΚ 5)
  17. Ο ΜΚ 5 ανέφερε ότι διασταύρωσε τον δρόμο με τη θανούσα. Το σπίτι της απείχε 10-15 μ. από το σημείο που την άφησε. Την άφησε σε σημείο που το έρεισμα ήταν τσιμεντένιο. Πιο κάτω ήταν χωμάτινο. Ανέφερε ότι δεν υπήρχε καλός φωτισμός, ήταν «θεοσκότεινα», όπως είπε χαρακτηριστικά. Προηγουμένως έβρεχε. Για να περάσει κάποιος στο σημείο που έγινε η σύγκρουση έπρεπε να εισέλθει στο δρόμο, αφού στο έρεισμα υπήρχαν κλαδέματα. Ο ίδιος όμως δεν είχε δει την σύγκρουση ούτε που βρισκόταν η θανούσα κατά τη σύγκρουση. Γιαννάκης Πετεβίνος (ΜΚ 6)
  18. Ο ΜΚ 6 υιοθέτησε με κάποια επιφύλαξη την αστυνομική κατάθεση που είχε δώσει, Τεκμήριο
  19. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι δεν είδε το θύμα να «εξαφανίζεται», όπως αναφερόταν στην κατάθεση του. Το σημείο σύγκρουσης «Χ1» το οποίο ανέφερε στην κατάθεση ήταν στο περίπου αφού δεν είχε δει τη σύγκρουση ούτε που περπατούσε η θανούσα. Είχε δει μόνο τα φώτα του διερχόμενου οχήματος. Συμπέρανε με βάση τη λογική ότι αυτή περπατούσε στο δρόμο. Δρ. Σοφία Χριστοδούλου (ΜΚ 7)
  20. Η ΜΚ 7 ανέφερε ότι στις 3/2/2012 εργαζόταν στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Η θανούσα, όταν μεταφέρθηκε στο τμήμα ήταν ακόμη ζωντανή. Έχοντας πλήρη διαύγεια ανέφερε στην ΜΚ7 ότι παρασύρθηκε από όχημα. Η ΜΚ 7 δεν θυμόταν όμως τα ακριβή της λόγια. Η αναφορά της στην Ιατρική Έκθεση, Τεκμήριο 19, σε αναφερόμενη «παράσυρση» ήταν δικά της λόγια και όχι της θανούσης. Οι Εισηγήσεις των συνηγόρων
  21. Μετά το τέλος της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Προέβαλε τη θέση ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της αμελούς οδήγησης με βάση το άρθρο 8[4] του Ν. 86/72 και ότι μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ήταν εγγενώς αδύνατη.
  22. Σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, ανέφερε, δεν αμφισβητήθηκε η ταχύτητα του οχήματος του κατηγορουμένου, ότι η θανούσα φορούσα μαύρα ρούχα και ότι ο δρόμος ήταν σκοτεινός. Η κατηγορούσα αρχή όφειλε να καταδείξει, ως η νομολογία επιτάσσει[5], το καθήκον που ο κατηγορούμενος όφειλε και ότι το παρέβη. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έγινε δοκιμή των φώτων του οχήματος στον ίδιο χώρο σε συνθήκες που έμοιαζαν με τις συνθήκες που επικρατούσαν τη δεδομένη στιγμή, αλλά σε άλλο χώρο μη σχετιζόμενο με τη σκηνή. Η αστυνομία όφειλε να προβεί σε αναπαράσταση και δεν το έπραξε. Στην απουσία μαρτυρίας σε σχέση με τον τρόπο σύγκρουσης, ταύτισης των θραυσμάτων και της κηλίδας αίματος και την ακριβή ορατότητα του κατηγορουμένου τη δεδομένη στιγμή, ανέφερε, δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα για να διαπιστωθεί ευθύνη από πλευράς κατηγορουμένου.
  23. Από την πλευρά της, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Η θέση της ήταν ότι αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Νομική Πτυχή Αρχές εξέτασης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης
  24. Οι αρχές που διέπουν το θέμα είναι πολύ καλά καθιερωμένες. Ιδιαίτερα καθοδηγητικές είναι οι υποθέσεις Azinas v. Police

(1981)2 CLR 9, Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν:
(1)δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και
(2)οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. 21. Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η μαρτυρία που δόθηκε με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191,198 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου
(2012)2 ΑΑΔ 851,887). 22. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά εξετάζει μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). 23. Στην Galbraith, η οποία υιοθετήθηκε στην Κυπριακή Νομολογία (βλ. Azinas, Χριστοδούλου και Παναγιώτου) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 1062[6] (παραθέτω το σχετικό απόσπασμα σε ελεύθερη μετάφραση): «Πως λοιπόν πρέπει ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση;
(1)Αν δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το κατ' ισχυρισμόν αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν υπάρχει δυσκολία. Ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία προκύπτει όπου υπάρχει κάποια μαρτυρία, δεν είναι όμως αρκετά ισχυρή, επειδή π.χ. είναι εν γένει αδύνατη ή ασαφής ή επειδή είναι ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία, (α) Όπου ο δικαστής συμπεραίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι τέτοια που οι ένορκοι ορθά καθοδηγούμενοι, δεν θα μπορούσαν να καταδικάσουν με βάση αυτή, αποτελεί υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση, να σταματήσει την υπόθεση, (β) Όπου όμως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της εξαρτάται από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα ενέπιπταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και από μια πιθανή θεώρηση των γεγονότων υπάρχει μαρτυρία με βάση την οποία οι ένορκοι θα μπορούσαν να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους.» Συστατικά στοιχεία του Αδικήματος 15. Η οδήγηση προϋποθέτει την άσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του άρθρου 8 του Ν. 86/72, είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση άσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού (βλ. Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 AAΔ 68, 73, με αναφορά στις Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 202). 16. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, 4). 17. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασιστεί:
(1)η φύση του καθήκοντος, και
(2)όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει (βλ. Σωκράτους, ανωτέρω). 18. Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου και όχι του οδηγού που ενέχεται (βλ. Markantonis v. Demakis
(1989)1 CLR 387, 392). Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός (βλ. Σωκράτους, ανωτέρω). Ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή (βλ. Markantonis, ανωτέρω). Το καθήκον για τη λήψη μέτρων προφύλαξης μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη (βλ. Βίκης v. Νεοφύτου
(1990)1 ΑΑΔ 345, 350). Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια (βλ. Σωκράτους, ανωτέρω). 19. Στην Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475, 483, κρίθηκε ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια. 20. Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou ν. Katsouris
(1975)1 CLR 188, 192). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Nicolaides ν. Economides
(1963)2 CLR 78, 84). Συμπεράσματα
  1. Όπως διαπιστώνεται από τις πιο πάνω αρχές, η Κατηγορούσα Αρχή είχε το βάρος να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να εκπληρώσει το καθήκον τήρησης της δέουσας προσοχής και επιμέλειας που όφειλε με βάση τις κρατούσες συνθήκες τη δεδομένη στιγμή. Μαρτυρία για παράλειψη του κατηγορουμένου να δει την θανούσα ενώ αυτή ήταν ορατή, σε συνάρτηση με την ύπαρξη ικανοποιητικής απόστασης εφαρμογής των φρένων του, θα αποτελούσε ικανοποιητική βάση εξαγωγής ανάλογου ευρήματος. Το Δικαστήριο πρέπει να είναι βέβαιο ότι το δυστύχημα δεν προκλήθηκε λόγω ενέργειας ή παράλειψης της θανούσης που έφερε τον κατηγορούμενο προ τετελεσμένου γεγονότος όπως λ.χ. ξαφνική είσοδος της στο δρόμο ή διασταύρωση σε σημείο όπου ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να εφαρμόσει έγκαιρα τα φρένα του ή να αποφύγει τη σύγκρουση.
  2. Έχοντας κατά νου τις προαναφερθείσες αρχές, ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, κρίνω ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη. Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν βοηθά το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα παράβασης καθήκοντος επιμέλειας από πλευράς κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα:
(1)Ήταν κοινή θέση όλων των μαρτύρων ότι στο σημείο του δρόμου που έγινε η σύγκρουση επικρατούσε σκοτάδι. Διαφάνηκε επίσης σοβαρό ενδεχόμενο το θύμα να περπατούσε τη δεδομένη στιγμή στο δρόμο. Αυτό δείχνει και το σημείο σύγκρουσης «Χ». Η μαρτυρία του ΜΚ 3 ως προς την εμβέλεια των φώτων του κατηγορουμένου ήταν αποτέλεσμα εξέτασης που έγινε σε άλλο χώρο με συνθήκες άλλες από αυτές που επικρατούσαν τη δεδομένη στιγμή του δυστυχήματος. Δεν έγινε δοκιμή με πεζή που να φορούσε ανάλογα με την θανούσα, ρούχα, σε συνθήκες που να προσομοιάζουν με αυτές της σκηνής (βλ. Ερωτοκρίτου ν Μαυροβελή
(2011)1Β ΑΑΔ 1467, 1470 και Πολ. Έφεση 321/2010, Μάρτη ν. Θεωρή, 3/12/2015). Επομένως η εξαγωγή συμπεράσματος ότι η απόσταση ορατότητας του κατηγορουμένου τη δεδομένη στιγμή ήταν 22 μ., όση δηλαδή η μετρηθείσα εμβέλεια των φώτων του οχήματος, θα ήταν εικασία.
(2)Ακόμη όμως και να γινόταν αποδεκτή η εμβέλεια των φώτων του και ότι με την ταχύτητα του ο κατηγορούμενος είχε επαρκή χρόνο να αποφύγει τη σύγκρουση απουσιάζει επαρκής μαρτυρία ως προς το πώς βρέθηκε η θανούσα στο σημείο σύγκρουσης τη δεδομένη στιγμή. Ο ΜΚ 2 στηρίχθηκε σε θραύσματα γυαλιού που εντόπισε για τον καθορισμό του σημείου σύγκρουσης. Το σημείο «Χ» βρίσκεται εντός του δρόμου (50 εκ.). Ουδείς από τους ΜΚ 4, 5 και 6 ήταν σε θέση να πει που περπατούσε το θύμα την ώρα της σύγκρουσης ή λίγο πριν. Είχε προβληθεί η θέση ότι η θανούσα αφού είχε διασταυρώσει το δρόμο αρχικά κινήθηκε επί του τσιμεντένιου ερείσματος (ΜΚ 5). Η μαρτυρία της ΜΚ 7 δεν διευκρινίζει περισσότερα αφού δεν ήταν σε θέση να επαναλάβει τα ακριβή λεχθέντα της θανούσης[7]. Δεν υπάρχει επομένως ίχνος μαρτυρίας ως προς το χρονικό σημείο και τον τρόπο που εισήλθε στο δρόμο η θανούσα, σε συνάρτηση πάντοτε, με την απόσταση που την χώριζε από το όχημα του κατηγορουμένου, όταν το έπραξε. Το γεγονός ότι κατηγορούμενος δεν είδε πεζό από μόνο του δεν στοιχειοθετεί αμέλεια. Εξετάζεται σε συνάρτηση με μαρτυρία για τις ενέργειες του πεζού πριν τη σύγκρουση (βλ. Ερωτοκρίτου, ανωτέρω, σελ. 1470 και Carter v Seath [1990] R.T.R. 12, 16). Τέτοια μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί.
  1. Ιδωμένη επομένως στο σύνολο της η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι εγγενώς αδύνατη και δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Υπό τις περιστάσεις κρίνω κατ' εφαρμογή του 2 (α) της Galbraith, ανωτέρω, ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι τέτοια που ορθά καθοδηγούμενο Δικαστήριο, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει με βάση αυτή. Κατάληξη
  2. Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν περιθώρια να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η κατηγορία απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Interim/ Prima Facie Case/ Negligent driving Αναφορά: Ποινική/ Ενδιάμεση/ Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/ Αμελής Οδήγηση [1] Η Υπεράσπιση έθεσε μέσω της αντεξέτασης το ενδεχόμενο η θανούσα συγκρούστηκε με το όχημα του κατηγορουμένου λόγω πτώσης της ή για άλλους λόγους. [2] Κατατέθηκαν ως παραδεκτά ως προς το περιεχόμενο τους, βεβαίωση θανάτου ημερ. 17/2/2013 (Τεκμήριο 14), αναγνώριση της σωρού της από τον γαμπρό της (Τεκμήριο 15), μεταθανάτιος ιατροδικαστική έκθεση (Τεκμήριο 16), φωτογραφίες της νεκροψίας (Τεκμήριο 18) και κατάθεση του λήπτη των φωτογραφιών (Τεκμήριο 17). [3] Παρά το γεγονός ότι οι μάρτυρες χρησιμοποίησαν τη λέξη «παγκέτο» προτίμησα τη χρήση της λέξης έρεισμα. [4]
  3. Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας 1000 λίρες ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. [5] Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1. [6] «How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury.» [7] Δεν τέθηκε θέμα αποδεκτότητας των λεχθέντων της θανούσης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.