← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Νίκη Στεφάνου, Αρ. Υπόθεσης: 19516/13, 28/12/2016

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Νίκη Στεφάνου, Αρ. Υπόθεσης: 19516/13, 28/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19516/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Νίκη Στεφάνου Κατηγορουμένης -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 28/12/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για την κατηγορούμενη: κα Α. Αναξαγόρου Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ H κατηγορούμενη αντιμετωπίζει επτά συνολικά κατηγορίες για τα ακόλουθα αδικήματα. Της απείθειας κατά νομίμων διαταγών, της άσκησης βίας στο τέκνο της που προκάλεσε άμεσα ψυχική βλάβη σε αυτό, της κοινής επίθεσης, της δημόσιας εξύβρισης, της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, της εισόδου σε περιουσία με σκοπό να ενοχλήσει και της ανησυχίας (1η-7η Κατηγ.). Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και μαρτύρησαν στο Δικαστήριο η Θεοδοσία Δαυλιώτη, η Λουϊζα Γιαννοπούλου, η Χριστίνα Αχιλλέως, ο Μάριος Ηλία και η Ήλια Καρυστιανού (Μ.Κ.1-5). Μετά δε την κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία η κατηγορούμενη επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως χωρίς να καλέσει κανένα άλλο μάρτυρα υπεράσπισης. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Από το σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας μου έκαμαν θετική εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας. Και αυτό σε αντίθεση με την κατηγορούμενη η οποία δεν με έπεισε για τη γνησιότητα της εκδοχής της. Οι Μ.Κ.1 και 2 ήταν οι δύο αστυφύλακες που ενεπλάκησαν στην υπόθεση μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους. Και οι δύο, μαρτύρησαν στο Δικαστήριο τα όσα περιήλθαν σε γνώση τους, χωρίς να αντιληφθώ οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία τους για αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία τους. Μ.Κ.3 και 4 ήταν οι παραπονούμενοι στην υπόθεση. Και οι δύο μαρτύρησαν με σταθερότητα, αυθορμητισμό και ευθύτητα και χωρίς κανένα ενδοιασμό και θεωρώ ότι τα όσα προέβαλαν ήταν μόνο όσα διαδραματίσθηκαν στην πραγματικότητα. Τους έχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή και δεν διέκρινα οτιδήποτε που να είναι ικανό να μεταβάλει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα για αυτούς ως μάρτυρες της αλήθειας. Σημαντικό επίσης είναι ότι τα όσα προέβαλαν ενισχύονται από τη μαρτυρία της Μ.Κ.5, γειτόνισσας της Μ.Κ.3, η οποία μου έκαμε εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και της οποίας η μαρτυρία επιβεβαιώνει μέρος όσων οι δύο παραπονούμενοι περιέγραψαν ότι εκτυλίχθηκαν έξω από το σπίτι της Μ.Κ.

  1. Η Μ.Κ.5 μαρτύρησε ως ανεξάρτητη μάρτυρας με αντικειμενικότητα αναφέροντας μόνο τα όσα είχε δει και χωρίς καμία πρόθεση να προσαρμόσει τα λεγόμενα της προς όφελος οιουδήποτε και ειδικότερα των παραπονούμενων. Παρά την προσπάθεια της υπεράσπισης να κλονίσει την αξιοπιστία της επικαλούμενη φιλικές όπως είπε σχέσεις της με την Μ.Κ.3, δεν κατάφερε να το πετύχει. Και αυτό γιατί εκτός του ότι και όπως διαφάνηκε οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν απλώς σχέσεις καλής γειτονίας, το πιο σημαντικό είναι ότι δεν προέκυψε οτιδήποτε που να δεικνύει ότι οι οποιεσδήποτε σχέσεις είχαν, επηρέασαν σε οποιοδήποτε βαθμό την αλήθεια των ισχυρισμών της. Σημαντικό είναι να λεχθεί ότι η ύπαρξη κάποιων διαφορών στη μαρτυρία των δύο παραπονούμενων δεν είναι ικανές να επηρεάσουν την αξιοπιστία τους. Και αυτό γιατί οι περισσότερες δεν αφορούν ουσιαστικά σημεία της υπόθεσης, αλλά και γιατί δεν είναι δυνατό ούτε και αναμενόμενο δύο άτομα που βρίσκονται παρόντα στο ίδιο επεισόδιο να το περιγράφουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και μάλιστα τρία χρόνια σχεδόν αργότερα. Τη θετική αυτή εντύπωση δεν είναι ικανή να μεταβάλει ούτε και η πιο σημαντική διαφοροποίηση που παρατηρείται και αφορά τον ισχυρισμό ότι η κατηγορούμενη έσπρωξε την Μ.Κ.
  2. Τη θέση αυτή υποστήριξε η Μ.Κ.3 και την επιβεβαιώνει με την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία και υιοθέτησε ως μέρος της κύριας του εξέτασης και ο Μ.Κ.4 (Τεκμήριο Δ), ο οποίος όμως καταθέτοντας ενόρκως είπε ότι αυτό δεν έγινε. Επί του σημείου αυτού αποδεκτή γίνεται η μαρτυρία της Μ.Κ.3 αφού και ο Μ.Κ.4 στην αρχική του κατάθεση τα ίδια προέβαλε. Περαιτέρω και αναφορικά με τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 πρέπει να λεχθεί ότι η αναφορά της μάρτυρος ότι υπέστη σπρώξιμο από την παραπονούμενη και στη συνέχεια άλλος ισχυρισμός της ότι δεν υπήρξε σωματική επαφή της ίδιας και της κατηγορούμενης, δεν είναι επίσης στοιχείο ικανό να επηρεάσει την θετική της εικόνα ως μάρτυρα της αλήθειας. Και αυτό γιατί ήταν προφανής η ειλικρίνεια της όταν έλεγε ότι κατά την αντίληψη της αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο πράγμα, επιμένοντας μάλιστα και στους δύο αυτούς ισχυρισμούς της. Όπως προαναφέρεται η κατηγορούμενη δεν με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών της, αλλά αντίθετα μου δημιούργησε την εντύπωση ότι προέβαλε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή από την πραγματική, με μοναδικό σκοπό να αποφύγει τις ευθύνες των πράξεων της. Αυτό, προκύπτει από τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά της κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης της, η οποία χαρακτηριζόταν από επιτηδευμένη προσπάθεια να πείσει για την αλήθεια των ισχυρισμών της. Σε κάποιες περιπτώσεις η αμηχανία της ήταν εμφανέστατη ενώ σε ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης καθυστερούσε να απαντήσει προφανώς σκεπτόμενη την απάντηση που έπρεπε να δώσει. Σε πολλά σημεία η εκδοχή της δεν συνάδει με τη λογική. Ενδεικτικά αναφέρω τα ακόλουθα. Κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας η υπεράσπιση προώθησε ως θέση ότι, η μέρα που έγινε το επεισόδιο δεν ήταν μέρα που σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 2) ο Μ.Κ.4 είχε δικαίωμα να παραλάβει το μικρό Στέλιο. Όμως στην κατάθεση που η κατηγορούμενη έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 1) και αναφερόμενη στη μέρα που έγινε το επεισόδιο είπε ότι ήταν η μέρα που ο Μ.Κ.4 «έπρεπε» να πάρει μαζί του το παιδί τους, λέξη την οποία θεωρώ ότι δεν θα χρησιμοποιούσε εάν απλώς είχαν κατόπιν μεταξύ τους συνεννόησης συμφωνήσει να πάρει ο πατέρας το παιδί και όχι ακολουθώντας τις πρόνοιες του διατάγματος. Ο ισχυρισμός της αυτός, δεν συνάδει με τη λογική και για άλλους λόγους. Σύμφωνα με άλλο ισχυρισμό της, εκείνη την εποχή η σχέση της με τον Μ.Κ.4 δεν ήταν καθόλου καλή, αλλά είχαν συνέχεια διαφωνίες και τσακωμούς. Συνεπώς δεν είναι πιθανό, δύο πρώην σύζυγοι που βρίσκονται σε έντονη αντιπαράθεση να συμφωνούν και να συνεργάζονται έστω και σε ότι αφορά το παιδί τους, επιδεικνύοντας έστω και στον τομέα αυτό τόσο καλή θέληση και συνεργασία όπως ισχυρίσθηκε η κατηγορούμενη. Ούτε και συνάδει με άλλον ισχυρισμό της ότι την επίδικη ημερομηνία όταν ο Μ.Κ.4 πήγε να παραλάβει το παιδί ανέβηκε στο σπίτι της με απειλητικές διαθέσεις φώναζε και ύβριζε μπροστά στο παιδί, ανοίγοντας ερμάρια και ντουλάπια και δημιουργώντας σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της χάος. Διότι αν η μεταξύ τους συνεννόηση έστω και σε ότι αφορά το παιδί και μόνο, ήταν καλή δεν θεωρώ ότι θα ήταν αναμενόμενη μια τέτοια συμπεριφορά μπροστά στο παιδί. Τα όσα δε προέβαλε για να δικαιολογήσει την αναφορά της αυτή, δεν κρίνονται καθόλου πειστικά. Ούτε και ο ισχυρισμός της ότι πήγε στο σπίτι της Μ.Κ.3 με πολύ φιλικές διαθέσεις απλώς και μόνο για να παραλάβει το παιδί της συνάδει με τη λογική, όπως δεν συνάδει και με δικές της αναφορές. Και ειδικότερα των όσων η ίδια υποστήριξε ότι είχαν προηγηθεί μεταξύ της ίδιας και του Μ.Κ.4 και τα οποία δεν είναι ανθρώπινα δυνατό να μην την είχαν επηρεάσει, αλλά και της άποψης που είχε ότι το παιδί δεν είχε προετοιμασθεί κατάλληλα για να γνωρίσει τη Μ.Κ.
  3. Όπως είπε, πριν την μετάβαση της στο σπίτι της Μ.Κ.3 και όταν ο Μ.Κ.4 πήγε στο δικό της σπίτι για να παραλάβει το παιδί τους, δεν συμπεριφέρθηκε κόσμια αλλά έψαχνε μέσα στο σπίτι της αναστατώνοντας το και κοιτάζοντας να βρει κάποιο άλλο άνδρα που θεωρούσε ότι η κατηγορούμενη μπορούσε να διατηρεί σχέση μαζί του. Είπε ακόμα ότι στη συνέχεια την έπαιρνε επανειλημμένα τηλέφωνο για να της πει ότι θα έπαιρνε το παιδί τους στο σπίτι της Μ.Κ.
  4. Με όλα αυτά να έχουν επισυμβεί πριν τη μετάβαση της στο σπίτι της Μ.Κ.3, δεν θεωρώ ότι θα ήταν αναμενόμενο από ένα μέσο άνθρωπο, όχι μόνο να διατηρεί πλήρως τη ψυχραιμία του, αλλά και να έχει μεταβεί εκεί με πολύ φιλικές διαθέσεις όπως η κατηγορούμενη είπε αρχικά, λέγοντας στη συνέχεια της αντεξέτασης ότι απλώς ήταν λίγο αγχωμένη. Απορίες επίσης δημιουργεί ο ισχυρισμός της ότι δεν είχε καμία πρόθεση να σπάσει το τζάμι της πόρτας του σπιτιού της Μ.Κ.
  5. Γιατί πως είναι δυνατόν να σπάσει ένα γυαλί με ένα απλό κτύπημα μιας γυναίκας που κτυπά με τρόπο συνήθη και φυσιολογικό να του ανοίξουν μια πόρτα; Δεν έδωσε καμία εξήγηση για αυτό, δηλώνοντας παντελή άγνοια και αναφέροντας επίσης ότι δεν γνώριζε εάν το γυαλί ήταν σπασμένο από προηγουμένως. Απαντώντας σε υποβολές που της έγιναν κατά την αντεξέταση ότι το τζάμι έσπασε γιατί το κτύπησε κρατώντας τα κλειδιά του αυτοκινήτου της, αρνήθηκε ότι τα κρατούσε ισχυριζόμενη ότι τα άφησε πάνω στο αυτοκίνητο της και μετά της τα πήρε ο Μ.Κ.4, προβάλλοντας επί του θέματος διάφορους καθόλου πειστικούς ισχυρισμούς. Ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 1) αλλά και στην ένορκη της κατάθεση είπε αρχικά ότι ο Μ.Κ.4 της πήρε μόνο τα κλειδιά της στη συνέχεια πρόσθεσε ότι της πήρε και το τηλέφωνο της. Στην προσπάθεια της δε να γίνει πιο πειστική όταν κατάλαβε τη διαφοροποίηση στους ισχυρισμούς της, είπε ότι ο Μ.Κ.4 είχε μια «τάση» να σπάζει τα τηλέφωνα της. Στη συνέχεια και στην προσπάθεια της να ανασκευάσει είπε υπήρχε μόνο «μια περίπτωση» να το έπιασε. Προέβαλε επίσης διάφορους ισχυρισμούς σε σχέση με την εμπλοκή της Μ.Κ.5, οι οποίοι όμως καταρρίφθηκαν από τη μαρτυρία της τελευταίας, η οποία όπως προαναφέρεται επιβεβαίωσε μέρος της μαρτυρίας των παραπονούμενων όσο αφορά γεγονότα που αποτελούν μέρος του όλου επεισοδίου και εκτυλίχθηκαν έξω από το σπίτι της Μ.Κ.
  6. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτή εκτός μόνο του μέρους που αποτέλεσε κοινό έδαφος και του ισχυρισμού της ότι κατά την έκδοση του διατάγματος επικοινωνίας του Μ.Κ.4 με το παιδί τους (Τεκμήριο 2), η ίδια δεν ήταν παρούσα. Και αυτό γιατί αυτός επιβεβαιώνεται από το ίδιο το τεκμήριο στο οποίο δεν αναγράφεται η παρουσία της, παρά μόνο της δικηγόρου της όπως και η ίδια προέβαλε. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Η κατηγορούμενη και ο Μ.Κ.4 είναι πρώην σύζυγοι. Από το γάμο τους απόκτησαν στις 25/2/2007 ένα παιδί, τον Στέλιο. Στις 6/12/2012 εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού διάταγμα που ρυθμίζει την επικοινωνία του Μ.Κ.4 με τον ανήλικο γιο του. Μεταξύ άλλων το διάταγμα προέβλεπε ότι ο Μ.Κ.4 θα είχε πρόσθετα με άλλες μέρες επικοινωνία με το παιδί του κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο από τις 10.00 το πρωί του Σαββάτου μέχρι τις 16.00 της Κυριακής. Κατά την έκδοση του διατάγματος αυτού, παρούσα εκπροσωπώντας την κατηγορούμενη η οποία απουσίαζε, ήταν η δικηγόρος της καθώς και ο Μ.Κ.
  7. Μέχρι τις 30/3/2013 οι μεταξύ του πρώην ζευγαριού σχέσεις, ήταν τεταμένες και πολλοί καυγάδες και εντάσεις δημιουργούνταν. Την συγκεκριμένη ημερομηνία και δυνάμει των προνοιών του διατάγματος, ο Μ.Κ.4 είχε το δικαίωμα να έχει επικοινωνία με το παιδί του. Έτσι μετέβη στο σπίτι της κατηγορούμενης και παρέλαβε το μικρό γιο τους Στέλιο. Οι δύο τους, μαζί και με τη μικρή Ιωάννα κόρη του αδελφού του Μ.Κ.4 την οποία και παρέλαβε στο μεταξύ, μετέβησαν στο σπίτι της Μ.Κ.3 με την οποία κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσαν ερωτικό δεσμό και διέμεναν μαζί. Κατά τη διαδρομή, η κατηγορούμενη τηλεφώνησε αρκετές φορές στον Μ.Κ.4 και τον ρωτούσε που θα έπαιρνε το γιο τους, κάτι που αυτός της είπε τελικά πληροφορώντας την ότι θα πήγαιναν στο σπίτι της Μ.Κ.
  8. Λίγη ώρα μετά την άφιξη του Μ.Κ.4 στο σπίτι της Μ.Κ.3 μαζί με τα δύο παιδιά, αφίχθηκε στο μέρος η κατηγορούμενη η οποία στάθμευσε το αυτοκίνητο της έξω από το σπίτι φωνάζοντας στην Μ.Κ.3 να της ανοίξει αποκαλώντας την «σκατοπουτάνα». Κατέβηκε από το αυτοκίνητο, κτύπησε το κουδούνι καθώς και το τζάμι που βρίσκεται δίπλα από την πόρτα σπάζοντας το. Ο Μ.Κ.4 της άνοιξε την πόρτα και η κατηγορούμενη όρμησε εναντίον της Μ.Κ.3 και την έσπρωξε στον ώμο, φωνάζοντας της «μείνε μακριά από τον γιο μου σκατοπουτάνα». Ο Μ.Κ.4 μπήκε στη μέση και την σταμάτησε. Η κατηγορούμενη άρπαξε το μικρό Στέλιο από την κουκούλα της φόρμας που φορούσε και τον τράβηξε προς τα έξω εξακολουθώντας να φωνάζει και να βρίζει την Μ.Κ.3 με διάφορες λέξεις όπως «σκατοπουτάνα και πόρνη». Κατεβαίνοντας τα σκαλιά του σπιτιού, ο μικρός Στέλιος έχασε την ισορροπία του χωρίς να κτυπήσει. Ενώ η κατηγορούμενη βρισκόταν στο δρόμο έξω από το σπίτι συνέχισε να φωνάζει προς την Μ.Κ.3 «σκατοπουτάνα, πόρνη, βρωμιάρα, ξιμαρισμένη μακριά από το παιδί μου». Στη συνέχεια μπήκε στο αυτοκίνητο της μαζί με το παιδί και αναχώρησαν από το μέρος. Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου τα δύο παιδιά ο Στέλιος και η Ιωάννα έκλαιγαν πανικόβλητα. Η Μ.Κ.5 που βρισκόταν στο σπίτι της άκουσε τις φωνές και τα όσα έλεγε η κατηγορούμενη καθώς επίσης και τον θόρυβο από το σπάσιμο του τζαμιού και βγήκε έξω και είδε όλα όσα συνέβαιναν έξω από το σπίτι. Για τη διάπραξη των αδικημάτων η κατηγορούμενη συνελήφθη και κατηγορήθηκε για τα αδικήματα της κοινής επίθεσης, της δημόσιας εξύβρισης, της κακόβουλης ζημιάς, της παράνομης εισόδου, της ανησυχίας και της απείθειας σε νόμιμες διαταγές του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το οποίο βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας

(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της απείθειας κατά νομίμων διαταγών κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα. Όπως προέκυψε από τα γεγονότα, στις 30/3/2013 ήταν μέρα που ο Μ.Κ.4 είχε δικαίωμα να έχει επικοινωνία με το παιδί του. Ασκώντας το δικαίωμα του αυτό παρέλαβε το μικρό Στέλιο και τον μετέφερε στο σπίτι της Μ.Κ.3. Η κατηγορούμενη επειδή δεν ήθελε το παιδί της να έχει επικοινωνία με την Μ.Κ.3 μετέβη στο σπίτι της τελευταίας και πήρε το μικρό Στέλιο από τον πατέρα του. Για αυτή τη συμπεριφορά της κατηγορείται ότι απείθησε στο διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου (Τεκμήριο 2). Προς υπεράσπιση της στη συγκεκριμένη κατηγορία η κατηγορούμενη προέβαλε ότι ουδέποτε το αναφερόμενο διάταγμα της έχει επιδοθεί ενώ κατά την έκδοση του δεν ήταν παρούσα. Ότι δεν ήταν παρούσα κατά την έκδοση του αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου αφού τούτο προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο του διατάγματος στο οποίο ρητά καταγράφεται ότι εκ μέρους της είχε εμφανισθεί μόνο η δικηγόρος της. Σε σχέση με το θέμα επίδοσης του διατάγματος καμία απολύτως μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί που να αποδεικνύει την επίδοση του διατάγματος αυτού στην κατηγορούμενη όπως ενδιαφέρει στην εξεταζόμενη περίπτωση. Η προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας αποτελεί στοιχείο για το οποίο η κατηγορούσα αρχή θα έπρεπε να προσφέρει μαρτυρία. Όπως λέχθηκε στην Διαμάντω Χριστοδούλου v. Πανίκκου Χριστοδούλου
(2003)1 Β ΑΑΔ 1085, «Η επίδοση οπισθογραφημένου διατάγματος του δικαστηρίου αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για την παρακοή διατάγματος δικαστηρίου. Η απόδειξη του γεγονότος αυτού βαρύνει, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεσης τον κατήγορο. Υποθέσεις για την ύπαρξη γεγονότων, που συνθέτουν την κατηγορία δεν χωρούν- Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, 365)». (βλ. επίσης Α. Μ. Ονουφρίου v. Josephine Bye
(2007)1(Α) ΑΑΔ 371 και Μαυρονικόλα v. Ξάνθου
(2011)1(Α) ΑΑΔ 293). Από την στιγμή λοιπόν που δεν έχει αποδειχθεί η επίδοση του διατάγματος στην κατηγορούμενη, ούτε και η παρουσία της κατά την έκδοση του ώστε το ζήτημα να εξετασθεί περαιτέρω μέσα από το συγκεκριμένο πρίσμα η κατηγορία αυτή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Την ίδια κατάληξη θα έχει και η 2η κατηγορία. Ένα από τα συστατικά στοιχεία που θα πρέπει να αποδειχθούν για απόδειξη της κατηγορίας αυτής είναι η πρόκληση ψυχικής βλάβης στον ανήλικο Στέλιο. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο μικρός Στέλιος που σύμφωνα με το κατηγορητήριο υπέστη ψυχική βλάβη, ήταν παρών στο όλο επεισόδιο και έκλαιγε πανικόβλητος. Όμως, ότι το παιδί βρέθηκε σε κατάσταση πανικού κατά το επεισόδιο δεν συνεπάγεται δίχως άλλο ότι προκλήθηκε σε αυτό ψυχική βλάβη. Και αυτό γιατί σίγουρα μια ψυχική βλάβη δεν μπορεί να είναι το ίδιο με μια πρόσκαιρη κατάσταση. Τι συνέβη στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν έχει διασαφηνισθεί από τη μαρτυρία στην οποία πρέπει να λεχθεί καμία ιατρική μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί που να την αποδεικνύει. Κρίνεται λοιπόν ότι ελλείψει τέτοιας μαρτυρίας το συστατικό αυτό στοιχείο της πρόκλησης ψυχικής βλάβης δεν έχει αποδειχθεί και έτσι η κατηγορία αυτή είναι έκθετη σε απόρριψη. Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Επίθεση, είναι οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιον άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της, περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η βία που εξασκήθηκε. Θα πρέπει όμως πρώτα να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεσης αυτής καθεαυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 All E.R. 644). Θα πρέπει δηλαδή ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία εναντίον του παραπονούμενου με πρόθεση και απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Archbold Pleading, Evidence & Practice, παρα 19-166 μέχρι 19-167, Georgiou ν. The Police
(1961)C.L.R, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834). Αναμφίβολα η συμπεριφορά της κατηγορούμενης και το σπρώξιμο το οποίο επέφερε στην Μ.Κ.3 συνιστά επίθεση σύμφωνα με την έννοια του Νόμου. Η πρόθεση της κατηγορούμενης να ασκήσει βία εναντίον της Μ.Κ.3 συνάγεται από το γεγονός ότι όρμησε μέσα στο σπίτι της, φωνάζοντας και βρίζοντας και αφού προηγουμένως έσπασε το τζάμι του σπιτιού της και την έσπρωξε καλώντας την να παραμείνει μακριά από το γιο της. Οι φράσεις δε που χρησιμοποίησε και αναφέρονται πιο πάνω ήταν υβριστικές, προσβλητικές και μείωναν την προσωπικότητα της Μ.Κ.3 και ήταν δυνατό να προκαλέσουν παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Αυτό συνάγεται από τις γενικότερες περιστάσεις που περιβάλλουν το επεισόδιο αλλά και από το γεγονός ότι η συμπεριφορά της κατηγορούμενης ώθησε τον Μ.Κ.4 να επέμβει και να την σταματήσει. Κρίνεται λοιπόν ότι το αδίκημα της 3ης κατηγορίας έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αποδίδεται επίσης στην κατηγορούμενη το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης (4η Κατηγ.). Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η κατηγορούμενη μετέβη στο σπίτι της Μ.Κ.3 και την εξύβρισε επανειλημμένα με τις λέξεις «σκατοπουτάνα, πόρνη, βρωμιάρα, ξιμαρισμένη». Τα όσα εκστόμισε η κατηγορούμενη τα άκουσε εκτός από την Μ.Κ.3 τόσο ο Μ.Κ.4 όσο η Μ.Κ.5. Οι λέξεις που η κατηγορούμενη εξέφρασε, είναι αναμφίβολα υβριστικές, προσβλητικές αλλά και μειωτικές για την προσωπικότητα της Μ.Κ.3 και τέτοιες που μπορούν να προκαλέσουν παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Προφανώς ο δρόμος στον οποίο βρισκόταν η κατηγορούμενη όταν εξύβρισε την Μ.Κ.3 και οδηγούσε σε συγκρότημα κατοικιών αποτελεί δημόσιο χώρο γιατί εκεί είχε πρόσβαση οποιοδήποτε άτομο που μπορούσε να εισέλθει ελεύθερα και χωρίς περιορισμό όπως και εισήλθε και η ίδια η κατηγορούμενη. Το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, καθορίζει τι αποτελεί δημόσιο χώρο ή δημόσιο υποστατικό και περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους, είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ευθυμιάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 25 και Μιχαήλ κ.α. v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 362). Κρίνεται συνεπώς ότι και το αδίκημα αυτό έχει αποδειχθεί. Άλλο αδίκημα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι αυτό της κακόβουλης ζημιάς ( 5η Κατηγ.). Κρίνεται ότι και του αδικήματος αυτού έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία. Στην Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 168 αναφέρθηκε ότι για τη στοιχειοθέτηση αυτού του αδικήματος δεν απαιτείται η απόδειξη της ύπαρξης ειδικής πρόθεσης (specificintent). Η απόδειξη του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς. Συνεπώς το αδίκημα διαπράττεται στην περίπτωση που κάποιος κατηγορούμενος ενεργεί με επίγνωση του τι κάνει, δηλαδή όταν έχει την πρόθεση (intention) να επιφέρει την ζημιά, αλλά ακόμα και στην περίπτωση που κάποιος ενεργεί απερίσκεπτα και με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες των πράξεων του. Στην εξεταζόμενη περίπτωση η κατηγορούμενη κτύπησε το τζάμι του παραθυριού στην πόρτα της Μ.Κ.3, που αποτελεί περιουσία της, με τέτοιο τρόπο που το έσπασε, προκαλώντας του ζημιά χωρίς καμία νόμιμη δικαιολογία. Αυτή έδρασε τουλάχιστο απερίσκεπτα και με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες των πράξεων της. Τούτο προκύπτει από τη γενικότερη συμπεριφορά της αφού ενεργώντας όπως ενήργησε, είτε ενήργησε με πλήρη επίγνωση της πράξης της, είτε παραγνώρισε εντελώς τον εύκολα αντιληπτό κίνδυνο σπασίματος του τζαμιού, κίνδυνος που μπορεί βέβαια να αναγνωρισθεί από ένα μέσο και λογικό άτομο. Η κατηγορούμενη ενήργησε επίσης με τρόπο εσκεμμένο και παράνομο, αφού και όπως έχει νομολογηθεί παράνομη είναι μια πράξη όταν γίνεται χωρίς νόμιμη δικαιολογία (βλ. Police v. Djioppou
(1972)10 JSC 1365). Ότι η κατηγορούμενη ενήργησε εσκεμμένα προκύπτει και από το σύνολο των ενεργειών της κατηγορούμενης. Επειδή το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην παρούσα περίπτωση προκύπτει από τη γενικότερη συμπεριφορά της κατηγορούμενης. Από τον τρόπο που αυτή μετέβη στο σπίτι της Μ.Κ.3 φωνάζοντας και υβρίζοντας την, κτυπώντας το τζάμι με αποτέλεσμα να το σπάσει, αλλά και με τη συμπεριφορά της που αμέσως μετά ακολούθησε αφού όταν άνοιξε η πόρτα όρμηξε μέσα στο σπίτι και έσπρωξε την Μ.Κ.3 εξακολουθώντας να τη βρίζει μέχρι και την αναχώρηση της από το μέρος. Στοιχείο που επίσης έχει αποδειχθεί είναι ότι η ζημιά που προκλήθηκε είναι το φυσικό επακόλουθο των ενεργειών της κατηγορούμενης αφού η ενέργεια της να κτυπήσει το τζάμι προκάλεσε τη ζημιά. Πρέπει να λεχθεί ότι το ύψος της ζημιάς και η ιδιοκτησία, δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος (βλ. Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ 255). Κατηγορείται επίσης η κατηγορούμενη για το αδίκημα της εισόδου σε περιουσία με σκοπό να ενοχλήσει. Σχετική είναι η υπόθεση Χριστάκης Ανδρέου Ανθίας v. Δημοκρατίας (Αρ.1)
(1999)1 ΑΑΔ 404, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, προβλέπει ότι όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή με σκοπό τον εκφοβισμό, εξύβριση ή όχληση του κατόχου τέτοιας περιουσίας, ή όποιος αφού εισέλθει νόμιμα σε μια τέτοια περιουσία, παραμένει σ' αυτή παρανόμως με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή όχληση του κατόχου της περιουσίας ή με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, είναι ένοχος πλημμελήματος. Είναι αλήθεια ότι ο εφεσείων εισήλθε στό υποστατικό της παραπονούμενης με τη συγκατάθεσή της. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί τα πράγματα οξύνθηκαν, με αποτέλεσμα ο εφεσείων να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που περιγράφηκε πιο πάνω. Δεν συμφωνούμε ότι χρειαζόταν τροποποίηση των λεπτομερειών του αδικήματος. Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δημιουργεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται ουσιαστικά στην παράνομη παρουσία προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ο νόμος ήθελε να καταστήσει σαφές ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε μεν νομίμως, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στη συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο Άρθρο 280. Δεν είναι, κατά την κρίση μας, θέμα πρώτου ή δευτέρου μέρους του άρθρου, όπως έγινε προσπάθεια να διατυπωθεί κατά την ακρόαση. Το Άρθρο 280 ουσιαστικά στοιχειοθετεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται στην είσοδο ή παραμονή προσώπου σε υποστατικό με σκοπό την εξύβριση, εκφοβισμό ή διάπραξη ποινικού αδικήματος. Εν πάση περιπτώσει, η υπεράσπιση του εφεσείοντα ουδόλως έχει επηρεαστεί από τον τρόπο διατύπωσης των λεπτομερειών του αδικήματος. Ο εφεσείων υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης επέμβασης, αφού από τη μια εισήλθε νομίμως στο υποστατικό, ενώ, από την άλλη, το εγκατέλειψε όταν του ζητήθηκε να το πράξει από παρευρισκόμενο. Δεν συμφωνούμε ούτε με αυτή την επιχειρηματολογία. Το όλο περιστατικό πρέπει να ιδωθεί ως ένα ενιαίο επεισόδιο. Παρ' όλον ότι ο εφεσείων είχε εισέλθει νόμιμα στο υποστατικό η συμπεριφορά του στη συνέχεια κατέστησε την παραμονή του εκεί παράνομη, αφού άρχισε να εξυβρίζει, να σπάζει έπιπλα και να απειλεί την παραπονούμενη. Δεν ήταν απαραίτητο, βεβαίως, για να χαρακτηριστεί ως παραβατική η συμπεριφορά του, κάποιος να ζητήσει ρητά την αποχώρησή του από το υποστατικό. Είναι προφανές ότι αμέσως μετά την παραβατική συμπεριφορά του, ο εφεσείων παρέμενε πλέον στο υποστατικό παρανόμως. Η παραμονή του εκεί, με πρόθεση να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που περιγράφεται στο Άρθρο 280 του Κεφ. 154, καθιστά την παραμονή παράνομη (βλέπε και The Penal Law of India, 9η έκδοση, σελ. 3576-72)». (βλ. Χριστάκης Ανδρέου Ανθία ν. Δημοκρατίας (ΑΡ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ 404). Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η κατηγορούμενη εισήλθε στο σπίτι της Μ.Κ.3 που κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε μαζί με τον Μ.Κ.4 όταν ο τελευταίος της άνοιξε την πόρτα αφού άκουσε τις βρισιές που η κατηγορούμενη εκστόμιζε εναντίον της Μ.Κ.3 και αφού έσπασε το τζάμι στο παράθυρο της πόρτας. Όταν αυτός άνοιξε την πόρτα, η κατηγορούμενη χωρίς να ζητήσει άδεια από κανένα και χωρίς κανένας να την προσκαλέσει να εισέλθει μέσα στο σπίτι όρμηξε μέσα σε αυτό συνεχίζοντας να βρίζει την Μ.Κ.3 και της επιτέθηκε διαπράττοντας τα πιο πάνω αδικήματα. Κρίνεται συνεπώς ότι και το αδίκημα αυτό έχει αποδειχθεί. Με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνεται ότι και η 7η κατηγορία για το αδίκημα της ανησυχίας έχει αποδειχθεί. Και αυτό γιατί η κατηγορούμενη προκάλεσε θόρυβο και ταραχή σε δημόσιο χώρο έξω από το σπίτι της Μ.Κ.3 φωνάζοντας και υβρίζοντας αυτήν και σπάζοντας το τζάμι της πόρτας του σπιτιού της προκαλώντας ανησυχία στην γειτόνισσα Μ.Κ.5 η οποία άκουσε το θόρυβο από το σπάσιμο του τζαμιού και τις φωνές και τα λεγόμενα της κατηγορούμενης. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε την πιο πάνω συμπεριφορά της και έτσι δεν έχει επικαλεσθεί την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας που προβλέπει ο Νόμος (βλ Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 499) έτσι ώστε να χρειάζεται να εξετασθεί. Με βάση όλα τα πιο πάνω η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάττεται στην 1η και 2η κατηγορία και κρίνεται ένοχη στην 3η, 4η, 5η, 6η και 7η κατηγορία. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.