← Κύπρος

Ανδρέα Ιωάννου ν. Theodoros Georgiou Limited κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10884/15, 12/12/2016

Ανδρέα Ιωάννου ν. Theodoros Georgiou Limited κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10884/15, 12/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B210 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10884/15 Ανδρέα Ιωάννου, εκ Λεμεσού Παραπονούμενος - ν -

  1. Theodoros Georgiou Limited, εκ Λεμεσού
  2. Γεώργιος Γεωργίου, εκ Λάρνακας Κατηγορούμενοι ---------------------------------------- Ημερομηνία: 12 Δεκεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Στυλιανού Για τους Κατηγορούμενους: κ. Κουμής Κατηγορούμενος 2: παρών ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες έκαστος οι οποίες αφορούν αποκοπή μισθού από τον παραπονούμενο, για τους μήνες Ιούλιο 2012 (1η, 2η κατηγορία) και Αύγουστο 2012 (3η και 4η κατηγορία), κατά παράβαση των αρ. 2, 3, 5, 8, 9, 10

(1)και 20
(1)
(2)
(5)του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 Ν. 35 (Ι)/2007 (εφ' εξής ο Νόμος). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 και 3, αυτό που καταλογίζεται στην κατηγορούμενη 1 για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2012, αντίστοιχα, είναι ότι, «υπό την ιδιότητα της ως εργοδότης του παραπονούμενου, ως εργοδοτουμένου της, απέκοψε από το μισθό του.το ποσό των €1.000.» Οι κατηγορίες που αφορούν τον κατηγορούμενο 2, (2η και 4η κατηγορία), στρέφονται εναντίον του ως συνεργού, στη βάση του Αρ. 20 Κεφ. 154, στη διάπραξη του αδικήματος από την κατηγορούμενη 1, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της τελευταίας. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση του ο παραπονούμενος κατέθεσε μόνο ο ίδιος ως ΜΚ
  1. Συνοψίζω τη μαρτυρία του. Είναι ηλεκτρολόγος - μηχανικός στο επάγγελμα και άρχισε να δουλεύει στην κατηγορούμενη 1 από το
  2. Η συμφωνία εργοδότησης του με την τελευταία ήταν προφορική και ουδέποτε αποτυπώθηκε γραπτώς. Ήταν μεταξύ άλλων, υπεύθυνος για τα συστήματα κτιριακού αυτοματισμού, προγραμματισμού των διάφορων συσκευών και για την ενημέρωση των πελατών. Αρχικά ο μισθός του ήταν 700 Λ.Κ. το μήνα και σταδιακά αυξήθηκε στις €3.209 και παρέμεινε έτσι μέχρι που η απασχόληση του τερματίστηκε στις 31.8.
  3. Μέχρι και τον Ιούνιο του 2012 ο μηνιαίος μισθός τού, του καταβάλλετο κανονικά ήτοι €3.
  4. Τον Ιούλιο του 2012 όμως, σύμφωνα με τον ίδιο, χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση από την κατηγορούμενη 1 και χωρίς τη συγκατάθεση τού, του καταβλήθηκε μειωμένος μισθός κατά €1.000, ήτοι έλαβε το ποσό των €2.
  5. Στη μείωση αυτή ο παραπονούμενος αντέδρασε και εξέφρασε τη διαμαρτυρία του προς τους κατηγορούμενους οι οποίοι τον ενημέρωσαν ότι η μείωση λόγω οικονομικών προβλημάτων. Ο παραπονούμενος ανέφερε τότε ότι δεν αποδέχεται τη μείωση των €1.000 όμως υπό την προϋπόθεση ότι θα του επιστρέφετο σε μεταγενέστερο στάδιο το ποσό που αποκόπηκε, δέχτηκε να λάβει το μειωμένο μισθό για τον Ιούλιο του
  6. Το ίδιο συνέβη και σε σχέση με το μισθό του Αυγούστου του 2012, όταν και πάλι έλαβε μειωμένο κατά €1.000 μισθό. Τη διαμαρτυρία του για την αποκοπή €1.000 από το μισθό του την εξέφρασε τόσο προφορικά όσο και γραπτώς με επιστολή του ημερομηνίας 28.8.
  7. Λίγες μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 31.8.2012, έλαβε γραπτή επιστολή από την κατηγορούμενη 1 με την οποία η τελευταία τον ενημέρωνε ότι λόγω απρεπούς διαγωγής που αυτός επέδειξε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, η κατηγορούμενη 1 υπέστη ζημιά οπόταν και αποφασίστηκε όπως η εργοδότηση του τερματιστεί. Με την ίδια επιστολή ενημερωνόταν επίσης για την απόφαση της εταιρείας όπως συνεχίσει να εργάζεται μέχρι τις 31.10.2012 χωρίς όμως να λαμβάνει οποιαδήποτε πληρωμή ούτως ώστε να ολοκληρώσει τα έργα που είχε ήδη αρχίσει. Αντιδρώντας στην επιστολή τερματισμού της εργοδότησης του, ο παραπονούμενος, απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 4.9.2012 προς την κατηγορούμενη 1 με την οποία απέρριπτε κάθε ισχυρισμό περί απρεπούς συμπεριφοράς του, επανέλαβε τη διαμαρτυρία του για τις αποκοπές του μισθού του και απέδωσε την απόφαση για τον τερματισμό του σε αλλότρια κίνητρα. Κατά την αντεξέταση του, δέχθηκε ότι κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2012 έλαβε από την κατηγορούμενη 1, πρόσθετα του μισθού του, το συνολικό ποσό των €1.000, με δύο πληρωμές €500 έκαστη, πληρωμές οι οποίες όμως, όπως εξήγησε, δεν αφορούσαν το μισθό του, αλλά αμοιβή του για επιπρόσθετες υπηρεσίες που παρείχε προς την κατηγορούμενη 1, οι οποίες χρεώθηκαν και πληρώθηκαν ανεξάρτητα του μισθού του. Ως εκ τούτου, απέρριψε σχετική υποβολή της υπεράσπισης ότι οι εν λόγω πληρωμές έγιναν έναντι του μισθού του και επομένως τα όσα ισχυρίστηκε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων, υπέβαλε στον παραπονούμενο ότι με την ανεπιφύλακτη υπογραφή των εγγράφων μισθοδοσίας, ο τελευταίος ουσιαστικά συγκατατέθηκε στη αποκοπή, θέση την οποία ο παραπονούμενος απέρριψε κατηγορηματικά επαναλαμβάνοντας τα όσα ανέφερε κατά την κύρια εξέταση του. Κατά τη μαρτυρία του ο παραπονούμενος κατέθεσε ως Τεκμήρια 1, 2 και 3, αντίγραφα της μισθοδοσίας του για τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο του 2012 και ως Τεκμήρια 4, 5 και 6 την αλληλογραφία που αντάλλαξε με την κατηγορούμενη εταιρεία. Κατά την αντεξέταση του κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 7 υπογεγραμμένο αντίγραφο της μισθοδοσίας του για τον Ιούλιο του 2012 και ως Τεκμήριο 8 και 9 τις αποδείξεις είσπραξης για τις δύο πληρωμές των €
  8. Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήριο 10, δέσμη «Αναλυτικών Καταστάσεων Αποδοχών Ασφαλισμένου κατά Εργοδότη» που εκδόθηκε από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τα έτη 2007-2012 και οι οποίες συντάχθηκαν στη βάση των όσων η κατηγορούμενη εταιρεία είχε δηλώσει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις αναφορικά με την εργοδότηση και αποδοχές του παραπονούμενου καθώς και δέσμη πιστοποιητικών του Φόρου Εισοδήματος σε σχέση με τον παραπονούμενο για τα έτη 2007-
  9. Ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, ως άλλωστε ήταν δικαίωμά του, με την ουσία της μαρτυρίας του να λαμβάνει τη μορφή γραπτής δήλωσης η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Η μαρτυρία του η οποία προσφέρθηκε τόσο για τον ίδιο όσο και για την κατηγορούμενη 1 είναι συνοπτικά η εξής: Ο ίδιος είναι ένας εκ των διευθυντών της κατηγορούμενης 1 και ταυτόχρονα μισθωτός υπάλληλος της τελευταίας. Εκτός από τον ίδιο, η εταιρεία έχει ακόμη τρεις διευθυντές, ήτοι τον πατέρα, τη μητέρα και την αδελφή του, πλην όμως, εφόσον την πλειοψηφία των μετοχών της εταιρείας την κατέχουν ο πατέρας του και η μητέρα του, αυτοί είναι που αποφασίζουν για την εταιρεία, ενώ ο ίδιος και η αδελφή του ουσιαστικά εκτελούν τις αποφάσεις των πρώτων. Αυτό έγινε και στην παρούσα περίπτωση, σύμφωνα με τον μάρτυρα, σε σχέση με την απόφαση της εταιρείας για τη μείωση του μισθού του παραπονούμενου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η εταιρεία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα τα οποία οφείλονταν, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2 στην «σε μεγάλο βαθμό και της επανειλημμένης ασύγγνωστης συμπεριφοράς του παραπονούμενου με αποτέλεσμα η κατηγορούμενη 1 να υποστεί μεγάλες ζημιές.». Παραδείγματα τέτοιων «ζημιών» παρατίθενται στη δήλωση του μάρτυρα και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων ότι ο διευθυντής της εταιρίας Α. Ηρακλέους Λτδ «επέπληξε» τον κατηγορούμενο 2 διότι ο παραπονούμενος, το καλοκαίρι του 2011, «κάτι είπε στην Κλέλια της εταιρίας Α. Ηρακλέους Λτδ». Επίσης ότι «το φετινό καλοκαίρι
(2012).ότι και αν είπε στον κ. Μαρίνο της εταιρείας Α. Ηρακλέους Λτδ», οι τελευταίοι αποφάσισαν να διακόψουν τη συνεργασία τους με την κατηγορούμενη
  1. Συνεπεία της εν λόγω ισχυριζόμενης συμπεριφοράς του παραπονούμενου η κατηγορούμενη 1, σύμφωνα με το μάρτυρα υπέστη ζημιές πέραν των €200.
  2. Για τα πιο πάνω, σύμφωνα με το μάρτυρα, η εταιρεία ενημέρωσε γραπτώς τον παραπονούμενο στις 2.10.2012, ενώ για κάποια από τα «παράπονα» τον ενημέρωσαν στις 2.8.2012, έχοντας όμως ήδη αποφασίσει να συζητήσουν μαζί του τη μείωση του μισθού του. Για να πειστεί ο παραπονούμενος να αποδεχθεί μείωση στο μισθό του κατά τη συζήτηση που έγινε στις 2.8.2012, ο μάρτυρας ανέφερε ότι υπεδείχθη στον πρώτο ότι και άλλοι υπάλληλοι της εταιρείας, περιλαμβανομένου και του ίδιου του μάρτυρα, αποδέχθηκαν σημαντική μείωση στο μισθό τους. Σύμφωνα με το μάρτυρα, ο παραπονούμενος συμφώνησε όπως ο μισθός του μειωθεί εξ' ου και συγκατατέθηκε γραπτώς στις 30.6.2012, 31.7.2012 και 31.8.2012, με το να υπογράψει αδιαμαρτύρητα τη σχετική μισθοδοσία του. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι η συγκατάθεση του παραπονούμενου στη μείωση του μισθού του συμφωνήθηκε να είναι «επί προσωρινής βάσης μέχρις ότου βελτιωθούν τα οικονομικά της εταιρείας, εφ' όσο θα είχαμε και την καλύτερη συνεργασία του παραπονούμενου στο κλείσιμο παραγγελιών.» Πρόσθετα των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, στον παραπονούμενο, η κατηγορούμενη εταιρεία, κατέβαλε κατά τον ουσιώδη χρόνο, μεταξύ άλλων, το συνολικό ποσό των €1.000 (Τεκμήρια 8 και 9), καθώς επίσης και διάφορες άλλες οικονομικές διευκολύνσεις. Κατά την αντεξέταση του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα προβλήματα στη ρευστότητα της εταιρείας δημιουργήθηκαν το 2012 και δημιουργήθηκαν κυρίως σε σχέση με έργα στα οποία ενεπλάκηκε ο παραπονούμενος, ενώ η απόφαση για τη μείωση του μισθού του παραπονούμενου λήφθηκε περί τα τέλη Ιουλίου του 2012, οπόταν και δόθηκαν οι σχετικές οδηγίες προς το λογιστήριο της εταιρείας. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την υπεράσπιση, αμφότεροι συνήγοροι προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον παραπονούμενο, υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι, κατά παράβαση του Νόμου, απεκόπη από το μισθό του παραπονούμενου το ποσό που αναφέρεται στις κατηγορίες και συνεπώς διαπράχθηκαν τα αδικήματα των εν λόγω κατηγοριών. Απέρριψε ο συνήγορος ότι από τη μαρτυρία απεδείχθη οποιαδήποτε συγκατάθεση του παραπονούμενου στην εν λόγω αποκοπή και ότι η υπογραφή του τελευταίου στα Τ.3 και Τ.7 συνιστά τέτοια συγκατάθεση ως ισχυρίστηκε η υπεράσπιση και υποστήριξε ότι η υπογραφή του παραπονούμενου στα εν λόγω έγγραφα δεν είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από απλή βεβαίωση λήψης του εκεί αναφερόμενου ποσού. Αναφερόμενος στον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι η παρούσα συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, ο κύριος Στυλιανού, κάμνοντας αναφορά στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος
(2002)2 ΑΑΔ 522 και στις αυθεντίες που η εν λόγω απόφαση παραπέμπει, απέρριψε την επί του προκειμένου θέση, και υποστήριξε ότι σκοπός της παρούσας διαδικασίας είναι η τιμωρία των κατηγορουμένων και όχι η άσκηση πίεσης για ανάκτηση χρηματικών ποσών. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων, αρχίζοντας την αγόρευση του με το θέμα της ισχυριζόμενης κατάχρησης της διαδικασίας που κατά τη γνώμη του χαρακτηρίζει την παρούσα υπόθεση, στήριξε την εν λόγω θέση του στο ότι για την ισχυριζόμενη μισθολογική αποκοπή, ο παραπονούμενος καταχώρησε την Αίτηση Εργατικών Διαφορών υπ΄ αριθμό 888/12 κατά το 2012, με την οποία προβάλλει πανομοιότυπους με την παρούσα υπόθεση ισχυρισμούς και διεκδικεί τα ποσά που κατ' ισχυρισμό του αποκόπηκαν. Τρία χρόνια αργότερα, υποστήριξε ο συνήγορος, ο παραπονούμενος αποφασίζει να καταχωρήσει την παρούσα με την οποία ουσιαστικά ζητά, την ίδια θεραπεία. Κάμνοντας με τη σειρά του αναφορά στην Κωμοδρόμος ανωτέρω, ο συνήγορος υπέβαλε ότι η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί ως συνιστώσα κατάχρηση της διαδικασίας. Πέραn και ανεξάρτητα της πιο πάνω θέσης του, ο συνήγορος υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε η διάπραξη των ισχυριζόμενων αδικημάτων και δη στον απαιτούμενο βαθμό, αφού σύμφωνα πάντα με το συνήγορο, διαφάνηκε ότι ο παραπονούμενος συγκατατέθηκε στην αποκοπή αλλά και ότι η εν λόγω αποκοπή δεν ήταν τέτοιας μορφής που να τον εμποδίζει να συντηρήσει την οικογένεια του. Παράλληλα, υποστήριξε ο συνήγορος, διαφάνηκε κατά την ακρόαση ότι ο παραπονούμενος δεν είπε την αλήθεια ούτε σε σχέση με τη συγκατάθεση του στην αποκοπή αλλά ούτε και σε σχέση με την πληρωμή του συνολικού ποσού των €1.000 που εν τέλει έλαβε από την κατηγορούμενη εταιρεία. Τέλος, ο συνήγορος, με αναφορά στο λόγο της Peppis Company Ltd και Άλλος ν. Eπαρχιακού Λειτουργού Eργασίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 272, υποστήριξε ότι δεν απεδείχθη στον απαιτούμενο βαθμό, η απαραίτητη σύνδεση του κατηγορούμενου 2 με την τυχόν ευθύνη της κατηγορούμενης 1 εργοδότριας εταιρείας και επομένως ο κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να αθωωθεί και γι' αυτό το λόγο. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις καθώς και την προσκομισθείσα μαρτυρία με γνώμονα πάντοτε τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο. Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, θεωρώ ορθό, όπως παραθέσω τα γεγονότα που συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Ο παραπονούμενος εργοδοτήθηκε στην κατηγορούμενη εταιρεία το 1999 και συνέχισε να εργάζεται μέχρι και τις 31/8/12, όταν η εργοδότηση του τερματίστηκε με επιστολή της εργοδότριας εταιρείας ημερομηνίας 31/8/
  1. Μέχρι τον Ιούλιο του 2012, ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στις €3.
  2. Κατά τους τελευταίους δύο μήνες της εργοδότησης του, ήτοι τον Ιούλιο και Αύγουστο του 2012, έλαβε μειωμένο μισθό κατά €1000 για κάθε μήνα ενώ τον Αύγουστο 2012 από το ποσό των €2.209 αφαιρέθηκε επιπρόσθετα το ποσό των €1.204,91 που αντιστοιχεί σε σχετική άδεια που έλαβε ο παραπονούμενος. Για τον Αύγουστο 2012 επομένως, ο παραπονούμενος έλαβε ως τελικό μισθό το ποσό των €1.004,09 (gross). Με τη λήψη των προαναφερόμενων ποσών ο παραπονούμενος υπέγραψε και τα σχετικά αποδεικτικά - payslips. Στις 28/8/12 και 4/9/12 απέστειλε επιστολές προς την κατηγορούμενη 1 εταιρεία διαμαρτυρόμενος τόσο για τη μείωση στο μισθό του όσο και για τον τερματισμό της εργοδότησης του. Η παρούσα υπόθεση και ουσιαστικά το παράπονο του παραπονούμενου αφορά στη «μείωση» του μισθού του για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2012 κατά €1.000 αντίστοιχα, ενώ η αφαίρεση του ποσού των €1.204,91 από το μισθό του Αυγούστου είναι αποδεκτή. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Κατ' αρχή κρίνω σκόπιμο σε αυτό το στάδιο να επισημάνω, όπως επεσήμανα και κατά την απόφαση μου στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, ότι όλες οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, φέρουν στην νομική βάση του αδικήματος τόσο τον βασικό νόμο περί Προστασίας Μισθών του 2007 (Ν.35 (Ι)/2007) όσο και τον τροποποιητικό Νόμο ήτοι τον Ν.200(Ι)/
  3. Η εν λόγω τροποποίηση όμως τέθηκε σε ισχύ την 28/12/
  4. Οι σημαντικές αλλαγές που έγιναν στο νόμο ήταν, πέραν της αύξησης των προβλεπόμενων ποινών, η μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο εργοδότη ότι όντως πλήρωσε τους οφειλόμενους μισθούς (αρ.12
(3)) ως επίσης και η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος καταβολής των οφειλόμενων μισθών σε περίπτωση καταδίκης του εργοδότη (αρ.20
(2)). Δοθέντος όμως, ότι, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση, αφορούν την περίοδο Ιουλίου 2012 και Αυγούστου 2012, ήτοι πριν την τροποποίηση του Ν.35(Ι)/2007, θα προσεγγίσω την υπόθεση με γνώμονα το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο της ισχυριζόμενης διάπραξης των αδικημάτων ήτοι στη βάση της πάγιας νομολογιακής αρχής ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης του συνόλου των λεπτομερειών των αδικημάτων, όπως αυτές αναγράφονται και περιγράφονται στο κατηγορητήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ενώ στον κατηγορούμενο δεν εναποτίθεται οποιοδήποτε βάρος απόδειξης. Οι σχετικές πρόνοιες, επομένως, των αρ. 9, 10 και 20 του Ν.35(Ι)/2007, επί των οποίων εδράζονται οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είχαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως εξής: «Αρ.9. -
(1)Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.
(2)Σε περίπτωση εργοδοτουμένων, των οποίων οι μισθοί υπολογίζονται "με το κομμάτι" ή ανάλογα με την παραγωγή, τα μέγιστα διαστήματα για την πληρωμή των μισθών πρέπει, κατά το δυνατόν, να είναι τέτοια, έτσι ώστε οι μισθοί να καταβάλλονται τουλάχιστον δύο φορές το μήνα, σε διαστήματα που να μην ξεπερνούν τις δεκαέξι μέρες.
(3)Η συχνότητα πληρωμής που προνοείται στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου, μπορεί να διαφοροποιηθεί στην περίπτωση που προνοείται διαφορετικά από συλλογική σύμβαση και/ή πρακτική. Αρ.10.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός· (β) αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης· (γ) αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙ (δ) αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.
(2)...,
(3)...,
(4)... Αρ.20.-
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου αυτού, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι τρεις
(3)μήνες ή σε χρηματική ποινή μέχρι δύο χιλιάδες λίρες (ΛΚ 2.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Οποιοσδήποτε εργοδότης προσφεύγει καταχρηστικά σε διαδικασία αφερεγγυότητας, με σκοπό να στερηθούν οι εργοδοτούμενοι των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες (ΛΚ 3.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(3)...,
(4)...» Ότι αποκόπηκαν ποσά από τον μισθό του παραπονούμενου στην παρούσα υπόθεση, για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2012, συνιστά, ως ανάφερα πιο πάνω, κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Εκεί όπου έγκειται η ουσία της υπόθεσης είναι ουσιαστικά κατά πόσο η εν λόγω αποκοπή παραβιάζει τις πρόνοιες του Νόμου. Η θέση του παραπονούμενου για το θέμα αυτό, ήταν απλή. Ο ίδιος ουδέποτε συγκατατέθηκε στις επίμαχες αποκοπές και η κατηγορούμενη 1 ενήργησε με τον τρόπο που ενήργησε εντελώς αυθαίρετα, αδικαιολόγητα και παράνομα. Την εν λόγω θέση του, η υπεράσπιση την αμφισβήτησε στη βάση ότι οι επίμαχες αποκοπές ήταν νόμιμες, εφόσον ο παραπονούμενος συγκατατέθηκε ή τουλάχιστον δε διαμαρτυρήθηκε, καθώς επίσης και στη βάση ότι η συμπεριφορά του παραπονούμενου προκάλεσε στην εταιρεία σημαντικές ζημιές. Σε κάθε περίπτωση, εισηγήθηκε η υπεράσπιση, η αποκοπή ήταν «επί προσωρινής βάσεως». Διεξήλθα τη μαρτυρία του παραπονούμενου παρακολουθώντας τον παράλληλα με προσοχή ενώ κατέθετε. Ως μάρτυρας, μου άφησε καλή εντύπωση, επέδειξε συνοχή και σαφήνεια στη μαρτυρία του, η οποία ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση αλλά και υποστηρίζεται τόσο από την πραγματική όσο και από την κοινώς αποδεκτή μαρτυρία που κατατέθηκε. Το ύψος του μισθού του πριν και μετά τις αποκοπές δεν αμφισβητήθηκε όπως και δεν αμφισβητήθηκε ότι όντως έστειλε τις δύο επιστολές διαμαρτυρίας προς την κατηγορούμενη
  1. Δεν μπορώ επομένως να δεχτώ την εισήγηση της υπεράσπισης ότι ο παραπονούμενος δεν διαμαρτυρήθηκε στην αποκοπή του μισθού του ή ότι υπογράφοντας τα payslips αποδέχτηκε ή συγκατατέθηκε στη μείωση αυτή. Η θέση του άλλωστε ότι τελικά δέχτηκε να λάβει το μειωμένο μισθό υπό την προϋπόθεση ότι θα του πληρώνονταν και τα υπόλοιπα ποσά στη συνέχεια, υποστηρίχθηκε και από μία εκ των εκδοχών της υπεράσπισης ήτοι ότι η αποκοπή θα ήταν προσωρινή. Όσον αφορά τις δύο πληρωμές των €500, αν και ο παραπονούμενος δεν τις ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του, εντούτοις εξήγησε με σαφήνεια κατά την αντεξέταση του ότι οι εν λόγω πληρωμές δεν αφορούσαν το μισθό του αλλά ξεχωριστές υπηρεσίες τις οποίες προσέφερε στην κατηγορούμενη 1 και για τις οποίες εξοφλήθηκε πλήρως. Η θέση του αυτή άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το Τ.10, τη βεβαίωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία υπενθυμίζω περιέχει το τι η ίδια η κατηγορούμενη 1 δήλωσε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις αναφορικά με την εργοδότηση και τις απολαβές του παραπονούμενου και η οποία φέρει τον τελευταίο, κατά τους επίδικους μήνες να λαμβάνει μόνο τα ποσά που αυτός ανέφερε ήτοι €2209 και €1004,
  2. Αν οι δύο πληρωμές των €500 αφορούσαν πληρωμές έναντι του μισθού του, τότε σίγουρα θα αναμένετο όπως, δηλωθούν ως τέτοιες, από την κατηγορούμενη 1 εργοδότρια εταιρεία κάτι το οποίο όμως δεν έγινε. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης περί πρόκλησης ζημιάς στην κατηγορούμενη εταιρεία από τη συμπεριφορά του παραπονούμενου, τέτοιοι ισχυρισμοί ουδέποτε αποτέλεσαν αντικείμενο της αντεξέτασης του τελευταίου, παρά μόνο προβλήθηκαν από τον κατηγορούμενο 2 στη μαρτυρία του. Εκείνο που υποβλήθηκε στον παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του, ήταν ότι η από μέρους του υπογραφή της μισθοδοσίας του Ιούλη και του Αυγούστου του 2012, συνιστά ανεπιφύλακτη αποδοχή της αποκοπής που έγινε στο μισθό του, θέση βέβαια που ο παραπονούμενος απέρριψε. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία του στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Στρέφομαι τώρα στην εκδοχή της υπεράσπισης η οποία προωθήθηκε δια της ένορκης μαρτυρίας του κατηγορούμενου
  3. Διεξήλθα τη μαρτυρία του με την ίδια προσοχή παρακολουθώντας τον παράλληλα ενώ κατέθετε. Υπενθυμίζω ότι, με δεδομένο το νομοθετικό καθεστώς κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι κατηγορούμενοι δεν υπέχουν υποχρέωση ή βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους. Η υπεράσπιση, μέσω του κατηγορούμενου 2, προέβαλε διάφορες εκδοχές που κατά τη θέση της, δικαιολογούν την αποκοπή που έγινε. Από τη μια προβλήθηκε η θέση ότι η μείωση των μισθών ήταν καθολική για όλους τους υπαλλήλους της εταιρείας ένεκα των οικονομικών προβλημάτων που η εταιρεία αντιμετώπιζε εκείνο το καιρό. Προς επίρρωση τούτου η υπεράσπιση επικαλέστηκε ότι και άλλοι υπαλλήλοι της εταιρείας, περιλαμβανομένου και του κατηγορούμενου 2, αναγκάστηκαν να δεχτούν μείωση του μισθού τους. Σε αυτή την καθολική μείωση, η υπεράσπιση ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος συγκατατέθηκε περί τις 02/08/
  4. Σημειώνω εδώ ότι η ισχυριζόμενη αυτή συγκατάθεση παρουσιάζεται να δόθηκε μετά το τέλος Ιουλίου 2012 δηλαδή μετά που ο μισθός του Ιούλη 2012 κατέστη οφειλόμενος και πληρωτέος. Από την άλλη, προβλήθηκε η θέση ότι η αιτία μείωσης του μισθού του παραπονούμενου ήταν η ζημιογόνα για την εταιρεία συμπεριφορά του πρώτου, εξ' ού και αυτός συγκατατέθηκε στην αποκοπή. Η εν λόγω θέση όμως, πέραν του ότι συγκρούεται με την αμέσως προηγούμενη θέση της υπεράσπισης, ουδέποτε υποβλήθηκε στον παραπονούμενο κατά τη μαρτυρία του ενώ προωθήθηκε από τον κατηγορούμενο 2 με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς όπως «κάτι είπες» και «ότι και να είπες». Ταυτόχρονα, η σχετική ισχυριζόμενη γραπτή ενημέρωση που ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι έγινε στον παραπονούμενο στις 02/10/12 όχι μόνο δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, αν και αμφισβητήθηκε ρητά κατά την αντεξέταση του κατηγορούμενου 2, αλλά και τοποθετήθηκε χρονικά μετά που οι επίμαχοι μισθοί κατέστησαν οφειλόμενοι και πληρωτέοι και μετά που η εργοδότηση του τελευταίου τερματίστηκε. Παράλληλα με τα πιο πάνω προωθήθηκε και η θέση ότι η αποκοπή στο μισθό του παραπονούμενου συμφωνήθηκε να είναι επί προσωρινής βάσης, θέση που ουσιαστικά αναιρεί την θέση που αναφέρεται αμέσως πιο πάνω αφού εξυπακούει ότι η αποκοπή δεν οφείλεται σε σφάλματα του παραπονούμενου, τα οποία μάλιστα οδήγησαν, σύμφωνα με την υπεράσπιση, στον τερματισμό της εργοδότησης του. Η πιο πάνω αντιφατική και αλληλοσυγκρουόμενη εικόνα που αναδύεται από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 ως προς τους λόγους που ώθησαν την κατηγορούμενη 1 να αποκόψει ποσά από τους μισθούς του παραπονούμενου δεν μπορεί να σταθεί στη λογική και ως εκ τούτου απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Η μόνη θέση του κατηγορούμενου 2 η οποία μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για την εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων είναι η θέση του ότι οι αποφάσεις της εταιρείας και ειδικότερα η απόφαση για τη μείωση του μισθού του λήφθηκε από τους «εκτελεστικούς» ουσιαστικά διευθυντές της εταιρείας και ο ίδιος απλά μετέφερε στον παραπονούμενο την απόφαση αυτή. Η θέση αυτή του κατηγορούμενου 2 ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη και δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και επομένως την αποδέχομαι ως αληθή. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και έχοντας κρίνει αξιόπιστη τη μαρτυρία του παραπονούμενου προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Επίσης, προβαίνω σε περαιτέρω εύρημα ότι η απόφαση για αποκοπή των επίμαχων ποσών από το μισθό του παραπονούμενου ήταν απόφαση της κατηγορούμενης 1 στην οποία ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε καμία εμπλοκή και ο ρόλος του στο όλο θέμα περιορίστηκε στην διαβίβαση της στον παραπονούμενο. ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί ως κατάχρηση της διαδικασίας και ως παραβιάζουσα τα συνταγματικά δικαιώματα του κατηγορούμενου. Η επί του προκειμένου θέση βασίστηκε αφ' ενός στο ότι, η παρούσα, καταχωρήθηκε με καθυστέρηση τριών χρόνων και μετά που καταχωρήθηκε αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και αφ' ετέρου διότι τα κίνητρα του παραπονούμενου δεν ήταν να τιμωρηθούν οι κατηγορούμενοι για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος αλλά για να εξαναγκαστούν να καταβάλουν τους κατ' ισχυρισμό οφειλόμενους μισθούς. Εξέτασα την εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου υπό το φως της μαρτυρίας που κρίθηκε αξιόπιστη και κρίνω ότι η εν λόγω εισήγηση δεν ευσταθεί. Κατ' αρχή ο Ν.135(Ι)/2007δημιουργεί για την παράλειψη καταβολής μισθών πέραν από αγώγιμο δικαίωμα και ποινικό αδίκημα. Αυτό, σε συνδυασμό με την αρχή της Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522 ότι δεν συνιστά αυτόματα κατάχρηση η προώθηση ποινικής και πολιτικής διαδικασίας για την ίδια επιλήψιμη συμπεριφορά, δεν αποκλείει την καταχώρηση και αστικής αλλά και ποινικής διαδικασίας σε περίπτωση που ένας εργοδότης δεν καταβάλει τον πλήρη μισθό στον εργοδοτούμενο του. Το ότι κάποιος εργοδοτούμενος επέλεξε να μην καταχωρήσει ταυτόχρονα και τις δύο διαδικασίες αλλά να προχωρήσει πρώτα με την αστική διαδικασία και ύστερα με την ποινική οπόταν και η τελευταία καθυστέρησε να καταχωρηθεί, δεν μπορεί να επενεργήσει εις βάρος του εργοδοτούμενου. Αυτό πάντοτε όμως υπό το φως των συγκεκριμένων περιστατικών της κάθε υπόθεσης αφού κανένα δικαίωμα δεν μπορεί να ασκείται ανεξέλεγκτα, απεριόριστα και καταχρηστικά (βλ. σχ. Σπύρος Σπύρου ν Βαρβάρας Α. Ξενή Ποινική Έφεση Αρ. 223/2014 ημερ. 11/11/2015 και Εμπεδοκλής (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529. Είναι γεγονός ότι τα αδικήματα που καταλογίζονται στους κατηγορούμενους στην παρούσα υπόθεση δεν είναι ιδιαίτερης πολυπλοκότητας. Η καθυστέρηση όμως που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της παρούσας, διευκρινίστηκε να οφείλεται στο ότι ο παραπονούμενος προσπάθησε να αξιοποιήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα για να βρει το δίκαιο του και καταχώρησε την παρούσα όταν αντιλήφθηκε πλέον ότι η κατηγορούμενη 1 ουδέποτε είχε πρόθεση να αποκαταστήσει τη ζημιά που του προκάλεσε, παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου. Άλλωστε, οι κατηγορούμενοι δεν παρουσιάστηκαν να έχουν επηρεαστεί με οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο από την καταχώρηση της παρούσας κατά το χρόνο που αυτή καταχωρήθηκε. Προέβαλαν σε έκταση και με λεπτομέρεια την υπεράσπιση τους, αντεξέτασαν τον παραπονούμενο και του υπέβαλαν τις θέσεις τους χωρίς ποτέ να παρουσιαστούν να έχουν οποιοδήποτε πρόβλημα. Δεν θεωρώ ότι στην παρούσα συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι έχουν παραβιαστεί τα συγκεκριμένα συνταγματικά δικαιώματα των κατηγορουμένων ή ότι παρατηρείται κατάχρηση της διαδικασίας. (βλ. Σπύρος Σπύρου ν Βαρβάρας Α. Ξενή Ποινική Έφεση Αρ. 223/2014 ημερ. 11/11/2015). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων μου βρίσκω, ότι η κατηγορούμενη 1, κατά παράβαση των προνοιών του Ν.35(Ι)/2007,ως εργοδότης που απασχολούσε τον παραπονούμενο κατά τους μήνες Ιούλιο 2012 και Αύγουστο 2012, δεν του κατέβαλε τον πλήρη μισθό του ήτοι του απέκοψε το ποσό των €1000 για κάθε μήνα. Κρίνω επομένως ότι η κατηγορούσα αρχή, στην παρούσα υπόθεση πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορούμενης 1 στην 1η και 3η κατηγορία. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου ως προς τον παθητικό ρόλο που ο τελευταίος είχε στη διάπραξη του αδικήματος από την κατηγορούμενη 1 και με γνώμονα ότι οι εναντίον του κατηγορίες εδράζονται στο αρ.20 Κεφ.154, αντλώντας καθοδήγηση από την πρόσφατη απόφαση MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 198/15, 2/12/2016 καθώς και από τις αποφάσεις Peppis Company Ltd και Άλλος ν. Eπαρχιακού Λειτουργού Eργασίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 272 και Παυλόπουλος Αθανάσιος ν. Skopy Shoe Factory Ltd,
(2003)2 Α.Α.Δ. 26, κρίνω ότι δεν αποδείχτηκε στον απαιτούμενο για το αρ.20 Κεφ.154 βαθμό, η ενοχή του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1 και 3 ενώ ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ήτοι την 2η και 4η κατηγορία. Όσον αφορά το θέμα εξόδων σε σχέση με την καταδικασθείσα 1η κατηγορούμενη και τον αθωωθέντα 2ο κατηγορούμενο, ένεκα της κοινής νομικής εκπροσώπησης που αμφότεροι έτυχαν, θα επιληφθώ του θέματος στο τέλος της διαδικασίας ήτοι μετά την επιβολή ποινής στην κατηγορούμενη 1 (βλ. Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Χαραλάμπους Πάμπος (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 603). (Υπ.).................................... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παράλειψη πληρωμής μισθών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.