ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΡΑΝΤΟΣ ν. V. SHIPS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10339/16, 15/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B213 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10339/16 ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΡΑΝΤΟΣ Παραπονούμενος - ν -
- V. SHIPS LIMITED
- ΧΡΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
- ALEKSEJS HALAVINS Κατηγορούμενοι ---------------------------------------- Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ΄΄Κωστής (κα. Βελισσαρίου για να ακούσει απόφαση) Για τους Κατηγορούμενους: κα. Λάμπρου με κ. Τσιπή Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού, τρεις κατηγορίες, οι οποίες αφορούν παραβιάσεις των προνοιών του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 - Ν.35(Ι)/2007ως τροποποιήθηκε με το Ν.200(Ι)/
- Ειδικότερα, αυτό που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους είναι ότι, «ενώ απασχολούσαν τον παραπονούμενο ως μισθωτό», παρέλειψαν να του καταβάλουν, ημερομίσθια για την περίοδο από 1/9/2015 μέχρι 21/9/2015, ύψους €4,269.23 (1η κατηγορία), αντίτιμο 16,5 ημερών ετήσιας άδειας για το διάστημα 1/1/15 - 21/9/15, ύψους €4.269,22 (2η κατηγορία) και αναλογία 13ου μισθού για το έτος 2015 ύψους €4.150,56 (3η κατηγορία). Όλες οι κατηγορίες εδράζονται στα αρ. 2, 9
(1), 10 και 20 του Ν.35(Ι)/2007 και αρ. 20 Κεφ.
- Προς υποστήριξη της υπόθεσης του, ο παραπονούμενος κατέθεσε μόνο ο ίδιος, με την ουσία της εκδοχής του να έχει ως εξής: Είναι Έλληνας υπήκοος και προσλήφθηκε στην κατηγορούμενη 1 ναυτιλιακή εταιρεία, περί το Σεπτέμβριο του
- Η πρόσληψη του επετεύχθη μέσω αγγελίας εργασίας που είχε αναρτηθεί στη διαδικτυακή σελίδα συγκεκριμένου γραφείου εξευρέσεως εργασίας που ειδικεύεται στο ναυτιλιακό τομέα ήτοι, τον τομέα στον οποίο είναι καταρτισμένος. Αφού το γραφείο τον έφερε σε επαφή με την κατηγορούμενη 1, του λήφθηκε συνέντευξη και στη συνέχεια του προσφέρθηκε η θέση του Αρχιμηχανικού με αρχικό ετήσιο μισθό τις €72.000 gross. Περί τον Απρίλη 2015, ο μισθός του αυξήθηκε, ως ήταν η συμφωνία των μερών, στις €74,000 gross, ήτοι, €5.692,31 (gross) μηνιαίως ή €4.627,88 καθαρά. Περί τις 21 Σεπτέμβριου 2015, ήτοι ένα χρόνο αργότερα, η εργοδότηση του τερματίστηκε μετά που ο ίδιος υπέβαλε γραπτή παραίτηση προς την εταιρεία. Κατ' εκείνη την ημερομηνία, του οφείλονταν, σύμφωνα με τον ίδιο, τα ημερομίσθια των 21 ημερών που εργάστηκε για τον Σεπτέμβριο 2015, η αναλογία 13ου μισθού καθώς και η αναλογία του υπολοίπου της άδειας του ήτοι 16,5 μέρες όπως τα ποσά αυτά αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του ιδίου όσο και του δικηγόρου του, τα εν λόγω ποσά δεν του καταβλήθηκαν. Ο παραπονούμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 τη σύμβαση εργοδότησης του, ως Τεκμήριο 2 το πιστοποιητικό αποδοχών του καθώς και αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού του στον οποίο γινόταν η κατάθεση του μισθού του και ως Τεκμήρια 3 και 4, αλληλογραφία που αντάλλαξε ο ίδιος και οι δικηγόροι του με την κατηγορούμενη εταιρεία και τους δικούς της δικηγόρους. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 5, αντίγραφο του ηλεκτρονικού αρχείου που τηρείται στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με την κατηγορούμενη
- Κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου προέκυψαν περαιτέρω τα εξής: Α) Αναφορικά με τους όρους και τις συνθήκες εργοδότησης του: i. Μαζί με τη συμφωνία εργοδότησης του, όταν του προσφέρθηκε αρχικά η θέση στην κατηγορούμενη 1, του δόθηκε επίσης ένα «Letter of Employment» (Τεκμήριο 6), το οποίο περιλάμβανε, μαζί με τη συμφωνία εργοδότησης, τους όρους επί των οποίων του προσφέρετο η εργοδότηση στην κατηγορούμενη 1 και του ζητήθηκε, αφού τους διαβάσει, να δηλώσει αν αποδέχεται την προσφορά της εταιρείας στη βάση των όρων αυτών όπως και έπραξε, υπογράφοντας τόσο τη συμφωνία όσο και το εν λόγω έγγραφο (Τεκμήριο 13). ii. Σύμφωνα με τον όρο (i) του «Letter of Employment», όρο τον οποίο ο παραπονούμενος, όπως δέχτηκε κατά την αντεξέταση, φαίνεται να «αποδέχτηκε» με την υπογραφή του, αν αποφάσιζε να τερματίσει ο ίδιος την εργοδότηση του πριν την πάροδο δύο χρόνων από την έναρξη της εργοδότησης, η εταιρεία θα είχε το δικαίωμα να ανακτήσει από αυτόν κάθε έξοδο που η τελευταία κατέβαλε σε σχέση με την «στρατολόγηση και μετεγκατάσταση του» (reclaim recruitment and relocation costs). iii. Τα έξοδα «στρατολόγησης» συνίσταντο στην αμοιβή που κατέβαλε η κατηγορούμενη εταιρεία στο γραφείο εξευρέσεως εργασίας που μεσολάβησε για να έρθει σε επαφή ο παραπονούμενος με την κατηγορούμενη 1 ενώ τα έξοδα «μετεγκατάστασης» αφορούσαν το αεροπορικό εισιτήριο του παραπονούμενου από Ελλάδα στην Κύπρο. Το ότι η κατηγορούμενη εταιρεία κατέβαλε τα εν λόγω έξοδα για σκοπούς πρόσληψης του παραπονούμενου, ο τελευταίος το δέχεται αν και αγνοεί το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε από την κατηγορούμενη εταιρεία. Κατατέθηκε σχετικά το Τεκμήριο 9, αποδείξεις πληρωμής προς το γραφείο εξευρέσεως εργασίας και προς συγκεκριμένο ταξιδιωτικό πράκτορα συνολικού ύψους περί τις €14.
- Β) Αναφορικά με τον τερματισμό της εργοδότησης του: i. Σύμφωνα με τους όρους εργοδότησης αλλά και τους όρους του «Letter of Employment», σε περίπτωση που είτε ο παραπονούμενος είτε η εταιρεία επιθυμούσαν να τερματίσουν την εργοδότηση θα έπρεπε να δώσουν στο άλλο μέρος τρίμηνη προειδοποίηση. ii. Ο παραπονούμενος έλαβε την απόφαση να παραιτηθεί, σύμφωνα με τον ίδιο, το πρωί της 21/9/15, στη βάση καθαρά προσωπικών λόγων. Όταν ενημέρωσε σχετικά τους ανωτέρους του, οι τελευταίοι του ζήτησαν όπως παραμείνει για τους επόμενους δύο μήνες χωρίς όμως να λαμβάνει μισθό αφού έπρεπε να καλύψει τα έξοδα που κατέβαλε η κατηγορούμενη για την πρόσληψη του, σύμφωνα με τους όρους εργοδότησης του. Ο παραπονούμενος δεν το αποδέχτηκε αυτό οπόταν και υπέβαλε γραπτώς την παραίτηση του, με ηλεκτρονικό μήνυμα, την ίδια ημέρα, αναφέροντας ότι αυτή ήταν με άμεση ισχύ. iii. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, την ίδια μέρα που υπέβαλε παραίτηση, του έγινε πρόταση να εργοδοτηθεί σε άλλη ναυτιλιακή εταιρεία, πρόταση την οποία και αποδέχτηκε. Σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, η πρόταση αυτή του έγινε μετά που αυτός παραιτήθηκε και ήταν ασύνδετη με τους λόγους της παραίτησης του. iv. Το ηλεκτρονικό μήνυμα με την παραίτηση του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10, φέρει ημερομηνία 21/9/15 και ώρα 0954 και αναφέρει, ότι «...Παρόλο που αυτή ήταν μια δύσκολη απόφαση. Μου έχει προσφερθεί μια ευκαιρία σε μια νέα ναυτιλιακή εταιρεία στη Λεμεσό ως Fleet manager η οποία πιστεύω θα με βοηθήσει να πετύχω τους βραχυπρόθεσμους επαγγελματικούς μου στόχους. Ελπίζω να κατανοείτε τους λόγους για τους οποίους αποφάσισα να προχωρήσω. Έχω απολαύσει να είμαι μέλος της ομάδας και σας ευχαριστώ για τις ευκαιρίες και την υποστήριξη που μου δώσατε κατά το χρόνο που ήμουν εδώ». (ελεύθερη μετάφραση) v. Ανέφερε επίσης ότι, τις επαφές με την εν λόγω εταιρεία για το σκοπό εργοδότησης του, τις έκαμε ένα χρόνο περίπου προηγουμένως ενώ το ενδεχόμενο άμεσης πρόσληψης του, το συζήτησε μαζί τους περί τον Σεπτέμβριο
- Γ) Αναφορικά με τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά: i. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, το σύνολο των ποσών που ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι του οφείλονται, ανέρχεται στο ποσό των €12.689,
- Το εν λόγω ποσό ο τελευταίος αναφέρει απλά ότι το υπολόγισε με βάση τις καθαρές του απολαβές. ii. Με το email που απέστειλε στις 26/3/16 προς την κατηγορούμενη εταιρεία, ζήτησε να πληρωθεί, το συνολικό ποσό των €12.468,97 (Τεκμήριο 3), ήτοι €220,04 λιγότερα από το κατηγορητήριο και παρέπεμψε σε σχετικό payslip στο οποίο αναφέρεται ότι το εν λόγω ποσό είναι gross και αποτελείται από την αναλογία μισθού για τις 21 μέρες εργοδότησης του κατά τον Σεπ.2015 ήτοι το gross ποσό των €3984,62, τις απλήρωτες άδειες του για το 2015 καθώς και την αναλογία 13ου μισθού, ήτοι τα gross ποσά των €4394,56 και €4089,79 αντίστοιχα. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται επίσης ότι μετά τις απαιτούμενες από το νόμο αποκοπές (Φόροι, Κ.Α., Ταμείο Προνοίας κλπ) οι οποίες ανέρχονται στις €3764,67, το καθαρό ποσό που απομένει είναι το ποσό των €8.704,
- iii. Ο παραπονούμενος δέχτηκε επίσης κατά την αντεξέταση του ότι, λίγες μέρες πριν να υποβάλει παραίτηση, ζήτησε προκαταβολή μέρους του μισθού του Σεπτεμβρίου 2015 οπόταν, αφού το αίτημα του εγκρίθηκε, έλαβε το ποσό των €
- Το ποσό αυτό, δέχτηκε ο παραπονούμενος, ότι δεν το έλαβε υπόψη κατά τη σύνταξη του κατηγορητηρίου και δεν το ανέφερε κατά τη μαρτυρία του διότι, όπως εξήγησε ο ίδιος, είχε ξεχάσει ότι έλαβε αυτό το ποσό επειδή είχε κατατεθεί σε άλλο λογαριασμό του αντί του συνηθισμένου λογαριασμού. Το εν λόγω ποσό, το οποίο στο Τεκ. 3 αφαιρείται από το ποσό των €8704.30, ως ποσό που ήδη καταβλήθηκε, ο παραπονούμενος εμμέσως πλην σαφώς, δέχτηκε ότι θα πρέπει να αφαιρεθεί από τα ποσά του κατηγορητηρίου. iv. Ανέφερε επίσης ο παραπονούμενος ότι πέραν του ποσού των €700-€750, ούτε το Ταμείο Προνοίας του δόθηκε, θέση την οποία όμως αναίρεσε στη συνέχεια όταν του υποδείχθηκε αντίγραφο επιταγής για ποσό €1370 οπόταν και ανέφερε ότι είχε ξεχάσει ότι έλαβε και αυτό το ποσό. Τέλος, όταν η συνήγορος υπεράσπισης επιχείρησε να αντεξετάσει τον παραπονούμενο αναφορικά με τα αλλότρια, κατά την πρώτη, κίνητρα του σε σχέση με τη καταχώρηση της παρούσας και τους λόγους της παραίτησης του, υποβάλλοντας του ότι στην πραγματικότητα υπέβαλε παραίτηση για να αποποιηθεί των συμβατικών του ευθυνών, αφού πρώτα φρόντισε να «εξασφαλίσει» το ήμισυ σχεδόν του μισθού του, ο παραπονούμενος εξέφρασε απροθυμία να απαντήσει δηλώνοντας, δύο φορές, ότι επειδή μεταξύ των μερών υπάρχει εκκρεμής πολιτική διαδικασία για τις εργασιακές διαφορές τους, «δεν θέλω να επεκταθώ για να μη δώσω λαβή στην άλλη πλευρά να τη χρησιμοποιήσει (την απάντηση του) εναντίον της υπερασπιστικής μου γραμμής στην άλλη υπόθεση» Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, η Υπεράσπιση υπέβαλε εισήγηση ότι δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και κάλεσε το Δικαστήριο όπως αθωώσει και απαλλάξει τους τελευταίους από αυτό το στάδιο. Η εισήγηση της υπεράσπισης περιστράφηκε γύρω από τους πιο κάτω άξονες: Α)Η παρούσα υπόθεση, υποστήριξε η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορουμένων, όπως μπορεί να διαφανεί από τη μαρτυρία, αφορά καθαρά αστικής φύσης διαφορά, η οποία έγκειται στην ερμηνεία της σύμβασης εργοδότησης καθώς και των απορρεόντων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Επομένως, υποστήριξε η συνήγορος, η παρούσα υπόθεση δεν αφορά σε θέματα που θα πρέπει ή που μπορεί να επιλυθούν από το ποινικό Δικαστήριο, αλλά σε θέματα που θα πρέπει να επιλυθούν από το αρμόδιο Δικαστήριο ως ο Νόμος καθορίζει, ήτοι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Β) Πέραν και ανεξάρτητα της αμέσως πιο πάνω θέσης της, η συνήγορος υποστήριξε ότι, από τη προσκομισθείσα μαρτυρία ουδόλως πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιβάλλει η νομολογία ότι πρέπει να καταδειχθούν για να κληθούν οι κατηγορούμενοι να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Γ) Αναφορικά με τους κατηγορούμενους 2 και 3, οι οποίοι προφανώς κατηγορούνται ένεκα του ότι ήταν οι διευθυντές της κατηγορούμενης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο, η συνήγορος, κάμνοντας αναφορά στο λόγο της Peppis Company Ltd και Άλλος ν. Eπαρχιακού Λειτουργού Eργασίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 272, υποστήριξε ότι ως έχει καταχωρηθεί και προωθηθεί η υπόθεση εναντίον τους, δεν μπορεί να επιτραπεί να προχωρήσει και ως εκ τούτου οι εν λόγω κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν και γι' αυτό το λόγο Δ) Επιπρόσθετα των πιο πάνω, η συνήγορος υποστήριξε ότι, εφόσον οι μισθοί, έχουν αναγνωριστεί από τη νομολογία να συνιστούν περιουσιακό στοιχείο (βλ. ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΤΣΕΛΙΝΗ-ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟΥ κ.α., συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 740/11 κ.α, απόφαση πλειοψηφίας ημερ. 7/10/2014), στην παρούσα περίπτωση τυγχάνει πλήρους εφαρμογής η υπεράσπιση του αρ.8 Κεφ.154, ήτοι η «με καλή πίστη αξίωσης δικαιώματος» επί περιουσίας.[1] Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονούμενου, κάμνοντας αναφορά στις επίμαχες νομοθετικές πρόνοιες, απέρριψε την εισήγηση και υποστήριξε ότι, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταδείχτηκε, εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον όλων των κατηγορουμένων και υπέβαλε ότι θα πρέπει αυτοί να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι εν λόγω αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Το αδίκημα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι στην παρούσα, ήτοι η παράλειψη καταβολής μηνιαίου μισθού στο σύνολο του, εδράζεται στα αρ. 9
(1), 10 και 20 του Ν.35(Ι)/2007.[2] Διεξήλθα των όσων τέθηκαν ενώπιον μου με γνώμονα τις προαναφερόμενες αρχές και έχοντας κατά νου τις σχετικές εισηγήσεις όπως και το κατηγορητήριο, παρατηρώ τα εξής. Η ουσία της υπόθεσης, ουσιαστικά περιστρέφεται γύρω από το κατά πόσο η κατηγορούμενη εταιρεία, νομιμοποιείτο να «συμψηφίσει» τα ποσά που είχε να λαμβάνει ο παραπονούμενος κατά την 21/9/15 ήτοι €6.703,30 με τα έξοδα που κατέβαλε η εταιρεία για την πρόσληψη του, ήτοι €14.000, και αν όχι, κατά πόσο η ενέργεια αυτή, συνιστά ποινικό αδίκημα με βάση το Ν.35(Ι)/2007. Η μεν κατηγορούμενη εταιρεία, υποστηρίζει ότι, ένεκα της πρόωρης αποχώρησης του παραπονούμενου, κάτω από συνθήκες που κατά την εταιρεία συνιστούσαν ηθελημένη και προμελετημένη παραβίαση της σύμβασης από μέρους του, αυτή ενήργησε σύμφωνα με τον σχετικό όρο της μεταξύ τους συμφωνίας και ότι το συγκεκριμένο όρο, ο παραπονούμενος τον αποδέχτηκε ως όρο της εργοδότησης του. Ο δε παραπονούμενος, αποδέχεται την ύπαρξη ενός τέτοιου όρου στη συμφωνία εργοδότησης και ότι όντως η εταιρεία κατέβαλε έξοδα για την πρόσληψη του, έξοδα τα οποία του ζητήθηκε να επιστρέψει με την υποβολή της παραίτησης του, θεωρεί όμως ότι ο όρος αυτός είναι παράνομος και ότι η αποδοχή από μέρους τού, του όρου αυτού, θα πρέπει να αγνοηθεί, αφού αντίκειται στο Νόμο. Έχω την άποψη ότι, ο πραγματικός σκοπός του Νόμου αλλά και η ίδια η ποινική διαδικασία έχουν παρανοηθεί από πλευράς του παραπονούμενου. Κατ' αρχή, είναι γεγονός ότι ο Νόμος προνοεί για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από «εργοδότη» όταν δεν καταβληθούν οι μισθοί ή μέρος αυτών σε μισθωτό εργοδοτούμενο. Ο Νόμος όμως, ο οποίος σε κάθε περίπτωση, προνοεί στο αρ.19 ότι το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο να επιλύσει τις εργασιακές διαφορές των μερών, που προκύπτουν από τη σχέση και τους όρους εργοδότησης, είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, σε καμιά περίπτωση δεν υποκαθιστά, την αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, με αυτή του ποινικού Δικαστηρίου, η οποία περιορίζεται στην εξέταση μόνο της τυχόν ποινικής ευθύνης του «εργοδότη». Εντελώς χωριστά και διαφορετικά είναι τα θέματα που «δικαιούται» να εξετάσει το κάθε Δικαστήριο. Η ταυτόχρονη συνύπαρξη τόσο ποινικής όσο και ειδικής ή αστικής δικαιοδοσίας σε ένα νομοθέτημα, είναι και θεμιτή αλλά και χρήσιμη νομοθετική προσέγγιση, ούτως ώστε να μπορεί να επιτευχθεί η πληρέστερη και αποτελεσματικότερη εφαρμογή του Νόμου. Τα όρια της κάθε δικαιοδοσίας όμως, δεν πρέπει να συγχέονται, εφόσον, οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται και δεν πρέπει να εφάπτονται σε κανένα σημείο, ιδιαίτερα ενόψει της αποκλειστικής δικαιοδοσίας, που κέκτειται το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, δια των ρητών προνοιών της νομοθεσίας. Πλούσια είναι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με τη «οριοθέτηση» των διάφορων δικαιοδοσιών και δει του διαχωρισμού της ποινικής από τις άλλες δικαιοδοσίες. (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & Αλλοι ν Γενικού Εισαγγελέα 1991
(1)Α.Α.Δ. 225, Ιωαννου κ.α ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 493, Ηλία ν Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου 1994
(2)Α.Α.Δ. 137, Χριστοδούλου ν Έπαρχου Λεμεσού 2000
(2)Α.Α.Δ. 128 και Κυριακίδης κ.α ν Εφόρου Φ.Π.Α 1999
(2)Α.Α.Δ 75). Αυτό που προκύπτει από τις προαναφερόμενες αρχές αλλά και από τη μεταγενέστερη νομολογία που τις υιοθετεί, είναι ότι θέματα που εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία συγκεκριμένων δικαστηρίων, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης από το ποινικό Δικαστήριο. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Κυριακίδης ανωτέρω, όπου εξετάστηκε η ποινική ευθύνη που προκύπτει από παράλειψη συμμόρφωσης με μια διοικητική πράξη, «...στην ποινική δίκη, δεν αποτελεί επίδικο θέμα η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης που επιβάλλεται από διοικητική απόφαση, για την παράλειψη εκπλήρωσης της οποίας διώκεται ο κατηγορούμενος. Η οριστικοποίηση της υποχρέωσης, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής ευθύνης. Η ύπαρξή της αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της κατηγορίας. Το άλλο είναι η παράλειψη εκπλήρωσής της. Η εγκυρότητα της υποχρέωσης δεν ελέγχεται από το ποινικό δικαστήριο. Το μόνο πλαίσιο, στο οποίο μπορεί να αμφισβητηθεί, είναι εκείνο της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας, που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος.» Προχωρεί δε το Δικαστήριο και αναφέρει ότι «...οι δικαιοδοσίες εκάτερου των δικαστηρίων δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο. Το ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για την αμφισβήτηση της εγκυρότητας διοικητικής πράξης, από την οποία απορρέει η υποχρέωση, η μη εκπλήρωση της οποίας στοιχειοθετεί το αδίκημα." Αναφορά στις πιο πάνω αρχές έγινε με επιδοκιμασία και στην υπόθεση Peter James ν. Δήμου Aγίου Aθανασίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 612 όπου λέχθηκε ότι «...η εγκυρότητα αυτή (της διοικητικής πράξης) δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Τούτο θα έδιδε παράλληλη δικαιοδοσία σε άλλα δικαστήρια, κάτι το ανεπίτρεπτο εν όψει των ρητών προνοιών του άρθρου 146. Ο θεσμικός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος.» Τα θέματα που προκύπτουν από τη σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου δεν αποτελούν εξαίρεση. Όπως εύστοχα επισημάνθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αβραάμ Αντιγόνη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2008)3 Α.Α.Δ. 49 σε σχέση με τα εργασιακά δικαιώματα συγκεκριμένης κατηγορίας εργοδοτουμένων στο δημόσιο τομέα: «Ο Ν. 98(I)/2003, που όπως είπαμε πιο πάνω είναι εναρμονιστικός της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, ορίζει στο Άρθρο 10 ως αρμόδιο δικαστήριο «προς επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς αστικής φύσεως, η οποία ήθελε προκύψει από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου», το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Και βεβαίως ο τερματισμός των υπηρεσιών συμβασιούχου εμπίπτει στην έννοια «διαφοράς αστικής φύσεως... Η θεραπεία που δίδεται από το δικαστήριο, σε περίπτωση παρανομίας εκ μέρους του εργοδότη, πρέπει να είναι πλήρης και ταυτόχρονα ισότιμη και ισόνομη. Τέτοια θεραπεία δεν μπορεί να δώσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ακυρωτική και ασκείται μόνο στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Επομένως, οι συμβασιούχοι αορίστου διαρκείας στον ιδιωτικό τομέα δεν μπορούν να την επικαλεστούν.... Επομένως, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία στο θέμα» Απαραίτητες επομένως προϋποθέσεις, για να μπορεί να ασκήσει δικαιοδοσία το ποινικό δικαστήριο, σε σχέση με υποχρεώσεις που απορρέουν από την ύπαρξη συγκεκριμένης σχέσης μεταξύ των εμπλεκομένων, ιδιαίτερα σε σχέση με αδικήματα αυστηρής ευθύνης όπως είναι τα υπό εξέταση αδικήματα, είναι πρωτίστως, η αποκρυστάλλωση της υποχρέωσης και η μετέπειτα παράλειψη συμμόρφωσης με αυτή. (βλ. MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 198/15, 2/12/2016 και ΘΕΜΗΣ ΘΩΜΑ ν. ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2011, 12/3/2014 και Ιωαννου ανωτέρω). Για το λόγο αυτό, ποινική ευθύνη, στη βάση υποχρέωσης που δεν αποκρυσταλλώθηκε ορθά, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί και ούτε μπορεί στα πλαίσια της ποινικής δίκης να επιχειρηθεί τέτοια αποκρυστάλλωση. (βλ. Παντελή Κυριάκος ν. Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(2006)2 Α.Α.Δ. 22, Δήμος Αγίου Αθανασίου ν James Peter (Pazaraki)
(2004)2 Α.Α.Δ. 524 και Θωμά ανωτέρω) Τα πιο πάνω προβάλλουν εντονότερα υπό το φως των ρητών προνοιών της υπό κρίση Νομοθεσίας όπου είναι φανερή η πρόθεση του Νομοθέτη όπως, τα μισθολογικά θέματα που προκύπτουν μεταξύ εργοδότη - εργοδοτούμενου, ένεκα της φύσης της σχέσης αλλά και του εγγενή ανθρώπινου παράγοντα, επιλύονται στα πλαίσια μιας διαδικασίας που αποσκοπεί στην εξεύρεση μιας αμοιβαίας διευθέτησης μεταξύ των μερών και στην αποφυγή, στο μέγιστο δυνατό, της προσφυγής στα Δικαστήρια (βλ. αρ.10
(2),
(3)και
(4)). Άλλωστε, δεν είναι μόνο οι τερματισθείσες εργασιακές σχέσεις που αναδύουν θέματα μισθών αλλά στις πλείστες των περιπτώσεων, τα εν λόγω θέματα προκύπτουν εκκρεμούσης της εργασιακής σχέσης. Σίγουρα δεν ήταν σκοπός του νομοθέτη, εκκρεμούσης της εργασιακής σχέσης, εργοδότης και εργοδοτούμενος να βρίσκονται στα Δικαστήρια και δει υπό ρόλο κατήγορου και κατηγορούμενου. Δυστυχώς όμως, και αυτό είμαι σε θέση να το γνωρίζω από την πληθώρα των υποθέσεων αυτής της φύσης που επιλαμβάνομαι καθημερινά, η «ιδιωτική» φύση της εργασιακής σχέσης και τα ατομικά δικαιώματα που προκύπτουν από αυτή, έχει συμπλεχτεί με το δικαίωμα στην καταχώρηση ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων, ένεκα της ύπαρξης ποινικού αδικήματος που δύναται να δικαστεί συνοπτικά. Ως αποτέλεσμα, παρατηρείται καθημερινά το φαινόμενο να καταχωρούνται ταυτόχρονα και αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και ιδιωτική ποινική υπόθεση προς επίλυση της εργασιακής διαφοράς και αυτό προφανώς και λόγω παρερμηνείας των αρχών που διατυπώθηκαν στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος
(2002)2 ΑΑΔ 522 η οποία δεν αποκλείει κατά κανόνα την ταυτόχρονη συνύπαρξη των δύο διαδικασιών. Το θέμα όμως δεν περιορίζεται σε τυχόν κατάχρηση που μπορεί να παρατηρείται, αλλά αφορά κυρίως στο γεγονός ότι συγχέονται οι δικαιοδοσίες των Δικαστηρίων ως προς το ποιο είναι το αρμόδιο Δικαστήριο για να επιλύσει την πραγματική διαφορά των μερών και να αποδώσει ισότιμη και ισόνομη θεραπεία. Η χρήση της ποινικής διαδικασίας για την επίλυση καθαρά αστικής φύσεως εργασιακών διαφορών οδηγεί και σε άλλα προβλήματα. Εφόσον τη ποινική δίωξη των αδικοπραγούντων του υπό εξέταση Νομοθετήματος, έχει αναλάβει εκ μέρους της Δημοκρατίας, ο Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας, ο οποίος προτού προβεί σε οποιαδήποτε δίωξη, φροντίζει όπως ακολουθηθούν όλες οι απαραίτητες διαδικασίες για την αποκρυστάλλωση της διαφοράς, αρκετές είναι οι περιπτώσεις όπου εργοδοτούμενοι καταφεύγουν σε καταγγελία στην εν λόγω αρχή και ταυτόχρονα, για σκοπούς προώθησης των αστικών τους αξιώσεων, σε δικηγόρο. Αυτή η απόλυτα θεμιτή ενέργεια όμως, στην πορεία περιπλέκεται, με την απόφαση, όπως πέραν της αστικής υπόθεσης, καταχωρηθεί, εν αγνοία της αρμόδιας αρχής και ιδιωτική ποινική δίωξη, με αποτέλεσμα, να εκκρεμούν παράλληλα με την αστική υπόθεση, και πέραν της μιας, ποινικές διαδικασίες για τα ίδια αδικήματα, με όλους τους κινδύνους που κάτι τέτοιο συνεπάγεται, ιδιαίτερα ενόψει και της «έλλειψης» ανακριτικής/διερευνητικής εξουσίας από πλευράς παραπονούμενου σε αντίθεση με την αρμόδια αρχή (βλ. π.χ double jeopardy rule, autrefois convict/acquit κλπ). Βεβαίως, δεν θα πρέπει να αγνοηθεί και μια άλλη, όχι και τόσο «αθώα», διάσταση του όλου θέματος, για την οποία είμαι επίσης σε θέση να γνωρίζω από τις ενώπιον μου υποθέσεις. Φαίνεται να επικρατεί η εσφαλμένη αντίληψη ότι, με τη «χρήση» της ποινικής διαδικασίας, ένεκα του ποινικού αδικήματος που προνοείται στο Νόμο και της δραστικότητας της διαδικασίας, «παρέχεται η δυνατότητα» σε παραπονούμενους, με τη χρήση του αρ.20 Κεφ.154, να διώκουν πρόσωπα που δεν εμπίπτουν στον ορισμό «εργοδότης» (π.χ οι διευθυντές μιας εργοδότριας εταιρείας) και εναντίον των οποίων δεν μπορούν να αξιώσουν αστικές θεραπείες στο Εργατικό ή στο Επαρχιακό Δικαστήριο, ούτως ώστε να «επιτευχθεί» με αυτό τον τρόπο, η επίλυση της αστικής διαφοράς. Εδώ όμως έγκειται και η παρερμηνεία του αρ.20, άρθρο, που διαπιστώνεται να χρησιμοποιείται εκτεταμένα στις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις που εμπλέκονται νομικά πρόσωπα και τις περισσότερες φορές αδικαιολόγητα. Το αρ.20, και ας μου επιτραπεί μια φράση από την αστική νομολογία, «δεν αποτελεί πανάκεια» των «κωλυμάτων» που δημιουργεί στην αστική προώθηση μιας υπόθεσης, η νομολογιακά αναγνωρισμένη ξεχωριστή νομική οντότητα μιας εταιρείας αλλά ούτε και δίνει δικαιώματα εκεί που δεν υπάρχουν. Άλλωστε, συνιστά γενική αρχή και του ποινικού δικαίου ότι ένα νομικό πρόσωπο, ως οντότητα ξεχωριστή και ανεξάρτητη από τα μέλη της, δύναται να υπέχει ποινική ευθύνη εξίσου όμως χωριστή και ανεξάρτητη από αυτή των μελών και των διευθυντών της. Η «αρχή της αναγνώρισης» - «Principle Of Identification» με την οποία αποδεικνύεται η ποινική ευθύνη μιας εταιρείας, δεν εξυπακούει αυτόματα και ποινική ευθύνη των αντιπροσώπων ή των αξιωματούχων της. (βλ. Παυλόπουλος Αθανάσιος ν. Skopy Shoe Factory Ltd,
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 και Blackstone's Criminal Practice 2016/Part A General principles of criminal law/Section A6 Corporate Liability par. A.6 (ηλεκτρονική έκδοση). Το αρ.20 είναι αυτόνομο άρθρο στον ποινικό κώδικα, έχει τα δικά του συστατικά στοιχεία και η επίκληση του, όπως και η απόδειξη του, πρέπει να γίνεται με περισσή φειδώ και επιμέλεια (βλ. μεταξύ άλλων Ajini κ.ά. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319). ΄ Μπορεί, σε κάποιες περιπτώσεις, να είναι δυνατή η επίκληση του αρ.20 σε θέματα εργασιακών σχέσεων και μάλιστα μισθοδοσίας, νοουμένου βέβαια ότι πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για στοιχειοθέτηση της «συνέργειας» (βλ. πρόσφατη απόφαση MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 198/15, 2/12/2016) όμως «. δεν μπορεί να είναι κάποιος συνεργός στο γεγονός πως ένας κατηγορούμενος έχει την ιδιότητα του εργοδότη» με τη συμπερίληψη του μάλιστα στην ίδια κατηγορία με τον πραγματικό εργοδότη (βλ. Peppis Company Ltd και Άλλος ν. Eπαρχιακού Λειτουργού Eργασίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 272). Άλλο είναι ο «εργοδότης» και άλλο ο συνεργός του. Το αρ.20 δεν διαφοροποιεί την κατάσταση εξ' ού και απαιτείται αυστηρά η χωριστή επίκληση και απόδειξη του. Αυτή η «σύγχιση» των διαδικασιών, προβάλλει εντονότερη, όταν η ποινική διαδικασία αχθεί προς ακρόαση πριν την ακρόαση της αίτηση στο Εργατικό Δικαστήριο οπόταν και φαίνεται ξεκάθαρα ότι τα μέρη, αδυνατούν να αντιληφθούν τη διαφορά των δύο διαδικασιών. Ως αποτέλεσμα, είτε καταλήγουν να μετατρέπουν την ποινική διαδικασία σε αστική και με αυτό τον τρόπο να την εκτροχιάζουν, είτε, όπως έγινε και στην παρούσα περίπτωση με τον εδώ παραπονούμενο, να επιλέγουν να δώσουν βαρύτητα στην αστική υπόθεση και να μην απαντούν σε σημαντικές ερωτήσεις που τους τίθενται, για να μην «προκαταβάλουν», ως θεωρούν, την «άλλη υπόθεση τους» και αυτό παρά το ότι είναι οι ίδιοι που επέλεξαν να καταχωρήσουν και να προωθήσουν την ποινική υπόθεση. Στη βάση όλων των πιο πάνω, παρατηρώ ότι στην παρούσα υπόθεση, αυτό που στην ουσία ο παραπονούμενος καλεί το ποινικό δικαστήριο να πράξει είναι να υπεισέλθει σε εξέταση της σύμβασης εργοδότησης, με σκοπό την αποκρυστάλλωση της εργασιακής διαφοράς των μερών, να ερμηνεύσει τους όρους της συμφωνίας ωσάν να ήταν το Εργατικό δικαστήριο ή Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία και αφού αποφανθεί επί της νομιμότητας των συμβατικών όρων, να προχωρήσει και να αποδώσει ποινική ευθύνη στους κατηγορούμενους. Τέτοια προσέγγιση ποινικής υπόθεσης, είναι άγνωστη και ανεπίτρεπτη στο ποινικό δίκαιο και οδηγεί στην απόρριψη της υπόθεσης από αυτό το στάδιο. Σε κάθε περίπτωση όμως, η υπόθεση υπόκειται σε απόρριψη και για το πρόσθετο λόγο ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις που επιβάλλει η νομολογία αναφορικά με την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Κατ' αρχή, ούτε η υποχρέωση του εργοδότη έχει αποκρυσταλλωθεί και ούτε έχει καταδειχθεί το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό. Η επί του προκειμένου μαρτυρία του παραπονούμενου, η οποία μεταβλήθηκε ουκ ολίγες φορές κατά την ακρόαση, ήταν γενική και αόριστη και ούτε τα ποσά που αναφέρονται στο κατηγορητήριο φαίνεται να συνάδουν με τα τεκμήρια που ο ίδιος κατέθεσε. Ομοίως, η μαρτυρία του αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, ιδώμενη στο απόγειο της (taken at its highest) και αντικειμενικά πάντοτε κρινόμενη, δεν συνιστά τέτοια μαρτυρία επί της οποίας θα μπορούσε να στηριχθεί η ποινική καταδίκη των κατηγορουμένων. Ο παραπονούμενος, «ξέχασε» ότι έλαβε το 50% του μισθού του, αντικείμενο της πρώτης κατηγορίας, λίγες μέρες πριν να παραιτηθεί για προσωπικούς λόγους και έπρεπε να του υποδειχθεί το σχετικό έμβασμα για να θυμηθεί. «Ξέχασε» επίσης ότι έλαβε σημαντικό ποσό σε σχέση με το Ταμείο Προνοίας και το οποίο σχετίζεται με τις αποκοπές του καθαρού μισθού του, οπόταν και πάλι χρειάστηκε να του «φρεσκάρει» τη μνήμη η υπεράσπιση. «Ξέχασε» τέλος ότι, στην επιστολή παραίτησης του (Τ.10), ο ίδιος αναφέρει ως λόγο παραίτησης του, τη νέα δουλειά που του προσφέρθηκε σε άλλη εταιρεία, πρόταση όμως που, όπως ισχυρίστηκε κατά τη μαρτυρία του, έγινε μετά που και όχι πριν παραιτηθεί. Δέχτηκε όμως ότι την επαφή με τη νέα αυτή εταιρεία τελικά την έκαμε ένα χρόνο προηγουμένως. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε και το γεγονός ότι, κατ' επιλογή του, δεν απαντούσε σε σχετικές με τα επίδικα θέματα ερωτήσεις, διότι, όπως ο ίδιος δήλωσε, οι απαντήσεις του, ενδεχομένως να χρησιμοποιηθούν για να «πληγεί» η υπεράσπιση του στην αστική διαδικασία και αυτό παρά το ότι του υπεδείχθει από το Δικαστήριο ότι, η παρούσα υπόθεση, την οποία ο ίδιος, ως κατήγορος, επέλεξε να καταχωρήσει και να προωθήσει, θα κριθεί σε σημαντικό βαθμό από τη μαρτυρία του. Πέραν του ότι καμιά αντικειμενικά αληθοφανής εξήγηση δόθηκε ως προς το πως δύναται η ένορκη μαρτυρία του επί συγκεκριμένων γεγονότων να επηρεάσει τις δικογραφημένες θέσεις του επί των ιδίων γεγονότων, η αντινομική εικόνα που αναδύεται από μια απλή αντικειμενική θεώρηση της όλης μαρτυρίας του, είναι έκδηλη. Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω, αναφορικά με τους κατηγορούμενους 2 και 3 οι οποίοι διώκονται υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές της εργοδότριας κατηγορούμενης 1, στη βάση των όσων αναφέρω ανωτέρω σε σχέση με το θέμα αυτό, εφόσον δεν είναι «εργοδότες» εν τη εννοία του Νόμου και η ευθύνη που τους αποδίδεται είναι ως «συνεργοί» υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα τους, δεν μπορούν να διώκονται στα πλαίσια, κοινής με το νομικό πρόσωπο, κατηγορίας, ωσάν να ήταν «εργοδότες». Η ποινική ευθύνη τους εδράζεται επί διαφορετικών στοιχείων και η συμπερίληψη του αρ.20 στην έκθεση αδικήματος δεν διασώζει την κατάσταση (βλ. σχ. Peppis ανωτέρω). Η απουσία επομένως χωριστής κατηγορίας εναντίον τους, αναφορικά με το αδίκημα του αρ.20 Κεφ.154, συνιστά πρόσθετο λόγο απόρριψης της εναντίον τους υπόθεσης από αυτό το στάδιο. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, παρέλκει η εξέταση του επιχειρήματος της κας Λάμπρου αναφορικά με την εφαρμογή της υπεράσπισης του αρ.8 Κεφ.154 αν και διατηρώ τις αμφιβολίες μου κατά πόσο τέτοια υπεράσπιση δύναται να εφαρμοστεί σε σχέση με το αδίκημα του αρ.20 Ν.35(Ι)/07ένεκα του ότι, το αρ.8, σχετίζεται με τη νοητική κατάσταση (mens rea) του κατηγορούμενου ενώ το υπό εξέταση αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης και δεν απαιτεί ένοχη σκέψη. (βλ. MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ανωτέρω). Με το θέμα αυτό όμως δεν θα ασχοληθώ περαιτέρω. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σε καμία κατηγορία. Ως εκ τούτου, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία με βάση τα αρ.167-169 Κεφ.155, διατάσσω όπως αυτά επιδικασθούν υπέρ των κατηγορουμένων και εναντίον του παραπονούμενου, περιορισμένα όμως σε ένα σετ, εφόσον έτυχαν κοινής νομικής εκπροσώπησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παράλειψη πληρωμής μισθών [1] 8. Ποινικό αδίκημα εναντίον της περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχτηκε κατά την άσκηση ειλικρινής αξίωσης δικαιώματος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης. [2] 9. -
(1)Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία. 10.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός· (β) αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης· (γ) αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙ (δ) αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου. 20.-
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο