Diana-Marilena Matran ν. Γιαννάκη Τσεριώτη, Αρ.Υπόθεσης: 13186/15, 30/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B202 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 13186/15 Diana-Marilena Matran Παραπονούμενος ν Γιαννάκη Τσεριώτη Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Παραπονούμενη: κ. Πούγιουρος με κα Γεωργίου Για Κατηγορούμενο: κ. Λουϊζίδης Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες ήτοι ότι, κατά παράβαση του αρ. 341 Κεφ. 154, με ψευδείς και δόλιες παραστάσεις ως προς το χαρακτήρα, περιεχόμενο και ισχύ εγγράφου, προκάλεσε την παραπονούμενη να υπογράψει τέτοιο έγγραφο (1η κατηγορία) και ότι ενήργησε κατά τρόπο ούτως ώστε να καταστεί δυνατός ο τερματισμός της απασχόλησης της παραπονούμενης πριν την λήξη τριών μηνών από το πέρας της άδειας μητρότητας της κατά παράβαση των αρ. 4 και 9 του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου Ν. 100(I)/97 και αρ. 20 Κεφ. 154 (2η κατηγορία). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος έκαστης κατηγορίας ο κατηγορούμενος: 1η κατηγορία - « . Στις 4.4.2014 προκάλεσε την παραπονούμενη να υπογράψει επιστολή ημερομηνίας 3.4.2014, η οποία επιστολή αναγράφει ότι η κατηγορούμενη δηλώνει ότι εθελούσια παραιτείται από την εργοδότηση της στην Υπεραγορά Γ. Τσεριώτης Λτδ. Στη Λεμεσό, και ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση, προβαίνοντας ψευδώς και δόλια σε παραστάσεις προς την ίδια αποκρύπτοντας το κυρίως κείμενο της ειρημένης επιστολής και αναφέροντας στην ίδια ότι χρειαζόταν η υπογραφή της στο εν λόγω έγγραφο για σκοπούς φύλαξης στοιχείων στο μητρώο του εργοδότη, την οποία επιστολή η παραπονούμενη την ειρημένη ημερομηνία υπόγραψε βασιζόμενη στις ειρημένες παραστάσεις και αγνοώντας το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής». 2η κατηγορία - « . ενήργησε κατά τέτοιο τρόπο και/ή παρείχε συνδρομή και/ή προήγαγε την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης Υπεραγορά Τσεριώτης Λτδ., αρ. Η.Ε.56673, από Λεμεσό, ώστε η ειρημένη Υπεραγορά Τσεριώτη Λτδ. να τερματίσει την εργοδότηση της παραπονούμενης στην υπεραγορά . πριν την λήξη περιόδου τριών μηνών από το πέρας άδειας εγκυμοσύνης την οποία έλαβε η παραπονούμενη και η οποία άδεια έληξε στις 12.2.14.» Κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατέθεσαν τέσσερις μάρτυρες και κατατέθηκαν συνολικά 12 τεκμήρια. Εκ μέρους της πλευράς της παραπονούμενης κατέθεσε η ίδια ως ΜΚ1 και η Ε.Σταυρινίδου, Επιθεωρήτρια στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λεμεσού ως ΜΚ
- Η παραπονούμενη, η οποία κατέθεσε στην Ελληνική γλώσσα πλην ενός σημείου στην μαρτυρία της όπου κρίθηκε αναγκαία η χρήση διερμηνέα στη Ρουμανική γλώσσα, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες απασχολείτο στην επιχείρηση του κατηγορούμενου καθώς και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν, ως ήταν η θέση της, τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα. Συνοψίζω τη μαρτυρία της. Η παραπονούμενη εργοδοτήθηκε στη φρουταρία της εταιρείας του κατηγορούμενου, «Υπεράγορα Γ. Τσεριώτη Λτδ», την 29/06/
- Ο τελευταίος μισθός της ήταν €1070 (βλ. Τεκμήριο 1). Τα καθήκοντα της στην φρουταρία ήταν γενικής φύσεως ήτοι καθάριζε τους χώρους της φρουταρίας, παραλάμβανε και κουβαλούσε εμπορεύματα και γενικά διεκπεραίωνε διάφορες εργασίες που απαιτούνταν για την καθημερινή λειτουργία της φρουταρίας. Η εργοδότηση της ήταν στη βάση πλήρους απασχόλησης, 9 ώρες την ημέρα. Στις 12/10/13, λόγω εγκυμοσύνης έλαβε άδεια από την εργασία της. Στις 16/10/13 γέννησε και στην εργασία της επέστρεψε περί τις 12/2/14 όταν έληξε η άδεια μητρότητας της. Κάποιες μέρες πριν να επιστρέψει από την άδεια της επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο ο οποίος την ενημέρωσε ότι, λόγω του ότι κατά τους τέσσερις μήνες που αυτή απουσίαζε είχε εργοδοτήσει άλλη υπάλληλο την οποία δεν ήθελε να σταματήσει, αυτή, δηλαδή η παραπονούμενη, θα έπρεπε πλέον να εργάζεται part - time, μισή μέρα δηλαδή, με μειωμένο μισθό €
- Η παραπονούμενη ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι δεν μπορεί να δουλεύει part - time και με μειωμένο μισθό. Ο τελευταίος αντέδρασε έντονα, φωνάζοντας και βρίζοντας, συμπεριφορά την οποία, όπως η παραπονούμενη ισχυρίστηκε, ο κατηγορούμενος επιδείκνυε πολύ συχνά κατά την καθημερινή λειτουργία της φρουταρίας. Σύμφωνα με την παραπονούμενη αρκετές φορές είναι που ο κατηγορούμενος θύμωνε, έβριζε και χειρονομούσε άσεμνα προς τους υπαλλήλους του και ιδιαίτερα προς τις ξένες κοπέλες που εργάζονταν εκεί. Αυτές όμως επειδή τον φοβούνταν και είχαν ανάγκη την εργασία τους, δεν αντιδρούσαν. Τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση της, η παραπονούμενη ανέφερε κάποιες από τις βρισιές που κατά την θέση της εκστόμιζε ο κατηγορούμενος ως επίσης και έδειξε τι είδους άσεμνες χειρονομίες ο τελευταίος έκανε, οι οποίες έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και δεν θεωρώ ότι υπάρχει λόγος να τις επαναλάβω για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Επειδή ο κατηγορούμενος επέμενε όπως η παραπονούμενη συνεχίσει την απασχόληση της ως part - time προσωπικό με μειωμένο μισθό, η τελευταία μετέβη στο επαρχιακό γραφείο κοινωνικών ασφαλίσεων όπου και υπέβαλε παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου. Ακολούθως, λειτουργός των κοινωνικών ασφαλίσεων επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο στον οποίο ανέφερε ότι η Νομοθεσία που αφορά στην μητρότητα δεν του επιτρέπει να μεταβάλει την απασχόληση της παραπονούμενης με τον τρόπο που αυτός ήθελε. Σαν αποτέλεσμα η παραπονούμενη επέστρεψε στην φρουταρία όπου και εργάστηκε κανονικά με πλήρη μισθό για ακόμη ένα μήνα περίπου. Περί τον Μάρτιο, ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι θα έπρεπε να «μετατεθεί» στην νέα φρουταρία που άνοιξε στα Πολεμίδια ως part - time προσωπικό. Αυτή του ανέφερε ότι δεν μπορούσε να το πράξει, διότι δεν είχε τρόπο να μεταβαίνει στα Πολεμίδια αφού δεν είχε ούτε άδεια οδήγησης ούτε αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την παραπονούμενη, δεν το δέχθηκε τούτο και της είπε να φροντίσει να την παίρνει ο άντρας της. Η παραπονούμενη επισκέφθηκε για δεύτερη φορά τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις όπου υπέβαλε εκ νέου παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου. Και πάλι, αρμόδιος λειτουργός επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι από την στιγμή που η παραπονούμενη δεν είχε κλείσει 9 μήνες από την ημέρα που επέστρεψε από την άδεια μητρότητας της δεν μπορούσε, υπό τις περιστάσεις να την στείλει στα Πολεμίδια και δη part - time. Μετά από αυτό η παραπονούμενη επέστρεψε στην φρουταρία που εργαζόταν ήτοι στη Μέσα Γειτονιά όπου εργάστηκε κανονικά για ακόμη ένα μήνα περίπου. Περί τις 02/04/14 η παραπονούμενη μετέβηκε στη φρουταρία για τον συνήθη έλεγχο των εμπορευμάτων όπου και ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι από την επόμενη ημέρα θα πήγαινε να εργαστεί στην φρουταρία στα Πολεμίδια. Αυτή του επανέλαβε ότι δεν μπορεί να πάει στα Πολεμίδια διότι δεν έχει τρόπο μετάβασης στη φρουταρία οπόταν και ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι θα πρέπει να την παίρνει ο άντρας της. Για το θέμα αυτό, η παραπονούμενη προέβη σε τρίτη καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου οπόταν και πάλι λειτουργός των κοινωνικών ασφαλίσεων επεσήμανε στο τελευταίο τις πρόνοιες του Νόμου. Όταν η παραπονούμενη επέστρεψε την ίδια ημέρα από το γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πριν να σχολάσει από την φρουταρία, περί τις 19:00, ο κατηγορούμενος της έδωσε τελεσίγραφο ότι είτε θα πάει να εργαστεί στην φρουταρία στα Πολεμίδια είτε θα φύγει, τονίζοντας της ότι του ήταν αδιάφορο ποιο από τα δύο αυτή θα επέλεγε. Αυτή τότε άρχισε να κλαίει και έφυγε. Την επόμενη μέρα, 3/4/14, αν και πήγε στην εργασία της κανονικά και εργάστηκε κανονικό ωράριο, η παραπονούμενη ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος όποτε την έβλεπε της έκαμνε παράπονα γιατί δεν δέχτηκε να πάει στη φρουταρία στα Πολεμίδια. Την 4/4/14, περί τις 0700 όταν η παραπονούμενη πήγε στην εργασία της, ο κατηγορούμενος τη φώναξε με έντονο ύφος να πάει στο γραφείο του, το οποίο βρίσκεται στον ίδιο χώρο με την φρουταρία. Από το απότομο ύφος και την έκφραση του προσώπου του η παραπονούμενη αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος «κάτι είχε μαζί της». Όταν μπήκε στο γραφείο του αυτός καθόταν στην καρέκλα πίσω από το γραφείο, πάνω στο οποίο υπήρχαν διάφορα χαρτιά. Στο χώρο του γραφείου δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο. Αυτή τότε άρχισε να φοβάται και να τρέμει και στάθηκε δίπλα από το γραφείο του με σταυρωμένα χέρια και έκλαιγε. Αυτός τότε την κάλεσε «να υπογράψει ένα από τα χαρτιά για να μείνει στο γραφείο του» το οποίο η παραπονούμενη αντιλήφθηκε να σημαίνει ότι θα υπέγραφε κάτι για τα αρχεία της εταιρείας. Το χαρτί αυτό ήταν μερικώς καλυμμένο με άλλα χαρτιά καθώς επίσης και με τα χέρια του τα οποία είχε «σταυρώσει από πάνω» ενώ το συγκεκριμένο σημείο που της υπέδειξε να υπογράψει ήταν ακάλυπτο. Φοβούμενη την αντίδραση του αν δεν έπραττε αμέσως ως της υπέδειξε και χωρίς να υποψιάζεται οτιδήποτε αφού ουσιαστικά «ο μάστρος της ζήτησε να υπογράψει ένα χαρτί για την εταιρεία», προχώρησε και υπέγραψε εκεί που της υπέδειξε. Μόλις η παραπονούμενη υπέγραψε, ο κατηγορούμενος της έδωσε κάποια από τα χαρτιά λέγοντας της «να πάεις στο καλό» και «με τούτο να πάεις να κάμεις τη δουλειά σου». Αυτό της δημιούργησε υποψίες και ερωτηματικά για το τι υπέγραψε και έτρεξε αμέσως στις κοινωνικές ασφαλίσεις με το «χαρτί» για να της το εξηγήσουν. Όταν έφτασε στις κοινωνικές ασφαλίσεις και έδειξε το χαρτί σε κάποια λειτουργό ονόματι Στέλλα, η οποία ήταν μια από τις λειτουργούς στην οποία υπέβαλε παράπονο τις προηγούμενες φορές, της είπε «Παναγία μου ξέρεις τι υπέγραψες; Πρέπει να πάεις Δικαστήριο με δικηγόρο». Της εξήγησαν ακολούθως ότι υπογράφοντας τα εν λόγω έγγραφα αυτή είχε ουσιαστικά υποβάλει παραίτηση από την εργοδότηση της και δήλωνε περαιτέρω ότι καμία απαίτηση είχε από τον εργοδότη της. Η λειτουργός την βοήθησε τότε να ετοιμάσει στα Αγγλικά, γραπτή επιστολή προς τις κοινωνικές ασφαλίσεις με την οποία να καταγγέλλει τι είχε γίνει. Στη συνέχεια η παραπονούμενη επικοινώνησε με δικηγόρο ο οποίος απέστειλε επιστολή στον κατηγορούμενο με την οποία του ζητούσε να αποκαταστήσει άμεσα την αλήθεια ήτοι ότι αυτός τερμάτισε παράνομα την εργοδότηση της παραπονούμενης για να μπορέσει η τελευταία να διεκδικήσει πλήρως όλα τα δικαιώματα της. Καμία όμως ανταπόκριση έλαβε από τον κατηγορούμενο. Στο Δικαστήριο η παραπονούμενη κατέθεσε ως τεκμήριο 4 την επίμαχη επιστολή παραίτησης με ημερομηνία 03/04/14, την αποδοχή της παραίτησης της από την εταιρεία του κατηγορούμενου ως τεκμήριο 5, την γραπτή καταγγελία της προς τις κοινωνικές ασφαλίσεις στην Αγγλική γλώσσα με ημερομηνία 04/04/14 ως Τεκμήριο 6 καθώς και την επιστολή του δικηγόρου της ως Τεκμήριο
- Η παραπονούμενη ανέφερε περαιτέρω ότι, αν ήξερε τι ήταν αυτό που της ζήτησε να υπογράψει ο κατηγορούμενος, ουδέποτε θα το υπέγραφε αφού δεν είχε κανένα λόγο να θέλει να μείνει χωρίς δουλειά. Αντίθετα, με τον άντρα της να είχε πρόσφατα απολυθεί και με το νεογέννητο μωρό της, είχε απόλυτη ανάγκη από σταθερή εργασία και μισθό. Η παραπονούμενη ανέφερε τέλος ότι μετά που σταμάτησε την απασχόληση της στην εταιρεία του κατηγορούμενου, εργάστηκε περιστασιακά ως καθαρίστρια σε διάφορα σπίτια για να εξασφαλίσει τα προς το ζειν. Το Σεπτέμβριο, εργοδοτήθηκε σε κάποιο γηροκομείο στη Λεμεσό το οποίο διαχειρίζετο κάποια κυρία Φυτούλα την οποία γνώριζε από πριν ως πελάτισσα της φρουταρίας και φίλη του κατηγορούμενου. Κατά την ημερομηνία που η παραπονούμενη κατέθετε στο Δικαστήριο, η τελευταία ανέφερε ότι δεν εργάζεται πλέον και ότι αποφάσισε να φύγει από την Κύπρο για να πάει στην Αγγλία όπου είχε πρόσφατα βρει δουλειά ο σύζυγος της, ο οποίος ήδη βρισκόταν εκεί. Η υπεράσπιση αμφισβήτησε τις θέσεις της παραπονούμενης και ιδιαίτερα το γεγονός ότι η παραπονούμενη «ξεγελάστηκε» να υπογράψει την επιστολή παραίτησης Τ.
- Σύμφωνα με τις υποβολές του ευπαίδευτου συνήγορου του κατηγορούμενου, η παραπονούμενη, ήξερε πλήρως τι υπόγραφε, αφού γνωρίζει να διαβάζει και να μιλά άπταιστα Ελληνικά και ήταν η ίδια που ζήτησε να φύγει από την εταιρεία. Ο συνήγορος υπέβαλε περαιτέρω στην παραπονούμενη, ότι τα όποια δικαιώματα αυτή έχασε με την παραίτηση της είναι συνεπεία της δικής της επιλογής να παραιτηθεί και ότι την παρούσα υπόθεση την καταχώρησε κακόβουλα, όταν συνειδητοποίησε τις συνέπειες αυτές. Η παραπονούμενη απέρριψε κατηγορηματικά όλες τις θέσεις της υπεράσπισης, επαναλαμβάνοντας τη σοβαρή ανάγκη που αυτή είχε να εργαστεί όπως απέρριψε και τις υποβολές περί του αβάσιμου των θέσεων της αναφορικά με τη γενικότερη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Η δεύτερη μάρτυρας για την παραπονούμενη ήταν η Επιθεωρήτρια του Επαρχιακού Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ε. Σταυρινίδου. Η μάρτυς ανέφερε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που τηρούνται από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις (Κ.Α.), η παραπονούμενη υπέβαλε αίτηση για επίδομα μητρότητας στις 16/8/13, η οποία αίτηση εγκρίθηκε οπόταν και η παραπονούμενη έλαβε, για την περίοδο 7/10/13 - 9/2/14 το σχετικό επίδομα. Αντίγραφο του σχετικού μητρώου των Κ.Α. η μάρτυς κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Επιπρόσθετα των πιο πάνω η μάρτυς κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 τις καταστάσεις αποδοχών και εισφορών που η εταιρεία του κατηγορούμενου, ως εργοδότρια της παραπονούμενης, υπέβαλε στις Κ.Α. αναφορικά με τη περίοδο Δεκ. 2013 ως Φεβ.
- Η μάρτυς ανέφερε ότι οι εν λόγω καταστάσεις δείχνουν για τους μήνες Δεκ.2013 - Ιαν.2014, η παραπονούμενη δεν έλαβε μισθό από τον εργοδότη της, αφού δίπλα από το όνομα της σημειώθηκε το γράμμα «Μ» που υποδηλοί ότι ήταν με άδεια μητρότητας. Το Φεβ. 2014, ανέφερε η μάρτυς, όταν έληξε η άδεια μητρότητας της παραπονούμενης και αυτή επέστρεψε στην εργασία της, οι εν λόγω καταστάσεις την παρουσιάζουν να λαμβάνει κανονικά το μισθό της. Η μάρτυς αναφερόμενη στη διαδικασία που πρέπει να γίνει για να μπορέσει η αίτηση για επίδομα μητρότητας να εγκριθεί, εξήγησε ότι απαραίτητη προϋπόθεση είναι η υποβολή αίτησης από την αιτήτρια, συμπληρωμένη από το γιατρό της και υπογραμμένη από τον εργοδότη της. Αν ο εργοδότης δεν υπογράψει, ανέφερε η μάρτυς, η αίτηση επιστρέφεται πίσω στην αιτήτρια αφού δεν μπορεί να εγκριθεί. Όσον αφορά την περίπτωση της παραπονούμενης η μάρτυς ανέφερε ότι αν και δεν μπορεί να εντοπιστεί η πρωτότυπη αίτηση που η τελευταία υπέβαλε, εφ΄ όσον κάθε δύο χρόνια τα εν λόγω έντυπα καταστρέφονται, εν΄ όψει του ότι το ηλεκτρονικό σύστημα παρουσιάζει την παραπονούμενη όντως να υπέβαλε αίτηση η οποία και στη συνέχεια εγκρίθηκε, δεν μπορεί παρά να ακολουθήθηκε πλήρως η νενομισμένη διαδικασία ήτοι ότι ο εργοδότης της παραπονούμενης υπέγραψε δεόντως την αίτηση της. Διευκρίνισε η μάρτυς κατά την αντεξέταση της ότι αν και η ίδια δεν ασχολείται συγκεκριμένα με τα επιδόματα μητρότητας, η διαδικασία που περιέγραψε για την εξασφάλιση τέτοιου επιδόματος είναι η διαδικασία που προνοείται από τη νομοθεσία και η οποία ακολουθείται σε όλες τις περιπτώσεις. Ως Τεκμήριο 10 κατέθεσε δείγμα της αίτησης που υποβάλλεται για εξασφάλιση του επιδόματος μητρότητας, το οποίο είναι το ίδιο με αυτό που φαίνεται να υπέβαλε η παραπονούμενη και στο οποίο υπάρχει χώρος για υπογραφή του εργοδότη. Από πλευράς κατηγορούμενου μετά που ο τελευταίος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του, κατέθεσε, ενόρκως, ο ίδιος (Μ.Υ.1), ως άλλωστε ήταν δικαίωμα του και μία μάρτυρας, η Νεοφύτα Παπαδοπούλου ως Μ.Υ.
- Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, η παραπονούμενη προσλήφθηκε στην επιχείρηση του στις 29/6/09, αρχικά ως στοιβαδόρος και στη συνέχεια, αφού επέδειξε ζήλο στην εργασία της, αναβαθμίστηκε σε υπεύθυνη διάφορων σημαντικών πόστων όπως της παραλαβής και καταμέτρησης εμπορευμάτων και κοπής αλλαντικών. Όπως όλοι οι υπάλληλοι, έτσι και η παραπονούμενη, σύμφωνα με το μάρτυρα, επικοινωνούσαν στα Ελληνικά και μάλιστα η παραπονούμενη συνήθιζε να κάμει και επίδειξη του πόσο καλά χειριζόταν την προφορική και γραπτή ελληνική γλώσσα. Εξ΄ άλλου, υποστήριξε ο μάρτυρας, αν η παραπονούμενη δεν καταλάβαινε Ελληνικά ως αυτή ψευδώς ισχυρίστηκε, τότε δεν θα μπορούσε να παραλαμβάνει και να ελέγχει τις παραγγελίες και τα τιμολόγια της υπεραγοράς, πράγμα το οποίο έκαμνε με ευκολία. Προς επίρρωση τούτου, ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 δέσμη τιμολογίων της υπεραγοράς που φέρουν την υπογραφή της παραπονούμενης ως παραλήπτη. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης για τη δήθεν απρεπή συμπεριφορά που αυτός επιδείκνυε προς τους υπαλλήλους του και δη του γυναικείου φύλου, ο κατηγορούμενος χαρακτήρισε τους εν λόγω ισχυρισμούς ως λασπολογία και ως προσπάθεια αμαύρωσης του ονόματος του. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι απασχολεί επί ετήσιας βάσης 16 άτομα, τα περισσότερα από τα οποία γυναίκες και η επιχείρηση του δέχεται καθημερινά περί τους 750 πελάτες και 1500 το Σαββατοκύριακο. Θα ήταν αδιανόητο, υποστήριξε ο κατηγορούμενος, με όλους αυτούς παρόντες, να μπορούσε να επιδείξει τη χυδαιότατη συμπεριφορά που του απέδωσε η παραπονούμενη και «να μεν έρτει κανένας και να μου σβήσει μια μες τα μούτρα τζιαι να με θάψει τζιαμαί». Δεν είναι δυνατό, ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, να συμπεριφέρεται κάποιος με αυτόν τον τρόπο και ταυτόχρονα να θεωρείται ότι λειτουργεί μία από τις καλύτερες φρουταρίες ανά το παγκύπριο. Αναφορικά με το θέμα «μετάθεσης» της παραπονούμενης στη φρουταρία του στα Πολεμίδια, ο μάρτυρας ανέφερε ότι από της πρόσληψης της, η παραπονούμενη εργαζόταν στη φρουταρία του στη Μέσα Γειτονιά. Όταν η εταιρεία του, η Υπεραγορά Γ. Τσεριώτης Λτδ, αποφάσισε να επεκτείνει τις δραστηριότητες της, αποφασίστηκε, περί τις αρχές Μαρτίου, η λειτουργία δεύτερης φρουταρίας στα Πολεμίδια. Ο ίδιος τότε κάλεσε το προσωπικό του και αφού τους ανακοίνωσε τα περί λειτουργίας της δεύτερης φρουταρίας, τους ενημέρωσε ότι η νέα αυτή φρουταρία θα επανδρωθεί με επτά άτομα, τα τέσσερα εκ των οποίων θα προέρχονταν από την ελεύθερη αγορά και τα τρία από το υφιστάμενο έμπειρο προσωπικό στο οποίο περιλαμβάνετο και η παραπονούμενη. Στην εν λόγω ανακοίνωση του, οι έξι έμπειροι υπαλλήλοι τού, του απάντησαν «εντάξει» η δε παραπονούμενη του είπε ότι θα του απαντούσε την επόμενη μέρα γιατί ήθελε να το συζητήσει με το σύζυγο της. Την επόμενη μέρα, 1/4/14, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, η παραπονούμενη του είπε «μάστρε δεν θέλω να εργαστώ στην εταιρεία σου» και όταν τη ρώτησε γιατί, αφού περνούσε ωραία εκεί και έμαθε και τη δουλειά, η τελευταία του απάντησε ότι δεν την άφηνε ο άντρας της. Αυτός τότε, μη θέλοντας να χάσει μια «υπάλληλο κλειδί», την προέτρεψε να ξαναμιλήσει με τον άντρα της και να επανέλθει. Ακολούθως, στις 2/4/14, η παραπονούμενη του ανέφερε ότι ήθελε να την πληρώσει για τις δύο μέρες που εργάστηκε διότι δεν ήθελε να ξαναδουλέψει στην εταιρεία του. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης ότι ο λόγος που η τελευταία δεν ήθελε να εργαστεί στα Πολεμίδια ήταν γιατί δεν είχε μεταφορικό μέσο, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι όταν η παραπονούμενη τον ρώτησε για το θέμα αυτό, ο ίδιος της ανέφερε ότι θα μπορούσε να την έπαιρνε είτε εκείνος είτε κάποιος άλλος υπάλληλος αφού όλοι τους θα συναντιούνταν πρώτα στη φρουταρία στη Μέσα Γειτονιά. Ο μάρτυρας απέρριψε τον ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι την έδιωξε επειδή αυτή αρνήθηκε να πάει στη φρουταρία στα Πολεμίδια. Ο ίδιος δεν γνωρίζει τι μεσολάβησε μεταξύ της παραπονούμενης και του συζύγου της, ούτε και το λόγο που αυτή εν τέλει αποφάσισε να σταματήσει. Το μόνο που γνωρίζει είναι ότι η παραπονούμενη από μόνη της ζήτησε και τερμάτισε την απασχόληση της. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, όταν η παραπονούμενη ήρθε και τον ενημέρωσε ότι δεν επιθυμεί να εργαστεί άλλο στην εταιρεία του, την έστειλε στη γραμματέα του η οποία τη βοήθησε να συντάξει την επιστολή με την οποία υπέβαλλε την παραίτηση της. Όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, η παραπονούμενη υπαγόρευσε στη γραμματέα του το περιεχόμενο της επιστολής και η τελευταία τη δακτυλογράφησε, ενώ ο ίδιος δεν γνώριζε τι ακριβώς αναφέρετο στην επιστολή, αφού λέξεις όπως «οικειοθελώς», τις οποίες ο κατηγορούμενος δέχτηκε ότι η παραπονούμενη δεν μπορούσε να γνωρίζει, ισχυρίτηκε ότι πρέπει να περιλήφθηκαν στην επιστολή από τη γραμματέα του, η οποία προφανώς και θα εξήγησε στην παραπονούμενη τη σημασία τους. Ο ίδιος το μόνο που έκαμε ήταν να εξηγήσει στην παραπονούμενη ότι με την υπογραφή της εν λόγω επιστολής, η ίδια θα σταματούσε από την εργασία της κάτι το οποίο η τελευταία αποδέχτηκε και την υπέγραψε στην παρουσία του και της γραμματέως του. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι μετά που η παραπονούμενη υπέγραψε την επιστολή παραίτησης δεν της έδωσε αντίγραφο αλλά την κράτησε για τα αρχεία του και στην παραπονούμενη έδωσε ένα άλλο χαρτί με το οποίο την πληροφορούσε ότι αποδέχτηκε την παραίτηση της (Τ.5). Την επιστολή παραίτησης την απέστειλε στη συνέχεια με φαξ στο γραφείο Κ.Α. όταν επικοινώνησαν μαζί του στις 4/4/14 για να τον ενημερώσουν για το παράπονο που υπέβαλε η παραπονούμενη. Αυτή ήταν σύμφωνα με τον κατηγορούμενο και η μόνη φορά που επικοινώνησε μαζί του λειτουργός των Κ.Α. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι πέραν της επιστολής παραίτησης, η παραπονούμενη υπέγραψε και δεύτερο έντυπο ήτοι το βιβλίο ημερομισθίων που τηρά ο ίδιος σε σχέση με τους υπαλλήλους του, όταν η πρώτη πληρώθηκε στις 2/4/
- Ως Τεκμήριο 11, ο κατηγορούμενος κατέθεσε αντίγραφο του βιβλίου ημερομισθίων στο οποίο καταγράφεται με ημερομηνία 2/4/14, η φράση «σταματά οικειοθελός» και η οποία καταγραφή φέρει δίπλα την υπογραφή της παραπονούμενης. Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι η ύπαρξη δύο υπογραφών της παραπονούμενης σε δύο ξεχωριστά έντυπα καταδεικνύει το αβάσιμο των ισχυρισμών της αναφορικά με το τι έλαβε χώρα στο γραφείο του. Απέδωσε τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης σε πιθανή συνομωσία της τελευταίας με το σύζυγο της να τον εξαπατήσουν καθώς επίσης και σε συγχυσμένη αντίληψη της παραπονούμενης ότι με αυτόν τον τρόπο θα δικαιούτο σε πληρωμή από το Ταμείο Πλεονασμού. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι, η παραπονούμενη, μέχρι που επέστρεψε από την άδεια της ήταν απόλυτα ευχαριστημένη από την απασχόληση της όπως ήταν άλλωστε και εκείνος με αυτή. Μάλιστα, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο όχι μόνο της δάνεισε χρήματα όταν του ζήτησε, τα οποία αυτή εξόφλησε πλήρως αλλά και σε κάποιο στάδιο της εργοδότησης της έδωσε και αύξηση στο μισθό της. Δέχτηκε κατά την αντεξέταση του ότι όταν η παραπονούμενη απουσίαζε με άδεια, αυτός προσέλαβε ακόμη δύο υπαλλήλους και ότι κατά την εν λόγω περίοδο όπως και η παραπονούμενη, άλλες δύο υπαλλήλοι του απουσίαζαν με άδεια μητρότητας. Επί τούτου, ο κατηγορούμενος διερωτήθηκε για ποιον λόγο να συμπεριφερθεί απέναντι στην παραπονούμενη με τον τρόπο που αυτή ισχυρίστηκε και να μην συμπεριφερθεί το ίδιο στις άλλες δύο κοπέλες που επίσης απουσίαζαν με άδεια μητρότητας. Ρωτήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της παραπονούμενης, κατά πόσο γνώριζε ότι η παραπονούμενη ήταν έγκυος και ότι απουσίαζε με άδεια εγκυμοσύνης για τέσσερις μήνες και αρνήθηκε ότι είχε τέτοια γνώση. Δήλωσε αδυναμία να τοποθετηθεί ως προς το αν γνώριζε ότι η παραπονούμενη έλαβε και άδεια και επίδομα μητρότητας. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι του δόθηκε οποιοδήποτε έντυπο των κοινωνικών ασφαλίσεων για να συγκατατεθεί για τέτοια άδεια και επίδομα καθώς και ότι ο ίδιος έδωσε οποιαδήποτε τέτοια συγκατάθεση. Ως δεύτερος μάρτυρας για την υπεράσπιση κλήθηκε να καταθέσει η κυρία Νεοφύτα Παπαδοπούλου (Μ.Υ.2). Η μάρτυς ανέφερε ότι με το σύζυγο της, ο οποίος είναι γιατρός διατηρεί στέγη ηλικιωμένων και αναπήρων στην Αγίας Ζώνης στη Λεμεσό. Την παραπονούμενη τη γνωρίζει χρόνια πριν, από τη φρουταρία Τσεριώτη, την οποία η μάρτυς ανέφερε ότι επισκέπτετο συχνά για τα ψώνια της. Η μάρτυς ανέφερε ότι την παραπονούμενη την έβλεπε κάθε φορά που πήγαινε στη φρουταρία και ότι τελευταία τη βοηθούσε με τα ψώνια της. Όταν μία μέρα δεν την είδε, ρώτησε τις άλλες υπαλλήλους για το που βρισκόταν η παραπονούμενη, οι οποίες της ανέφεραν ότι είχε σταματήσει να εργάζεται στη φρουταρία. Μετά από λίγους μήνες, σύμφωνα με τη μάρτυρα, επικοινώνησε μαζί της η παραπονούμενη, η οποία της ανέφερε ότι είχε σταματήσει να εργάζεται στη φρουταρία διότι ο κατηγορούμενος ήθελε να την πάρει σε άλλη φρουταρία στα Πολεμίδια και την ρώτησε αν έψαχνε να εργοδοτήσει προσωπικό στο Γηροκομείο της. Η μάρτυρας ανέφερε ότι εν τέλει τη προσέλαβε στις 10/8/15, δούλεψε κοντά της περίπου τρεις εβδομάδες και σταμάτησε την 1/1/15 ένεκα του ότι θα πήγαινε στην Αγγλία μόνιμα όπου είχε ήδη μεταβεί ο άντρας της για εργασία. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η παραπονούμενη μιλούσε και διάβαζε Ελληνικά αρκετά καλά και μάλιστα, πολλές φορές διάβαζε Ελληνικά περιοδικά στους ηλικιωμένους. Επιπρόσθετα η μάρτυς ανέφερε ότι οι γραπτές οδηγίες που δίνονταν στους εργοδοτούμενους του Γηροκομείου ήταν όλες στα Ελληνικά και η παραπονούμενη κανένα πρόβλημα είχε να τις αντιλαμβάνεται πλήρως. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά το πέρας της υπόθεσης για την υπεράσπιση αμφότεροι συνήγοροι προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις. Συνοψίζω τις θέσεις τους. Ο κ. Λουιζίδης, αρχίζοντας την αγόρευση του από τη δεύτερη κατηγορία, αφού ανέλυσε το σκοπό και το πνεύμα του νόμου περί προστασίας της μητρότητας, ήτοι τη διασφάλιση και προστασία των δικαιωμάτων εγκυμονούσας εργοδοτούμενης, υποστήριξε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορεί να εφαρμοστεί η εν λόγω νομοθεσία, είναι η γραπτή ενημέρωση του εργοδότη από την εργοδοτούμενη περί της εγκυμοσύνης της. Στην παρούσα υπόθεση, υποστήριξε ο συνήγορος, ουδόλως αποδείχτηκε ότι η παραπονούμενη προσκόμισε οποιαδήποτε τέτοια γραπτή ενημέρωση στην εργοδότρια εταιρεία και επομένως είναι αδύνατο να στοιχειοθετηθεί το ποινικό αδίκημα που ο Νόμος ορίζει και που ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι συνέδραμε στη διάπραξη του ως διευθυντής της εργοδότριας εταιρείας. Οι εικασίες και η περιστατική μαρτυρία επί της οποίας η παραπονούμενη βάσισε αυτή την πτυχή της υπόθεσης, δεν μπορούν, κατά το συνήγορο, να οδηγήσουν, με ασφάλεια και στον απαιτούμενο βαθμό στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία, ο κ. Λουϊζίδης υποστήριξε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει, αντίθετα με τον κατηγορούμενο ο οποίος είπε την αλήθεια, να κρίνει αναξιόπιστη την παραπονούμενη εφ΄ όσον οι θέσεις της αναφορικά με το τι έλαβε χώρα στο γραφείο του κατηγορούμενου κατά την επίδικη ημερομηνία στερούνται κάθε ίχνος λογικής και αληθοφάνειας. Η παραπονούμενη, υποστήριξε ο κ. Λουϊζίδης, αποδείχθηκε ότι μπορούσε να διαβάζει και να μιλά άπταιστα Ελληνικά και επομένως σε καμία περίπτωση μπορούσε να εξαπατηθεί από τον κατηγορούμενο για να υπογράψει το επίμαχο έγγραφο ως η τελευταία ισχυρίστηκε. Το στοιχείο της υπερβολής ήταν, σύμφωνα με το συνήγορο διάχυτο στη μαρτυρία της, γεγονός που καταδεικνύει ξεκάθαρα το κακόβουλο και το αναξιόπιστο των προθέσεων της. Στην αντίπερα όχθη, ο κύριος Πούγιουρος, υποστήριξε ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ουδόλως απαιτείται αυστηρή και τυπολατρική ερμηνεία του νόμου, ως προς το είδος της γραπτής ενημέρωσης περί εγκυμοσύνης της εργοδοτούμενης, αντίθετα, υποστήριξε ο συνήγορος, ο νομοθέτης δεν προνόησε για συγκεκριμένο τύπο ενημέρωσης παρά μόνο έθεσε ως προϋπόθεση την ύπαρξη κάποιας γραπτής ενημέρωσης ούτως ώστε να διασφαλιστεί ότι ο εργοδότης γνώριζε περί της εγκυμοσύνης της υπαλλήλου του και παρά ταύτα ενήργησε με τον τρόπο που ενήργησε. Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία ο ευπαίδευτος συνήγορος, έκαμε αναφορά στη θέση που υποστηρίχθηκε έντονα από την υπεράσπιση, ήτοι ότι η παραπονούμενη δεν μπορεί να ξεγελάστηκε διότι γνωρίζει να μιλά και να διαβάζει Ελληνικά. Ο ευπαίδευτος συνήγορος χαρακτήρισε τη θέση αυτή ως άσχετη με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης αφού στην παρούσα, σύμφωνα με τον κ. Πούγιουρο, το θέμα δεν είναι αν η παραπονούμενη γνώριζε να διαβάζει ή όχι ελληνικά και ουδέποτε αυτή ισχυρίστηκε ότι διάβασε το έγγραφο αλλά δεν το κατάλαβε, αλλά ότι ο κατηγορούμενος, της απέκρυψε το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής και με τα όσα ψέματα της ανέφερε, την «προκάλεσε» να το υπογράψει. Κάλεσε ο συνήγορος το Δικαστήριο να κρίνει την παραπονούμενη ως αξιόπιστη μάρτυρα η οποία κανένα υστερόβουλο και αλλότριο κίνητρο είχε στην καταχώρηση της παρούσας όπως και κανένα λόγο είχε για να τερματίσει η ίδια την εργοδότηση της όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος από την άλλη, σύμφωνα με το συνήγορο, ήταν παντελώς αναξιόπιστος, αφού όχι μόνο η μαρτυρία του ήταν διάχυτη από αντιφάσεις αλλά και γιατί οι διάφορες εκδοχές που προέβαλε σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, στερούνται πραγματικού ερείσματος και δεν μπορούν να σταθούν στη βάσανο της λογικής. Αποδείχθηκε ξεκάθαρα υποστήριξε ο συνήγορος, ότι στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος έχοντας προσλάβει άλλο υπάλληλο κατά την απουσία της παραπονούμενης λόγω εγκυμοσύνης και μη μπορώντας να ανεχτεί ένα «επαναστάτη υπάλληλο», ο οποίος διεκδικούσε τα δικαιώματα του, αποφάσισε ότι η παραπονούμενη θα έπρεπε να φύγει. Γνωρίζοντας όμως ότι κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται από τη νομοθεσία, κατέφυγε στην «εξαπάτηση» της με τον τρόπο που περιέγραψε η παραπονούμενη, ούτως ώστε να μπορέσει να φέρει εις πέρας την απόφαση του για τερματισμό της εργοδότησης της τελευταίας χωρίς ο ίδιος να φέρει οποιαδήποτε ευθύνη. Για τα λόγο αυτό ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να βρει ένοχο τον κατηγορούμενο και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Εξέτασα με προσοχή την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία, ως επίσης και την προσκομισθείσα μαρτυρία με γνώμονα πάντοτε τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τα πιο πάνω, η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου εδράζεται στον ισχυρισμό ότι ο τελευταίος, γνωρίζοντας περί των δικαιωμάτων μητρότητας της παραπονούμενης, ενήργησε με τον τρόπο που του αποδίδεται στην 1η κατηγορία, ούτως ώστε να επιτύχει τον τερματισμό της απασχόλησης της παραπονούμενης χωρίς να προσκρούσει στις σχετικές απαγορευτικές πρόνοιες της νομοθεσίας οι οποίες συνιστούν και το αντικείμενο της 2ης κατηγορίας. Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Η παραπονούμενη, από τις 29/6/09 εργαζόταν στην εταιρεία Υπεραγορά Γ. Τσεριώτης Λτδ, της οποίας μοναδικός μέτοχος και διευθυντής είναι ο κατηγορούμενος ο οποίος αποτελεί το «δεσμείν και το λύειν» της εν λόγω εταιρείας. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, η εν λόγω εταιρεία διατηρούσε επιχείρηση φρουταρίας στη Μέσα Γειτονιά, στην οποία εργάζετο η παραπονούμενη ως full-time προσωπικό με μισθό περί τα €1.070 και προχώρησε με το άνοιγμα δεύτερης φρουταρία στα Πολεμίδια. Η παραπονούμενη απουσίασε από την εργασία της από τις 14/10/13 έως τις 12/2/
- Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Κρίνω ορθό όπως ασχοληθώ πρώτα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 και αυτό διότι η μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος περιορίστηκε στο θέμα της ενεργοποίησης των δικαιωμάτων «μητρότητας» της παραπονούμενης. Η Μ.Κ.2 μου έκαμε καλή εντύπωση. Κλήθηκε να καταθέσει ως ανεξάρτητος μάρτυρας και ως τέτοιος μάρτυρας παρέμεινε καθ' όλη την μαρτυρία της. Σε κανένα σημείο δεν άφησε να νοηθεί ότι είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης ή ότι επιχειρούσε να ευνοήσει είτε τη μια πλευρά είτε την άλλη. Κατέθεσε με ειλικρίνεια και αμεροληψία αναφορικά με τα όσα εμπίπτουν στη σφαίρα γνώσης της και τα οποία σε κάθε περίπτωση επιβεβαιώνονται από τα όσα είναι καταχωρημένα στα σχετικά μητρώα του κυβερνητικού τμήματος στο οποίο εργάζεται. Επισημαίνω ότι, αναφορικά με την εν λόγω μάρτυρα, η θέση της υπεράσπισης περιορίστηκε στο να καταδείξει ότι η μαρτυρία της ήταν γενικής φύσης και ότι αφορούσε μόνο σε υποθέσεις και εικασίες, οι οποίες όσο λογικές και αν είναι δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Η μαρτυρία της όμως αναφορικά με τα όσα καταγράφονται στα αρχεία των Κ.Α. και τα όσα προκύπτουν από το Τεκμήριο 9, καταστάσεις που η ίδια η εταιρεία του κατηγορούμενου συμπλήρωσε και απέστειλε στις ΚΑ και οι οποίες καταστάσεις, σύμφωνα με τη μάρτυρα, παρουσιάζουν την εταιρεία του κατηγορούμενου να δηλώνει ότι η παραπονούμενη όντως απουσίαζε με άδεια μητρότητας και λάμβανε σχετικό επίδομα, πέραν από λογική και αληθοφανής, ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Οι περί του αντιθέτου θέσεις της υπεράσπισης, οι οποίες προβλήθηκαν μέσω του κατηγορούμενου, στηρίχτηκαν σε απλή άρνηση των θέσεων της ΜΚ2 καθώς και σε μια αόριστη αναφορά του πρώτου ότι οι καταστάσεις αυτές ετοιμάζονται από «κάποιο γραφείο» που ο κατηγορούμενος προσέλαβε «για να του κρατά το payroll». Καμιά όμως μαρτυρία προσκομίστηκε προς αντίκρουση των θέσεων της Μ.Κ.2 αναφορικά με το θέμα αυτό και ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη το εν λόγω «γραφείο», θα ήταν, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, το αρμόδιο για να το πράξει. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι η εξέταση και έγκριση επιδομάτων μητρότητας δεν εμπίπτουν στη δική της αρμοδιότητα. Τα όσα όμως ανέφερε η μάρτυς επιβεβαιώνονται και από την πραγματική μαρτυρία ήτοι τα Τ.8 και 9 αλλά και από το Τ.11 που ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατέθεσε ήτοι το αρχείο που διατηρεί ο ίδιος προσωπικά αναφορικά με τους υπαλλήλους του και το οποίο παρουσιάζει την παραπονούμενη όντως να απουσιάζει με άδεια τοκετού από 14/10/13 - 12/2/
- Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία της ΜΚ2 στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία της παραπονούμενης . Κατ' αρχή η θέση της παραπονούμενης ότι κατά την εν λόγω περίοδο απουσίαζε από την εργασία της με άδεια μητρότητας, εις γνώση της εργοδότριας εταιρείας και του κατηγορούμενου και ότι λάμβανε σχετικό επίδομα μητρότητας, επιβεβαιώνονται πλήρως από την πραγματική μαρτυρία που προσκομίσθηκε (βλ. Τ.8 και 9) καθώς και από το Τ.11 που ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατέθεσε. Υπενθυμίζω ότι οι θέσεις αυτές της παραπονούμενης ουδέποτε αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση της αφού ο κεντρικός άξονας της επί του προκειμένου επιχειρηματολογίας της υπεράσπισης ήταν το ότι δεν αποδείχθηκε ότι η παραπονούμενη απέστειλε γραπτή ενημέρωση περί της εγκυμοσύνης της στους εργοδότες της και κατ΄ επέκταση προς τον κατηγορούμενο. Ουδέποτε αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της ότι απουσίασε από την εργασία της για 4 μήνες με άδεια μητρότητας ή ότι γέννησε στις 16/10/
- Αποδέχομαι επομένως αυτή την πτυχή της μαρτυρίας της ως αξιόπιστη. Εξ' άλλου η παραπονούμενη μου άφησε θετική εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και λεπτομέρεια ενώ η μαρτυρία της, ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση της, χαρακτηρίζονταν από ειλικρίνεια και γνήσιο αυθορμητισμό. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική ήταν η αντίδραση της κατά την έντονη αντεξέταση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ως προς την κατ' ισχυρισμό απρεπή συμπεριφορά του κατηγορούμενου απέναντι στους υπαλλήλους του. Όταν ο συνήγορος υπέβαλε στην παραπονούμενη ότι δεν λέει την αλήθεια αναφορικά με το θέμα αυτό, η τελευταία, σε μια έκδηλα αληθοφανή «έκρηξη συναισθημάτων», όχι μόνο παρέθεσε με λεπτομέρεια τις διάφορες βρισιές που ο κατηγορούμενος εκστόμιζε αλλά μάλιστα προχώρησε να αναφέρει και τι ακριβώς ο τελευταίος είπε σε κάθε μια από τις γυναίκες υπαλλήλους του. Η λεπτομερής αναπαράσταση δε των άσεμνων χειρονομιών που τους έκαμνε ο κατηγορούμενος σε συνδυασμό με το προφορικό λόγο που η μάρτυρας ανέφερε ότι συνόδευε τις χειρονομίες του αυτές δεν αφήνει οποιοδήποτε περιθώριο να θεωρηθεί η εν λόγω μαρτυρία της ως προσυνεννοημένη ή κατασκευασμένη. Σημειώνω εδώ ότι με τον ίδιο αυθορμητισμό και γνησιότητα δεν δίστασε να δεχτεί ότι, πλην της προαναφερόμενης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου και των επίδικων γεγονότων, κανένα άλλο παράπονο είχε από τον τελευταίο για τον οποίο μάλιστα ανέφερε ότι της πλήρωσε πλήρως όλους τους δεδουλευμένους μισθούς της μέχρι την ημερομηνία τερματισμού των υπηρεσιών της. Το ίδιο πειστική όμως ήταν και η μαρτυρία της αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβαν χώρα τα γεγονότα που αφορούν στην 1η κατηγορία και σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της δεν κλονίστηκε η μαρτυρία της, ούτε ακόμη και σε σχέση με τις ημερομηνίες κατά τις οποίες έλαβαν χώρα τα εν λόγω γεγονότα. Η μάρτυς εξήγησε με λεπτομέρεια και παραστατικότητα το πως άλλαξε η συμπεριφορά του κατηγορούμενου από την ημέρα που αυτή επέστρεψε από την άδεια μητρότητας της όταν και της ανακοινώθηκε για πρώτη φορά ότι θα μεταβάλλονταν οι όροι εργασίας της, οπόταν και αναγκάστηκε να προβεί σε καταγγελία στις Κ.Α., όπως επίσης και τις προσπάθειες που αυτή κατέβαλλε, αφ' ενός για να κατευνάσει τον κατηγορούμενο και αφ' ετέρου για να διατηρήσει την απολύτως αναγκαία εργασία της. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση της κατά την αντεξέταση, ότι για να διατηρήσει την εργασία της για όλο το χρονικό διάστημα που εργάστηκε στον κατηγορούμενο, μέχρι και σπίτι αναγκάστηκε να αλλάξει για να μπορεί να είναι κοντά στην εργασία της ούτως ώστε να μη δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα. Ταυτόχρονα δήλωνε επανειλημμένα ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα να πάει στα Πολεμίδια φτάνει να υπήρχε τρόπος να μεταβαίνει εκεί ενώ όταν της υποβλήθηκε ότι ο εργοδότης της δεν την ήθελε να σταματήσει και ότι θα την έστελλε στα Πολεμίδια διότι ήταν από τις πιο έμπειρες υπαλλήλους, η αντίδραση της ήταν καθ΄ όλα λογική και πειστική - διερωτήθηκε, εύλογα, πως γίνεται να ήταν αυτή η πρόθεση του κατηγορούμενου, αφού όταν του ανέφερε ότι αυτό ήταν και το μόνο πρόβλημα της, ο τελευταίος ούτε καν προσφέρθηκε να την παίρνει ο ίδιος στα Πολεμίδια όπως έπαιρνε και τους άλλους υπαλλήλους. Όσον αφορά την εμπιστοσύνη και ταυτόχρονα τυφλή υπακοή που αυτή έδειχνε προς τον κατηγορούμενο, υπακοή άρρηκτα συνδεδεμένη με το πως ένιωθε η ίδια αλλά και οι υπόλοιποι υπάλληλοι της εταιρείας σε σχέση με τη γενικότερη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, οι σχετικές απαντήσεις της κατά την αντεξέταση ήταν χαρακτηριστικές. «Ε. Σου υποβάλλω ότι όταν του είπες ότι δεν μπορείς να δουλεύεις part-time σου είπε εντάξει. Α. Μετά το παράπονο μου είπε εντάξει. Έπρεπε να κάμω παράπονο. ......... Ε. Εσύ και οι άλλες κοπέλες εκάθεστουν και ακούετε τον να σας το λέει (βρισιά) Α. Ναι. Ε. Δεν εκάμνετε τίποτα; Α. Φοβούμασταν μην μείνουμε χωρίς δουλειά .................................. Α. Είπε μου ή πάεις Πολεμίδια ή φεύγεις, δεν με κόφτει, εγώ είμαι Τσεριώτης .................................... Ε. Γιατί δεν του είπες να σου δώσει κάποιο να σε παίρνει (στα Πολεμίδια); Α. Αφού εν μπορούσες να του μιλήσεις, ήταν συνέχεια «φύε-φύε», μόνο να μιλά ήθελε . Ε. Ήσουν ευχαριστημένη εκεί; Α. Είπα σας εσκέφτουμουν τα μωρά μου, τι να κάμω, δούλευα και πάντα το κεφάλι κάτω Όταν δε ρωτήθηκε από το συνήγορο γιατί δεν επιχείρησε είτε να ρωτήσει τον κατηγορούμενο τι ήταν αυτό που της ζητούσε να υπογράψει ή τουλάχιστο να μετακινήσει το χέρι του αφού, ως αυτή ισχυρίστηκε, κάλυπτε το περιεχόμενο του εγγράφου που της ζητήθηκε να υπογράψει ανέφερε τα εξής: «Ε. Γιατί εν έφυες το χαρτί; Α. Εν το έφυα, έξερα ότι εννά κάμει έτσι πράμα;. ......... Ε. Γιατί εν έφυες το χαρτί; Γιατί δεν είπες τίποτε; Α. Δεν μπορούσα να μιλήσω, να πω οτιδήποτε, έτρεμα και έκλαια. .................................. Ε. Εσύ πριν το υπογράψεις το χαρτί εν τον ερώτησες τι είναι; Α. Δεν ερώτησα τίποτε, ο μάστρος μου είπε μου να υπογράψω ένα χαρτί για την εταιρεία και υπόγραψα. Ε. Εν τον ερώτησες ύστερα να σου πει τι υπέγραψες; Α. Εν ερώτησα τίποτε.Είπε μου ο μάστρος να υπογράψω και υπέγραψα. Σημειώνω τέλος ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης χαρακτηρίζεται από συνοχή και σαφήνεια και σε καμία περίπτωση δεν έδειξε να υποκινείται από τα αλλότρια κίνητρα τα οποία της απέδωσε ο κατηγορούμενος και τα οποία σε κάθε περίπτωση, προβλήθηκαν και παρέμειναν ως απλές εικασίες του τελευταίου και ουδέποτε υποβλήθηκαν εις την παραπονούμενη για να μπορέσει να τοποθετηθεί. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την ισχυριζόμενη παραδοχή της παραπονούμενης προς τη Μ.Υ.2 ότι η πρώτη αποχώρησε από μόνη της από την εργασία γιατί ο κατηγορούμενος ήθελε να την πάρει στη φρουταρία στα Πολεμίδια. Η εν λόγω «παραδοχή» της παραπονούμενης προς τη Μ.Υ.2 η οποία είναι άμεσα συναρτημένη με την αξιοπιστία της πρώτης σε μία ουσιώδη μάλιστα πτυχή της υπόθεσης, ουδέποτε τέθηκε στην παραπονούμενη για να τη σχολιάσει, όπως άλλωστε θα ήταν εύλογα αναμενόμενο αλλά και επιβεβλημένο. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η εν λόγω θέση δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος της αξιοπιστίας της παραπονούμενης, η οποία σε κάθε περίπτωση, ως εξηγώ ανωτέρω, κρίνεται ως πλήρως αξιόπιστη μάρτυρας. Αντίθετα με την παραπονούμενη και τη ΜΚ2, ο κατηγορούμενος δεν μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Φάνηκε να προσαρμόζει τη μαρτυρία του ανάλογα με το πώς ο ίδιος θεωρούσε ότι του συμφέρει. Από την μια προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα σκληρό αλλά δίκαιο εργοδότη και από την άλλη ότι ήταν ένας αθώος, ευκολόπιστος άνθρωπος που έπεσε θύμα της πλεκτάνης της παραπονούμενης η οποία μια καλή μέρα, μετά από πέντε χρόνια στην υπηρεσία του, χωρίς βασικά λόγο, αποφάσισε να τον εξαπατήσει. Ενδεικτικά της εικόνας που αναδύεται από τη μαρτυρία του συνιστούν και τα πιο κάτω. Αναφορικά με το θέμα της εγκυμοσύνης της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος, στα αρχικά στάδια της αντεξέτασης του, όταν αναφερόταν στις συνθήκες κάτω από τις οποίες απουσίασε η παραπονούμενη για 4 μήνες, ήτοι από τις 14/10/13 μέχρι και τις 12/2/14, άφησε να νοηθεί εμμέσως πλην σαφώς ότι η παραπονούμενη απουσίασε με άδεια τοκετού και ότι αυτός το γνώριζε. Όταν όμως ρωτήθηκε ρητά περί τούτου από το συνήγορο της παραπονούμενης κατά την αντεξέταση, οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονταν από αοριστία και υπεκφυγές, για ευνόητους προφανώς λόγους. Όταν δε του τέθηκαν ευθέως οι θέσεις που εξέφρασε κατά την αρχή της αντεξέτασης του, από τις οποίες προέκυπτε ότι όντως γνώριζε για την εγκυμοσύνη της παραπονούμενης, επεχείρησε, ανεπιτυχώς, να προβάλει μια εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή. Παραθέτω αυτούσια αποσπάσματα από τη μαρτυρία του: E. Όταν η Diana επήε με άδεια, βλέπω ότι προσέλαβες άλλους δύο υπαλλήλους, σωστό; A. Μάλιστα. E. Οι οποίοι... και επίσης βλέπω ότι μες την περίοδο εκείνη, υπήρχαν και μέχρι και τρεις κοπέλες που ήταν με άδεια μητρότητας; A. Μάλιστα. E. Συμφωνάς μαζί μου ότι υπήρχε πρόβλημα στη δουλειά; A. Όχι. E. Διότι έλειπαν τρεις; A. Όχι, δεν είχε πρόβλημα. Γιατί όπως λέτε εσείς αν έθκιωξα τη Diana και οι άλλες που ήταν έγκυες, ακόμα δύο κοπέλες, γιατί δεν το έπραξα πάνω σε αυτές τις κοπέλες; .............. E. Για 4 μήνες... ξέρεις πόσο καιρό έλειπε με άδεια η Diana από κοντά σου; A. Δεν θυμάμαι, δεν θυμάμαι. E. Εγώ σου υποβάλλω είναι από τον Οκτώβρη και ήρτε τον Φεβράρη. A. Δεν θυμάμαι. E. Μέσα σε αυτήν την περίοδο που δεν θυμάσαι πόση είναι, την πλήρωνες μισθό; A. Όταν είναι με άδεια, κανείς δεν πληρώνει μισθό. E. Δεν διερωτήθηκες γιατί δεν την πλήρωνες μισθό; A. Όταν ζητήσει κάποιος άδεια, η άδεια είναι πληρωμένη, προπληρωμένη. E. 4 μήνες άδεια; A. Όχι. Η εταιρεία καταβάλλει την άδεια της στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις κάθε μήνα. Έρκεται παίρνει το βιβλίο και βάσει των μισθών που πληρώνω, φκαίνει τι θα πληρώσω εις τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Αυτό το έντυπο το κάνει το TOTAL, μια Υπηρεσία η οποία πληρώνεται για κάποιο τίμημα ξέρω 'γω για να μου κρατά το payroll. E. Κύριε Τσεριώτη, είπες προηγουμένως ότι την περίοδο που έλειπε η Diana, έλειπαν 3 υπαλλήλοι λόγω εγκυμοσύνης. A. Όχι. E. Έτσι είπες. A. Όχι. E. Τι είπες; A. Δεν έλειπαν. Εσείς με σπρώξατε. E. Απάντησες «ναι». A. Εσείς με σπρώξατε. E. Έκαμες λάθος; A. Όχι, δεν είναι το θέμα να είχα κάνει λάθος. Δεν είναι το θέμα ότι είπα εγώ, το θέμα το τι είναι. Η κυρία Diana ήταν με άδεια όπως το λέτε σε αυτήν την περίοδο, ΟΚ; E. 4 μήνες; A. Δεν θυμάμαι πόσους. Εγώ λέω σου αυτό το πράγμα. E. Δεν θυμάσαι η Diana πόσο καιρό έλειψε, όμως θυμάσαι ότι έλειψε; A. Έλειψε, ναι. E. Δεν θυμάσαι αν έπιανε μισθό ή για ποιον λόγο; A. Όχι, μεν τα διαστρεβλώνετε. Το δεν θυμάμαι ότι έπιανε μισθό, ο μισθός από τη στιγμή που πάει με άδεια παύει να πληρώνεται από την εταιρεία και κάμνει αίτηση στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και παίρνει από την άδεια της. E. Ναι, αλλά μερικές βδομάδες η άδεια που λέτε εσείς, η κανονική η άδεια. A. Για πού, για την πληρωμή; E. Όταν δεν είναι για εγκυμοσύνη, μερικές βδομάδες. A. Έναν μήνα. E. Άμα πάρει 4 μήνες; A. Παίρνει από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. E. Αλλά δεν ξέρουμε για ποιον λόγο. A. Δεν την απόλυσα στην περίοδο εκείνη και περίμενα να την απολύσω όπως λέτε εσείς... γιατί δεν εμείνισκε ένας μήνας για να φύει από τους 3 μήνες όπως γράφετε μέσα μετά την εγκυμοσύνη 3 μήνες άδεια μητρότητας, έχει κάνει τους 2 μήνες εκεί, έτσι; Της απόμεινε ακόμα ένας μήνας, γιατί ξέροντας τη Νομοθεσία εγώ ότι μέσα σε αυτούς τους μήνες εγώ δεν μπορούσα να την απολύσω, γιατί δεν την απόλυσα τότε; Το ίδιο συγχυσμένη όμως ήταν και η μαρτυρία του αναφορικά με την μετάθεση της παραπονούμενης στα Πολεμίδια. E. Και επίσης είπες ότι ζήτησες από την παραπονούμενη να πάει στα Πολεμίδια. A. Μάλιστα. ......... E. Έτσι σου είπε; A. Όχι. Όταν είπα εγώ για να πάει πάνω στην άλλη υπεραγορά, λέει «εγώ θα το συζητήσω με τον...», ήταν τέλος του μηνός, εγώ τους έχω πληρώσει. Λέω της, «Diana, πρέπει να πάεις τζιηπάνω να εργαστείς τζιηπάνω μαζί με τους άλλους δύο» και ούτω καθ' εξής. Η Diana λέει μου: «να ρωτήσω τον άντρα μου». Λέω της «εντάξει, ρώτα τον άντρα σου και απάντα μου». Έκαμε δύο μέρες, τη δεύτερη ημέρα ήρτε μες το μαγαζί, λαλεί μου «μάστρε, θέλω θα σου μιλήσω». «Ναι». Επήαμε εις το γραφείο, λέω της «τι θέλεις;» Λέει μου, «θέλω να σταματήσω». E. Είπε σου «θέλω να σταματήσω», όχι «να μείνω εις την υπεραγορά στη Μέσα Γειτονιά»; «Να σταματήσω τέλλια»; A. Γενικά να σταματήσει. Και ένα λεπτό να ολοκληρώσω. Λέω της, «κοίταξε να σου πω ένα πράμα, γιατί» λαλώ της «έτσι ωραία ξέρω 'γω δαμέ στο μαγαζί». Λαλεί μου «ο άντρας μου δεν με αφήνει. Συζήτησα μαζί με τον άντρα μου και δεν με αφήνει. Θέλω να σταματήσω». Λέω της, «ε καλάν», λέω της, «ξανακάμε ακόμα μια προσπάθεια με τον άντρα σου και έλα» λέω της «και πε μου την απόφαση σου». Την άλλη μέρα 3 του μηνός, ήταν τελεσίδικο, μου είπε «μάστρε, θέλω να σταματήσω». Αυτά έχω να πω. ........... A. Οι 6 συμφώνησαν, γιατί η Diana είπαμε την πρώτη ημέρα επήε τζιηπάνω τζιη, τη δεύτερη μέρα είπε μου «δεν πάω» και ήταν που την αρχή ότι «δεν πάω τζιηπάνω τζιη. E. Α, είπε σου ότι δεν πάει τζιηπάνω τζιη; A. Ναι και εξέφρασε, λέει «θα ρωτήσω τον άντρα μου». «Ρώτα τον». E. Επειδή είπες μας άλλα πριν. Τούτο που είπες ότι είπε «δεν πάω τζιηπάνω τζιη, πρώτη φορά μας το λέεις. A. Όχι. E. Είπες εις την κυρίως εξέταση και είπες και σήμερα στην αντεξέταση όταν ρωτήθηκες, ότι είπες της να πάει στα Πολεμίδια και είπε σου «δώσ' μου λίγο χρόνο να το συζητήσω με τον άντρα μου». A. Ναι, ναι. ....... E. Τώρα το θυμήθηκες να το πεις τούτο; A. Όχι. E. Γιατί δεν το είπες στην κυρίως εξέταση; Διότι κύριε Τσεριώτη δεν λες την αλήθεια. A. Δεν λέω την αλήθεια; ................ E. Δεν με ενδιαφέρει τούτο. Εγώ λέω για την Diana ότι της είπες. Εγώ λέω ότι της είπες από την αρχή. A. Σε όλους είπα, όχι έναν ‑ έναν. Σε όλους. E. Σε όλους. Της Diana δεν της είπες προσωπικά ότι πρέπει να πάει στα Πολεμίδια; A. Όχι, σε όλους. Απευθύνθηκα σε όλους. Αναφορικά με την εκδοχή του ως προς το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα που αφορούν την πρώτη κατηγορία ο κατηγορούμενος προέβαλε ουσιαστικά μία εκδοχή σύμφωνα με την οποία ο ίδιος είχε τη λιγότερο δυνατή εμπλοκή στο όλο θέμα. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη από μόνη της τον προσέγγισε και τον ενημέρωσε για την απόφαση της να σταματήσει την εργασία της, οπόταν και αυτός την παρέπεμψε στην γραμματέα του με τη βοήθεια της οποίας αυτή συνέταξε την επίμαχη επιστολή. Ο ίδιος δε, καμία γνώση είχε περί του περιεχομένου της επιστολής, και οι μόνοι που είναι σε θέση να γνωρίζουν τι καταγράφηκε στην εν λόγω επιστολή, είναι η παραπονούμενη και η γραμματέας του η οποία μάλιστα, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, δυνατό να πρόσθεσε και ουσιώδεις λέξεις στην επιστολή, όπως τη λέξη «οικειοθελώς». Η γραμματέας όμως απουσίαζε από το εδώλιο του μάρτυρα και η επί του προκειμένου εκδοχή του κατηγορούμενου, επιχειρήθηκε να στηριχθεί απλά στη δευτερογενή μαρτυρία της Μ.Υ2 αναφορικά με κάποια ισχυριζόμενη παραδοχή που η παραπονούμενη φέρεται να προέβη προς την εν λόγω μάρτυρα, η οποία όμως ουδέποτε τέθηκε στην παραπονούμενη για να τοποθετηθεί. Ως αποτέλεσμα, οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου παρέμειναν μετέωροι και αβάσιμοι. Ούτε όμως το Τ.11 δύναται να προσδώσει αξιοπιστία στις θέσεις του κατηγορούμενου αφού, ως ο ίδιος ανέφερε, τη φράση «σταματά οικειοθελός», είναι ο ίδιος που την έγραψε μετά που η παραπονούμενη υπέγραψε για την πληρωμή των τελευταίων μισθών της, πληρωμή που εν πάσει περιπτώσει η παραπονούμενη δεν αρνείται ότι έλαβε. Θα πρέπει επίσης να επισημάνω ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου αντικρούεται και από την πραγματική μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση αλλά και κάποιες από τις πτυχές της από άλλες πτυχές της μαρτυρίας του. Η ισχυριζόμενη άγνοια του περί απουσίας της παραπονούμενης λόγω εγκυμοσύνης για την περίοδο 14/10/13 - 12/2/14, προσκρούει ξεκάθαρα στο Τεκμήριο 11, τις προσωπικές του καταγραφές, οι οποίες παρουσιάζουν ρητά την παραπονούμενη να απουσιάζει με άδεια τοκετού για όλη την εν λόγω περίοδο. Προφανώς ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να αποποιηθεί των ευθυνών του ως εργοδότης εγκύου γυναίκας, υπό την πρόφαση ότι δεν έλαβε γραπτή ενημέρωση προς τούτο, ξέχασε ότι ο ίδιος παρουσιάζεται από τα δικά του έγγραφα να γνώριζε από την αρχή ότι η παραπονούμενη ήταν έγκυος και ότι απουσίασε με σχετική άδεια. Ομοίως, ο ισχυρισμός του ότι η παραπονούμενη έλειπε για τέσσερις μήνες από την εργασία της και ο ίδιος δεν γνώριζε για ποιο λόγο πλην όμως γνώριζε ότι δεν της κατέβαλλε μισθό αφού την πλήρωναν οι ΚΑ ως πρόσωπο που εξακολουθεί να εργάζεται στην επιχείρηση του, ουδόλως πείθει. Η θεωρία του δε, ως προς το τι κατά την άποψη του έλαβε χώρα, θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως ένα φανταστικό σενάριο, το οποίο όμως δεν μπορεί να σταθεί στη λογική αφού αποδίδει στην παραπονούμενη ότι συνωμότησε με το σύζυγο της να εξασφαλίσει χρήματα, όχι όμως από τον ίδιο αλλά από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού και μάλιστα κατά τρόπο που απέληγε με την τελευταία να χάνει τη δουλειά της σε μία περίοδο της ζωής της όπου ο σύζυγος της απολύθηκε και αυτή γέννησε το δεύτερο της παιδί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του και την απορρίπτω στο σύνολο της. Η Μ.Υ.2, ως ανέφερα ανωτέρω, κλήθηκε ουσιαστικά να καταθέσει για την ισχυριζόμενη παραδοχή στην οποία η τελευταία προέβη στη μάρτυρα αναφορικά με το πως πραγματικά έλαβε χώρα ο τερματισμός της εργοδότησης της. Έχω ήδη εξηγήσει ανωτέρω, για ποιο λόγο αυτή η πτυχή της μαρτυρίας της ΜΥ2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επιπρόσθετα τούτου όμως, ήταν φανερή η προσπάθεια της μάρτυρος να υποστηρίξει την εκδοχή του κατηγορούμενου παρά να πει την αλήθεια. Ενώ κατά την κύρια εξέταση της, αναφερόμενη στην απάντηση που έλαβε από τους άλλους υπαλλήλους της φρουταρίας όταν τους ρώτησε που είναι η παραπονούμενη, περιορίστηκε να αναφέρει ότι την ενημέρωσαν απλά, ότι η τελευταία σταμάτησε να εργάζεται, κατά την αντεξέταση της, αποφάσισε να «εμπλουτίσει» την επί του προκειμένου πτυχή της μαρτυρίας της, προσθέτοντας και ότι την ενημέρωσαν ότι «δεν την έδιωξε ο κύριος Γιαννάκης». Όταν ο συνήγορος της παραπονούμενης όμως, τη ρώτησε ευθέως για ποιο λόγο δεν ανέφερε αυτή τη λεπτομέρεια την πρώτη φορά ως επίσης και για ποιο λόγο το ανέφερε τώρα, η ΜΥ2, αντιλαμβανόμενη το σφάλμα της, επιχείρησε αρχικά να δικαιολογήσει την αρχική παράλειψη της και όταν δεν τα κατάφερε, επανακαθόρισε τη θέση της, αναφέροντας ότι επρόκειτο για καθαρά δική της προσθήκη και ότι δεν είχε τίποτε άλλο να πει για το θέμα αυτό. Εν΄ όψει των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία της ΜΥ2 δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για εξαγωγή συμπερασμάτων και ως εκ τούτου την απορρίπτω και αυτή στο σύνολο της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας δέχομαι στο σύνολο της τόσο τη μαρτυρία της παραπονούμενης όσο και αυτή της ΜΚ2 και κάμνω ανάλογα ευρήματα. Βρίσκω επίσης ότι η παραπονούμενη, κατά την περίοδο 12/10/13-12/2/14 απουσίασε από την εργασία της με άδεια μητρότητας, εις γνώση της εργοδότριας εταιρείας και του κατηγορούμενου. Για την εν λόγω περίοδο, η παραπονούμενη, αφού προέβη στη νενομισμένη διαδικασία στις Κ.Α., ήτοι υπέβαλε γραπτή αίτηση για επίδομα μητρότητας, δεόντως συμπληρωμένη από το γιατρό της και υπογραμμένη από τον κατηγορούμενο εκ μέρους της εργοδότριας εταιρείας, εγκρίθηκε και έλαβε σχετικό επίδομα μητρότητας, κάτι το οποίο και πάλι ήταν σε γνώση του κατηγορούμενου. Βρίσκω επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο κατηγορούμενος ήταν πλήρως ενήμερος για τις υποχρεώσεις της εταιρείας του αλλά και του ιδίου απέναντι στην παραπονούμενη - εργοδοτούμενη του καθώς επίσης και για τις αυξημένες υποχρεώσεις του ένεκα του πρόσφατου τοκετού της. Ήταν επίσης ενήμερος για το γεγονός ότι, εκτός κατόπιν υποβολής παραίτησης από την ίδια την παραπονούμενη, η εργοδότηση της στην εταιρεία του, δεν μπορούσε να τερματιστεί παρά μόνο μετά τη παρέλευση 3 μηνών από τις 12/2/14, ημερομηνία που έληξε η άδεια μητρότητας της. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το έγγραφο που της ζήτησε να υπογράψει δεν ήταν απλά ένα τυπικό έγγραφο για τα αρχεία της εταιρείας αλλά επιστολή με την οποία η παραπονούμενη δήλωνε την οικειοθελή παραίτηση της όπως γνώριζε και ότι αν αυτή αντιλαμβανόταν τι ακριβώς είναι που της ζητούσε να υπογράψει, αυτή ουδέποτε θα το υπέγραφε εφόσον καμία επιθυμία ή πρόθεση είχε να σταματήσει την εργασία της. Για το λόγο αυτό, κάλυψε το έγγραφο με τα χέρια του και άλλα χαρτιά, αφήνοντας εκτεθειμένο μόνο το σημείο της υπογραφής και ανέφερε στην κατηγορούμενη ψευδώς ότι επρόκειτο για ένα τυπικό έγγραφο για τα αρχεία της εταιρείας. Η παραπονούμενη, χωρίς να υποψιάζεται οτιδήποτε, αφού βασίστηκε στις ψευδείς παραστάσεις του κατηγορούμενου ότι επρόκειτο για ένα τυπικό έγγραφο για τα αρχεία της εταιρείας, προχώρησε και υπέγραψε εκεί που της υπέδειξε ο κατηγορούμενος χωρίς να μετακινήσει τα άλλα χαρτιά ή να του ζητήσει να μετακινήσει τα χέρια του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Πρώτη Κατηγορία - Αρ.341 Κεφ. 154 Αναφορικά με το αδίκημα της 1ης κατηγορίας ήτοι το αδίκημα της πρόκλησης εκτέλεσης ή υπογραφής εγγράφου με ψευδείς και δόλιες παραστάσεις ως προς το χαρακτήρα, το περιεχόμενο ή την ισχύ του εγγράφου, κατά παράβαση του αρ.341 Κεφ.154 επισημαίνω τα εξής. Το εν λόγω αδίκημα, το οποίο υπάρχει στο Κεφ.154 από της θέσπισης του, είναι ιδιόμορφο αδίκημα. Ενώ το αδίκημα αναφέρεται σε ψευδείς και δόλιες παραστάσεις εντούτοις, δεν είναι αδίκημα της κατηγορίας των «ψευδών παραστάσεων» αλλά της κατηγορίας των αδικημάτων της «πλαστογραφίας» όπως εξ' άλλου αναφέρεται ρητά και στο ίδιο το λεκτικό του άρθρου. Αξιοσημείωτο είναι όμως το γεγονός ότι αντίστοιχο αδίκημα δεν συναντάται πουθενά στην αγγλική Νομοθεσία ή στο αγγλικό κοινοδίκαιο, αφού τα μόνα «παρόμοια» στο αγγλικό δίκαιο αδικήματα είναι το αδίκημα της «εξασφάλισης εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις - Procuring execution of valuable security by deception, πρώην s.32
(2)Larceny Act 1916 και νυν s.20
(2)Theft Act 1968» και το αδίκημα της «αποκόμισης υπηρεσιών ή όφελους ή απαλλαγής από ευθύνη ή χρέος, με απάτη - Obtaining services/benefit or remission/exemption from liability to make payment by deception, πρώην s.1 και 2 του Theft Act 1978 και νυν s.1 Fraud Act 2006». Τα εν λόγω αδικήματα όμως, όπως αυτά συναντούνται και στο Κεφ.154 (βλ. αρ.298, 299, και 301) είναι αδικήματα «εξαπάτησης» και όχι πλαστογραφίας και στην πλειοψηφία τους αφορούν σε «αξιόγραφα - valuable securities». Ομοίως, οι αγγλικές νομοθεσίες περί πλαστογραφίας, περιορίζουν τα σχετικά αδικήματα στα έγγραφα που αναφέρονται και στα αρ.335 - 347 του δικού μας Κεφ.154 (βλ. πρώην s.22 Forgery Act 1861, s 2
(2)(a) Forgery Act 1913 και Forgery and Counterfeiting Act 1981). Εξαίρεση, αποτελεί το αδίκημα του αρ.341 Κεφ.154 το οποίο δεν φαίνεται να θεωρείται αδίκημα πλαστογραφίας στην Αγγλία ή σε αρκετές άλλες χώρες του κοινοδικαίου. Αυτό ίσως, γιατί σε κάποιο βαθμό, στις εν λόγω δικαιοδοσίες, ένα έγγραφο που φέρει γνήσιες υπογραφές, στην ουσία, δεν θεωρείται πλαστογραφημένο, εν τη φυσιολογική αλλά και νομική έννοια της λέξης. Για μια ενδιαφέρουσα ιστορική ανάλυση των πιο πάνω αδικημάτων αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση R v Kassim - [1991] 3 All ER 713. Το γιατί το αδίκημα του αρ.341 περιλήφθηκε στον Κυπριακό Ποινικό Κώδικα ενώ απουσιάζει από την αγγλική νομοθεσία μπορεί να απαντηθεί με αναφορά στις υποθέσεις Πουτζιουρής άλλος ν. Δημοκρατίας,
(1990)2 Α.Α.Δ. 309 και Έλληνας ν. Δημοκρατίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 149 όπου, με αναφορά στην Χαράλαμπος Σωτηρίου ν. Δημοκρατίας, 1962 Α.Α.Δ. 188, τονίσθηκε ότι ο δικός μας Ποινικός Κώδικας, πηγάζει από το περί Κυπριακού Ποινικού Κώδικα Διάταγμα του Ανακτοσυμβουλίου, που εκδόθηκε το 1928 για να εφαρμοστεί στην τότε αποικία της Κύπρου σε αντικατάσταση του Οθωμανικού Ποινικού Κώδικα που ίσχυε μέχρι τότε και βασίζεται στο αρχέτυπο της νομοθεσίας που καταρτίστηκε από το νομικό τμήμα του Υπουργείου Αποικιών και εφαρμόστηκε στις χώρες της Ανατολικής Αφρικής που ήταν κάτω από την Αγγλική κυριαρχία και στις οποίες εξακολουθεί να εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα. Πράγματι, το αυθεντικό αγγλικό κείμενο του αρ.341 Κεφ.154, συναντάται σε πανομοιότυπη μορφή, στο Ποινικό Κώδικα της Κένυας (Cap. 75 Ar.355), της Νιγηριας (Cap.77 Ar.471), των νησιών Fiji (Cap.17 Ar.350), της Ζάμπια (Cap.87 S.354), του Malawi (Cap.07:01 S.362), των Σεϋχελλών (cap.158 S.341), των Νήσων του Σολομώντα (Penal Code 1963), των νήσων Cayman (Penal Code S.290), της Τανζανίας (Cap.16 Ar.344), της Papua New Guinea (Cap.262 S.466) αλλά και της πολιτείας της Δυτικής Αυστραλίας (Cap.28). Ως εκ τούτου, όπως λέχθηκε και στην Πουτζιουρής ανωτέρω σε σχέση με τα αρ.20 και 21 Κεφ.154 τα οποία εξέταζε το Ανώτατο σε εκείνη την υπόθεση, οι «...αποφάσεις του Εφετείου για την Ανατολική Αφρική αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων που αντιστοιχούν στα άρθρα .... του δικού μας Κώδικα, παρέχουν πηγή για βοήθεια ασφαλέστερη από εκείνη των Ινδικών συγγραμμάτων και νομολογίας, στην οποία θα μπορούσαμε να ανατρέξουμε στην προσπάθεια μας να ερμηνεύσουμε και εφαρμόσουμε ορθά τις πρόνοιες των δικών μας άρθρων ... στις περιπτώσεις που ρητές πρόνοιες στα άρθρα αυτά, αντίθετες με αντίστοιχες αρχές του Αγγλικού Κοινοδικαίου, αποκλείουν την εφαρμογή Αγγλικών αποφάσεων στην Κύπρο.» Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε εκείνη την υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο, κατέληξε στην απόφαση του αντλώντας καθοδήγηση από αποφάσεις του Εφετείου τις Κένυας καθώς και του Εφετείου για την Ανατολική Αφρική Επειδή δεν εντόπισα, παρά τις προσπάθειες μου, οποιαδήποτε κυπριακή αυθεντία επί του θέματος, ανέτρεξα στις προαναφερόμενες δικαιοδοσίες. Η έρευνα μου κατέληξε σε δύο σχετικές αποφάσεις, η μία από τη Νήσο Fiji - State v Chand [2013] FJMC 203; Criminal Case 361.2013 (9 May 2013) και η άλλη από την Κένυα - Salim Said & 2 others v Republic [2012] eKLR (Criminal Appeal 169 of 2011). Όπως προκύπτει από τις εν λόγω αποφάσεις, αμφότερες οι προαναφερόμενες δικαιοδοσίες, έχουν προσεγγίσει με τον ίδιο τρόπο τη νομική πτυχή του αδικήματος, τρόπο με τον οποίο και συμφωνώ. Το εν λόγω αδίκημα, το οποίο συνιστά αδίκημα «πλαστογραφίας», απαιτεί τη στοιχειοθέτηση: α) Πρόκλησης (procurement) β) Υπογραφής ή εκτέλεσης εγγράφου, με τον όρο «εκτέλεση» να μην αφορά στην υλοποίηση του περιεχομένου του εγγράφου, αλλά να ερμηνεύεται υπό την έννοια της τήρησης όλων των διαδικασιών που απαιτούνται για να προσδώσουν εγκυρότητα και ισχύ στο έγγραφο γ) Με ψευδείς ή δόλιες παραστάσεις ως προς το χαρακτήρα το περιεχόμενο ή την ισχύ του εν λόγω εγγράφου Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την Chand ανωτέρω: «The wording of the section 350 of the Penal Code is related to forgery and the words "procures another to sign or execute the document" upon reading of the section does not mean to carry out the intentions of the document, such as the execution of the bailiff notice. It in fact refers to the signing of the document or due performance of all formalities to give validity to the document. .... No evidence was tendered in Court that the accused, ... made any false or fraudulent representation to .(the complainants). to execute (sign) the Bailiff notice. . The Prosecution has misconstrued the term execute in this case and wrongly interpreted it. In any event, the accused did not procure.(the complainants). by any false or fraudulent means to sign the Bailiff notice for seizure of the assets.» Το νοητικό βέβαια στοιχείο του αδικήματος, (mens rea), εφόσον πρόκειται περί αδικήματος πλαστογραφίας, είναι η πρόθεση καταδολίευσης με ψευδείς (false) ή δόλιες (fraudulent) παραστάσεις, δηλαδή «σκόπιμα και εκ προθέσεως». (Βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ. 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, στις οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής). Όπως επίσης λέχθηκε στην υπόθεση GEORGHIOU ν. REPUBLIC,
(1984)2 Α.Α.Δ. 65, «Στο μυαλό μας, ο κύριος στόχος των πλαστογράφων που έχουν την απαιτούμενη εγκληματική πρόθεση είναι να αλλοιώσουν μια εικόνα πραγμάτων προς όφελος τους. Αν σαν αποτέλεσμα αυτής της εξαπάτησης, ένα άλλο πρόσωπο οδηγείται στο να ενεργήσει σε βλάβη του, όπως τούτο έχει προηγουμένως καθοριστεί, τότε διαπράττεται το αδίκημα της πλαστογραφίας» (ελεύθερη μετάφραση) Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, επιθυμώντας να τερματίσει την απασχόληση της παραπονούμενης και να παρακάμψει τις πρόνοιες τις σχετικής Νομοθεσίας, εσκεμμένα και προς ιδίον όφελος, παρουσιάζοντας ψευδώς τον χαρακτήρα, περιεχόμενο και ισχύ του Τ.4 και με δόλιο τρόπο, ήτοι καλύπτοντας το ουσιώδες μέρος του εγγράφου με τα χέρια του και άλλα χαρτιά, αλλοίωσε την εικόνα πραγμάτων και προκάλεσε (procured) την παραπονούμενη να υπογράψει και εκτελέσει το εν λόγω έγγραφο, ενεργώντας έτσι προς ζημιά της ιδίας και προς όφελος του ιδίου. Με την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου η παραπονούμενη παρουσιάστηκε να παραιτείται οικειοθελώς από την απασχόληση της και να απαλλάσσει τον κατηγορούμενο και την εταιρεία του από τις θέσμιες υποχρεώσεις τους απέναντι της χωρίς ποτέ αυτή να είχε τέτοια πρόθεση. Κρίνω συνεπώς ότι η παραπονούμενη πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου σε σχέση με την 1η κατηγορία. Δεύτερη Κατηγορία - Προστασία Μητρότητας Το αδίκημα, αντικείμενο της υπό κρίσης κατηγορίας προκύπτει από τις πρόνοιες των αρ.4 και 9 του Ν.100(Ι)/1997 ως τροποποιήθηκε. Παραθέτω αυτούσιες τις σχετικές πρόνοιες: 4.-
(1)(α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4Β, μισθωτή, η οποία ενημερώνει γραπτώς τον εργοδότη της ότι βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης, προστατεύεται από απόλυση για περίοδο εκτεινόμενη από την αρχή της εγκυμοσύνης της μέχρι και τρεις μήνες μετά το πέρας της άδειας μητρότητας. (β) Κατά την αναφερόμενη στην παράγραφο (α) περίοδο, απαγορεύεται σε εργοδότη: (
- i)να δίδει προειδοποίηση τερματισμού απασχόλησης ή προειδοποίηση τερματισμού απασχόλησης η οποία εκπνέει κατά την υπό αναφορά περίοδο, (
- ii)να τερματίζει απασχόληση, ή (iii) να προβαίνει σε ενέργειες με στόχο την οριστική αντικατάσταση της μισθωτής.
(2)Ο εργοδότης δύναται να ζητήσει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, την παρουσίαση πιστοποιητικού εγγεγραμμένου ιατρού κατάλληλης ειδικότητας, στο οποίο να αναγράφεται η ημερομηνία αναμενόμενου τοκετού της μισθωτής. 9. Εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις υποχρεώσεις του δυνάμει των άρθρων 3, 4, 4Α, 4Β
(1)(γ), 5, 5Α ή 7 είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες λίρες. Σημειώνω εδώ ότι, η αναγκαιότητα προσκόμισης ιατρικού πιστοποιητικού, για σκοπούς ενεργοποίησης της προστασίας του αρ.4, απαλείφτηκε με το τροποποιητικό Ν. 70(I)/2011, αφήνοντας πλέον ως μόνη προϋπόθεση την γραπτή ενημέρωση του εργοδότη περί της εγκυμοσύνης της εργοδοτούμενης. Η απόφαση Φωκά Ανδριανή άλλως Λοϊζίδου ν. Μ.Ι. Motokinissi Limited,
(2004)1 Α.Α.Δ. 789 αποφασίστηκε στη βάση του προηγούμενου νομοθετικού καθεστώτος και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Ιατρικό πιστοποιητικό πλέον προσκομίζεται μόνο αν το ζητήσει ο εργοδότης. Η επιλογή του νομοθέτη να μην καθορίσει το είδος ή την μορφή που τέτοια γραπτή ενημέρωση θα πρέπει να έχει, καταδεικνύει κατά την άποψη μου και την απλότητα με την οποία ο Νομοθέτης επέλεξε να διασφαλίσει και τις δύο πλευρές σε μια εργασιακή σχέση. Από τη μια, το μόνο που απαιτείται από την εργοδοτούμενη είναι να ενημερώσει με κάποιο γραπτό τρόπο τον εργοδότη της περί της εγκυμοσύνης της, ούτως ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί η γνώση του τελευταίου και από την άλλη, να παράσχει στους εργοδότες μια δικλείδα προστασίας ανάλογη των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει η Νομοθεσία. Το ουσιαστικό στοιχείο είναι να λάβει έγκαιρα γνώση ο εργοδότης περί της κατάστασης της εργοδοτούμενης του, κατά τρόπο που να μην μπορεί να το αμφισβητήσει αλλά και συνάμα που να του παρέχει τη δυνατότητα να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προς διαφύλαξη και των δικών του συμφερόντων. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, με δεδομένο ότι η παραπονούμενη αιτήθηκε γραπτώς και εξασφάλισε επίδομα μητρότητας και ότι για να το πετύχει αυτό έπρεπε να ακολουθήσει τη νενομισμένη διαδικασία η οποία απαιτεί ρητά την εξασφάλιση της γραπτής συγκατάθεσης του εργοδότη επί της σχετικής αίτησης της, κατά τη κρίση μου, δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση ενημερώθηκε έγκαιρα και γραπτώς για την εγκυμοσύνη της παραπονούμενης. Αλλά και σε κάθε περίπτωση όμως, και οι αρχές του τεκμηρίου της κανονικότητας (omnia praesumuntur rite esse acta), τα όρια του οποίου σε ποινικές υποθέσεις, εξετάστηκαν σε σωρεία νομολογίας, τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. (βλ. ΣΑΒΒΑΣ Χ'' ΓΙΩΡΚΗΣ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΡΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Μ. ΠΑΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 179/2014, 24/10/2016, Δήμος Λεμεσού ν. Λοφίτη κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 162, Δήμος Αγίας Νάπας ν. Καραγιάννη
(2001)2 Α.Α.Δ. 42 Έπαρχος Πάφου ν. Δήμητρας Άσπρου Mayeux,
(2009)2 Α.Α.Δ. 396, Atapina Alexandra
(2002)1 ΑΑΔ 1208, Γενικός Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Nτίνου Φλωρίδη,
(1999)2 Α.Α.Δ. 95 και Scott v. Baker [1968] 2 All E.R. 993, Gibbins v. Skinner [1951] 2 K.B. 379 και Dillon v. R. [1982] 1 All E.R. 1017 (P.C.)) Με γνώμονα το ότι η πραγματική πρόθεση του κατηγορούμενου ήταν να τερματίσει την απασχόληση της παραπονούμενης και ότι το πέτυχε αυτό πριν τη λήξη της προθεσμίας των 3 μηνών που επιβάλλει η νομοθεσία, κρίνω ότι στην περίπτωση της παραπονούμενης, παραβιάστηκαν οι πρόνοιες του αρ. 4 και 9 του Ν.100(Ι)/
- Βεβαίως, ο κατηγορούμενος δεν κατηγορείται ως «εργοδότης» αλλά ως συνεργός της εργοδότριας εταιρείας στη διάπραξη του αδικήματος των αρ.4 και 9 του Ν.100(Ι)/97, στη βάση του αρ.20 Κεφ.
- Με δεδομένο όμως πρώτο, ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο μόνος διευθυντής και μέτοχος της εργοδότριας εταιρείας, δεύτερο, ότι ως ο ίδιος ανέφερε, σε σχέση με τις αποφάσεις της εταιρείας, αυτός είναι το «δεσμείν και το λύειν» της εταιρείας και ότι ο ίδιος και η εταιρεία του είναι το ένα και το αυτό, και τρίτο, ότι είναι ο ίδιος που αποφάσισε να προβεί στο τερματισμό της εργοδότησης της παραπονούμενης και εν τέλει το έπραξε, γνωρίζοντας για την κατάσταση της αλλά και ότι ο Νόμος δεν του επέτρεπε να προχωρήσει με αυτό τον τρόπο, κρίνω ότι ικανοποιούνται πλήρως οι προϋποθέσεις του αρ.20 Κεφ.154 για να θεωρηθεί ως συνεργός, εν τη εννοία του Κεφ.154, στη διάπραξη του αδικήματος των αρ.4 και 9 του Ν.100(Ι)/97 (βλ. Παυλόπουλος Αθανάσιος ν. Skopy Shoe Factory Ltd,
(2003)2 Α.Α.Δ. 26). Κρίνω συνεπώς ότι η παραπονούμενη πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου και στην δεύτερη κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ....................................... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά:Πρόκληση υπογραφής/εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις - Μητρότητα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο