← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Νίκος Πόρας, Αρ. Υπόθεσης: 7559/13, 24/11/2016

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Νίκος Πόρας, Αρ. Υπόθεσης: 7559/13, 24/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B194 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7559/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Νίκος Πόρας Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 24/11/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κ. Πολυχρόνης Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία μόνο κατηγορία για το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος, στις 7/11/2012 στη Λεμεσό έκλεψε την μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής KQN 852, μάρκας Yamaha YZF R6, αξίας Ε4.000=, περιουσία του Ιωάννη Μπουτσικούδη από την Ελλάδα. Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε πολύ περιορισμένη και η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μόνο μάρτυρα κατηγορίας, τον αστυφ. 2854 Κλείτο Σωκράτους. Και αυτό γιατί τα πλείστα των γεγονότων της υπόθεσης, δηλώθηκαν παραδεκτά, ενώ σειρά εγγράφων κατατέθηκαν εκ συμφώνου και το περιεχόμενο τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Τα γεγονότα που δηλώθηκαν παραδεκτά, είναι τα ακόλουθα. Ότι τα αντικείμενα που φαίνονται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 6 είναι μέρος των κλοπιμαίων αντικειμένων περιουσίας του Μπουτσικούδη. Ότι ο Νίκος Πόρας στον οποίο γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 9 είναι ο κατηγορούμενος. Ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13(Β) αποτελεί πιστή μετάφραση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 13(Α). Ότι τα αντικείμενα που φαίνονται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 6 είναι αυτά που αναφέρονται στα Τεκμήρια 13(Α) και 13(Β). Εκ συμφώνου κατατέθηκαν διάφορα έγγραφα και το περιεχόμενο τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Αυτά είναι τα ακόλουθα. Τέσσερεις καταθέσεις του Ι. Μπουτσικούδη ημερομ. 8/11/2012, 25/11/2012, 30/11/2012 και 3/12/2012 αντίστοιχα, κατάθεση του αστυφ. 266 Α. Περικλέους, σετ φωτογραφιών, κατάθεση του αστυφ. 2454 Μιχαηλίδη, κατάθεση του λοχία 1275 Χρ. Χρίστου, κατάθεση του αστυφ. 2532 Α. Παναγίδη, κατάθεση της Γ/αστυφ. 3712 Μ. Καδή, κατάθεση του Α/αστυφ 1798 Δ. Χρίστου και κατάθεση του Davod Abbas Kalantari στην Ιρανική γλώσσα και μετάφραση της στην Ελληνική (Τεκμήρια 1-10, 12 και 13(Α) και 13(Β) αντίστοιχα). Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 11 η ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο με παραδεκτό γεγονός μόνο ότι αυτή λήφθηκε από αυτόν. Όλα τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Όπως προαναφέρεται ένας μόνο μάρτυρας κλήθηκε και κατάθεσε στη διαδικασία. Αυτός και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσε την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο Α) και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου ο οποίος και μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος υποστήριξε ότι επιβάλλεται όπως αυτός κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)). Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το ζήτημα που εξετάζεται είναι η υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC
  1. Όπως προαναφέρεται το αδίκημα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, είναι αυτό της κλοπής. Τα συστατικά του αδικήματος, το οποίο δημιουργείται από τον συνδυασμό των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα είναι τα ακόλουθα :
  2. Ο κατηγορούμενος να απόκτησε κατοχή περιουσίας,
  3. χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη,
  4. να ενήργησε με δόλιο τρόπο,
  5. η περιουσία να είναι τέτοια που να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  6. ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής, την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. (βλ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486). Στην εξεταζόμενη περίπτωση και όπως προαναφέρεται τα περισσότερα από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι παραδεκτά. Η σημασία και η διάσταση των παραδεκτών γεγονότων τονίστηκε και στην Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Χαραλάμπους (Αρ. 1)
(2000)2 Α.Α.Δ. 186, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα. «Η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι, όταν ένα γεγονός καθίσταται παραδεκτό γεγονός δυνάμει του Νόμου 86/86, όπως η κατάθεση στην προκειμένη περίπτωση, τότε το παραδεκτό αυτό γεγονός αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του δικαστηρίου αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά σε δεδομένο, το οποίο έχει τέτοια σημασία που ακόμα και στην περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό η μαρτυρία εκείνη να κρίνεται ανάλογα, όπως έχει τονιστεί και πρόσφατα στην Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444». Έχω διεξέλθει με προσοχή το σύνολο των παραδεκτών γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Από αυτά δεν διαφαίνεται οποιαδήποτε σύνδεση του κατηγορούμενου με το αδίκημα που του αποδίδεται. Στα Τεκμήρια 2 και 12, γίνεται αναφορά σε κάποιο πρόσωπο με το όνομα Νικόλας. Η αναφορά αυτή, είναι εντελώς ανίσχυρη και εν πάση περιπτώσει όχι ικανοποιητική για να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα που του αποδίδεται και να αποδείξει ότι ο Νικόλας στον οποίο γίνεται αναφορά είναι ο κατηγορούμενος. Στο Τεκμήριο 7, που είναι η κατάθεση του αστυφ. 2454 Μ. Μιχαηλίδη η οποία επίσης αποτελεί παραδεκτό γεγονός, αναφέρεται ότι όταν ο εν λόγω αστυφύλακας συνέλαβε κάποιον Reza Mohammadian Sharif, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός του απάντησε «Δεν έκλεψα εγώ την μοτόρα, μου την έφερε ο Νικόλας ο Κόλας». Γίνεται δηλαδή εδώ αναφορά σε κάποιο πρόσωπο που το όνομα του όμως είναι διαφορετικό από αυτό του κατηγορούμενου, λέγοντας μάλιστα ότι αυτός ο Νικόλας Κόλας του την έφερε και όχι ότι την έκλεψε. Παραδεκτό επίσης γεγονός αποτελεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9 στο οποίο αναφέρεται ότι όταν ο κατηγορούμενος συνελήφθη και του εξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψης του που ήταν όπως προκύπτει από το ίδιο τεκμήριο το αδίκημα που του αποδίδεται με την παρούσα υπόθεση και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «εντάξει». Όμως ούτε και από την απάντηση του αυτή του κατηγορούμενου, μπορεί να δημιουργηθεί τεκμήριο ενοχής εναντίον του που αν αφεθεί αμάχητο θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταδίκη του. Και αυτό γιατί δεν θα μπορούσε να συναχθεί με ασφάλεια τι αυτός εννοούσε χρησιμοποιώντας τη λέξη «εντάξει» και σε τι ακριβώς απαντούσε με αυτήν. Ούτε και από την κατάθεση του κατηγορούμενου η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 με παραδεκτό γεγονός ότι λήφθηκε από αυτόν, προκύπτει οποιαδήποτε ομολογία για το αδίκημα που του αποδίδεται έτσι ώστε να επιτρέπεται η κλήση του σε απολογία. Παραμένει λοιπόν να εξετασθεί εάν η μαρτυρία που έχει προσαχθεί από τον Μ.Κ.1, είναι ικανή στο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό έτσι ώστε επιτρέπει την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Όπως προκύπτει από αυτήν, ο ίδιος ο μάρτυρας δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική γνώση για γεγονότα που συνδέουν τον κατηγορούμενο με τη διάπραξη του αδικήματος. Η μαρτυρία που προσήγαγε σε σχέση με την εμπλοκή του κατηγορούμενου, είναι αποκλειστικά εξ' ακοής και προέρχεται από δηλώσεις δύο προσώπων. Του Seyedjavad Azadi Fekrghazvili και του Reza Mohhamadian. Από τον πρώτο, ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση. Όπως αυτός στην κατάθεση του ανάφερε, στην παρουσία του, ο Reza ομολόγησε στον παραπονούμενο ότι την μοτοσυκλέτα την έκλεψε ο κατηγορούμενος και ότι ο τελευταίος είπε στον παραπονούμενο ότι την μοτοσυκλέτα την έχει και ότι θα του την επέστρεφε την επόμενη μέρα. Προσαγάγοντας ο Μ.Κ.1 δηλώσεις του Reza Mohhamadian, ανάφερε και ο ίδιος τι είχε πει ο Reza σε κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία και όχι πάντως στον ίδιο τον μάρτυρα. Κατάθεσε επίσης την κατάθεση του Reza που έδωσε στην αστυνομία ως Τεκμήριο 1 για Αναγνώριση, χωρίς στη συνέχεια να γίνει κανονικό τεκμήριο. Ως αποτέλεσμα η μαρτυρία που περιέχεται στο έγγραφο αυτό παραμένει ανενεργή (βλ. Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826). Αναφέρθηκε όμως ο Μ.Κ.1 στο τι είχε πει ο Reza στην αστυνομία λέγοντας τι το πρόσωπο αυτό είχε προβάλει και ήταν ότι ο κατηγορούμενος του είχε πει, ότι η μοτοσυκλέτα ήταν κλοπιμαία. Προσήγαγε δηλαδή ο Μ.Κ.1 λέγοντας αυτό, τη δήλωση αυτή του Reza ως εξ' ακοής μαρτυρία. Όπως προκύπτει από όλα τα πιο πάνω, η μόνη τελικά μαρτυρία που τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα είναι η εξ' ακοής μαρτυρία που προσήγαγε ο Μ.Κ.1. Σύμφωνα με τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί κάθε Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα και σε οποιοδήποτε στάδιο να μην κάμει αποδεκτή εξ ακοής μαρτυρία. Όπως το άρθρο αυτό στην επιφύλαξη του διαλαμβάνει, «24.—
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόµου, η εξ ακοής µαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε ∆ικαστηρίου, απλώς και µόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής: Νοείται ότι σε ποινική διαδικασία το ∆ικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να µην αποδεχθεί εξ ακοής µαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονοµής της δικαιοσύνης». Και στην παρούσα υπόθεση κρίνεται ότι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης επιβάλλει στο στάδιο τούτο, την μη αποδοχή της μαρτυρίας αυτής. Και αυτό γιατί το Δικαστήριο ακόμα και στην περίπτωση που αποφάσιζε την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, δεν θα μπορούσε να στηρίξει την καταδίκη του βασιζόμενο αποκλειστικά και μόνο στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία. Σημαντικά είναι τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τάσου Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217, στην οποία βεβαίως τα γεγονότα δεν ήταν ακριβώς τα ίδια με την παρούσα αφού σε εκείνη, η κατηγορούσα αρχή προώθησε την ποινική δίωξη βασιζόμενη στις γραπτές καταθέσεις που οι παραπονούμενες είχαν δώσει στην αστυνομία και που είχαν κατατεθεί ως τεκμήρια, στην ομολογία του κατηγορούμενου με τη δική του γραπτή κατάθεση και σε άλλες προφορικές ενοχοποιητικές του δηλώσεις. Στην υπόθεση αυτή το Κακουργιοδικείο που είχε εκδικάσει την υπόθεση κάλεσε τους κατηγορούμενους σε απολογία. Το Κακουργιοδικείο δεν απέδωσε στις καταθέσεις των παραπονούμενων οποιαδήποτε βαρύτητα με αποτέλεσμα να αθωώσει τον κατηγορούμενο, θέση την οποία επικύρωσε το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την έφεση της υπόθεσης τονίζοντας ότι όπως και το Κακουργιοδικείο είχε κρίνει θα ήταν «εξαιρετικά επικίνδυνο για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης σε υποθέσεις της εξεταζόμενης φύσης να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε τέτοιου είδους εξ ακοής μαρτυρίας για ευνόητους λόγους». Η αποδοχή της εξ' ακοής αυτής μαρτυρίας κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν θα εξυπηρετούσε καμία αρχή δικαίου, ούτε και τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Και αυτό γιατί δεν θα μπορούσε να ελεχθεί η ορθότητα της εξ' ακοής αυτής μαρτυρίας αφού και σύμφωνα με την ίδια τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ο Reza φαίνεται να έχει απελαθεί από τη Δημοκρατία, ενώ ο δεύτερος αλλοδαπός δεν διευκρινίστηκε αν διαμένει ή όχι στην Κύπρο. Μέρος δε της μαρτυρίας αυτής, είναι δεύτερου βαθμού εξ' ακοής μαρτυρία, ενώ δεν έχουν διαφανεί ούτε και οι συνθήκες λήψης της εξ' ακοής αυτής μαρτυρίας. Τυχόν αποδοχή της και κλήσης του κατηγορούμενου σε απολογία με βάση αυτήν και μόνο τη μαρτυρία θα έδιδε ακόμα την ευκαιρία στην κατηγορούσα να αρχή να καλύψει τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Και αυτό γιατί και σύμφωνα με το λόγο της απόφασης στην Τάσου Γεωργίου πιο πάνω το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να προσχωρήσει σε καταδίκη του κατηγορούμενου βασιζόμενο αποκλειστικά και μόνο σε τέτοια εξ' ακοής μαρτυρία. Με βάση όλα τα πιο πάνω η εξ' ακοής μαρτυρία που έχει προσαχθεί δεν γίνεται αποδεκτή. Συνεπώς και ενόψει της μη αποδοχής της δεν υπάρχει αποδεκτή και ικανοποιητική μαρτυρία που να τείνει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που διέπραξε την κλοπή. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.).......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.