← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μαριάννα Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3974/14, 30/11/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μαριάννα Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3974/14, 30/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B203 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3974/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και

  1. Μαριάννα Κωνσταντίνου
  2. Ματθαίος Κωνσταντίνου Ημερομηνία: 30.11.
  3. Για κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Κωτσέλης. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Έκαστος των κατηγορουμένων αντιμετωπίζει στην παρούσα από μια κατηγορία ψευδών πληροφοριών σε αστυνομικό, κατά παράβαση του άρθρου 114 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι, στις 14.6.13, στο Τμήμα Τροχαίας, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ γνώριζαν ότι στις 15.5.13 διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα, δηλαδή η πρόκληση τροχαίου δυστυχήματος από τον κατηγορούμενο 2, οδηγό του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής KWD959, παρείχαν πληροφορίες γι' αυτό στον Αστ.2617 Π. Ευαγόρου, οι οποίες γνώριζαν ότι ήταν ψευδείς, δηλαδή κατέθεσαν ψευδώς ότι το εν λόγω μηχανοκίνητο όχημα, κατά την ώρα του δυστυχήματος, το οδηγούσε η κατηγορούμενη
  5. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 4 μάρτυρες. Περαιτέρω δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 26.10.13, η Αστ.91 Χριστιάνα Βρυωνίδου, στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Λεμεσού, κατηγόρησε γραπτώς για το επίδικο αδίκημα, πρώτα την κατηγορούμενη 1, η οποία απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (τεκμήριο 3) και αμέσως μετά τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος έδωσε την ίδια απάντηση (τεκμήριο 4). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον και των δύο κατηγορουμένων στην κατηγορία που αντιμετωπίζει έκαστος, και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτοί επέλεξαν όπως καταθέσουν ενόρκως και κάλεσαν ένα μάρτυρα προς υπεράσπιση τους. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Κωστάκης Καλλινίκου, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Το σπίτι όπου διαμένει με την οικογένεια του βλέπει προς τον παρακαμπτήριο δρόμο Λεμεσού. Είναι το τελευταίο προς την έξοδο για τον παρακαμπτήριο και βρίσκεται σε απόσταση περί τα 50 μέτρα μακριά από αυτόν, χωρίς να έχει άλλα σπίτια μπροστά του. Στις 15.5.13 και περί ώρα 5:00 μ.μ. ενώ ήταν ακόμη μέρα και ενώ ο μάρτυρας βρισκόταν στην ταράτσα του σπιτιού του και μάζευε ρούχα, άκουσε δυνατό θόρυβο από κόρνα. Αμέσως γύρισε το κεφάλι του προς τον παρακαμπτήριο για να δει τι συνέβαινε. Τότε είδε ένα μικρό αυτοκίνητο μάρκας ΤΟΥΟΤΑ να οδηγείται στην αριστερή λωρίδα του παρακαμπτήριου, παρά την έξοδο - είσοδο της οδού Βασιλέως Κωνσταντίνου και σε δευτερόλεπτα ένα άλλο αυτοκίνητο μάρκας Mercedes, το οποίο οδηγείτο με βόρεια πορεία στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, να μην σταματά στο ΑΛΤ της συμβολής με τον παρακαμπτήριο και να εισέρχεται σε αυτό προσπαθώντας να πάρει δυτική πορεία. Στην προσπάθεια του αυτή το Mercedes χτύπησε το ΤΟΥΟΤΑ στο μπροστινό αριστερό πλευρό. Από το κτύπημα το ΤΟΥΟΤΑ έγειρε δεξιά και ακούμπησε στο μεταλλικό δεξιό προστατευτικό κάγκελο. Τα δύο οχήματα διάνυσαν μια μικρή απόσταση κολλημένα και στην συνέχεια το Mercedes κινήθηκε αριστερότερα. Τότε το ΤΟΥΟΤΑ έγειρε τελείως και με το δεξιό πλευρό στην άσφαλτο σύρθηκε για μερικά μέτρα. Το αυτοκίνητο που ακολουθούσε το ΤΟΥΟΤΑ σταμάτησε και από αυτό βγήκε ένας άντρας, ο οποίος έτρεξε προς βοήθεια και έβγαλε από το ΤΟΥΟΤΑ ένα μικρό παιδί και μια γυναίκα. Από το Mercedes, ο μάρτυρας είδε να κατεβαίνει πρώτος από την θέση του οδηγού ένας ηλικιωμένος άντρας (τον αναγνώρισε ως τον κατηγορούμενο 2), ο οποίος «αντίναξε» τα ρούχα του και στην συνέχεια από την θέση του συνοδηγού μια ηλικιωμένη γυναίκα (την αναγνώρισε ως την κατηγορούμενη 1). Ο κατηγορούμενος 2 πήγε προς την κοπέλα του άλλου αυτοκινήτου, μετά που αυτή εξήλθε αυτού και στη συνέχεια πήγε εκεί και η κατηγορούμενη
  1. Ο μάρτυρας είδε τα πιο πάνω από το σημείο που βρισκόταν δηλ. την ταράτσα από όπου έβλεπε καθαρά αφού δεν τον εμπόδιζε οτιδήποτε να έχει καλή ορατότητα. Πήγε δε στο σημείο του δυστυχήματος 10 περίπου λεπτά μετά που το είδε να συμβαίνει. Τόσο το παιδί όσο και η οδηγός του TOYOTA τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο Λεμεσού. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η Γεωργία Αριστείδου, η οποία ανέφερε τα εξής: Είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KRH347 μάρκας ΤΟΥΟΤΑ. Στις 15.5.13 και περί ώρα 5:00 μ.μ. οδηγούσε το αυτοκίνητο της στον παρακαμπτήριο Λεμεσού με δυτική πορεία, δηλ. από τον κυκλικό κόμβο Αγίας Φύλας προς τον κυκλικό κόμβο Πολεμιδιών. Κρατούσε την αριστερότερη λωρίδα κυκλοφορίας, έφερε την ζώνη ασφαλείας και κινείτο με ταχύτητα γύρω στα 70 χ.α.ω. Είχε ως επιβάτη τον γιό της, ηλικίας ενός έτους, ο οποίος καθόταν σε παιδικό κάθισμα στο πίσω αριστερό κάθισμα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου παρά την αριστερή έξοδο - είσοδο προς την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου είδε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KWD959 μάρκας Mercedes, το οποίο οδηγείτο με βόρεια πορεία, να εισέρχεται εντός του παρακαμπτήριου για να πάρει δυτική πορεία, χωρίς να σταματήσει. Το είδε σε απόσταση γύρω στα είκοσι μέτρα από αυτήν, είδε ότι ο οδηγός ήταν ένας ηλικιωμένος άνδρας και αμέσως κόρναρε για να πάει το άλλο αυτοκίνητο πιο αριστερά, για να μπορέσει αυτή να περάσει και πάτησε φρένο αλλά το άλλο αυτοκίνητο είχε ήδη μπει και έτσι δεν αποφεύχθηκε η σύγκρουση. Το εν λόγω όχημα χτύπησε με το πίσω δεξιό πλευρό του, στο μπροστινό αριστερό πλευρό του αυτοκινήτου της μάρτυρος. Από την σύγκρουση το αυτοκίνητο της ανέβηκε στο δεξιό προστατευτικό μεταλλικό κιγκλίδωμα, διάνυσε κάποια μέτρα και ακολούθως έγειρε και κατέληξε να βρίσκεται με την δεξιά πλευρά στην άσφαλτο ενώ το άλλο αυτοκίνητο σταμάτησε πιο μπροστά. Αμέσως μετά το δυστύχημα άτομα τα οποία ακολουθούσαν πήγαν και έβγαλαν τόσο την μάρτυρα όσο και τον γιό της από το αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο KWD959 ήταν δεξιοτίμονο και η μάρτυρας είναι σίγουρη ότι ο οδηγός του ήταν ένας ηλικιωμένος άντρας εφόσον πριν αυτή βγει από το αυτοκίνητο τον είδε κιόλας να κατεβαίνει από τα δεξιά από την πόρτα του οδηγού του άλλου αυτοκινήτου. Συνοδηγός του ήταν μια κυρία. Η ίδια και ο γιός της τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο Λεμεσού. Δεν θυμάται πόσα ακριβώς άτομα πήγαν να την βοηθήσουν αλλά ανάμεσα σε αυτούς δεν ήταν ο κατηγορούμενος
  2. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Αμπάς Ασνασιάρη, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 15.5.13 κατά η ώρα 17:00 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής ΕΗΕ512 από τον κυκλικό κόμβο Αγίας Φύλας προς τον κυκλικό κόμβο Πολεμιδιών. Αυτός ακολουθούσε, από μικρή απόσταση 4-5 μέτρων, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KRH547 που οδηγούσε μια κοπέλα. Πλησίασαν στην συμβολή με την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου και ξαφνικά ένα αυτοκίνητο Mercedes με αριθμούς εγγραφής KWD959 μπήκε από την πιο πάνω οδό στον δρόμο που κινείτο ο μάρτυρας, χωρίς να σταματήσει καθόλου στο ΑΛΤ της πορείας του και χτύπησε το αυτοκίνητο που ήταν μπροστά στον μάρτυρα δηλ. το KRH547, στην αριστερή πλευρά, με αποτέλεσμα αυτό να γείρει με την δεξιά του πλευρά στην άσφαλτο. Αμέσως ο μάρτυρας έτρεξε κοντά στο εν λόγω αυτοκίνητο και αφού ανέβηκε σε αυτό έβγαλε έξω από αυτό ένα μωρό και ανέφερε στην κοπέλα που ήταν μέσα ότι το παιδί ήταν καλά. Στην συνέχεια άλλα πρόσωπα που ήλθαν στο σημείο και τους οποίους ο μάρτυρας δεν θυμάται, βοήθησαν να βγει και η κοπέλα από το αυτοκίνητο. Όσον αφορά τον άλλο αυτοκίνητο, επειδή ο μάρτυρας προσπαθούσε να βγάλει το μωρό, δεν είδε τον οδηγό του να βγαίνει από αυτό αλλά όταν γύρισε είδε τον κατηγορούμενο 2 να βρίσκεται στην δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου και να προσπαθεί να καθαρίσει την φανέλα του από γυαλιά, αφού δεξιά έσπασε το τζάμι του αυτοκινήτου όταν το άλλο αυτοκίνητο έγειρε πάνω του, και είδε επίσης και την κατηγορούμενη 2 να βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του εν λόγω αυτοκινήτου. Ο μάρτυρας ρώτησε τον κατηγορούμενο 2 γιατί δεν σταμάτησε, γιατί δεν έκανε ΑΛΤ και εκείνος του απάντησε ότι δεν ξέρει γιατί έγινε έτσι και μετά από λίγη ώρα που πήγε εκεί κάποιος ισιωτής ο κατηγορούμενος 2 άλλαξε την θέση του και είπε ότι αυτός μπήκε στο δρόμο και του χτύπησε η κοπέλα. Στην συνέχεια αφού ήρθε ασθενοφόρο και πυροσβεστική η οδηγός με το μωρό μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Αστ.2617 Περικλής Ευαγόρου, του Κλάδου Διερεύνησης Τροχαίων Ατυχημάτων, της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού. Ο μάρτυρας στις 15.5.13 και ώρα 17:25, κατόπιν σχετικής πληροφορίας, επισκέφθηκε την σκηνή του προαναφερόμενου τροχαίου δυστυχήµατος. Εκεί του ειπώθηκε αρχικά από τον κατηγορούμενο 2 ότι αυτός ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου µε αριθµούς εγγραφής KWD959 και έτσι ο μάρτυρας κατέγραψε το όνομα αυτού στο σχετικό έντυπο (το οποίο είπε ότι βρίσκεται στον ανακριτικό φάκελο του δυστυχήματος). Μετά όμως του λέχθηκε ότι οδηγός ήταν η κατηγορούμενη 1 οπόταν τράβηξε γραμμή πάνω από το όνομα του κατηγορούμενου 2 και κατέγραψε ως οδηγό την κατηγορούμενη
  3. Αυτά δημιούργησαν υποψίες στον μάρτυρα και για αυτό έψαξε και βρήκε ανεξάρτητους μάρτυρες δηλ. από την σκηνή άτομα που είδαν το δυστύχημα, από την μαρτυρία των οποίων διαφάνηκε ότι ο οδηγός του αυτοκίνητου µε αριθµούς εγγραφής KWD959 ήταν ο κατηγορούμενος
  4. Κλήθηκαν και οι δύο κατηγορούμενοι στον Σταθµό όπου και οι δύο έδωσαν γραπτή κατάθεση στην οποία ανέφεραν ότι οδηγός του αυτοκινήτου ήταν η κατηγορούμενη
  5. Η εκδοχή της κατηγορούμενης 1 ήταν η ακόλουθη: Είναι παντρεμένη με τον κατηγορούμενο
  6. Ο σύζυγος της είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου KWD959, μάρκας Mercedes χρώματος μπλέ. Το αυτοκίνητο αυτό το οδηγεί μόνο αυτή καθότι ο σύζυγος της έχει πρόβλημα με την όραση του. Στις 15.5.13 και περί ώρα 5:00 μ.μ. οδηγούσε το πιο πάνω αυτοκίνητο στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου με βόρεια πορεία έχοντας ως συνοδηγό τον σύζυγο της. Φθάνοντας στην συμβολή με τον παρακαμπτήριο Λεμεσού σταμάτησε στο ΑΛΤ. Κοίταξε δεξιά και δεν ερχόταν κανένα αυτοκίνητο. Εκκίνησε λοξώς αριστερά για να μπει στον παρακαμπτήριο και να πάρει δυτική πορεία. Μόλις εκκίνησε και εισήλθε εντός του παρακαμπτήριου, διανύοντας μικρή απόσταση, ένιωσε χτύπημα πάνω στην οροφή του αυτοκινήτου της. Αμέσως τότε σταμάτησε το αυτοκίνητο της και κατέβηκε κάτω. Πρόσεξε το αυτοκίνητο KRH457 να είναι με την δεξιά πλευρά του στην άσφαλτο. Έμεινε κοντά στο αυτοκίνητο της και δεν κόντεψε καθόλου στο άλλο αυτοκίνητο. Είδε τότε από την θέση που βρισκόταν δηλ. την θέση του οδηγού, να βγάζουν από το άλλο αυτοκίνητο μια νεαρή κοπέλα και ένα μωρό. Τους έβγαζαν από μέσα ο σύζυγος της και ένας άλλος κύριος που σταμάτησε να βοηθήσει. Αμέσως ενημέρωσαν την Αστυνομία και το ασθενοφόρο. Το ασθενοφόρο έφτασε στο μέρος και παρέλαβε τόσο την νεαρή κοπέλα όσο και το μωρό. Η κατηγορούμενη 2 έμεινε στο μέρος και ανέμενε την Αστυνομία. Λόγω του ότι υπήρχε μεγάλη τροχαία κίνηση μετακίνησαν τα αυτοκίνητα από την τελική τους θέση. Όταν έφτασε η Αστυνομία στην παρουσία της ετοίμασε σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο της υποδείχθηκε, της εξηγήθηκε, συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε. Το αυτοκίνητο KRH457 δεν το είδε πουθενά ούτε ξέρει από πού ήρθε. Η εκδοχή του κατηγορούμενου 2 ήταν η ακόλουθη: Είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου KWD959, μάρκας Mercedes χρώματος γκρίζου. Το αγόρασε το
  7. Λόγω κάποιου προβλήματος υγείας έχασε σχεδόν ολοκληρωτικά την όραση του. Το πρόβλημα υγείας του προκλήθηκε το έτος
  8. Αυτός είναι και ο λόγος που το αυτοκίνητο του είναι κατηγορίας αναπηρικό. Αυτός δεν μπορεί να οδηγήσει και για αυτό το αυτοκίνητο το οδηγεί αποκλειστικά η σύζυγος του. Στις 15.5.13 και περί ώρα 5:00 μ.μ. αυτός βρισκόταν συνοδηγός στο εν λόγω αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε η σύζυγος του. Αυτή οδηγούσε στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου με βόρεια πορεία. Φθάνοντας στην συμβολή με τον παρακαμπτήριο Λεμεσού παρά το Τσίρειο σταμάτησε στο ΑΛΤ. Ήλεγξε τον δρόμο για διερχόμενα αυτοκίνητα από δεξιά και εκκίνησε λοξώς αριστερά. Αυτός δεν κοίταζε καθόλου αλλά και να κοίταζε δεν μπορούσε να δει. Το αυτοκίνητο τους μπήκε στον παρακαμπτήριο με δυτική πορεία. Αφού διένυσαν γύρω στα 100 μέτρα από την συμβολή άκουσε ένα δυνατό θόρυβο από κτύπημα αυτοκινήτου στην οροφή του αυτοκινήτου και σπάσιμο στο πισινό γυαλί και η σύζυγος του κινήθηκε λίγο αριστερά και άκουσε αυτοκίνητο να πέφτει από την οροφή του αυτοκινήτου τους στην άσφαλτο. Αμέσως σταμάτησε η σύζυγος του και κατεβήκαν κάτω. Τότε αυτός πρόσεξε το αυτοκίνητο KRH547 γερμένο με την αριστερή του πλευρά. Αμέσως πήγε κοντά στο αυτοκίνητο και μαζί με ένα άλλο κύριο έβγαλαν από αυτό ένα μωρό και ακολούθως μια νεαρή κοπέλα. Ενημέρωσαν την Αστυνομία και προληπτικά ασθενοφόρο αφού και οι δύο επιβαίνοντες στο άλλο αυτοκίνητο, όπως ανέφεραν δεν τραυματίστηκαν. Αφού εκείνοι παραλήφθηκαν από το ασθενοφόρο, αυτός με την σύζυγο του έμειναν στο μέρος και περίμεναν την Αστυνομία. Η σύζυγος του δεν μετακίνησε το αυτοκίνητο από την τελική του θέση. Όσον δε αφορά το πρόβλημα με την όραση του είπε συγκεκριμένα ότι έσπαζαν τα αγγεία και αιμορραγούσαν, το αίμα έμπαινε στην κόρη του ματιού του, αυτή έκλεινε και δεν έβλεπε τίποτε. Κατέθεσε δε σχετικά τα τεκμήρια 10 και
  9. Ερωτώμενος εάν τον παρακολουθεί κάποιος γιατρός στην Κύπρο είπε ότι τον παρακολουθεί ο κύριος Κοντός. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο οφθαλμίατρος Θεοδόσης Κοντός. Σύμφωνα με αυτόν: Ο κατηγορούμενος 2 ήταν ασθενής του από το
  10. Σχετικά με την κατάσταση της όρασης αυτού κατέθεσε έγγραφο με τίτλο «Οφθαλμολογική Γνωμάτευση) ημερ. 10.11.16 που συνέταξε ο ίδιος (τεκμήριο 13) όπου αναφέρει τα εξής: «Ο ασθενής Κωνσταντίνου Ματθαίος εξετάσθηκε για πρώτη φορά την 26/09/
  11. Από τότε παρουσίαζε εκφύλιση του οπίσθιου πόλου και της ώχρας κηλίδας µε ουλές και αιμορραγίες που προοδευτικά χειροτέρευαν. Το 1992 η οπτική οξύτητα ήταν / 1/20 \ 1/
  12. Υποβλήθηκε σε πολλές συνεδρίες ακτινών LASER αλλά η κατάσταση του χειροτέρεψε σε πολύ µεγάλο βαθµό το 2003 η οπτική οξύτητα ήταν Ι ΔΟ 1/20 \ ΑΟ 1 1/
  13. Σήµερα ο ασθενής έχει όραση: ΔΟ 1/20 ΑΟ 1/
  14. Ο ασθενής δεν έχει ικανοποιητική όραση και δεν µπορεί να οδηγεί από τότε που εξετάστηκε για πρώτη φορά». Ανέφερε δε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος 2 πάσχει από κεντρική αμφιβληστροειδοπάθεια δηλ. το πίσω μέρος του ματιού που είναι η ωχρά κηλίδα όπου συγκεντρώνεται το φως για να βλέπουμε, παθαίνει μία εκφύλιση, παθαίνει βλάβη. Έχει δε το ίδιο πρόβλημα και στα δύο μάτια. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει το πρόβλημα όταν τον επισκέφθηκε και την κατάσταση του σήμερα, είπε ότι το 1994 η όραση του ήταν πολύ χαμηλή και στα δύο μάτια και συγκεκριμένα στο δεξί μάτι ήταν περίπου 3/10 ενώ στο αριστερό μάτι ούτε 1/10 και έκτοτε συνεχώς χειροτερεύει, μειώνεται με αποτέλεσμα σήμερα να είναι στο ένα μάτι 1/20 και στο άλλο 1/
  15. Το 2013 η εν λόγω κατάσταση ήταν οπωσδήποτε χειρότερη από την πρώτη φορά που τον είδε και ίσως λίγο καλύτερη από σήμερα. Το 2003 η όραση του στο δεξί μάτι ήταν 1/10 και στο άλλο μάτι 1/
  16. Εξήγησε δε ότι με το 1/20 μπορεί κάποιος να μετρά τα δάκτυλα σε ένα μέτρο. Είπε επίσης ότι δεν υπάρχει θεραπεία για αυτό το πρόβλημα και ότι θα συνεχίσει να μειώνεται η όραση του κατηγορούμενου
  17. Εξηγώντας την φράση «Ο ασθενής δεν έχει ικανοποιητική όραση και δεν µπορεί να οδηγεί από τότε που εξετάστηκε για πρώτη φορά» στο τεκμήριο 13 είπε ότι εννοεί ότι η όραση και τότε, πρώτη φορά που τον είδε και σήμερα δεν είναι ικανοποιητική για να οδηγεί. Σε ερώτηση εάν συμφωνεί ότι αυτός δεν θα μπορούσε από τότε να οδηγήσει, δεν είχε την ικανότητα είπε ότι σίγουρα δεν είχε την όραση που χρειάζεται. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε με απλότητα και σαφήνεια το δυστύχημα ως το είδε καθώς και όσα είδε στην συνέχεια, ήταν βέβαιος και σταθερός στις θέσεις του, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικά άφησε την εικόνα ενός ειλικρινούς προσώπου, το οποίο δεν γνώριζε ούτε τους κατηγορούμενους ούτε και την οδηγό του άλλου αυτοκινήτου αλλά τυχαία είδε ότι είδε. Με άλλα λόγια επρόκειτο για ένα ανεξάρτητο αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος δεν είχε τίποτε να κερδίσει λέγοντας ψέματα. Ανέφερε ότι η όραση του είναι καλή και ότι από το σημείο που βρισκόταν έβλεπε καθαρά, αφού δεν τον εμπόδιζε οτιδήποτε να έχει καλή ορατότητα. Ήταν δε σαφής ότι όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν οι κατηγορούμενοι μετά το δυστύχημα, είδε τον κατηγορούμενο 2 να εξέρχεται από αυτό από την δεξιά πλευρά και την κατηγορούμενη 1 από την αριστερή. Ανέφερε επίσης ότι δεν πήγε στην συνέχεια κοντά στον εν λόγω αυτοκίνητο ώστε να δει εάν αυτό ήταν αριστεροτίμονο ή δεξιοτίμονο αλλά ήταν κατηγορηματικός ότι ο κατηγορούμενος 2 κατέβηκε από την δεξιά πλευρά εξ ου και ανέφερε ότι εάν ήταν δεξιοτίμονο το οδηγούσε ο κατηγορούμενος 2 ενώ εάν ήταν αριστεροτίμονο το οδηγούσε η κατηγορούμενη
  18. Η Μ.Κ.2, οδηγός του έτερου εμπλεκόμενου στο δυστύχημα αυτοκινήτου, επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις και ήταν σταθερή στις θέσεις της. Περιέγραψε δε και αυτή πώς κινήθηκαν τα δύο οχήματα και γενικά τον τρόπο που επισυνέβη το δυστύχημα και ήταν επίσης κατηγορηματική ότι είδε να οδηγεί το άλλο αυτοκίνητο ένας ηλικιωμένος άντρας καθώς και ότι το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν δεξιοτίμονο. Τα αμέσως πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Είπε δε ως προς τούτο ότι είδε τον οδηγό τόσο την ώρα που οδηγούσε το αυτοκίνητο αλλά και όταν μετά το δυστύχημα αυτή ούσα ακόμη μέσα στο αυτοκίνητο κοίταξε προς το άλλο αυτοκίνητο που ήταν πιο μπροστά αλλά όχι σε μεγάλη απόσταση και τον είδε να κατεβαίνει από δεξιά από την πόρτα του οδηγού. Η θέση της ότι πριν ακόμη βγει από το αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε και το παιδί της, κοίταξε πρώτα να δει ποιος τους είχε χτυπήσει, δεν κρίνεται ως μη λογική ή ως ανατρέπουσα την όλη αξιοπιστία της. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση της ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν ανάμεσα στα πρόσωπα που βοήθησαν να βγει εκείνη και το παιδί της από το αυτοκίνητο, επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί. Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε αυτή γνώριζε τους κατηγορούμενους ούτε και είχε οποιεσδήποτε διαφορές μαζί τους και δεν είναι λογικό να είπε ψέματα εφόσον δεν προέκυψε από την μαρτυρία ότι είχε κάποιο συμφέρον στο να πει ότι ο οδηγός του άλλου οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος 2 και όχι η κατηγορούμενη
  19. Όπως και οι άλλοι δύο προαναφερόμενοι μάρτυρες έτσι και ο Μ.Κ.3 άφησε την εικόνα ενός ειλικρινούς μάρτυρα. Περιέγραψε με σαφήνεια τα όσα παρατήρησε σε σχέση με το πώς έγινε το δυστύχημα, του οποίου ήταν αυτόπτης μάρτυρας καθώς και τα όσα έκανε, είδε και αντιλήφθηκε στην συνέχεια. Οι δε θέσεις του χαρακτηρίζονταν από συνέπεια και λογική και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Από δε το σύνολο της μαρτυρίας του προκύπτει σαφώς ότι ήταν ένας ανεξάρτητος μάρτυρας που δεν γνώριζε τους εμπλεκόμενους στο δυστύχημα και δεν είχε να κερδίσει κάτι λέγοντας ψέματα ώστε να βοηθήσει κάποιον από αυτούς αλλά ήλθε στο Δικαστήριο να πει τα πραγματικά γεγονότα όπως αυτός τα είδε και αντιλήφθηκε. Διευκρίνισε δε από την αρχή της κυρίως εξέτασης του σε σχέση με αυτό που ανέφερε στην κατάθεση του, ότι επειδή ο ίδιος προσπαθούσε να βγάλει το μωρό από το ένα αυτοκίνητο, δεν είδε τον οδηγό του άλλου οχήματος να ανοίγει την πόρτα και να κατεβαίνει από αυτό αλλά ήταν κατηγορηματικός ότι όταν γύρισε προς τα εκεί είδε τον κατηγορούμενο 2 να βρίσκεται στην δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου και να προσπαθεί να καθαρίσει την φανέλα του από γυαλιά τζαμιού που έσπασε όταν το άλλο αυτοκίνητο έγειρε πάνω στο εν λόγω αυτοκίνητο καθώς και ότι είδε τότε και την κατηγορούμενη 2 να βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του ίδιου αυτοκινήτου. Κατά την κυρίως εξέταση του διευκρίνισε επίσης ότι αυτός έβγαλε από το αυτοκίνητο αμέσως μετά το δυστύχημα το παιδί. Στην αντεξέταση του επανέλαβε ότι αυτός έβγαλε από το αυτοκίνητο το παιδί και ότι ανέφερε στην κοπέλα ότι το παιδί ήταν καλά καθώς και ότι την κοπέλα την βοήθησαν άλλοι να βγει αλλά δεν θυμάται ποιοι. Εξήγησε δε πειστικά ότι λέγοντας στην κατάθεση του ότι βοήθησε και την οδηγό να βγει με άλλα άτομα που είχαν σταματήσει εννοούσε ότι σαν ομάδα όλοι βοήθησαν να βγάλουν την οδηγό και το μωρό. Τέλος σε σχέση με την αναφορά του στην κατάθεση ότι αρχικά ο κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ευθύνη αλλά μετά ένας ισιωτής που ήρθε τον συμβούλεψε να πει ότι ήταν στον κύριο δρόμο και του κτύπησε η κοπέλα, διευκρίνισε και πάλι στην κυρίως εξέταση του ότι δεν τον άκουσε να το λέει αυτό αλλά ότι ουσιαστικά αυτό αντιλήφθηκε από τα όσα του είπε ο κατηγορούμενος αρχικά και από τα όσα είπε μετά που κατέφθασε ο ισιωτής, κάτι που εξήγησε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στην αντεξέταση του. Όσον δε αφορά την αντιπαραβολή της μαρτυρίας των Μ.Κ1-3, ως προς τα κοινά γεγονότα που κατέθεσαν, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν υπήρξαν ουσιώδεις αντιφάσεις ή διαφορές μεταξύ τους αλλά αντίθετα η μαρτυρία αυτών, ως προς τα ουσιώδη, είτε αλληλοεπιβεβαιώνεται είτε αλληλοσυμπληρώνεται. Οποιεσδήποτε μικροδιαφορές υπήρξαν όπως για παράδειγμα στις ακριβείς κινήσεις και στο σημείο που συγκρούστηκε το ένα αυτοκίνητο πάνω στο άλλο, στα χρώματα ή στις μάρκες των δύο οχημάτων ή στο ποιος έβγαλε την κοπέλα και το μωρό της από το αυτοκίνητο, κρίνω ότι, στα πλαίσια και των επίδικων αδικημάτων, αποτελούν μικροανακρίβειες σε επουσιώδεις λεπτομέρειες, οι οποίες εξεταζόμενες στο σύνολο της όλης μαρτυρίας, ενδυναμώνουν την αξιοπιστία των μαρτύρων και προβάλλουν το φυσικό τρόπο με τον οποίο διατύπωσαν τα γεγονότα που είχαν στη μνήμη τους και αποτελούν ένδειξη ανυπαρξίας προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ τους ως προς το τί θα κατέθεταν (βλ. Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174 και Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 143). Ως εκ των άνω η μαρτυρία των Μ.Κ.1-3 γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.4 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε όταν μετέβηκε στην σκηνή του δυστυχήματος καθώς και το τι είδε και τι του λέχθηκε εκεί. Εξήγησε δε με βάση ποια δεδομένα του δημιουργήθηκε εύλογα η υποψία ότι δεν του λέχθηκε η αλήθεια ως προς το ποιος ήταν ο οδηγός του οχήματος στο οποίο επέβαιναν οι κατηγορούμενοι, κάτι που τον οδήγησε να αναζητήσει ανεξάρτητη μαρτυρία προς τούτο, την οποία και τελικά εντόπισε. Η όλη δε θέση του πρέπει να λεχθεί ότι ήταν λογική και δεν προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας του ότι αυτός έδρασε επιλεκτικά και με αλλότριο σκοπό δηλ. ώστε να στοιχειοθετήσει τα επίδικα αδικήματα εις βάρος των κατηγορουμένων, παραλείποντας να λάβει μαρτυρίες και άλλων προσώπων που πιθανόν να είδαν άλλα πράγματα, ως του υποβλήθηκε από την υπεράσπιση. Ήταν δε προς τούτο σαφής και κατηγορηματικός ότι δεν έδρασε έτσι και ούτε φαίνεται να υπήρχε οποιαδήποτε σκοπιμότητα προς τούτο. Εξήγησε δε πειστικά και λογικά ότι παρά το ότι στην σκηνή υπήρχαν πολλά άτομα όταν αυτός πήγε, κάλεσε ουσιαστικά να του δώσουν μαρτυρία τους αυτόπτες μάρτυρες δηλ. εκείνους οι οποίοι ως τέτοιοι μπορούσαν να αναφερθούν με ακρίβεια στα γεγονότα. Είπε δε άλλωστε ότι πέραν αυτών των μαρτύρων δεν είχε μαρτυρία που να υποστηρίζει διαφορετική θέση. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Μ.Κ.4 εκτέλεσε ορθά και αμερόληπτα τα ανακριτικά του καθήκοντα και η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Όσον αφορά τον Μ.Υ.1, αυτός κατέθεσε όχι μόνο ως ιατρός του κατηγορούμενου 2, αλλά και ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με την γνώμη του για την ικανότητα του κατηγορούμενου 2 να οδηγεί. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) ΑΑΔ 746, R v. Turner
(1975)1 All.E.R. 70 και Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Η ιδιότητα του εν λόγω μάρτυρα ως εμπειρογνώμονα οφθαλμίατρου δεν έχει αμφισβητηθεί. Εντούτοις θα πρέπει να λεχθεί ότι από το σύνολο της μαρτυρίας του κρίνεται ότι αυτός, όχι μόνο δεν παρέθεσε τα αναγκαία επιστημονικά στοιχεία που αναμένονται από ένα εμπειρογνώμονα, έτσι ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί του θέματος για το οποίο γνωμοδότησε, αλλά δεν έπεισε καν για την αντικειμενικότητα του, ούτε και για την ορθότητα της κατάστασης του κατηγορούμενου 2 από τότε που τον είδε για πρώτη φορά μέχρι σήμερα αλλά ούτε και για την υπό κρίση γνώμη του. Συγκεκριμένα: Αναφορικά με την κατάσταση του κατηγορούμενου 2, εξέδωσε σχετικά την «Οφθαλμολογική Γνωμάτευση» τεκμήριο
  1. Σε αυτήν αναφέρει την κατάσταση του κατηγορούμενου 2 το 1994, το 2003 και σήμερα. Καταλήγει σε αυτή ότι ο κατηγορούμενος 2 «δεν έχει ικανοποιητική όραση και δεν µπορεί να οδηγεί από τότε που εξετάστηκε για πρώτη φορά». Είπε επίσης για το πιο πάνω συμπέρασμα του ότι εννοεί ότι η όραση του και τότε δηλ. την πρώτη φορά που τον είδε και σήμερα δεν είναι ικανοποιητική για να οδηγεί. Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι το 1994 η όραση του ήταν πολύ χαμηλή και στα δύο μάτια και συγκεκριμένα στο δεξί μάτι ήταν περίπου 3/10 ενώ στο αριστερό μάτι ούτε 1/10 και έκτοτε συνεχώς χειροτερεύει. Εδώ όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι στο τεκμήριο 13 αναφερόμενος στην κατάσταση του όταν τον πρωτοεξέτασε αναγράφει ότι στο δεξί μάτι ήταν 1/20 και όχι 3/
  2. Είπε επίσης στην κυρίως εξέταση του ότι το 2013 η εν λόγω κατάσταση ήταν οπωσδήποτε χειρότερη από την πρώτη φορά που τον είδε και ίσως λίγο καλύτερη από σήμερα. Αυτό όμως προφανώς αποτελεί υπόθεση του εφόσον, ως αποκάλυψε εξέτασε τον κατηγορούμενο 2 για τελευταία φορά το 2003 και όχι το
  3. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι δεν ανέφερε εάν και πότε τον εξέτασε πρόσφατα για σκοπούς σύνταξης του τεκμηρίου 13 και ιδιαίτερα ως προς την κατάσταση του σήμερα. Περαιτέρω ενώ είπε ότι αυτός συνέστησε στον κατηγορούμενο 2 να πάει στο Ισραήλ το 1994 για να πάρει μια δεύτερη γνώμη για το πρόβλημα του και ενώ τον είδε και το 2003, εντούτοις χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση είπε ότι δεν είχε στοιχεία για τα αποτελέσματα στο Ισραήλ. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 11 είπε ότι εκεί αναφέρεται ως μονάδα μέτρησης της οπτικής οξύτητας 6/120 στο ένα μάτι και 6/15 στο άλλο μάτι. Δέχθηκε δε ότι με βάση αυτά στο ένα του μάτι η όραση ήταν λίγο πιο κάτω από την μισή. Όταν δε ρωτήθηκε ουσιαστικά τι μπορεί να δει κάποιος που έχει τέτοιου επιπέδου όραση έστω στο ένα του μάτι δηλ. λίγο πιο κάτω από την μισή και σε τι απόσταση είπε ότι εξαρτάται από το μέγεθος του αντικειμένου και ότι μεγάλα αντικείμενα μπορεί να τα δει καλύτερα και από απόσταση ενώ μικρά δεν μπορεί να τα δει. Όταν δε ρωτήθηκε εάν μπορούσε να δει ένα αυτοκίνητο από 100 μέτρα απάντησε καταφατικά. Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση τουλάχιστον με την θέση του ότι ο κατηγορούμενος 2 από την πρώτη φορά που τον είδε δεν μπορεί να οδηγήσει. Όταν αμέσως μετά ρωτήθηκε εάν άρα απαγορεύεται σε κάποιον με τέτοια όραση να οδηγεί αλλά εάν μπορεί να αποκλείσει ότι κάποιος μπορεί να πιάσει το αυτοκίνητο να οδηγήσει απάντησε ότι μιλά οφθαλμολογικά αν είναι ικανός να δει. Τέλος όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν μπορεί μεν κάποιος για σκοπούς του νόμου να μην είναι ικανός να οδηγήσει αλλά εάν μπορεί να απαντήσει εάν κάποιος με αυτή την όραση δεν θα μπορούσε να οδηγήσει είπε ότι δεν γνωρίζει. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται στο σύνολο της. Τέλος οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκαναν καθόλου καλή εντύπωση. Οι ουσιώδεις θέσεις τους δεν ήταν σταθερές, δεν βρίσκουν έρεισμα στην λογική και διανθίστηκαν από εκ των υστέρων σκέψεις τους, τις οποίες προώθησαν ώστε η όλη εκδοχή τους να συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία και να μην διαψεύδεται από αυτήν. Ήταν επίσης εμφανής η ύπαρξη προσυνεννόησης μεταξύ τους ως προς το τι θα έλεγα. Ως προς την βασική τους δε θέση ότι δηλ. δεν ήταν ο κατηγορούμενος 2 που οδηγούσε το αυτοκίνητο κατά το τροχαίο δυστύχημα στις 15.5.13, αυτή διαψεύδεται όχι μόνο από την Μ.Κ.2 αλλά και από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία. Συγκεκριμένα: Η κατηγορούμενη 1 στην κυρίως εξέταση της, υιοθέτησε ως μέρος αυτής την κατάθεση της (τεκμήριο 8), όπου σε σχέση με το δυστύχημα είπε ότι φθάνοντας στην συμβολή με τον παρακαμπτήριο σταμάτησε στο ΑΛΤ, κοίταξε δεξιά και δεν ερχόταν κανένα αυτοκίνητο, εκκίνησε λοξώς αριστερά για να μπει στον παρακαμπτήριο και να πάρει δυτική πορεία και μόλις εκκίνησε και εισήλθε εντός του παρακαμπτήριου διανύοντας μικρή απόσταση ένιωσε χτύπημα πάνω στην οροφή του αυτοκινήτου της. Στην αντεξέταση της όμως είπε ότι στο ΑΛΤ σταμάτησε λίγο και κοίταξε δεξιά κάτι που προφανώς διαφέρει από τα πιο πάνω όπου φαίνεται ότι σταμάτησε εντελώς και στην συνέχεια εκκίνησε. Δέχθηκε δε ότι ήταν εντελώς άδειος ο δρόμος δεξιά αλλά εντούτοις υποστήριξε ότι δεν ερχόταν άλλο αυτοκίνητο, κάτι που δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική εφόσον το άλλο αυτοκίνητο δεν μπορούσε να έλθει από κάπου αλλού. Ο δε κατηγορούμενος 2, στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε την κατάθεση του (τεκμήριο 9) στην οποία περιγράφοντας το δυστύχημα είπε ότι φθάνοντας στην συμβολή με τον παρακαμπτήριο, η σύζυγος του σταμάτησε στο ΑΛΤ, ήλεγξε τον δρόμο για διερχόμενα αυτοκίνητα από δεξιά και εκκίνησε λοξώς αριστερά και ότι το αφού το αυτοκίνητο τους μπήκε στον παρακαμπτήριο με δυτική πορεία και διένυσε 100 μέτρα από την συμβολή άκουσε ένα δυνατό θόρυβο από κτύπημα αυτοκινήτου στην οροφή του αυτοκινήτου και σπάσιμο στο πισινό γυαλί και η σύζυγος του κινήθηκε λίγο αριστερά και άκουσε αυτοκίνητο να πέφτει από την οροφή του αυτοκινήτου τους στην άσφαλτο. Σε σχέση όμως με την προαναφερόμενη περιγραφή του εύλογα εγείρεται το ερώτημα πως, ενώ υποστηρίζει ότι το πρόβλημα όρασης του δεν του επιτρέπει να οδηγεί και κατά λογική προέκταση να αντιλαμβάνεται όσα ένας οδηγός, εντούτοις αντιλήφθηκε ότι η σύζυγος του έκανε τις προαναφερόμενες συγκεκριμένες προσεκτικές ενέργειες πριν εισέλθει στον παρακαμπτήριο αλλά και ότι εκκίνησε λοξώς αριστερά και ότι διένυσε και 100 μέτρα (δηλ. πολύ συγκεκριμένη απόσταση) από την συμβολή πριν αντιληφθούν το άλλο αυτοκίνητο. Εδώ να σημειωθεί ότι η σύζυγος του στην κατάθεση της, που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέταση της, είπε ότι διένυσε μικρή απόσταση πριν αντιληφθεί το άλλο αυτοκίνητο. Όταν δε τέθηκε στον κατηγορούμενο 2 στην αντεξέταση, με βάση πάντα τα όσα είπε σε σχέση με το άλλο αυτοκίνητο, η ερώτηση «Παντές τζιαί ήρτε που τον ουρανό όπως μου τα λέτε;» αυτός έδωσε την μη πειστική απάντηση «Εεε. γίνουνται». Η δε κατηγορούμενη 1 ενώ στην κυρίως εξέταση της υποστήριξε ότι ένιωσε το χτύπημα στο αυτοκίνητο όταν διάνυσε μικρή απόσταση εντός του παρακαμπτηρίου, στην αντεξέταση της άλλαξε ουσιαστικά την θέση της λέγοντας ότι διένυσε απόσταση 80-100 μέτρων, ως δηλ. είπε στην κατάθεση του και αργότερα στην μαρτυρία του ο κατηγορούμενος 1, και για να δικαιολογήσει την εν λόγω ασυνέπεια είπε ότι αυτό της το ανέφερε ο Αστυνομικός τον οποίο αυτή ρώτησε σχετικά. Η θέση της όμως αυτή δεν είναι πειστική καθότι η ίδια ήταν παρούσα και θα αναμενόταν να κάνει κάποιο υπολογισμό ή τουλάχιστον να πει ότι δεν ξέρει και όχι να αναφέρει ότι διένυσε μικρή απόσταση. Περαιτέρω δεν είναι λογική η θέση της στην αντεξέταση της ότι δεν είδε αμέσως μετά την σύγκρουση το άλλο αυτοκίνητο να ανεβαίνει στο δεξιό προστατευτικό μεταλλικό κιγκλίδωμα αφού αυτό, με δεδομένο ότι η ίδια είπε ότι ένιωσε χτύπημα στην οροφή του αυτοκινήτου, δείχνει ότι τα δύο αυτοκίνητα ήλθαν σε επαφή. Όταν ρωτήθηκε πως λέει ότι έγινε το δυστύχημα είπε ότι δεν ξέρει, ότι αυτή το ένιωσε πάνω στην οροφή του αυτοκινήτου της και μετά αυτή μετακινήθηκε λίγο και έπεσε. Όταν της υποβλήθηκε εύλογα ότι ο λόγος που δεν θυμάται είναι γιατί δεν οδηγούσε αυτή είπε ότι αυτή οδηγούσε και ότι θυμάται πολύ καλά και αυτά ήταν τα γεγονότα, κάτι που όμως προφανώς δεν ισχύει. Ο δε κατηγορούμενος 2 όταν στην αντεξέταση του τέθηκε ότι στην κατάθεση του είπε ότι διένυσαν 100 μέτρα, διερωτήθηκε ποιος είπε αυτό και όταν του λέχθηκε ότι αυτός το είπε, προφανώς αντιλαμβανόμενος το μη λογικό της θέσης του υποστήριξε και αυτός, όπως και η σύζυγος του, ότι το είπε με βάση τα στοιχεία που έγραψε ο αστυνομικός και τα γυαλιά που ήταν σπασμένα μέσα στον δρόμο. Περαιτέρω η κατηγορούμενη 1 στην κυρίως εξέταση της είπε ότι μετά την σύγκρουση, η πρώτη ενέργεια του συζύγου της ήταν να κατεβεί από το αυτοκίνητο και να πάει κοντά της (δηλ. από την εξωτερική πλευρά του αυτοκινήτου) για να δει εάν αυτή είναι καλά και αμέσως μετά έτρεξε στο αυτοκίνητο το άλλο για να βοηθήσει. Στην κατάθεση της όμως δεν ανέφερε ότι ο σύζυγος της πήγε από την πλευρά της να δει τι κάνει ενώ αντίθετα είπε ότι η ίδια αμέσως σταμάτησε το αυτοκίνητο και κατέβηκε κάτω. Στην αντεξέταση της όμως ανέφερε ότι η ίδια δεν κατέβηκε αμέσως κάτω από το αυτοκίνητο και ότι ο σύζυγος της πήγε στην μεριά της από την θέση του συνοδηγού και την ρώτησε εάν είναι καλά και όταν του απάντησε καταφατικά εκείνος πήγε στο άλλο αυτοκίνητο. Όταν όμως εύλογα της τέθηκε η ερώτηση γιατί δεν την ρώτησε εβρισκόμενος μέσα στο αυτοκίνητο εάν είναι καλά, αφού καθόταν δίπλα της και χρειάστηκε να πάει από την πλευρά της για να την ρωτήσει, έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι εκείνος πήγε και πρώτα κοίταξε να δει εάν αυτή είναι καλά. Όταν δε ρωτήθηκε στη συνέχεια εάν δηλ. όταν μετά τη σύγκρουση σταμάτησαν δεν την ρώτησε εάν είναι καλά, απάντησε και πάλι μη πειστικά ότι την κοίταξε, είδε ότι ήταν στη θέση της καλά αλλά μετά πήγε και από την μεριά της για να σιγουρευτεί εάν ήταν πραγματικά καλά. Μετά ο σύζυγος της έτρεξε στο άλλο αυτοκίνητο για να βοηθήσει, διότι κατάλαβε ότι χρειαζόταν βοήθεια η κοπέλα. Ο δε κατηγορούμενος 2 στην κατάθεση του είπε ότι αμέσως όταν σταμάτησε η σύζυγος του το αυτοκίνητο κατεβήκαν κάτω (μιλώντας στον πληθυντικό) και αυτός πήγε κοντά στο άλλο αυτοκίνητο και μαζί με κάποιον άλλο έβγαλαν από αυτό ένα μωρό και ακολούθως μια νεαρή κοπέλα. Στην συνέχεια όμως της κυρίως εξέτασης του, είπε για πρώτη φορά, όπως και η σύζυγος του, ότι μετά που σταμάτησε το αυτοκίνητο τους, αυτός βγήκε και πήγε στην γυναίκα του πρώτα και την ρώτησε εάν είναι εντάξει, εάν είναι εντελώς καλά και μετά πήγε στο άλλο αυτοκίνητο. Σε άλλο όμως σημείο της κυρίως εξέτασης του είπε ότι μετά την σύγκρουση βγήκε από το αυτοκίνητο και πήγε και είδε τις ζημιές στο αυτοκίνητο του. Όταν δε ρωτήθηκε εάν μίλησαν καθόλου τότε με τη σύζυγο του είπε «Μετά, ήμουν εκεί που ήταν η σύζυγος μου, μιλούσαμε». Στην αντεξέταση του είπε ότι όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο αυτός βγήκε έξω και πήγε από την δεξιά πλευρά που ήταν η σύζυγος του και είδε τί ζημιά υπήρχε στο αυτοκίνητο του και έμεινε εκεί δίπλα στην γυναίκα του. Δεν ανέφερε δηλ. ότι την ρώτησε εάν ήταν καλά. Μόνο δε όταν ρωτήθηκε εάν το έπραξε αυτό απάντησε καταφατικά για να προσθέσει ότι το έκανε γιατί η γυναίκα του έπαθε σοκ. Εδώ όμως να σημειωθεί ότι η κατηγορούμενη 1 ουδέποτε ανέφερε ότι έπαθε σοκ. Όταν δε πολύ εύλογα του τέθηκε η ερώτηση γιατί δεν την ρώτησε εάν ήταν καλά ενώ βρίσκονταν μέσα στο αυτοκίνητο έδωσε την μη πειστική απάντηση «Την ρώτησα εάν είναι καλά και μου λέει «ναι», αλλά πήγα και δίπλα, εστέκουμουν τζιαμέ» και πάλι μόνο όταν ρωτήθηκε εάν το έκανε αυτό για να βεβαιωθεί είπε «Ναι, όταν έχεις πρόβλημα, όταν πάθεις σοκ, βέβαια, τι περιμένεις;». Σε αντίθεση δε με την σύζυγο του υποστήριξε ότι δεν πήγε αμέσως μετά στο άλλο αυτοκίνητο αλλά μόνο αφού παρέμεινε δίπλα στην σύζυγο του για περίπου 5 λεπτά. Είναι όμως εμφανές ότι η θέση ότι ο κατηγορούμενος 2 εξήλθε από το αυτοκίνητο από την θέση του συνοδηγού και πήγε, αμέσως μετά που σταμάτησε, έξω από την πόρτα του οδηγού, αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη των κατηγορουμένων την οποία προσυνεννοημένα υποστήριξαν ώστε η θέση τους να συνάδει με την μαρτυρία του Μ.Κ.3 ότι είδε τον κατηγορούμενο 2 να στέκεται έξω από την πόρτα του οδηγού. Εδώ όμως να υπομνησθεί ότι η Μ.Κ.2 είδε τον κατηγορούμενο όχι μόνο να κατεβαίνει από την πόρτα του οδηγού αμέσως μετά που το αυτοκίνητο του σταμάτησε αλλά και να οδηγεί το αυτοκίνητο, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε ενώ και ο Μ.Κ.1, που ως προαναφέρθηκε πρόκειται για ανεξάρτητο μάρτυρα, τον είδε να εξέρχεται από την ίδια πόρτα. Όσον δε αφορά τις ζημιές του αυτοκινήτου τους, η κατηγορούμενη 1 στην κυρίως εξέταση της είπε ότι ήταν χτυπημένη η οροφή και το καθρεφτάκι νομίζει για να καταλήξει ότι δεν θυμάται. Όταν δε ρωτήθηκε εάν θυμάται καθόλου να έσπασε κάποιο τζάμι του αυτοκινήτου είπε ότι δεν θυμάται. Στην αντεξέταση της όμως είπε ότι εκεί που έγινε η σύγκρουση υπήρχαν σπασμένα γυαλιά και ερωτώμενη από που προήλθαν αυτά είπε ότι έσπασε ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου, το καθρεφτάκι, δεν ξέρει ακριβώς τι. Ο δε κατηγορούμενος 2 όμως ανέφερε ότι έπαθε ζημιά η οροφή, έσπασε το δεξί καθρεφτάκι και το γυαλί πίσω και αρνήθηκε ότι έσπασε ο ανεμοθώρακας. Περαιτέρω η κατηγορούμενη 2 στην κυρίως εξέταση της είπε ότι όταν βγήκε η κοπέλα με το μωρό από το άλλο αυτοκίνητο κατέβηκε και η ίδια και την ρώτησε εάν είναι καλά και εκείνη της είπε ότι είναι καλά και δεν είχε κάτι. Στην κατάθεση της όμως δεν ανέφερε ότι μίλησε καθόλου με την εν λόγω κοπέλα αλλά ότι αμέσως μετά που έγινε το δυστύχημα σταμάτησε το αυτοκίνητο και κατέβηκε κάτω και ότι έμεινε κοντά στο αυτοκίνητο της και δεν κόντεψε καθόλου στο άλλο αυτοκίνητο. Ο δε κατηγορούμενος 2 στην κυρίως εξέταση του είπε ότι αυτός με ένα άλλο κύριο έβγαλαν από το άλλο αυτοκίνητο ένα μωρό και ακολούθως μια νεαρή κοπέλα. Ανέφερε όμως ότι δεν είδε το πρόσωπο του άλλου αυτού κυρίου. Στην αντεξέταση του, ως προαναφέρθηκε, είπε ότι δεν πήγε στο άλλο αυτοκίνητο παρά μόνο 5 λεπτά μετά που βγήκε από το δικό του. Εδώ να σημειωθεί ότι η θέση του Μ.Κ.3 ότι αυτός μόνος του έβγαλε το μωρό από το αυτοκίνητο αμέσως μετά το δυστύχημα καθώς και ότι δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τον κατηγορούμενο 2 επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Όταν στην αντεξέταση του κατηγορούμενου 2 του υποβλήθηκε ότι ο Μ.Κ.3 δεν του μίλησε και ότι το πρώτο που έκανε ήταν να πάει να βγάλει το μωρό, παρά το ότι είπε πριν ότι δεν είδε το πρόσωπο του άλλου είπε «Ό,τι θέλει λέει, είναι μαζί που πήγαμε να βγάλουμε το μωρό από το αυτοκίνητο, εάν δεν με γνώριζε η κοπέλα άλλο γεγονός, εγώ όμως πήγα και τη βοήθησα» και στην συνέχεια προφανώς για να συνάδει με την όλη θέση του είπε ότι και το εν λόγω πρόσωπο στεκόταν εκεί για 5 λεπτά και μετά είπε στον κατηγορούμενο 2, για το άλλο αυτοκίνητο «Άρχισε να ξικαπνίζει, να πάμε να βγάλουμε το μωρό και την κοπέλα» οπόταν και πήγαν. Όσον αφορά το τι λέχθηκε στον αστυνομικό που κατέφθασε στην σκηνή, η κατηγορούμενη 1, στην κυρίως εξέταση της είπε ότι όταν πήγε ο αστυνομικός και ρωτήθηκε ποιος οδηγούσε του είπε ότι οδηγούσε η ίδια. Στην αντεξέταση της ερωτώμενη που ήταν αυτή όταν πήγε εκεί ο αστυνομικός είπε ότι αυτός πήγε και έπιασε κατάθεση από την άλλη κοπέλα και τους παριστάμενους εκεί και αυτή ήταν κοντά στο αυτοκίνητο της και μετά πήγε ο αστυνομικός κοντά της. Όταν όμως ρωτήθηκε αμέσως μετά εάν συμφωνεί ότι όταν πήγε ο αστυνομικός ήταν εκεί και η άλλη κοπέλα είπε ότι αυτό δεν το θυμάται. Είπε δε στην αντεξέταση της ότι όταν πήγε εκεί ο αστυνομικός ο σύζυγος της ήταν εκεί μαζί με αυτόν ενώ η ίδια έμεινε κοντά στο αυτοκίνητο τους. Όταν στην συνέχεια ρωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι όταν πήγε ο αστυνομικός εκεί αρχικά του δηλώθηκε ο σύζυγος της σαν οδηγός είπε ότι δεν ήταν παρούσα. Παρόλα αυτά είπε ότι ο αστυνομικός ρώτησε τον σύζυγο της «Τίνος είναι το αυτοκίνητο;» και αυτός του είπε «Είναι δικό μου» και μάλιστα η κατηγορούμενη 1 έσπευσε να πει ότι δήθεν αυτό ο αστυνομικός το εξέλαβε ότι οδηγός ήταν ο σύζυγος της. Δέχθηκε δε ότι στην συνέχεια όταν πήγε κοντά της ο αστυνομικός του είπε ότι αυτή οδηγούσε οπόταν εκείνος της είπε «Μα πώς, στην άλλη πλευρά έγραψα ότι ήταν ο άντρας σας οδηγός» και ότι μετά από αυτό ο Μ.Κ.4 έσβησε εκεί και άλλαξε τον οδηγό. Ο κατηγορούμενος 2 είπε, σε πλήρη σύμπνοια με την σύζυγο του, ότι όταν πήγε εκεί ο αστυνομικός τον ρώτησε «Ποιου είναι το αυτοκίνητο;» και αυτός του απάντησε ότι είναι δικό του και μετά ο αστυνομικός μίλησε με την σύζυγο του. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι και αυτή η θέση των κατηγορουμένων περί λανθασμένης αντίληψης του αστυνομικού κρίνεται ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη τους εφόσον δεν τέθηκε στον Μ.Κ.4 δηλ. στο εν λόγω αστυνομικό και τέθηκε ώστε να δικαιολογήσουν γιατί ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι αρχικά του ειπώθηκε ότι ο οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος 2 και μετά ότι ήταν η κατηγορούμενη
  4. Όσον δε αφορά την εικόνα που άφησε η κατηγορούμενη 1 κατά την μαρτυρία της θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι αυτή έδινε την εντύπωση ότι η υπόθεση δεν την αφορούσε, με κόπο απαντούσε τις ερωτήσεις ενώ σε αρκετές περιπτώσεις, προφανώς για να έχει τον χρόνο να σκεφτεί την απάντηση, έδειχνε να μην τις ακούει για αυτό και ζητούσε να τις επαναλάβουν. Τέλος σε σχέση με την κατάσταση της όρασης του συζύγου της η κατηγορούμενη 1 είπε ότι εδώ και 20 χρόνια δεν μπορεί να οδηγήσει λόγω του ότι έχει μεγάλο πρόβλημα στα μάτια του. Είπε δε ότι ο σύζυγος της μπορεί να περπατήσει, να κάνει όλες τις δουλειές, να δει πρόσωπα εντελώς κοντά, από μακριά λίγο και όχι να ξεχωρίσει. Είπε δε στην συνέχεια ότι αυτός δεν μπορεί να εστιάσει στο διάβασμα και στην οδήγηση και στις μικρές αποστάσεις και ότι διαβάζει με την βοήθεια φακού. Ο δε κατηγορούμενος 1 στην κυρίως εξέταση του, όσον αφορά το πρόβλημα με την όραση του είπε ότι λόγω κάποιου προβλήματος υγείας που προκλήθηκε το 1994 έχασε σχεδόν ολοκληρωτικά την όραση του. Διευκρίνισε δε ότι τότε έσπαζαν τα αγγεία και αιμορραγούσαν, το αίμα έμπαινε στην κόρη του ματιού του, αυτή έκλεινε και δεν έβλεπε τίποτε. Υποστήριξε δε ότι αυτή του η κατάσταση είναι η ίδια εδώ και 20 χρόνια, μετά που τελείωσε η θεραπεία από το Ισραήλ και πήγε στην Αγγλία. Εδώ όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι η πιο πάνω θέση του περί σχεδόν ολοκληρωτικής απώλειας της όρασης του τότε, διαψεύστηκε από το ίδιο το τεκμήριο 11, όπου φαίνεται ότι στο ένα μάτι η όραση του ήταν λίγο πιο κάτω από την μισή. Περαιτέρω ο ίδιος είπε στην μαρτυρία του ότι τώρα διαβάζει με την βοήθεια φακού αλλά και ότι βλέπει τηλεόραση αλλά δεν μπορεί να διαβάσει τα γράμματα. Στην αντεξέταση του είπε σχετικά ότι το 2013 η κατάσταση του είναι όπως και τώρα, κάτι που όμως δεν επιβεβαιώνεται από ιατρική μαρτυρία εφόσον τα όσα ανέφερε ο Μ.Υ.1, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγιναν δεκτά. Όταν δε ρωτήθηκε με βάση τα όσα είπε εάν έχει μεγάλο ιατρικό φάκελο απάντησε ότι έχει βέβαια και προσκόμισε προς τούτο τα τεκμήρια 10 και
  5. Όμως τα εν λόγω τεκμήρια και πάλι δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν ότι η κατάσταση της όρασης του ήταν και είναι, ως ο ίδιος ισχυρίζεται αφού κατ' αρχάς από τις ημερομηνίες που φέρουν φαίνεται ότι καλύπτουν μια περίοδο από τον Οκτώβριο του 1994 μέχρι τον Αύγουστο του
  6. Αλλά ακόμη και για αυτήν την περίοδο πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: το τεκμήριο 10 αποτελείται από δυο σελίδες όπου φαίνεται η ημερομηνία 9.8.
  7. Το δε τεκμήριο 11 αποτελείται από 7 έγγραφα, τα οποία φέρουν ημερομηνίες 12.10.94, 30.11.94, 25.12.94, 22.12.94, 18.1.95, 30.1.95 και 15.2.95, συντάχθηκαν από 3 διαφορετικά πρόσωπα και στο άνω αριστερό μέρος αναγράφουν «THE STATE OF ISRAEL MINISTRY OF HEALTH THE CHAIM SHEBA MEDICAL CENTER». Όλα δε τα προαναφερόμενα έγγραφα είναι γραμμένα στην αγγλική γλώσσα. Κανένα δε από αυτά δεν μεταφράσθηκε ή εξηγήθηκε στο Δικαστήριο. Ακόμη όμως και το Δικαστήριο να ήταν σε θέση να μεταφράσει τα πιο πάνω, δεν επιτρέπεται, να καταστήσει τον εαυτό του εμπειρογνώμονα και δη ιατρό ώστε να εξηγήσει τους όρους που αναφέρονται εκεί και την σημασία τους. Το μόνο πρόσωπο που εξήγησε κάποια από τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 11 ήταν ο Μ.Υ.1, από την μαρτυρία του οποίου δεν προκύπτει, ως προαναφέρθηκε, σχεδόν ολοκληρωτική απώλεια της όρασης του κατηγορούμενου 2 ή έστω τέτοια κατάσταση που να αποκλείει αυτός να οδηγούσε το αυτοκίνητο του κατά τον χρόνο που τροχαίου δυστυχήματος δηλ. τον Ιούνιο του
  8. Ως εκ των άνω κρίνω ότι οι κατηγορούμενοι δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς η μαρτυρία τους δεν γίνεται δεκτή. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 15.5.13 και περί ώρα 5:00 μ.μ., η Μ.Κ.2 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KRH347 στον παρακαμπτήριο Λεμεσού, με δυτική πορεία και συγκεκριμένα με κατεύθυνση από τον κυκλικό κόμβο Αγίας Φύλας προς τον κυκλικό κόμβο Πολεμιδιών. Επιβάτης στο πίσω αριστερό κάθισμα ήταν ο ανήλικος γιος της, ηλικίας ενός έτους. Ενώ η Μ.Κ.2 κρατούσε την αριστερότερη λωρίδα κυκλοφορίας, σε κάποιο σημείο του δρόμου παρά την αριστερή είσοδο - έξοδο από την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, είδε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KWD959 μάρκας Mercedes, το οποίο οδηγείτο με βόρεια πορεία, να εισέρχεται από την προαναφερόμενη οδό, στον παρακαμπτήριο για να πάρει δυτική πορεία, χωρίς να κάνει ΑΛΤ στην συμβολή με τον παρακαμπτήριο. Η Μ.Κ.2 αμέσως κόρναρε και πάτησε φρένο αλλά το άλλο αυτοκίνητο είχε ήδη μπει και έτσι δεν αποφεύχθηκε η σύγκρουση μεταξύ τους, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το αυτοκίνητο της Μ.Κ.2 να γύρει δεξιά και η μια πλευρά του να ανεβεί και να ακουμπήσει στο δεξιό προστατευτικό μεταλλικό κιγκλίδωμα και η άλλη να βρίσκεται κολλημένη στο άλλο αυτοκίνητο και αφού διένυσε κάποια μέτρα έτσι, όταν το άλλο αυτοκίνητο κινήθηκε αριστερότερα, το αυτοκίνητο της Μ.Κ.2 έγειρε και κατέληξε με ολόκληρη την δεξιά του πλευρά να βρίσκεται στην άσφαλτο. Το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KWD959 ήταν δεξιοτίμονο και οδηγείτο, κατά τον πιο πάνω χρόνο, από τον κατηγορούμενο 2, έχοντας ως συνοδηγό του την κατηγορούμενη
  9. Αμέσως μετά το δυστύχημα άτομα τα οποία ακολουθούσαν πήγαν και έβγαλαν τόσο την Μ.Κ.2 όσο και τον γιό της από το αυτοκίνητο και λίγο αργότερα μεταφέρθηκαν και οι δύο, με ασθενοφόρο, στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Σε κάποια στιγμή, ο Μ.Κ.3, που ήταν το πρόσωπο που έβγαλε τον ανήλικο από το αυτοκίνητο και ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος αφού ακολουθούσε από πολύ κοντινή απόσταση το αυτοκίνητο της Μ.Κ.2, ρώτησε τον κατηγορούμενο 2 γιατί δεν έκανε ΑΛΤ και εκείνος του απάντησε ότι δεν ξέρει γιατί έγινε έτσι αλλά μετά από λίγη ώρα που πήγε εκεί κάποιος ισιωτής ο κατηγορούμενος 2 άλλαξε την θέση του και είπε ότι αυτός μπήκε στο δρόμο και του χτύπησε η κοπέλα. Περί ώρα 17:25 της ίδιας ημέρας έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος προς διερεύνηση του ο Μ.Κ.
  10. Εκεί λέχθηκε αρχικά στον Μ.Κ.4, από τον κατηγορούμενο 2, ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KWD959 το οδηγούσε ο ίδιος, και έτσι ο Μ.Κ.4 κατέγραψε το όνομα αυτού ως οδηγού, στο σχετικό έντυπο. Μετά όμως λέχθηκε στον Μ.Κ.4 ότι ο οδηγός του εν λόγω αυτοκινήτου ήταν η κατηγορούμενη 1, οπόταν ο Μ.Κ.4 τράβηξε γραμμή πάνω από το όνομα του κατηγορούμενου 2 και κατέγραψε ως οδηγό την κατηγορούμενη
  11. Οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν για κατάθεση στον Αστυνομικό Σταθμό. Έτσι στις 14.6.13, αφού προειδοποιήθηκαν και οι δύο γραπτώς (βλ. αρχή των καταθέσεων τους) από τον Μ.Κ.4, ότι διερευνάτο εναντίον τους υπόθεση αμελούς οδήγησης, συνεπεία της οποίας προκλήθηκε το προαναφερόμενο δυστύχημα, τους λήφθηκαν από τον Μ.Κ.
  12. γραπτές καταθέσεις (τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα), τις οποίες στο τέλος υπέγραψαν ως ορθές και στις οποίες και οι δύο ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KWD959 οδηγείτο από την κατηγορούμενη 1 και ο κατηγορούμενος 2 επέβαινε σε αυτό ως συνοδηγός. Νομική πτυχή Τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι στην παρούσα εδράζονται στο άρθρο 114 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
  13. Όποιος, γνωρίζει ή έχει λόγο να πιστεύει ότι διαπράχτηκε ποινικό αδίκηµα, παρέχει πληροφορίες για αυτό σε αστυνοµικό ή άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτηµένο για τη διενέργεια ανάκρισης για τέτοιο αδίκηµα, τις οποίες αυτός γνωρίζει ή πιστεύει ότι είναι ψευδείς, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση ενός χρόνου». Τα συστατικά στοιχεία του υπό αναφορά αδικήματος, ως αυτά προκύπτουν από τον συνδυασμό τους με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, είναι λοιπόν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος:
  14. Να γνωρίζει ή να έχει λόγο να πιστεύει ότι διαπράχτηκε ποινικό αδίκηµα.
  15. Να παρέχει πληροφορίες για το εν λόγω αδίκημα σε αστυνοµικό.
  16. Να γνωρίζει ή να πιστεύει ότι οι πληροφορίες αυτές είναι ψευδείς. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 15.5.13, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, επέβαιναν στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KWD959, όταν αυτό ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα. Το εν λόγω αυτοκίνητο το οδηγούσε τότε ο κατηγορούμενος 2 και η κατηγορούμενη 1 ήταν συνοδηγός. Στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης για αμελή οδήγηση, συνεπεία της οποίας προκλήθηκε το ως άνω δυστύχημα, κλήθηκαν και οι δύο κατηγορούμενοι στην Αστυνομία. Στα πλαίσια αυτά στις 14.6.13, ενημερώθηκαν γραπτώς από τον Μ.Κ.4 ότι διερευνάτο εναντίον τους το εν λόγω αδίκημα. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι και οι δύο κατηγορούμενοι γνώριζαν ή τουλάχιστον είχαν λόγο να πιστεύουν ότι στις 15.5.13 είχε διαπραχθεί το προαναφερόμενο τροχαίο ποινικό αδίκημα. Στην συνέχεια την ίδια ημέρα δηλ. στις 14.6.13, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έδωσαν γραπτές καταθέσεις, με τις οποίες ουσιαστικά έδωσαν πληροφορίες για το προαναφερόμενο αδίκημα στον Μ.Κ.
  17. Μεταξύ των πληροφοριών που έδωσαν με τον τρόπο αυτό και οι δύο κατηγορούμενοι, ήταν το ότι ο οδηγός του οχήματος στο οποίο επέβαιναν κατά το τροχαίο δυστύχημα, ήταν η κατηγορούμενη 1, κάτι που ήταν ψευδές εφόσον οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος 2 και αυτό το γνώριζαν και οι δύο. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων και συναφώς η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην κατηγορία 1 και ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στην κατηγορία
  18. (Υπ.) ............................................ Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Ψευδείς πληροφορίες σε αστυνομικό). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.