ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΙΩΝΑ, Αρ. Υπόθεσης: 11183/14, 9/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B184 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ν. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11183/14 Μεταξύ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΙΩΝΑ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 9 Νοεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χ' Κωνσταντίνου Για τον κατηγορούμενο: κ. Κ. Χριστοφόρου με κ. Ν. Χριστοφόρου Κατηγορούμενος παρών. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου) (Ex-Tempore) Ο κατηγορούμενος κατηγορείται για οδήγηση καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των Άρθρων 6
(2)
(3)
(7), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος στις 15/06/2013 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KUX 708, στον παρακαμπτήριο Αγίου Αθανασίου στη Λεμεσό, με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας που έχει οριστεί, δηλαδή, με ταχύτητα 104 ΧΑΩ αντί 80 ΧΑΩ. Προς απόδειξη της κατηγορίας έδωσε μαρτυρία ο Αστ. 1580 Μ. Κουδέλας (ΜΚ1). Η μαρτυρία του ήταν, ότι ανέκοψε το όχημα KUX 708 ενώ εκτελούσε καθήκοντα ελέγχου τροχαίας γιατί υπερέβη το όριο ταχύτητας, κινούμενο 104 ΧΑΩ αντί των επιτρεπόμενων 80 στον παρακαμπτήριο της Γερμασόγειας. Δεν θυμόταν τον κατηγορούμενο και τι διημείφθη μεταξύ τους. Για να τον καταγγείλει, ανέφερε, πρέπει να τον είχε ανακόψει. Είχε εκδώσει εξώδικο. Δεν κατατέθηκε οποιοδήποτε τεκμήριο. Από πλευράς συνηγόρου υπεράσπισης έγινε εισήγηση για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Σύμφωνα με τη Νομολογία επί του θέματος όπως αυτή έχει καθιερωθεί στην Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, στην Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν:
(1)Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και
(2)Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η μαρτυρία που δόθηκε με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191,198 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου
(2012)2 ΑΑΔ 851,887). Υπενθυμίζω ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά εξετάζει μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Έχω καταλήξει σ' αυτό το συμπέρασμα για τους εξής λόγους:
(1)Όσον αφορά την οδήγηση, δεν υπήρξε θετική μαρτυρία ως προς το ποιος ήταν ο οδηγός του οχήματος. Στην προκειμένη περίπτωση ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ποιος ήταν ο οδηγός. Σύμφωνα με την νομολογία, η οδήγηση από κατηγορούμενο πρέπει να αποδεικνύεται από την Κατηγορούσα Αρχή. Το βάρος απόδειξης δεν αντιστρέφεται. Μαρτυρία ιδιοκτησίας του οχήματος, αν αυτή παρουσιαστεί, απλώς αποτελεί μέρος της μαρτυρίας που δυνατό να προσαχθεί προς απόδειξη ταυτότητας του οδηγού. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2013, C.1.13, σελ. 1053, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «As respects establishing the identity of the driver of a vehicle concerned in an offence, there is no general presumption that the owner of a vehicle is the driver of it at a particular time, notwithstanding the various statutory provisions that establish owner liability in certain specific circumstances; the question of the driver's identity is one of fact on which the tribunal must be sure (Clarke v DPP
(1992)156 JP 605; Powell v DPP [1992] RTR 270; Browning
(1991)94 Cr App R 109, concerning car identification). Evidence of ownership is merely one strand in the evidential rope which may go to establish the identity of the driver. All the evidence relating to the issue, including circumstantial evidence, can properly be considered together (McCombie v CPS [2011] EWHC 758 (Admin)).» Το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι σίγουρο ότι ο κατηγορούμενος ήταν o οδηγός. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences 2007 Vol.1, 23η έκδοση, παράγραφος 1.88, σελ.33, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «In allegations involving proof that the defendant was the driver of a vehicle, the burden remains on the prosecution to prove that fact. At no point does it shift to the defendant. Magistrates dealing with a number of driving offences in Clarke v DPP
(1992)156 J.P. 605 were advised that where it had been shown that the defendant was the owner of the vehicle concerned (together with any other relevant evidence raising a presumption that the appellant was the driver) the burden shifted to the defendant—on the balance of probabilities—to show he was not the driver. The Divisional Court held that this was wrong and that in a criminal case the question for decision was, and remained throughout, whether the court was sure that the appellant was the driver. In some circumstances, but in far from all, the presumption might—together with those circumstances—be sufficient to make the sure inference.'» Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει δοθεί μαρτυρία ούτε ως προς το ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος.
(2)Το δεύτερο σημείο το οποίο υπάρχει πρόβλημα, όσον αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, είναι η αναφορά στο δρόμο όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Η μαρτυρία του ΜΚ 1 ήταν ότι το αδίκημα έγινε στον παρακαμπτήριο Γερμασόγειας. Δεν συμπίπτει με αυτή του κατηγορητηρίου για ανακοπή στο παρακαμπτήριο Αγίου Αθανασίου. Δεν έχει δοθεί μαρτυρία στο Δικαστήριο ότι αφορά τον ίδιο δρόμο. Σημειώνω ότι ούτε η ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος δεν αναφέρθηκε ειδικά από τον ΜΚ 1. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει περιθώριο να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. Η κατηγορία απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ). ............. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Μ.Κ. Subject: Criminal/Final/Prima Facie Case/ Speeding Αναφορά: Ποινική/Τελική/ Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/ Υπέρβαση ορίου ταχύτητας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο