← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων ν. Μάριος Μελίδης, Αρ. Υπόθεσης: 22381/13, 22/11/2016

Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων ν. Μάριος Μελίδης, Αρ. Υπόθεσης: 22381/13, 22/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B192 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22381/13 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων Κατηγορούσα Αρχή εναντίον Μάριος Μελίδης (ΑΦΤ 00496329Ζ) Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 22 Νοεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ξ. Κλωνάρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Μελίδης Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι δικηγόρος, έχει βρεθεί ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε μια κατηγορία, για παράβαση του αρ. 50 του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου Ν.4/1978(εφ' εξής ο Νόμος). Τα γεγονότα επί των οποίων ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος παρατίθενται στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/07/2016 και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω. Υπενθυμίζω απλά ότι ο κατηγορούμενος, ενώ του ζητήθηκε δεόντως, από τον Διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (ως ήταν τότε), από τις 14/09/12, να υποβάλει μέχρι και τις 14 Απριλίου 2013, υπογραμμένη κατάσταση με όλες τις λεπτομέρειες του ενεργητικού και παθητικού της προσωπικής και επαγγελματικής του περιουσίας, στην Κύπρο ή στο εξωτερικό κατά την 31 Δεκεμβρίου των ετών 2006-2010, για κάθε έτος χωριστά, συμπεριλαμβανομένης και κατάστασης εξόδων για κάθε έτος από το 2007 μέχρι και το 2010, ενημερωνόμενος ταυτόχρονα, με παραπομπή στα αρ. 50 και 50Α του Νόμου, για τις συνέπειες που η μη συμμόρφωση του με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας συνεπαγόταν, αυτός, παρά το ότι μέσω των λογιστών του ζήτησε, δύο φορές μάλιστα, παράταση για σκοπούς συμμόρφωσης, ουδέποτε το έπραξε. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος, πρόβαλε ως υπεράσπιση, μεταξύ άλλων, το ότι, κατ' εκείνον δεν αποδείχτηκε ότι η απαιτούμενη από το Νόμο ειδοποίηση, είχε δεόντως αποσταλεί στον ίδιο ως επίσης και το ότι «εσφαλμένα», κατ' εκείνον, ο Διευθυντής αποφάσισε να ζητήσει τα στοιχεία που ζήτησε. Οι εν λόγω θέσεις του κατηγορούμενου, εξετάστηκαν από το Δικαστήριο και για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση ημερ. 12/7/16, απορρίφθηκαν ως αβάσιμες. Μετά που ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, το Δικαστήριο, κάμνωντας δεκτά σχετικά αιτήματα του, ανέβαλε την υπόθεση για να του δώσει την ευκαιρία να συμμορφωθεί, εφόσον η συμμόρφωση σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, αποτελεί ουσιαστικό ελαφρυντικό παράγοντα. Έκτοτε, ήτοι 4 μήνες αργότερα, ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε οποιοδήποτε από τα στοιχεία που του ζητήθηκαν από το Διευθυντή και εξακολουθεί να παραλείπει να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του τελευταίου. Για το σκοπό εξασφάλισης των εν λόγω στοιχείων, εφόσον δεν έχει υπάρξει συμμόρφωση από πλευράς του κατηγορούμενου, παρά τις διαβεβαιώσεις του ότι καταβάλλονται προσπάθειες προς τούτο, η ευπαίδευτη συνήγορος του Διευθυντή ζήτησε όπως, κατ' εφαρμογή του αρ. 50

(2)του Νόμου, εκδοθεί, επιπρόσθετα της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, διάταγμα με το οποίο ο τελευταίος να διατάσσεται όπως προσκομίσει τα σχετικά στοιχεία αμέσως. Ανέφερε τέλος η συνήγορος ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Στην γραπτή αγόρευση του για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, υποστήριξε ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιβάλει οποιαδήποτε ποινή στον κατηγορούμενο ούτε και να προβεί στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τη θέση του αυτή, ο κ. Μελίδης την στήριξε στα πιο κάτω: α) Η ειδοποίηση του Διευθυντή δεν έδινε καμιά αιτιολογία γιατί η προσκόμιση των λόγω στοιχείων κρίθηκε αναγκαία και ούτε δόθηκε στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ακουστεί προτού ζητηθούν τα εν λόγω στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε ο συνήγορος, ο κατηγορούμενος, έδωσε πλήρη ενημέρωση στον Διευθυντή το 2007 και επομένως δεν δικαιολογείται η απαίτηση για στοιχεία για τα οποία «γνώριζαν και ήταν ενήμεροι». Επί τούτου ο συνήγορος, χαρακτήρισε το Τμήμα Φορολογίας, καθώς και τις πράξεις και αποφάσεις του Διευθυντή, ως «σταύλο του Αυγεία». β) Οι καταστάσεις ενεργητικού και παθητικού ή αλλιώς «κεφαλαιουχικές δηλώσεις», δεν συνιστούν «εξελεγμένους λογαριασμούς» οι οποίοι δύναται να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό του φορολογητέου εισοδήματος. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ο συνήγορος, οι εν λόγω δηλώσεις δεν μπορούσαν να απαιτηθούν από τον Διευθυντή αλλά ούτε και η μη προσκόμιση τους, μπορούσε να αποτελέσει βάση για τη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος. Την επί του προκειμένου θέση του ο συνήγορος βάσισε στα όσα λέχθηκαν υπό Πική Δ. ως ήταν τότε, στην υπόθεση Σκαρπάρης Ιωάννης ν. Δημοκρατίας,
(1990)3 Α.Α.Δ.
  1. Σημειώνω εδώ ότι στην εν λόγω υπόθεση, ο Δικαστής Πικής, υπό μονομελή σύνθεση, εξέτασε τα διάφορα φορολογικά θέματα που εκεί ηγέρθηκαν, κατά την άσκηση της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη βάση του Αρ.
  2. γ) Η παρούσα υπόθεση έχει καταχωρηθεί και προωθείται εκδικητικά και πιεστικά από τον Διευθυντή. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, υποστήριξε ο κ. Μελίδης, θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του κατηγορούμενου τα οποία ο τελευταίος προωθεί εναντίον του Διευθυντή με τις Προσφυγές 590/16 και 646/16 καθώς και με την Πολιτική Αγωγή 4598/
  3. δ) Έχει παρατηρηθεί μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση από μέρους του Διευθυντή για την υποβολή του αιτήματος του να λάβει τα εν λόγω στοιχεία ενόψει και του γεγονότος ότι, οι νομοθετικές πρόνοιες που ισχύουν σήμερα, επιβάλλουν χρονικό περιορισμό, έξι χρόνων, για την απαίτηση οποιωνδήποτε στοιχείων από το φορολογούμενο και την επιβολή οποιασδήποτε φορολογίας. Τέλος, ο συνήγορος έκαμε αναφορά στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, υπέβαλλε και υποβάλλει ανελλιπώς, εξελεγμένους λογαριασμούς και δεν έχει οποιαδήποτε άλλη εκκρεμότητα με το Τμήμα Φορολογίας, είναι λευκού ποινικού μητρώου και η μη συμμόρφωση του στην παρούσα υπόθεση οφείλεται στα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, ο ευπαίδευτος συνήγορος περιορίστηκε να αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα υγείας τα οποία σχετίζονται με το γόνατο του και για τα οποία υποβάλλεται σε θεραπείες στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Έχω εξετάσει με πολλή προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου για σκοπούς επιμέτρησης και επιβολής ποινής στον κατηγορούμενο. Όπως προκύπτει από τις εισηγήσεις του κ. Μελίδη, η συντριπτική πλειοψηφία των θεμάτων που θίγει ο συνήγορος, συνιστούν ουσιαστικά θέματα τα οποία αφορούν στην ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου παρά σε μετριαστικούς παράγοντες. Άλλωστε, αυτά έχουν αποτελέσει ήδη αντικείμενο δικαστικής εξέτασης και κρίσης και για τους λόγους που αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.12/7/14, αυτά έχουν απορριφθεί. Στο βαθμό και στην έκταση όμως που τέτοιοι λόγοι δύναται να θεωρηθούν ως μετριαστικοί παράγοντες θα τους εξετάσω και υπό αυτή την σκοπιά. Κρίνω κατ' αρχή σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες τις πρόνοιες του αρ. 50 του Νόμου: «50.-
(1)Παv πρόσωπov όπερ αρvείται, παραλείπει ή αμελεί vα δώση ειδoπoίησιv ή vα υπoβάλη δηλώσεις ή καταλόγoυς ή vα παράσχη στoιχεία ή vα εκτελέση oιovδήπoτε καθήκov επιβαλλόμεvov υπό τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ, ως και παv πρόσωπov όπερ παραβαίvει καθ' oιovδήπoτε έτερov τρόπov τας διατάξεις τoυ παρόvτoς Νόμoυ είvαι έvoχov αδικήματoς και υπόκειται, εv περιπτώσει καταδίκης, εις χρηματικήv πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τα δεκαεπτά ευρώ δι' εκάστηv ημέραv κατά τηv oπoίαv συvεχίζεται η άρvησις, παράλειψις ή αμέλεια ή εις φυλάκισιv διά χρovικόv διάστημα μη υπερβαίvov τoυς δώδεκα μήνες ή εις αμφoτέρας τας πoιvάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τoιαύτης, εκτός εάv ετέρα τις κύρωσις πρoβλέπηται ειδικώς διά τo τoιoύτov αδίκημα.
(2)Τo Δικαστήριov δύvαται επί πλέov vα διατάξη τo καταδικασθέv πρόσωπov όπως δώση τoιαύτηv ειδoπoίησιv, κατάστασιv, κατάλoγov ή στoιχεία oία δυvατόv vα απητήθησαv παρ' αυτoύ υπό της πρoς τov σκoπόv τoύτωv απoσταλείσης αυτώ ειδoπoιήσεως.» Από το λεκτικό των πιο πάνω προνοιών καθώς και από τα όσα λέχθηκαν υπό Πική Δ., ως ήταν τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Σχίζα κ.ά.,
(1996)2 Α.Α.Δ. 175, η οποία αφορούσε σε Ποινική Έφεση σε σχέση με το ίδιο με το υπό κρίση αδίκημα, προκύπτει ότι οι θέσεις του κ. Μελίδη αναφορικά με την ανυπαρξία ποινικού αδικήματος στη βάση παράλειψης προσκόμισης «κεφαλαιουχικών δηλώσεων» καθώς και η «μειωμένη», κατά τον συνήγορο, σημασία που τέτοιες «δηλώσεις» έχουν στο φορολογικό τομέα, στερούνται ερείσματος. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Το Άρθρο 50
(1)του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου του 1978, (Ν. 4/78), (όπως τροποποιήθηκε), καθιστά την παράλειψη ή αμέλεια προσώπου, υποκείμενου στην υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης ή παροχής λεπτομερειών των περιουσιακών του στοιχείων στις φορολογικές αρχές, αξιόποινη πράξη, υποκείμενη σε χρηματική ποινή μέχρι £5,00 την ημέρα, για όσο χρόνο διαρκεί η παράλειψη, ή φυλάκιση μέχρις έξι μηνών. Οι εφεσίβλητοι διώχθηκαν βάσει ξεχωριστών κατηγορητηρίων και παραδέχτηκαν ενοχή για σειρά αδικημάτων, για παραβάσεις του Άρθρου 50
(1), ως ακολούθως:- Εφεσίβλητος στην Ποινική Έφεση 6081: (α)... (β) Παράλειψη υποβολής Κατάστασης Ενεργητικού και Παθητικού κατά την 31η Δεκεμβρίου, 1991, η οποία ζητήθηκε από τις φορολογικές αρχές. (ακολουθούν όμοιες κατηγορίες σε σχέση με του υπόλοιπους εφεσίβλητους) ... Το Άρθρο 50
(2)δεν πραγματεύεται ούτε τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος ούτε την ποινή που επιφέρει η διάπραξή του. Αντικείμενό του είναι, όπως ρητά ορίζεται στο κείμενό του, η παροχή εξουσίας στο δικαστήριο για την έκδοση διαταγής για την υποβολή των προβλεπομένων από το νόμο δηλώσεων, εφόσο η παράλειψη ή άρνηση του κατηγορουμένου συνεχίζεται. ... Όπως είναι πρόδηλο από τις διατάξεις του Άρθρου 50
(2)του Ν. 4/78, η υποβολή, σε μεταγενέστερο στάδιο, των σχετικών φορολογικών δηλώσεων, ούτε το αδίκημα που προβλέπεται από το Άρθρο 50
(1)του νόμου αναιρεί, ούτε διαγράφει την ποινή που συνεπάγεται η διάπραξη του. .... Όπως τονίστηκε στη Rainbow v. Republic
(1984)3 C.L.R. 846, στην οποία αναφέρθηκε ο δικηγόρος της Δημοκρατίας, η εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για πιστή εκπλήρωση των υποχρεώσεων που θέτει η φορολογική νομοθεσία. Η βαρύτητα των αδικημάτων, τα οποία διέπραξαν οι εφεσίβλητοι (κατηγορούμενοι), προκύπτει και από τις προβλεπόμενες από το Άρθρο 50
(1)ποινές. Δεν παραγνωρίζουμε ότι οι εφεσίβλητοι δε βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες για παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας. Σημειώνουμε, επίσης, ότι, έστω και μετά από μακρά καθυστέρηση, υπέβαλαν δηλώσεις για το εισόδημά τους. Για τους λόγους αυτούς, δικαιολογείται κάποια επιείκεια. Πρέπει, όμως, να καταστήσουμε σαφές ότι η παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που θέτει η φορολογική νομοθεσία συνιστά σοβαρό παράπτωμα, που δικαιολογεί, κατά κανόνα, την επιβολή, ανάλογα, σοβαρών κυρώσεων. (έμφαση δική μου) Επισημαίνω εδώ ότι στην απόφαση Σκαρπάρης που παρέπεμψε ο συνήγορος, τα όσα λέχθηκαν υπό Πική Δ., αφορούσαν στους ισχυρισμούς του εκεί αιτητή, περί διοικητικού σφάλματος του Διευθυντή να απορρίψει τις κεφαλαιουχικές δηλώσεις που ο πρώτος υπέβαλε για σκοπούς υπολογισμού των φορολογικών εκπτώσεων που αξίωσε και μάλιστα υπό το φως του ότι οι εν λόγω δηλώσεις, κρίθηκαν να είναι, εσκεμμένα, ανακριβείς. Σε καμία περίπτωση όμως, με την εν λόγω απόφαση, κρίθηκε ότι, «οι κεφαλαιουχικές δηλώσεις», δεν συνιστούν στοιχεία που ο Διευθυντής δύναται να απαιτήσει από τον φορολογούμενο ή ότι η παράλειψη προσκόμισης τους δεν συνιστά ποινικό αδίκημα. Στην Σχίζας μάλιστα, επιβεβαιώθηκε το ακριβώς αντίθετο από τα όσα υποστήριξε ο συνήγορος. Όσον αφορά τις θέσεις του συνηγόρου περί μη νομιμοποίησης του Διευθυντή να ζητά τις εν λόγω πληροφορίες καθώς και τις θέσεις του περί ακυρότητας της επίμαχης απόφασης θα περιοριστώ να παραπέμψω στα όσα ανέφερα στην απόφαση ημερ.12/7/16 στις σελ.8-10 όπου οι εν λόγω θέσεις απορρίφθηκαν ως αβάσιμες. Αναφορικά με τη θέση του συνήγορου ότι στην παρούσα υπόθεση έχει παρατηρηθεί υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση από πλευράς του Διευθυντή καθώς και ότι δεν μπορεί να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα λόγω του χρονικού περιορισμού στην επιβολή φορολογίας θα αναφέρω απλά το εξής. Τα αιτούμενα στοιχεία ζητήθηκαν στις 14/9/12 και αφορούσαν τα αμέσως προηγούμενα 6 χρόνια ήτοι εντός του χρονικού πλαισίου που αναφέρει ο συνήγορος. Με αιτήματα των λογιστών του, ο κατηγορούμενος πέτυχε παράταση υποβολής των ζητούμενων στοιχείων μέχρι τον Απρίλιο
  1. Όταν παρέλειψε να τηρήσει και αυτή την προθεσμία, καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση εναντίον του 6 μήνες αργότερα ήτοι στις 16 Οκτωβρίου
  2. Η όποια καθυστέρηση παρατηρήθηκε στη συνέχεια, οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό στον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο οποίος μάλιστα, ακόμη και σήμερα, 3 και πλέον χρόνια αργότερα, παρά το ότι έχει κριθεί ένοχος και παρά το ότι ζήτησε και του δόθηκε περαιτέρω χρόνος 4 μηνών για να συμμορφωθεί, δεν το έχει πράξει ακόμη και απ' ότι φαίνεται ούτε τέτοια πρόθεση έχει. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, αυτό που αναδύεται από την όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι ότι, σε μεγάλο βαθμό είναι ο ίδιος που επιδιώκει να παρέλθει ο χρόνος, για ευνόητους προφανώς λόγους. Επομένως, αυτή η πτυχή της εισήγησης της υπεράσπισης απορρίπτεται. Επιπρόσθετα όμως σημειώνω και το εξής. Η πιο πάνω θέση της υπεράσπισης παραγνωρίζει το γεγονός ότι η όποια τυχόν μεταγενέστερη επιβολή φορολογίας στον κατηγορούμενο κατόπιν εξέτασης των στοιχείων που του έχουν ζητηθεί, αν εν τέλει τέτοια στοιχεία προσκομισθούν, δεν συνιστά θέμα που αφορά το ποινικό Δικαστήριο. Αυτό που καλείται το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει είναι μόνο το κατά πόσο, επιπρόσθετα της όποιας ποινής ήθελε επιβληθεί στον κατηγορούμενο για το αδίκημα για το οποίο έχει κριθεί ένοχος, θα πρέπει να εκδοθεί και διάταγμα για την άμεση προσκόμιση των επίμαχων στοιχείων εφόσον αυτά δεν έχουν μέχρι σήμερα προσκομισθεί. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Επομένως, η θέση ότι δεν μπορεί να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, διότι ίσως να μην μπορεί στη συνέχεια να επιβληθεί φορολογία, συνεπεία του ότι τα αιτούμενα στοιχεία δεν προσκομίσθηκαν εγκαίρως από τον κατηγορούμενο, ο οποίος να σημειωθεί ζήτησε επανειλημμένα χρόνο να τα προσκομίσει, δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Αντίθετο αποτέλεσμα, θα οδηγούσε σε πλήρη καταστρατήγηση του σκοπού και του πνεύματος του Νόμου αλλά και θα επέτρεπε την «έντεχνη» αποφυγή των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών. Η επί του προκειμένου εισήγηση του συνηγόρου επομένως, απορρίπτεται και γι' αυτό το λόγο. Στρέφομαι τώρα στην εισήγηση του συνηγόρου ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορούμενου τα οποία ο τελευταίος προωθεί μέσω των προαναφερόμενων δικαστικών διαδικασιών. Επί αυτής της εισήγησης της υπεράσπισης παρατηρώ ότι η εισήγηση αυτή περιορίστηκε σε μια απλή αναφορά ότι ο κατηγορούμενος θα επηρεαστεί δυσμενώς. Καμιά άλλη πληροφορία ή εξήγηση του πώς και γιατί θα επηρεαστεί ο κατηγορούμενος, δόθηκε όπως και ούτε επεξηγήθηκε γιατί το να διαταχθεί ο κατηγορούμενος να συμμορφωθεί με τις εκ του Νόμου απορρέουσες υποχρεώσεις του, σε ένα τόσο σοβαρό θέμα όπως είναι αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων για σκοπούς φορολογίας, θα τον επηρεάσει κατά αδικαιολόγητα δυσμενή τρόπο και δη σε μεταγενεστερες της παρουσας, διαδικασίες (βλ. έτος καταχώρησης) . Όπως λέχθηκε και στην Σχίζα ανωτέρω με αναφορά στην υπόθεση Rainbow v. Republic
(1984)3 C.L.R. 846, «...η εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για πιστή εκπλήρωση των υποχρεώσεων που θέτει η φορολογική νομοθεσία.». Και αυτή η πτυχή της εισήγησης της υπεράσπισης επομένως κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο έχει κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, αντικατοπτρίζεται ξεκάθαρα στις πρόνοιες του αρ.50 του Νόμου, τις οποίες παρέθεσα ανωτέρω αλλά και στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Σχίζας που επίσης παρατίθεται ανωτέρω. Δεν κρίνω επομένως σκόπιμο να τα επαναλάβω. Θα υπενθυμίσω απλά ότι ο Νόμος προνοεί για ποινή φυλάκισης πέραν και ανεξάρτητα της οποιασδήποτε χρηματικής ποινής ήθελε επιβληθεί στον κατηγορούμενο καθώς και για εξουσία του Δικαστηρίου όπως, επιπρόσθετα της επιβληθείσας ποινής, διατάξει τον κατηγορούμενο να συμμορφωθεί, με όλες τις συνέπειες που η μη συμμόρφωση με τέτοιο δικαστικό διάταγμα συνεπάγεται (βλ. CHRISTODOULIDES ν. POLICE,
(1985)2 Α.Α.Δ. 260 και POLICE ν. KYRIAKIDES,
(1988)2 Α.Α.Δ. 172 οι οποίες αφορούσαν σε ποινική παρακοή δικαστικού διατάγματος σε σχέση με φορολογικές υποχρεώσεις). Προς όφελος του κατηγορούμενου, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο καθώς και ότι, φαίνεται να είναι σε πλήρη συμμόρφωση με την πλειοψηφία των φορολογικών του υποχρεώσεων. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το ότι μέχρι και το 2012 που του ζητήθηκαν τα επίμαχα στοιχεία, δεν φαίνεται να έχει επιδείξει οποιαδήποτε παρόμοια παραβατική συμπεριφορά. Προς όφελος του λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές του συνθήκες όπως αυτές εκτέθηκαν από το συνήγορο του. Την ίδια στιγμή όμως δεν μπορώ να αγνοήσω το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μέχρι σήμερα, ήτοι 3 χρόνια μετά που ειδοποιήθηκε από τον Διευθυντή και 4 μήνες μετά που κρίθηκε ένοχος, δεν έχει συμμορφωθεί με οποιοδήποτε τρόπο και από τα όσα ανέφερε κατά την αγόρευση για σκοπούς μετριασμού της ποινής δεν φαίνεται να επιθυμεί να το πράξει. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι, σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος σε κάποιες ενέργειες προέβηκε ούτως ώστε να εξασφαλίσει κάποια από τα ζητούμενα στοιχεία, όμως, μέχρι σήμερα, τίποτα δεν φαίνεται να έχει παραδώσει στο Διευθυντή. Έχω προβληματιστεί κατά πόσο στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν την επιβολή ποινής φυλάκισης και αυτό λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος και της όλης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου όπως αυτή παρατίθεται ανωτέρω. Κατά τον προβληματισμό μου αυτό, έλαβα υπόψη την ανάγκη για επιβολή, αυστηρών, κατά κανόνα, κυρώσεων στους παραβάτες του Νόμου (βλ. Σχίζα ανωτέρω). Χωρίς να παραγνωρίζω την σοβαρότητα του αδικήματος και με γνώμονα ότι το καθήκον του Δικαστηρίου, είναι να σταθμίζει από την μια την ανάγκη για αποτροπή και από την άλλη την αρχή της εξατομίκευσης της ποινής, με αναφορά πάντοτε στους σχετικούς ελαφρυντικούς παράγοντες, κρίνω ότι η εικόνα του κατηγορούμενου στο σύνολο της, συνδυαζόμενη με την έκδοση διατάγματος προς συμμόρφωση και με την ανάγκη για δημιουργία συνθηκών, έστω και τώρα, που να επιτρέπουν τέτοια συμμόρφωση του κατηγορούμενου με τις φορολογικές του υποχρεώσεις, αφήνει περιθώριο για μια ηπιότερη, ως πρώτο μέτρο, μεταχείριση του. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις είναι η χρηματική. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη ότι η παράλειψη του κατηγορούμενου να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του Διευθυντή εκκρεμεί από τις 14 Απριλίου 2013 ήτοι για 3 και πλέον χρόνια, ότι τα αιτούμενα στοιχεία αφορούν μια περίοδο 5 χρόνων και αντλώντας καθοδήγηση από την υπόθεση Σχίζας ανωτέρω όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε κατ' έφεση, σε κατηγορούμενο ο οποίος παραδέχτηκε άμεσα και συμμορφώθηκε πλήρως πριν αχθεί η υπόθεση του προς εκδίκαση, ποινή προστίμου 75ΛΚ (€128) για κάθε έτος που ζητήθηκαν στοιχεία και αφού έχω σταθμίσει κάθε σχετικό μετριαστικό παράγοντα και εξαντλήσει κάθε βαθμό επιείκειας επιβάλλω στον κατηγορούμενο ποινή προστίμου €3500 στην κατηγορία στην οποία έχει καταδικασθεί. Περαιτέρω, δυνάμει του αρ. 50
(2)του Νόμου και ενόψει των προνοιών του Περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου του 2014 (70(Ι)/2014) και ειδικότερα των αρ.3, 4 και 9[i] Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο κατηγορούμενος όπως εντός ενός
(1)μηνός από σήμερα υποβάλει στον Έφορο Φορολογίας, Κατάσταση Ενεργητικού και Παθητικού κατά την 31 Δεκεμβρίου 2006 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2010 για περιουσιακά στοιχεία του στην Κύπρο και στο εξωτερικό μαζί με κατάσταση Εξόδων για κάθε έτος από το 2007 μέχρι το 2010 συμπεριλαμβανομένων, όπως τέτοια στοιχεία περιλαμβάνονται στην επιστολή που στάληκε προς τον κατηγορούμενο με ημερομηνία 14 Σεπτεμβρίου 2012 (Τεκμήριο 1 κατά την ακρόαση) και τα οποία καθίστανται αναπόσπαστο μέρος του διατάγματος αυτού. Επιδικάζονται επίσης εναντίον του κατηγορούμενου €34 έξοδα της κατηγορούσας αρχής. (Υπ.) ........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Sentence/ Tax - Failure to Provide Statement Αναφορά: Παράλειψη υποβολής στοιχείων [i] [i] 3.-
(1)Το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων και η Υπηρεσία Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ενοποιούνται και μετονομάζονται από κοινού σε Τμήμα Φορολογίας.
(2)Σε οποιοδήποτε νόμο, σχέδιο υπηρεσίας και κανονιστική διοικητική πράξη, η αναφορά - (α) στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων ή/και στην Υπηρεσία Φόρου Προστιθέμενης Αξίας θεωρείται ότι συνιστά αναφορά στο Τμήμα Φορολογίας· (β) σε λειτουργό του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων ή της Υπηρεσίας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας θεωρείται ότι συνιστά αναφορά σε λειτουργό του Τμήματος Φορολογίας.
(3)Το Τμήμα Φορολογίας έχει τις αρμοδιότητες, εξουσίες και καθήκοντα που χορηγούνται και επιβάλλονται, αντίστοιχα, από οποιοδήποτε νόμο ή/και κανονιστική διοικητική πράξη στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων ή/και την Υπηρεσία Φόρου Προστιθέμενης Αξίας.
(4)Όλοι οι κάτοχοι θέσεων του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων και της Υπηρεσίας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας υπάγονται στον Έφορο Φορολογίας και υπηρετούν στο Τμήμα Φορολογίας και όλες οι κενές θέσεις στον προϋπολογισμό του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων και της Υπηρεσίας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας μεταφέρονται στο Τμήμα Φορολογίας κατά την ημερομηνία που ο παρών Νόμος τίθεται σε ισχύ.
(5)Με την επιφύλαξη του άρθρου 46 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, καταργούνται η θέση και το σχέδιο υπηρεσίας του Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων. 4.-...
(13)(α) Ο Έφορος Φορολογίας είναι υπεύθυνος για την πιστή, αποτελεσματική και αμερόληπτη εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας. Μέχρι το τέλος Μαΐου του έτους 2015 και μέχρι το τέλος Μαΐου κάθε επόμενου ημερολογιακού έτους ο Έφορος Φορολογίας υποβάλλει έκθεση στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού και στον Υπουργό Οικονομικών αναφορικά με τις εργασίες και την απόδοση του Τμήματος Φορολογίας για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος· ο Υπουργός Οικονομικών την υποβάλλει στο Υπουργικό Συμβούλιο· ο Έφορος Φορολογίας καθιστά την έκθεση εύκολα προσβάσιμη στο ευρύ κοινό μέχρι το τέλος Ιουνίου κάθε ημερολογιακού έτους. (β) Οι αρμοδιότητες, οι εξουσίες και τα καθήκοντα που χορηγούνται και επιβάλλονται, αντίστοιχα, από οποιοδήποτε νόμο, σχέδιο υπηρεσίας και κανονιστική διοικητική πράξη - (
  1. i)στο Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, και ... αίρονται από τα προαναφερόμενα πρόσωπα και ανατίθενται στον Έφορο Φορολογίας. (γ) Οι ατομικές διοικητικές πράξεις, που εκδόθηκαν από πρόσωπο που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i), (ii), (iii) ή (
  2. iv)της παραγράφου (β), συνεχίζουν να ισχύουν υπό τους όρους ή/και τις προϋποθέσεις που εκδόθηκαν, εκτός αν τροποποιηθούν ή ανακληθούν από τον Έφορο Φορολογίας. 9. Οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή βάση αγωγής η οποία εκκρεμεί ή δημιουργήθηκε μεταξύ, από τη μια πλευρά, του Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, του Εφόρου Φόρου Εισοδήματος, του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ή/και του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων σε ό,τι αφορά στην Υπηρεσία Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και, από την άλλη πλευρά, οποιουδήποτε υπαλλήλου ή άλλου προσώπου ή οργάνου ή θεσμού της Δημοκρατίας, σε σχέση με τις μεταφερόμενες αρμοδιότητες, εξουσίες ή/και καθήκοντα, που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(13)του άρθρου 4 συνεχίζεται ή ασκείται από τον Έφορο Φορολογίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.