← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Ιωάννη Φιλίππου, Αρ. Υπόθεσης: 7550/14, 30/11/2016

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Ιωάννη Φιλίππου, Αρ. Υπόθεσης: 7550/14, 30/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B204 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7550/14 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Ιωάννη Φιλίππου Κατηγορουμένου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30/11/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κα Γρύλλη (για την απαγγελία της απόφασης η κα Μαλά) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερεις συνολικά κατηγορίες για τα αδικήματα της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, της κοινής οχληρίας, της χρήσης οργάνων που ενισχύουν τον ήχο κοντά σε δημόσιους χώρους χωρίς άδεια και της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης (1η-4η Κατηγ.). Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και μαρτύρησαν στο Δικαστήριο, η Γ/αστυφ. 1258 Α. Τσιελλεπή, ο Α/αστυφ. 3213 Α. Αριστείδου, ο αστυφ. 269 Π. Θεοφίλου και ο Α/αστυφ.1585 Π. Κεραυνός (Μ.Κ.1-4). Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Πιο συγκεκριμένα ήταν η θέση της ότι το σύνολο της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής λήφθηκε παράνομα και κατά παράβαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου. Και αυτό γιατί οι αστυνομικοί εισήλθαν στο σπίτι του χωρίς προηγουμένως να έχουν εξασφαλίσει ούτε ένταλμα έρευνας, ούτε και σύλληψης του πελάτη της. Αποτέλεσε λοιπόν εισήγηση της ότι για το λόγο αυτό οι κατηγορίες 1 και 4 θα πρέπει από το στάδιο αυτό να απορριφθούν. Σε σχέση δε με τις λοιπές κατηγορίες (Κατηγ. 2και 3) υποστήριξε επίσης ότι αυτές θα πρέπει να απορριφθούν καθότι δεν έχουν αποδειχθεί συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος υποστήριξε την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία καθότι σύμφωνα με την εισήγηση του υπήρξε μαρτυρία που την δικαιολογεί και η οποία θα πρέπει να αξιολογηθεί. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)). Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το ζήτημα που εξετάζεται είναι η υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145. Στην εξεταζόμενη περίπτωση και για να εξεταστούν τα όσα προβλήθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορούμενου σε σχέση με την 1η και 4η κατηγορία θα πρέπει πρώτα να αποφασισθεί κατά πόσο η είσοδος των αστυνομικών στο σπίτι του κατηγορούμενου ήταν νόμιμη ή όχι. Υπήρξε για το θέμα μαρτυρία από την κατηγορούσα αρχή ότι ο κατηγορούμενος έδωσε στους αστυνομικούς προφορική άδεια να εισέλθουν εντός της οικίας του. Ενόψει της ύπαρξης της μαρτυρίας αυτής και λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 16 του Συντάγματος σύμφωνα με τις οποίες η είσοδος σε κατοικία είναι επιτρεπτή εφόσον ενεργείται μετά από ρητή συναίνεση του ενοίκου αυτής (άρθρο 16
(2)), θεωρώ για να είναι δυνατή η εξέταση του ζητήματος θα πρέπει να προηγηθεί αξιολόγηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας που σχετίζεται με τη νομιμότητα της εισόδου των δύο αστυνομικών στο σπίτι του κατηγορούμενου. Αναφορικά με το αδίκημα της 3ης κατηγορίας κρίνεται επίσης ότι έχει προσαχθεί ικανοποιητική μαρτυρία για το στάδιο αυτό που επιτρέπει την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, με την επιφύλαξη βέβαια του ζητήματος νομιμότητας λήψης της μαρτυρίας όπως έχει τεθεί από την υπεράσπιση και αναφέρεται πιο πάνω. Και αυτό γιατί η ύπαρξη μεγαφώνων μέσα στην αυλή της οικίας του κατηγορούμενου, διαπιστώθηκε με την είσοδο των Μ.Κ.3 και 4 μέσα στην αυλή του σπιτιού του. Θα προχωρήσω τέλος να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση σε σχέση με τη 2η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κοινής οχληρίας. Αυτό δημιουργείται από το άρθρο 186 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, το οποίο και προνοεί τα ακόλουθα. «Όποιος διενεργεί πράξη που δεν είναι εξουσιοδοτηµένη από το νόµο ή παραλείπει να εκτελέσει καθήκον που επιβάλλεται από το νόµο και συνέπεια αυτού προκαλεί οποιαδήποτε κοινή βλάβη ή κίνδυνο ή ενόχληση ή παρεµποδίζει ή προκαλεί ενόχληση στο κοινό κατά την άσκηση κοινών δικαιωµάτων, διενεργεί πληµµέληµα, το οποίο καλείται κοινή οχληρία και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου................................................................». Ουσιαστικά η κοινή οχληρία εξομοιώνεται με τη δημόσια οχληρία. Το αδίκημα αυτό, διακρίνεται από την ιδιωτική οχληρία που υπάρχει στο αστικό δίκαιο. Στο σύγγραμμμα Russell on Crime, 12η έκδοση, τεύχος 2, σελ. 1387 καταγράφονται τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση) «Η οχληρία ή η ενόχληση σημαίνει οτιδήποτε το οποίο προκαλεί βλάβη, στεναχώρια ή ζημιά. Οι οχληρίες είναι δύο ειδών. Δημόσια ή κοινή οχληρία η οποία επηρεάζει ουσιωδώς το κοινό και αποτελεί ουσιώδη ενόχληση για όλους τους υπηκόους... και ιδιωτική οχληρία η οποία μπορεί να προσδιοριστεί σαν οτιδήποτε το οποίο προκαλεί ουσιαστική ανησυχία και ενόχληση σε οποιοδήποτε άτομο κατά την χρήση για συνηθισμένους σκοπούς της κατοικίας του ή της περιουσίας του». Όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 42η έκδοση παραγρ. 27-50 πρέπει, «... να αποδειχθεί ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή ή κοντά σε υπεραστικό δρόμο γιατί το κατά πόσο είναι οχληρία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον αριθμό των κατοίκων και την συγκέντρωση κόσμου στη συγκεκριμένη περιοχή το οποίο αποτελεί ζήτημα πραγματικό που αποφασίζεται από τους ενόρκους R. V. White and Ward [19757] 1 Burr. 333». (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 216). Απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η πρόκληση ανησυχίας στο κοινό κατά την άσκηση κοινών δικαιωµάτων. Όπως προαναφέρεται οι ουσιαστικοί μάρτυρες για την υπόθεση οι οποίοι και αναφέρθηκαν στο ζήτημα αφού ήταν αυτοί που επισκέφθηκαν το μέρος, είναι οι Μ.Κ.3 και 4. Από τη μαρτυρία τους όμως δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι όντως υπήρξε επηρεασμός του κοινού κατά την άσκηση κοινών δικαιωμάτων. Και αυτό γιατί δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να καταδεικνύει επηρεασμό οποιονδήποτε προσώπων από τη μουσική που όπως προέβαλαν ακουγόταν δυνατά, ούτε και καν υπήρξε τέτοιος επηρεασμός. Αυτό που ισχυρίσθηκαν οι μάρτυρες στις καταθέσεις τους ήταν ότι, επισκέφθηκαν το σπίτι του κατηγορούμενου και στις δύο περιπτώσεις, μετά από πληροφορία ότι σε σπίτι στο χωριό Σωτήρα υπάρχει δυνατή μουσική. Τούτο, δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση δυνατό να οδηγήσει σε εύρημα για πρόκληση τέτοιας ανησυχίας στο κοινό κατά την άσκηση κοινών δικαιωμάτων. Το κενό αυτό δεν θα μπορούσε να διασωθεί ούτε από όσα ο Μ.Κ.4 ανάφερε προφορικά διευκρινίζοντας ότι η πληροφορία στην οποία αναφέρεται στην κατάθεση του ήταν ουσιαστικά παράπονο. Και αυτό γιατί και πάλι δεν επεξηγήθηκε από ποιους λήφθηκε το παράπονο αυτό, αν ήταν από ένα ή περισσότερα άτομα και πως αυτά επηρεάστηκαν. Για αυτό και η κατηγορία που αφορά την πρόκληση οχληρίας θα πρέπει από το στάδιο αυτό να απορριφθεί. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος καλείται να προβάλει την υπεράσπιση του στην 1η, 3η και 4η κατηγορία. Στην 2η κατηγορία αυτός αθωώνεται και απαλλάττεται. (Υπ.)................ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής (Επεξηγούνται στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.