Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. KATARZYNA BARBARA LANC, Αρ. Υπόθεσης: 18612/14, 24/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B196 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18612/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και KATARZYNA BARBARA LANC Ημερομηνία: 24.11.2016 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για την κατηγορούμενη: κα Κ. Ζαντήρα. Κατηγορούμενη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μια κατηγορία κλοπής υπό υπηρέτη, κατά παράβαση των άρθρων 268 και 255 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η κατηγορούμενη στις 19.4.13, στην Λεμεσό, ενώ ήταν υπάλληλος στην εταιρεία Zening Resorts Ltd, έκλεψε το χρηματικό ποσό των €1.000, περιουσία του πιο πάνω εργοδότη της. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 3 μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτή επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ.2677 Γιώργος Αριστείδου, του Αστυνομικού Σταθμού Μονής. Σύμφωνα με αυτόν: Στις 28.5.13 και μεταξύ των ωρών 19:50-20:50 έλαβε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη στην αγγλική γλώσσα, την οποία μετέφρασε ο ίδιος στα ελληνικά (τεκμήρια 2Α-2Β). Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 21:00-21:15 κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη στην αγγλική γλώσσα, για το επίδικο αδίκημα και αφού της επέστησε την προσοχή της στον Νόμο αυτή απάντησε «Δεν παραδέχομαι. Δεν έκλεψα τίποτε» (τεκμήρια 3Α-3Β). Η κατηγορούμενη παρέδωσε στον μάρτυρα δύο σχετικά e-mail (ηλεκτρονικά μηνύματα) που έστειλε (βλ. δύο πρώτες σελίδες τεκμηρίου 6). Ο Ajay Goyal έδωσε δύο καταθέσεις. Συγκεκριμένα στις 30.4.13 του λήφθηκε κατάθεση από τον Αστ.1505, στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς, όπου έκανε το παράπονο του (τεκμήριο 5Α-5Β - λήφθηκε στην αγγλική γλώσσα και μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Αστ.1505) ενώ στις 2.8.13 του λήφθηκε, από τον μάρτυρα, μετά που ο τελευταίος τον κάλεσε, συμπληρωματική κατάθεση (τεκμήριο 4Α-4Β - λήφθηκε στην αγγλική γλώσσα και μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον μάρτυρα). Ο Ajay Goyal κλήθηκε αρκετές φορές από τον μάρτυρα για την εν λόγω κατάθεση αλλά λόγω επαγγελματικών του υποχρεώσεων και απουσίας του στο εξωτερικό δεν κατέστη δυνατό να διευθετηθεί ραντεβού νωρίτερα. Από ότι ανέφερε ο Ajay Goyal στον μάρτυρα, τα γραφεία της εταιρείας του στην Λεμεσό είχαν κλείσει και είχαν μεταφερθεί στην Πάφο. Ο Ajay Goyal παρέδωσε στον μάρτυρα μια επιστολή που έστειλε η εταιρεία του στην κατηγορούμενη (βλ. 3η σελίδα τεκμηρίου 6). Στον μάρτυρα παραδόθηκε και το συμβόλαιο εργοδότησης της κατηγορούμενης (βλ. 4η σελίδα τεκμηρίου 6) αλλά δεν θυμάται ποιος του το παρέδωσε. Ο Ajay Goyal δεν του προσκόμισε οποιαδήποτε οικονομική ή άλλη κατάσταση. Δεν έλαβε κατάθεση από άλλα άτομα της εταιρείας γιατί αναφέρθηκε ότι ήταν παρών στην συγκεκριμένη περίπτωση ακόμη ένα πρόσωπο αλλά παρά τις ενέργειες που έγιναν δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Ajay Goyal, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Είναι ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας Zening Resorts Ltd (στο εξής η εταιρεία). Η κατηγορούμενη ήταν η μόνη που εργοδοτείτο στην βάση πλήρους απασχόλησης στα γραφεία της εταιρείας του, στην Λεωφόρο Αμαθούντος στην Παρεκκλησιά, στην Λεμεσό. Εκτελούσε καθήκοντα λογιστή και διαχειρίστριας και τηρούσε όλες τις εισαγωγές των λογαριασμών στον υπολογιστή. Ήταν πολύ καλή στην δουλειά της. Στις 19.4.13 πήγαν στα εν λόγω γραφεία της εταιρείας, ο μάρτυρας με τον αδελφό του Sanjay Goyal, ο οποίος είναι ο άλλος διευθυντής της εταιρείας. Ο αδελφός του είπε στην κατηγορούμενη ότι είχαν πρόθεση να κλείσουν το γραφείο και στην παρουσία του μάρτυρα ο αδελφός του έκανε έλεγχο στο ταμείο της εταιρείας. Συγκεκριμένα έλεγξαν στην παρουσία της κατηγορούμενης τους λογαριασμούς της εταιρείας που εκείνη διατηρούσε στον υπολογιστή, τους οποίους τύπωσαν και διαπίστωσαν ότι έπρεπε να υπάρχουν €1.322,90 σε μετρητά. Κατέθεσε δε σχετικά το τεκμήριο 7, που ως ανέφερε αποτελεί εκτύπωση, από την οθόνη του υπολογιστή, των λογαριασμών του ταμείου που διατηρούσε η κατηγορούμενη. Ζήτησαν από την κατηγορούμενη να ανοίξει το ταμείο στο οποίο φυλάγονταν τα μετρητά και διαπιστώθηκε ότι εκεί υπήρχαν μόνο €322.90. Η κατηγορούμενη ήταν η μόνη που είχε πρόσβαση στο ταμείο εφόσον αυτό βρισκόταν σε ένα συρτάρι του γραφείου της και κλειδιά τόσο του γραφείου όσο και του ταμείου είχε μόνο αυτή. Την ρώτησαν για τα χρήματα που έλειπαν και εκείνη παραδέχθηκε ότι τα είχε πάρει η ίδια και ότι αυτό έγινε επειδή μετά την οικονομική κρίση, για κάποιο χρονικό διάστημα οι τράπεζες ήταν κλειστές και χρειαζόταν χρήματα επειγόντως. Στην συνέχεια η κατηγορούμενη ζήτησε να πάει σπίτι για να φέρει τα λεφτά και αυτοί συμφώνησαν. Όμως η κατηγορούμενη δεν επέστρεψε και έκτοτε δεν τους έχει επιστρέψει τα χρήματα. Αναγνώρισε στο τεκμήριο 6:
(1)το πρώτο έγγραφο ως ένα e-mail της κατηγορούμενης προς τους διευθυντές της εταιρείας,
(2)το δεύτερο ως άλλο e-mail της κατηγορούμενης προς τους διευθυντές,
(3)το τρίτο ως επιστολή από την εταιρεία προς την κατηγορούμενη και
(4)το τέταρτο ως το συμβόλαιο εργοδότησης της κατηγορούμενης. Επίσης κατέθεσε ως τεκμήριο 8 έγγραφο, που σύμφωνα με αυτόν αποτελείται από δύο γραπτά μηνύματα από τηλέφωνα και ένα e-mail της κατηγορούμενης προς την εταιρεία. Εξήγησε σχετικά ότι μετά που η κατηγορούμενη έφυγε από το γραφείο και δεν επέστρεψε της έστειλαν μήνυμα από το τηλέφωνο, ημερ. 19.11.13 και ώρα 4:59 μ.μ. (το πρώτο μήνυμα στο τεκμήριο 8). Η κατηγορούμενη απάντησε με γραπτό μήνυμα της προς τον Sanjay ημερ. 19.4.13 στις 7:31 (το δεύτερο μήνυμα στο τεκμήριο 8). Ως τεκμήριο 9 κατέθεσε e-mail που στάληκε από την κατηγορούμενη στην δικηγόρο της. Ανέφερε επίσης ότι η εταιρεία δεν χρωστά χρήματα μισθούς ή δικαιώματα στην κατηγορούμενη και κατέθεσε σχετικά ως τεκμήριο 10 επιστολή από την εταιρεία του προς την κατηγορούμενη, ημερ. 9.5.13 αναφορικά με την πληρωμή και διακανονισμό του τελευταίου μισθού της, με επιταγή και ως τεκμήριο 11 το πως υπολογίσθηκε η εν λόγω πληρωμή. Τέλος ανέφερε ότι η Αλεξάνδρα, από την Σλοβακία που ανέφερε η κατηγορούμενη στην κατάθεση της δεν ήταν παρούσα στις 19.4.13 στο γραφείο της κατηγορούμενης αλλά σε άλλο δωμάτιο. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο έτερος των διευθυντών, μέτοχος της εταιρείας και αδελφός του Μ.Κ.2 Sanjay Goyal, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Η κατηγορούμενη ήταν η λογιστής και διαχειρίστρια του γραφείου της εταιρείας τους στη Λεμεσό και η μόνη υπάλληλος πλήρους απασχόλησης εκεί. Η δουλειά της ήταν να διαχειρίζεται και να κάνει τις καθημερινές λειτουργίες της εταιρείας, του γραφείου, να κρατά όλα τα αρχεία εξόδων και εισπράξεων, όλα τα files του γραφείου για συμβόλαια, για τιμολόγια και μια ή δύο φορές την εβδομάδα έπρεπε να πάει στο ξενοδοχείο στο Λατσί για να πάρει όλα τα έγγραφα και να τα καταγράψει στους λογαριασμούς του γραφείου στην Λεμεσό. Στα πλαίσια αυτά έπρεπε να διατηρεί και αρχείο για τα μετρητά που χρησιμοποιούσε, στο οποίο να περιγράφει πότε και πού ξόδευε το κάθε ποσό και πόσο ήταν το εκάστοτε υπόλοιπο στο ταμείο. Αναγνώρισε σχετικά το τεκμήριο 7, ως έγγραφο της Google Drive και συγκεκριμένα το λογαριασμό της εταιρείας που, ως προαναφέρθηκε, διατηρούσε και διαχειριζόταν η κατηγορουμένη όσον αφορά την κίνηση για μετρητά της εταιρείας που η κατηγορούμενη είχε στην κατοχή της και δείχνει τι έξοδα έκανε, τι λεφτά παρέλαβε και ποιο είναι το υπόλοιπο. Ήταν ευχαριστημένοι από την δουλειά που έκανε η κατηγορούμενη. Στις 19.4.13 πήγε με τον αδελφό του στα γραφεία της εταιρείας στην Παρεκκλησιά και ζήτησαν από την κατηγορούμενη να τους δείξει το ταμείο και κάποια έγγραφα. Το ταμείο βρισκόταν στην φυσική κατοχή της κατηγορούμενης, σε συρτάρι του γραφείου της και μόνο αυτή είχε κλειδί του ταμείου. Η κατηγορούμενη έβγαλε το ταμείο από το συρτάρι, έβγαλε το κλειδί και άνοιξε το ταμείο. Της ζήτησαν να μετρήσει τα μετρητά και να τα παραδώσει. Στο ταμείο υπήρχαν γύρω στα €322 ενώ σύμφωνα με τις καταστάσεις που διατηρούσε η ίδια η κατηγορούμενη έπρεπε να ήταν γύρω στα €1.322,22. Ο μάρτυρας ανέφερε σχετικά ότι στο τεκμήριο 7 φαίνεται και το υπόλοιπο που έδειχνε ο λογαριασμός όταν τον επιθεώρησαν κατά την επίδικη ημέρα. Η κατηγορούμενη ρωτήθηκε πού ήταν το υπόλοιπο των €1.000 σε μετρητά και είπε ότι τα πήρε και τα είχε στο σπίτι, επειδή υπήρχε πρόβλημα με τις τράπεζες που έκλεισαν λόγω της οικονομικής κρίσης και χρειαζόταν μετρητά. Της είπαν να πάει σπίτι και να φέρει πίσω τα μετρητά και εκείνη έφυγε και δεν επέστρεψε. Μετά που περίμεναν για αρκετές ώρες ο μάρτυρας της έστειλε γραπτό μήνυμα να φέρει τα χρήματα μέσα σε μισή ώρα και να τα δώσει σε κάποια συνάδελφο που ήταν στο γραφείο. Η κατηγορούμενη απάντησε την ίδια ή την επόμενη μέρα, μιλώντας για κάποια συμφωνία και κάποιο συμβόλαιο. Αναγνώρισε στο τεκμήριο 6:
(1)το περιεχόμενο του e-mail που είναι η πρώτη σελίδα, ως ένα που έστειλε η κατηγορούμενη προς τον ίδιο,
(2)την δεύτερη σελίδα, όσον αφορά την ουσία, την ημερομηνία, τα πρόσωπα, σε ποιον αποστέλλεται και το θέμα,
(3)την τρίτη σελίδα, ως επιστολή που έγραψε και έστειλε ο ίδιος προς την κατηγορούμενη με e-mail και ταχυδρομικώς και
(4)τις σελίδες 4 και 5 ως το συμβόλαιο. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 8 και όσον αφορά το τεκμήριο 9 είπε ότι το λεκτικό του έχει το ίδιο περιεχόμενο με την δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου
- Ως είπε έλαβαν γνώση του περιεχόμενου αυτού, την ημερομηνία που αναφέρεται στο τεκμήριο
- Τέλος αναγνώρισε το τεκμήριο 10 ως την επιστολή του γενικού διευθυντή της εταιρείας τους για τον τελικό διακανονισμό του λογαριασμού με την κατηγορούμενη και το τεκμήριο 11 ως το πως υπολογίσθηκε το ποσό που της δόθηκε δηλ. €1.228,
- H εκδοχή της κατηγορούμενης ήταν η ακόλουθη: Δούλευε στην εταιρεία Zening Resorts Ltd για πέντε μήνες, από 26.11.12 μέχρι 19.4.
- Στις 19.4.13 βρισκόταν στο γραφείο της στην εταιρεία, στην Παρεκκλησιά και εργαζόταν. Περί ώρα 11:00 π.μ. πήγε εκεί ο ένας από τους εργοδότες της, ο Μ.Κ.3 και έλεγξαν όλες τις εκκρεμούσες υποθέσεις της εταιρείας και συζήτησαν την ημερήσια αναφορά. Η κατηγορούμενη ξαφνιάστηκε γιατί μετά από όλα αυτά, ο Μ.Κ.3 την πληροφόρησε ότι πρόθεση του ήταν να κλείσει το γραφείο στην Λεμεσό και να μετακινήσει τα πάντα στο Λατσί στην Πόλη Χρυσοχούς. Η κατηγορούμενη είχε συμβόλαιο με την εταιρεία μέχρι τις 26.11.13 και ο Μ.Κ.3 της είπε ότι θα την πληρώσει μέχρι το τέλος Μαΐου του 2013 και ότι μπορούσε να σταματήσει την δουλειά της εκείνη την μέρα. Στο γραφείο εκείνη την ημέρα βρίσκονταν μόνο αυτή και ο Μ.Κ.
- Το ταμείο για το οποίο ήταν υπεύθυνη ήταν μέσα στο γραφείο της. Εκείνη την ημέρα το ταμείο είχε μέσα περίπου €300 και ήταν κλειδωμένο μέσα στο γραφείο της. Το κλειδί του ταμείου βρισκόταν στον ίδιο χώρο. Ο Μ.Κ.3 της είπε να του παραδώσει τα κλειδιά του γραφείου και την P-CARD της εταιρείας. Η κατηγορούμενη του τα παρέδωσε και του είπε ότι έχει και ένα έξτρα κλειδί του γραφείου στο σπίτι της και ότι θα πήγαινε να του το φέρει. Πριν φύγει από εκεί, περί ώρα 13:00 η κατηγορούμενη άνοιξε το ταμείο και του μέτρησε τα χρήματα και ήταν σωστά δηλ. περίπου €
- Δεν της ανέφερε ο Μ.Κ.3 ότι λείπουν χρήματα ή για οποιοδήποτε λάθος. Μετά από αυτό η κατηγορούμενη έφυγε από εκεί και πήγε στο σπίτι της, πήρε το κλειδί και πήγε πίσω και το παρέδωσε σε μία κοπέλα, ονόματι Αλεξάνδρα, η οποία δούλευε εκεί μία ημέρα κάθε δύο εβδομάδες. Μέχρι να πάει πίσω, ο Μ.Κ.3 έφυγε και όλα τα πράγματα του γραφείου ήταν σχεδόν πακεταρισμένα. Η κατηγορούμενη ήθελε να μιλήσει με τον Μ.Κ.3 γιατί της υποσχέθηκε να της πληρώσει τον μισθό της μέχρι τον Μάϊο και να της δώσει και τα σχετικά έντυπα για τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και για το Γραφείο Εργασίας. Ο Μ.Κ.3 δεν κράτησε την υπόσχεσή του και έφυγε από το μέρος πριν αυτή επιστρέψει. Προσπάθησε να του τηλεφωνήσει την ίδια ημέρα αλλά δεν της απαντούσε. Μετά την ίδια ημέρα το απόγευμα του έστειλε e-mail και του έγραψε τι ήθελε. Δεν της απάντησε και αυτή προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του και το Σάββατο 20.4.13 αλλά και πάλι δεν της απάντησε. Την Κυριακή 21.4.13 έστειλε στον Μ.Κ.3 δεύτερο e-mail σχετικά με τα δικαιώματα της και εκείνος της απάντησε την ίδια ημέρα ότι την είχε απολύσει γιατί έλειπαν €1.000 από το ταμείο της εταιρείας και ότι αυτή τα είχε κλέψει. Μετά από αυτό την Δευτέρα 22.4.13 η κατηγορούμενη πήγε στο Γραφείο Εργασίας και έκανε καταγγελία εναντίον της εταιρείας για τα χρήματα που της χρωστούσαν και γιατί δεν της έδωσαν καμία προειδοποίηση για τον τερματισμό της εργασίας της. Από το Γραφείο Εργασίας της είπαν ότι θα μιλήσουν με την εταιρεία και θα την ενημερώσουν σχετικά. Μετά από τρείς βδομάδες της τηλεφώνησαν από το Γραφείο Εργασίας και της είπαν ότι η εταιρεία συμφώνησε να της πληρώσει τον μήνα Απρίλιο την αύξηση του μισθού της, την οποία δεν πήρε βάσει του συμβολαίου και για τις ημέρες της άδειας της. Επίσης της είπαν ότι τις επόμενες ημέρες θα λάμβανε επιταγή από την εταιρεία και μετά να τους ενημερώσει σχετικά για να κλείσει την υπόθεση. Έλαβε την εν λόγω επιταγή περί τις 15.5.13 και ήταν περίπου για €1.
- Μετά από αυτό ενημέρωσε το Γραφείο Εργασίας και έκλεισε την υπόθεση. Δεν έκλεψε το ποσό των €1.000 που την κατηγορούν. Στις 19.4.13 στο γραφείο δεν είδε τον Μ.Κ.2 και ποτέ δεν είπε ότι έκλεψε €1.000 από το ταμείο της εταιρείας και ότι θα το επέστρεφε. Ήταν η θέση της ότι ο Μ.Κ.2 έκανε την καταγγελία εναντίον της στην Αστυνομία γιατί αυτή κατάγγειλε την εταιρεία στο Γραφείο Εργασίας και ήθελε να την εκδικηθεί. Τεκμήρια Το τεκμήριο 9 είναι e-mail της κατηγορούμενης προς τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ως διευθυντές της εταιρείας, το οποίο στάλθηκε στην δικηγόρο της κατηγορούμενη. Σε αυτό η κατηγορούμενη αναφέρει ότι στις 18.4.13 ενημερώθηκε προφορικά για τον τερματισμό της εργοδότησης της από την εταιρεία και ότι σύμφωνα με του όρους του συμβολαίου εργοδότησης της ημερ. 26.11.12 απαιτείται ειδοποίηση ενός μηνός. Τους ζήτησε επανειλημμένα να την προμηθεύσουν με σχετική γραπτή ειδοποίηση τερματισμού στις 30.5.13 και ότι σύμφωνα με το Κυπριακό εργατικό δίκαιο τέτοιο έγγραφο είναι απαραίτητο για να παρουσιασθεί στο Γραφείο Εργασίας για εγγραφή. Αναφέρει τέλος ότι εκτός εάν παραλάβει την γραπτή ειδοποίηση μέχρι τις 22 Απριλίου, θα υποχρεωθεί να θέσει το θέμα στον δικηγόρο της και θα υποβάλει απαίτηση στο Γραφείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9 είναι το ίδιο με αυτό της δεύτερης σελίδα του τεκμηρίου 6, η οποία φέρει ως ώρα αποστολής 10:56 αντί 09:56:51 που φαίνεται στο τεκμήριο
- Σε σχέση με αυτό ο Μ.Κ.2 δέχθηκε ότι το τεκμήριο 9 αποστάληκε στις 09:56 και είπε ότι τα δύο τεκμήρια δείχνουν διαφορά μιας ώρας, κάτι που μπορεί να εξηγηθεί στην διαφορά της ώρας που υπάρχει μεταξύ Πολωνίας και Κύπρου. Η τρίτη σελίδα του τεκμηρίου 6 είναι η επιστολή τερματισμού της εργοδότησης της κατηγορούμενης, η οποία σύμφωνα με τον Μ.Κ.3 που την συνέταξε, της στάλθηκε τόσο με e-mail όσο και με ταχυδρομείο. Αυτή φέρει ημερ. 21.4.13 και απευθυνόμενη στην κατηγορούμενη αναφέρει βασικά τα ακόλουθα: Στις 19.4.13 κατά την επιθεώρηση των βιβλίων και μετρητών της εταιρείας βρήκαν έλλειμα €1.000 από το ταμείο μετρητών. Η κατηγορούμενη τους παραδέχθηκε ότι πήρε αυτά τα μετρητά από το ταμείο μετρητών χωρίς εξουσιοδότηση και έγκριση. Η κλοπή περιουσίας της εταιρείας δεν είναι ανεκτή. Έτσι με την εν λόγω επιστολή απολύεται από την εργασία της για κλοπή, με άμεση ισχύ. Επίσης ξεκινούν ποινικά μέτρα εναντίον της και θα ενημερώσουν το Γραφείο Εργασίας για αυτή την κλοπή και μπορεί να παρουσιάσει την θέση της και την άποψη της στο Δικαστήριο. Η κατηγορούμενη κατέθεσε το τεκμήριο 14 ως το σχετικό e-mail που της στάληκε. Η δεύτερη σελίδα του εν λόγω τεκμηρίου είναι η ίδια με την αμέσως προαναφερόμενη επιστολή. Στην πρώτη σελίδα φαίνεται ότι αυτό στάληκε με e-mail από την κατηγορούμενη στην δικηγόρο της στις 12.6.15 και ότι πρόκειται για e-mail που έλαβε η κατηγορούμενη από τον Μ.Κ.3, με ημερ. 21.4.13 και ώρα 10:22:17, όπου επισυνάπτεται η εν λόγω επιστολή. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Αρχίζοντας από τον Μ.Κ.1, εξεταστή της υπόθεσης, θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι η μαρτυρία του στο Δικαστήριο, όσον αφορά τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, δεν αμφισβητήθηκε και συναφώς γίνεται δεκτή. Εκείνο όμως που προβάλλει μέσα από την αντεξέταση του είναι οι ενέργειες που δεν έκανε και είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το κατά πόσο η Αστυνομία επιτέλεσε ορθά και με την απαιτούμενη πληρότητα το ανακριτικό της έργο ώστε να προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλη η ουσιώδης μαρτυρία και να μην προκύπτει οποιαδήποτε αδικία για την κατηγορούμενη, ως αποτέλεσμα τέτοιας παράλειψης. Στην υπόθεση Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 143 λέχθηκε ότι «η ετυμηγορία ποινικού δικαστηρίου κρίνεται άδικη ή εμπεριέχει το σπέρμα της αδικίας (potentially unjust), οποτεδήποτε η Κατηγορούσα Αρχή αφίσταται του καθήκοντος να προσαγάγει το σύνολο της ουσιώδους μαρτυρίας στην διάθεσή της». Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι η εν λόγω αρχή διατυπώνεται στην R. ν. Liverpool Crown Court, ex p. Roberts [1986] 622 Crim. L.R. Παραπέμπω στο ακόλουθο σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω υπόθεση: «In those circumstances, while the prosecuting authority as such may not have failed in their duty, the total apparatus of prosecution has failed to carry out its duty to bring before the court all the material evidence» Σε μετάφραση (δική μου): «Υπό αυτές τις περιστάσεις, ενώ η κατηγορούσα αρχή ως τέτοια μπορεί να μην παρέλειψε το καθήκον της, ο όλος μηχανισμός της δίωξης παρέλειψε να εκπληρώσει το καθήκον του να προσαγάγει ενώπιον του δικαστηρίου όλη την ουσιώδη μαρτυρία». Από τα πιο πάνω συνάγεται κατά την κρίση μου ότι, παρά το γεγονός ότι η κατηγορούσα αρχή μπορεί να μην παραλείψει να εκπληρώσει το καθήκον της να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλη την ουσιώδη μαρτυρία που έχει συλλεγεί και έχει στην κατοχή της, εντούτοις η παράλειψη της Αστυνομίας, ως μέρος του όλου μηχανισμού δίωξης, να λάβει και να παρουσιάσει ουσιώδη μαρτυρία μπορεί, ανάλογα πάντα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υπόθεσης, να επηρεάσει το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Όταν λοιπόν η παράλειψη είναι τέτοια ώστε να είναι δυνατό να προκληθεί αδικία στον κατηγορούμενο, μπορεί από μόνη της να καταστήσει άδικη την δίκη, ανεξάρτητα από το ποιοι ήταν οι λόγοι που οι ανακριτικές αρχές δεν παρουσίασαν την εν λόγω μαρτυρία (βλ. και R v. Bolton Justices, ex p. Scally [1991] 2 All ER 619, R v. Criminal Injuries Compensation Board, ex p. A [1977] 3 All ER 745, R v. Leyland Magistrates, ex p. Hawthorn [1979] 1 All ER 200). Όσον αφορά τις ανακριτικές ενέργειες του Μ.Κ.1 θα πρέπει λοιπόν να σημειωθούν τα εξής: · Αυτός γνώριζε ότι η καταγγελία στην Αστυνομία έγινε στις 30.4.13, από τον Μ.Κ.2, στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς (βλ. τεκμήριο 5Α-Β) και ότι στην εν λόγω κατάθεση του ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι στις 19.4.13, στα γραφεία της παραπονούμενης εταιρείας στην Παρεκκλησιά στην Λεμεσό «ανακάλυψαν» ότι έλειπαν €1.000 από το ταμείο της εταιρείας και ότι τότε την «αντιμετώπισαν» (εννοεί την κατηγορούμενη) και παραδέχθηκε ότι εκείνη τα πήρε. Δεν φαίνεται δε τότε ο Μ.Κ.2 να δήλωσε ότι έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε σχετικά έγγραφα και σίγουρα δεν παρέδωσε τέτοια. · Ο Μ.Κ.1 δεν εξήγησε υπό ποιες συνθήκες και πότε ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης. Φαίνεται όμως ότι η πρώτη ενέργεια που έκανε ήταν να λάβει ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη στις 28.5.13 (βλ. τεκμήριο 2Α-2Β). Στην εν λόγω κατάθεση της η κατηγορούμενη ανέφερε ότι στις 19.4.13 πήγε στα γραφεία της εταιρείας μόνο ο Μ.Κ.3 και ότι τότε άνοιξε το ταμείο, του μέτρησε τα χρήματα και ήταν σωστά και ο Μ.Κ.3 δεν της ανέφερε ότι λείπουν χρήματα ή για οποιοδήποτε λάθος. Μετά από αυτό η κατηγορούμενη έφυγε από εκεί και πήγε στο σπίτι της, πήρε το κλειδί και πήγε πίσω και το παρέδωσε σε μία κοπέλα, ονόματι Αλεξάνδρα, η οποία δούλευε εκεί. Είπε επίσης ότι εκείνη την ημέρα δεν είδε τον Μ.Κ.2 και ότι φαίνεται ότι αυτός έκανε την καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον της γιατί αυτή κατάγγειλε την εταιρεία στο Γραφείο Εργασίας και ήθελε να την εκδικηθεί. Η κατηγορούμενη παρέδωσε στον μάρτυρα δύο σχετικά e-mail που έστειλε στην εταιρεία (βλ. τις δύο πρώτες σελίδες τεκμηρίου 6). · Την ίδια μέρα ο Μ.Κ.1, με μόνο τα προαναφερόμενα στοιχεία, προχώρησε να κατηγορήσει γραπτώς την κατηγορούμενη για το επίδικο αδίκημα. · Στις 2.8.13, έχοντας υπόψην τα πιο πάνω, έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από τον Μ.Κ.2, ο οποίος ανέφερε ότι στις 19.4.13 αυτός ήταν με τον αδελφό του (Μ.Κ.3) στα γραφεία της εταιρείας στην Παρεκκλησιά και ότι ήταν ο αδελφός του που έκανε τον έλεγχο και βρήκε ότι έλειπαν τα €1.
- Ο Μ.Κ.2 παρέδωσε στον Μ.Κ.1 μόνο μια επιστολή που έστειλε η εταιρεία του στην κατηγορούμενη (βλ. τρίτη σελίδα του τεκμηρίου 6) και δεν προσκόμισε οποιαδήποτε οικονομική ή άλλη κατάσταση. Όσον αφορά το γιατί έλαβε την συμπληρωματική κατάθεση από τον Μ.Κ.2 στις 2.8.13 δηλ. δύο και πλέον μήνες μετά την λήψη της κατάθεσης της κατηγορούμενης, ο Μ.Κ.1 έδωσε ως δικαιολογία ότι κάλεσε τον Μ.Κ.2 αρκετές φορές αλλά λόγω επαγγελματικών του υποχρεώσεων και απουσίας του στο εξωτερικό δεν κατέστη δυνατό να διευθετηθεί ραντεβού νωρίτερα. Η εν λόγω δικαιολογία φαίνεται πειστική αλλά παραμένει το γεγονός ότι η εν λόγω καθυστέρηση και η απουσία οποιασδήποτε άλλης αναμενόμενης ενέργειας εκ μέρους του ως εξεταστή, όπως το να μεταβεί στα γραφεία της παραπονούμενης εταιρείας στην Παρεκκλησιά, είχαν ως αποτέλεσμα όχι μόνο να μη ληφθούν οποιαδήποτε σχετικά έγγραφα από εκεί όπως για παράδειγμα κατάσταση λογαριασμού, όπως το τεκμήριο 7 που είναι καίριας σημασίας για την παρούσα (και μάλιστα για όλη την χρονική περίοδο που δούλεψε η κατηγορούμενη εφόσον αυτή δεν ξεπερνούσε τους 6 μήνες) αλλά και να μην ληφθεί κατάθεση από την Αλεξάνδρα, η οποία ενδεχομένως να επιβεβαίωνε την κατηγορούμενη ως προς το ότι ο Μ.Κ.2 δεν ήταν παρών στα εν λόγω γραφεία στις 19.4.13, όπως επίσης ενδεχομένως να την επιβεβαίωνε ότι αργότερα την ίδια ημέρα αυτή επέστρεψε και παρέδωσε τα κλειδιά και έτσι να διέψευδε τις αντίθετες θέσεις των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.
- Αυτό φαίνεται ότι δεν ήταν δυνατό να γίνει στην συνέχεια γιατί μέχρι τις 2.8.13, ως ενημερώθηκε από τον Μ.Κ.2, η παραπονούμενη εταιρεία είχε κλείσει τα γραφεία της στην Παρεκκλησιά και τα είχε μεταφέρει στην Πάφο. Όσον δε αφορά την μη λήψη κατάθεσης από την Αλεξάνδρα, όταν ουσιαστικά ρωτήθηκε σε σχέση με αυτήν και τον Μ.Κ.3, ο Μ.Κ.1 είπε ότι του αναφέρθηκε ότι ήταν παρών στην συγκεκριμένη περίπτωση ακόμη ένα πρόσωπο δηλ. στηρίχθηκε μόνο σε αυτά που του είπε ο Μ.Κ.2 και όχι η κατηγορούμενη. Αναφορικά δε με τον Μ.Κ.3, που ήταν το εν λόγω πρόσωπο, είπε ότι παρά τις ενέργειες που έγιναν δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του. Από την διευκρίνιση όμως που έδωσε προκύπτει ότι δεν ετίθετο θέμα εντοπισμού αλλά ότι ο λόγος που δεν προχώρησε στην λήψη κατάθεσης ήταν ότι ο Μ.Κ.2 του είπε ότι ο Μ.Κ.3 απουσιάζει σε μόνιμη βάση στο εξωτερικό και έτσι ήταν πολύ δύσκολο να του ληφθεί κατάθεση. Δεν εξήγησε δε γιατί αυτό ήταν πολύ δύσκολο να γίνει. Αντίθετα το ότι δεν ήταν δύσκολο προκύπτει από το ότι, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας εντοπίσθηκε ο Μ.Κ.3 ότι βρισκόταν στην Κύπρο και προσήλθε και κατέθεσε. Συνεπώς μπορούσε να γίνει παρόμοια διευθέτηση για να του ληφθεί και κατάθεση. Η μη λήψη κατάθεσης από τον Μ.Κ.3 κοντά στον επίδικο χρόνο, είχε ως αποτέλεσμα η μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο 2½ χρόνια αργότερα να μην μπορεί αντιπαραβληθεί και να αξιολογηθεί με βάση τέτοια προηγούμενη του δήλωση, όπως για τους υπόλοιπους μάρτυρες και την κατηγορούμενη. Η ελλιπής και πρόχειρη λοιπόν διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία ιδιαίτερα όσον αφορά την μη λήψη ουσιώδους μαρτυρίας όπως
(1)κατάστασης λογαριασμού, η οποία να καλύπτει ολόκληρο τον κρίσιμο για την υπόθεση χρόνο, από τον χώρο όπου τηρείτο ο εν λόγω λογαριασμός,
(2)κατάθεσης από την Αλεξάνδρα, σε σχέση με την παρουσία του Μ.Κ.2 στα γραφεία της εταιρείας στις 19.4.13 και το κατά πόσο η κατηγορούμενη επέστρεψε ή όχι αργότερα και της παρέδωσε τα κλειδιά και
(3)κατάθεσης από τον Μ.Κ.3, σε συνδυασμό πάντα με τις θέσεις της κατηγορούμενης για εκδικητική και ψευδή καταγγελία εναντίον της, είχαν ως αποτέλεσμα η υπόθεση να παρουσιασθεί από τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ως αυτοί έκριναν, χωρίς να μπορεί η μαρτυρία τους να αντιπαραβληθεί και να αξιολογηθεί στην βάση άλλης ανεξάρτητης και αντικειμενικής μαρτυρίας, ως προς τα προαναφερόμενα ουσιώδη θέματα. Το πώς αυτό επηρεάζει την υπόθεση θα εκτεθεί κατωτέρω. Όσον αφορά τώρα την μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 κρίνω ότι είναι ορθό όπως αυτή εξετασθεί και αξιολογηθεί ενιαία και συνολικά. Προκύπτει λοιπόν από το σύνολο της ότι η μαρτυρία αυτών συνάδει μεταξύ της ως προς τα πλείστα θέματα. Λαμβάνοντας όμως υπόψην το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και τα όσα έχουν προαναφερθεί σε σχέση με το ελλιπές ανακριτικό έργο, δημιουργείται στο μυαλό του Δικαστηρίου εύλογη αμφιβολία ως προς το κατά πόσο αυτό οφειλόταν στο ότι οι εν λόγω μάρτυρες έλεγαν την αλήθεια, η οποία προερχόταν από προσωπική τους γνώση ή στο ότι προσυνεννοημένα προσπάθησαν να πείσουν ότι η εκδοχή τους είναι η πραγματική ενώ δεν ήταν. Συγκεκριμένα: Ήταν η θέση και των δύο ότι διαπίστωσαν την κλοπή στις 19.4.13 και ότι η κατηγορούμενη την παραδέχθηκε αμέσως. Αντίθετα ήταν η θέση της κατηγορούμενης, που ανέφερε εξ αρχής στην κατάθεση της, ότι δεν έκλεψε οτιδήποτε από την εταιρεία και ούτε και παραδέχθηκε κάτι τέτοιο σε οποιονδήποτε. Η θέση του Μ.Κ.2 ήταν ότι η κλοπή διαπιστώθηκε βασικά μετά από έλεγχο του υπολοίπου του λογαριασμού των μετρητών της εταιρείας που τηρούσε η κατηγορούμενη και των μετρητών που πράγματι υπήρχαν στο ταμείο στις 19.4.
- Για να πείσει δε για την θέση του ως προς το έλλειμμα, ο Μ.Κ.2 προσκόμισε και κατέθεσε το τεκμήριο 7, όπου σύμφωνα με αυτόν φαίνεται ότι το υπόλοιπο στο λογαριασμό έπρεπε τότε να είναι €1.322,
- Ως ανέφερε ο Μ.Κ.2 το τεκμήριο 7 είναι εκτύπωση του εν λόγω λογαριασμού από την οθόνη του υπολογιστή. Στην αντεξέταση του είπε ότι όταν πήγε στην Αστυνομία 11 μέρες μετά, πήρε ακριβώς τα στοιχεία που έφερε στο Δικαστήριο. Σε επόμενη ερώτηση όμως εάν πήρε και το τεκμήριο 7 είπε ότι δεν μπορεί να θυμηθεί, νομίζει ότι τα είχε όλα μαζί του αλλά η Αστυνομία δεν πήρε από αυτόν οποιαδήποτε έγγραφα. Όταν όμως του υποδείχθηκε στην αντεξέταση ότι το τεκμήριο 7 φέρει πάνω αριστερά ημερομηνία 12.9.14 είπε ότι τότε εκτυπώθηκε αλλά ότι φαίνονται πάνω οι ημερομηνίες και η κατάσταση επικαιροποιείται και άρα τον Απρίλιο πήρε την κατάσταση του Απριλίου που είναι η ίδια. Εάν όμως έτσι είχαν τα πράγματα θα αναμενόταν το τεκμήριο 7 να φέρει πάνω ημερομηνία εντός του Απριλίου του 2013 και όχι ενάμιση περίπου έτους αργότερα. Περαιτέρω ο ίδιος δεν ανέφερε στην Αστυνομία, ως φαίνεται από την πρώτη του κατάθεση, ότι είχε στην κατοχή του οποιαδήποτε σχετικά έγγραφα. Ακόμη όμως και εάν η Αστυνομία δεν του ζήτησε τέτοια κατά την λήψη της πρώτης του κατάθεσης, το εύλογο ερώτημα είναι γιατί δεν παρέδωσε έστω στον Μ.Κ.1 το τεκμήριο 7 και παρέδωσε μόνο την επιστολή απόλυσης της κατηγορούμενης (τρίτη σελίδα τεκμηρίου 6). Εδώ να σημειωθεί μάλιστα ότι ο Μ.Κ.1 διέψευσε τον Μ.Κ.2 λέγοντας ότι δεν του προσκόμισε οποιαδήποτε οικονομική ή άλλη κατάσταση. Όσον δε αφορά το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7, ο Μ.Κ.2 δέχθηκε στην αντεξέταση του ότι τόσο αυτός όσο και ο Μ.Κ.3 είχαν άμεση πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που αφορούσαν συναλλαγές της εταιρείας στον ηλεκτρονικό χώρο Google Drive και έτσι ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να ελέγξουν τις συναλλαγές της εταιρείας. Ανέφερε δε ότι στο εν λόγω τεκμήριο στο πλάι δεξιά είναι η αυτόματη υπόδειξη του υπολογιστή για αλλαγή της ώρας δηλ. γίνεται καταγραφή της δραστηριότητας κάθε φορά που κάποιος κάνει κάτι σε αυτό το αρχείο. Δεν ανέφερε όμως κατά πόσο υπήρξε ή όχι οποιαδήποτε αλλαγή. Σε σχέση με το ίδιο τεκμήριο ο Μ.Κ.3 στην κυρίως εξέταση του είπε ότι σε αυτό φαίνεται το υπόλοιπο που έδειχνε ο λογαριασμός όταν τον επιθεώρησαν στις 19.4.
- Στην αντεξέταση του είπε όμως, σε αντίθεση με τον Μ.Κ.2 και κάτι που δεν είναι λογικό, ότι δεν γνωρίζει για τον αδελφό του αλλά ο ίδιος είχε ηλεκτρονική πρόσβαση σε αυτόν τον λογαριασμό μέσω του Google Drive. Σε επόμενη ερώτηση εάν συμφωνεί ότι μπορούσε ανά πάσα στιγμή να προβεί σε αλλαγές στην κατάσταση αυτή είπε ότι μπορούσε να το κάνει αυτό και ότι οποιοσδήποτε κάνει αλλαγές στο αρχείο. Είπε επίσης ότι έλεγχε αυτό συχνά, είτε καθημερινά είτε όταν ταξίδευε. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο εν λόγω τεκμήριο στην δεξιά άκρη υπάρχει στήλη με τίτλο «Revision history» όπου σε 9 περιπτώσεις αναφέρεται η ημερομηνία 20 Απριλίου ενώ στην άλλη αναφέρεται η ημερομηνία 22 Απριλίου. Η στήλη αυτή, από τα όσα είπε ο Μ.Κ.3, φαίνεται να συνδέεται με το κατά πόσο έγιναν οποιεσδήποτε αλλαγές στο αρχείο. Συγκεκριμένα σύμφωνα πάντα με τον Μ.Κ.3 φαίνεται στο ιστορικό ποιος έκανε τις αλλαγές, ποιαν ημερομηνία και τι ώρα και ποια ήταν η αλλαγή. Δεν εξηγήθηκε όμως τι ακριβώς αφορούσαν οι προαναφερόμενες καταχωρήσεις και κατά πόσο υπήρξαν ή όχι τέτοιες αλλαγές, πότε και από ποιον έγιναν. Περαιτέρω ο Μ.Κ.3 δέχθηκε ότι το τεκμήριο 7 δείχνει την περίοδο 21.3.13 με 19.4.
- Όταν ρωτήθηκε εύλογα εάν προσκόμισε οτιδήποτε που να δείχνει την κατάσταση του λογαριασμού πριν τις 21.3.13, ώστε να καταλήξει στο ποσό των €1.322 είπε ότι δεν έχει φέρει κάτι μαζί του αλλά μπορεί ανά πάσα στιγμή να το ελέγξουν από τα αρχεία τους και να βρουν τις πληροφορίες αυτές. Αυτό όμως δημιουργεί κατά την κρίση μου αμφιβολία ως προς το κατά πόσο το τεκμήριο 7 απεικονίζει με ακρίβεια την κατάσταση του λογαριασμού κατά τον επίδικο χρόνο. Από τα πιο πάνω είναι εμφανές και αυτό που προαναφέρθηκε ότι δηλ. η παράλειψη της Αστυνομίας να ζητήσει και να παραλάβει ολοκληρωμένη κατάσταση λογαριασμού και όχι μόνο για την συγκεκριμένη περίοδο που καλύπτει το τεκμήριο 7, αλλά για όλη την περίοδο που η κατηγορούμενη εργάστηκε εκεί (η οποία δεν ήταν πέραν των 6 μηνών) είχε σαν αποτέλεσμα η μόνη σχετική μαρτυρία να προέρχεται από τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, οι οποίοι επιχείρησαν να πείσουν ότι διαπράχθηκε κλοπή στηριζόμενοι σε αυτό το τεκμήριο, το οποίο όμως δεν φαίνεται να περιλαμβάνει όλα τα δεδομένα. Η παράλειψη αυτή όμως δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει υπέρ της κατηγορούμενης, εφόσον οτιδήποτε άλλο θα ήταν, λαμβανομένου υπόψην και του ότι αυτή δεν φέρει οποιοδήποτε βάρος απόδειξης, προφανώς άδικο. Ήταν επίσης θέση της κατηγορούμενης ότι στις 19.4.13 παρών ήταν μόνο ο Μ.Κ.3 στα γραφεία στην Παρεκκλησιά. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν είναι λογικό να ήταν παρόντες και οι δύο μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.2-3) εκείνη την ημέρα και εντούτοις η κατηγορούμενη να υποστηρίζει κατηγορηματικά ότι ήταν μόνο ο Μ.Κ.3, για τον οποίο εξήγησε ότι ήταν το πρόσωπο βασικά που έλεγχε το γραφείο στην Λεμεσό. Με άλλα λόγια δεν ενείχε καμία σημασία για την θέση της κατηγορούμενης να δεχθεί ότι ήταν παρόντες και οι δύο μάρτυρες. Αντίθετα με δεδομένο ότι ο Μ.Κ.3 διέμενε κυρίως στο εξωτερικό και έλειπε κατά τον χρόνο της καταγγελίας δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ο Μ.Κ.2 να υποστήριξε ότι ήταν παρών ώστε να μπορέσει να κάνει αυτός την καταγγελία. Αυτό προκύπτει κατά την κρίση μου από το ότι στην πρώτη του κατάθεση ο Μ.Κ.2 είπε ότι «ανακάλυψαν» (μιλώντας σε πληθυντικό αριθμό) εκείνη την ημέρα ότι έλειπαν €1.000 από το ταμείο της εταιρείας ενώ στην δεύτερη κατάθεση του, όταν προφανώς πληροφορήθηκε ότι η κατηγορούμενη είπε ότι ήταν παρών μόνο ο αδελφός του, ότι ο αδελφός του στην παρουσία του έκανε έλεγχο στο ταμείο της εταιρείας και βρήκε ότι έλειπαν €1.
- Περαιτέρω ενόψει της εν λόγω θέσης της κατηγορούμενης δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απλά ασήμαντες μικροδιαφορές στην μαρτυρία των δύο μαρτύρων, το ότι ενώ ο Μ.Κ.2 είπε ότι ο αδελφός του ήταν που έκανε τον έλεγχο στο ταμείο, ο Μ.Κ.3 υποστήριξε ουσιαστικά ότι έκαναν και οι δύο τον έλεγχο καθώς και το ότι ενώ ο Μ.Κ.2 υποστήριξε ότι μετά την παραδοχή της η κατηγορούμενη τους είπε από μόνη της ότι θα πήγαινε στο σπίτι της να φέρει τα λεφτά, ο Μ.Κ.3 είπε ότι αυτοί της ζήτησαν να το κάνει. Όσον αφορά και αυτό το θέμα η παράλειψη της Αστυνομίας να λάβει κατάθεση από την Αλεξάνδρα, η οποία τελικά σύμφωνα και με τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ήταν παρούσα εκείνη την ημέρα στον χώρο των γραφείων της εταιρείας, θα ήταν επίσης άδικο να μην λειτουργήσει υπέρ της κατηγορούμενης εφόσον δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο αυτό το πρόσωπο να επιβεβαίωνε τις σχετικές θέσης της και να διέψευσε τις αντίστοιχες θέσεις των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.
- Ήταν επίσης η θέση της κατηγορούμενης ότι η καταγγελία της στην Αστυνομία έγινε εκδικητικά εκ μέρους του Μ.Κ.2 γιατί αυτή κατήγγειλε την εταιρεία στο Γραφείο Εργασίας. Σε σχέση με αυτό πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο Μ.Κ.3 όπως και ο Μ.Κ.2 υποστήριξαν ότι η διαπίστωση της κλοπής έγινε στις 19.4.13 και ότι η κατηγορούμενη παραδέχθηκε ότι αυτή είχε πάρει τα χρήματα και τους είπε ότι θα πήγαινε στο σπίτι της και θα επέστρεφε για να τους φέρει τα χρήματα. Αυτή έφυγε από τα γραφεία της εταιρείας και δεν επέστρεψε. Έτσι το απόγευμα της ίδιας ημέρας (19.4.13 και ώρα 4:59 μ.μ.) ο Μ.Κ.3 της έστειλε ένα γραπτό μήνυμα στο τηλέφωνο της (βλ. τεκμήριο 8) το οποίο έλεγε «If u do not return company cash to sandra in next 30 minutes we will report the matter to police. Sandra can meet u near ay nicolas church. u call her to fix up». Ανέφερε μάλιστα ο Μ.Κ.2 ότι η κατηγορούμενη δεν απάντησε παρά μόνο δυόμιση ώρες αργότερα με δικό της γραπτό μήνυμα στο κινητό (βλ. τεκμήριο 8 και φέρει ώρα 7:31 μ.μ.) όπου έλεγε «Mr Sanjay, please let me know how to settle our accounts and paper work in accordance with Contract of Employment 11/2012 signed. Await your message when and where we can meet PERSONALLY to be letter-bound. Thank you». Όμως από το τεκμήριο 8 φαίνεται ότι η κατηγορούμενη απάντησε με e-mail της προς τον Μ.Κ.3, η ώρα 6:08, το οποίο είχε παρόμοιο μάλιστα περιεχόμενο με το γραπτό της μήνυμα και έλεγε «Mr Sanjay, Please let me know how to settle our accounts in accordance with Contract of Employment 11/201 signed by us. I would like to receive from you signed confirmation of terminated of my contract with a date of 30 of May - as per your verbal promise made today, and clear all other comany's matters. Await your message when and where we can meet PERSONALLY to be letter-bound. Thank you». Όταν δε ρωτήθηκε ο Μ.Κ.2 τι έκαναν όταν, μετά την πάροδο των 30 λεπτών που ανέφεραν στο μήνυμα, η κατηγορούμενη δεν ανταποκρίθηκε, είπε για πρώτη φορά ότι της έστειλαν το μήνυμα μετά που αυτή αρνιόταν να απαντήσει και σε τηλεφωνήματα που της έκαναν και στη συνέχεια είπε ότι αυτοί δεν έκαναν τίποτα γιατί ήταν ήδη αργά το απόγευμα και απλά περίμεναν. Για να πείσει δε προφανώς για την καθυστέρηση στην καταγγελία είπε ότι την επομένη ξεκίνησαν να ψάχνουν για λογιστή για υπολογισμό του μισθού της κατηγορούμενης γιατί δεν είχαν λογιστή και τους πήρε γύρω στις 10 ημέρες για να βρουν κάποιον να ελέγξει όλους τους λογαριασμούς και να υπολογίσει τους μισθούς της ώστε να την πληρώσουν. Εδώ όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Κ.3 στην αντεξέταση του είπε ότι δεν είχαν εξωτερικούς λογιστές για τον μηνιαίο υπολογισμό και έκδοση των καταστάσεων μισθοδοσίας και ότι αυτό γινόταν από το ίδιο το προσωπικό τους και συγκεκριμένα ότι το έκανε η κατηγορουμένη και υπήρχε και άλλο προσωπικό στο Λατσί για τις πληρωμές εκεί. Όταν δε ρωτήθηκε αμέσως μετά ο Μ.Κ.3 γιατί τότε δεν έγινε άμεσα η πληρωμή της κατηγορούμενης είπε ότι δεν έγινε γιατί αυτή έπρεπε να επιστρέψει τα λεφτά που πήρε και έλπιζαν ότι θα τα επέστρεφε και συνήθως όταν γίνεται κάποιος τερματισμός απασχόλησης και είναι πριν το τέλος του μήνα, τότε η πληρωμή γίνεται στο τέλος του μήνα. Σε άλλη σχετική ερώτηση προς τον Μ.Κ.2 τι έκαναν την επομένη ή την μεθεπόμενη της 19.4.13, είπε ότι έκαναν ό,τι όφειλαν, ότι αντιλήφθηκαν ότι η κατηγορούμενη ήθελε να κανονισθεί ο λογαριασμός της και έτσι τον κανόνισαν και περίμεναν ότι ίσως να περιμένει να λάβει τον μισθό της για να τους πάρει τα χρήματα, ίσως δεν είχε λεφτά. Είπε περαιτέρω ότι ήταν πολύ δύσκολες στιγμές για της Κύπρο, ο κόσμος δεν είχε χρήματα και σκέφτηκαν να της πληρώσουν το μισθό της για να τους δώσει πίσω αυτά που τους χρωστούσε. Ο Μ.Κ.3 ουδέποτε όμως ανέφερε κάτι τέτοιο. Στην αντεξέταση του δε όταν ο Μ.Κ.3 ρωτήθηκε γιατί εφόσον απέλυσαν την κατηγορούμενη για κλοπή στις 21.4.13 δεν ανέφεραν το περιστατικό στην Αστυνομία είπε ότι ήλπιζαν ότι θα επέστρεφε τα λεφτά και ότι λόγω κρίσης έδειξαν συμπόνοια αφού ήταν καλή υπάλληλος και ανέμεναν ότι θα έφερνε τα λεφτά. Αυτό όμως δεν κρίνεται λογικό ενόψει του ότι η ίδια η κατηγορούμενη σε καμία από τις επικοινωνίες που είχε με τον Μ.Κ.3, μετά την συνάντηση της με αυτόν στις 19.4.13 όχι μόνο δεν έδειξε τέτοια πρόθεση αλλά ούτε καν αναφέρθηκε σε αυτό και μάλιστα πριν της στείλουν την επιστολή τερματισμού, έστειλε στον Μ.Κ.3 επιστολή με την οποία προειδοποιούσε ότι θα προέβαινε σε απαίτηση στο Γραφείο Εργασίας και στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Σε υποβολή δε στον Μ.Κ.2 ότι ο λόγος τερματισμού της απασχόλησης της κατηγορούμενης δεν ήταν η κλοπή, είπε από μόνος του ότι το γραφείο θα έκλεινε και η απασχόληση της κατηγορούμενης τελικά θα τερματιζόταν έτσι και αλλιώς όταν αυτό θα γινόταν, ένα μήνα ή ίσως και 2 αργότερα αλλά η κλοπή ήταν ένα σοβαρό ζήτημα και για αυτό η εργοδότηση της τερματίσθηκε αμέσως εξαιτίας αυτής. Σε σχέση με τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι στην πρώτη του κατάθεση ο Μ.Κ.2 δεν έκανε καμία αναφορά στο κλείσιμο του γραφείου ενώ στην δεύτερη, προφανώς όταν ενημερώθηκε για τα όσα είπε η κατηγορούμενη στην κατάθεση της, είπε για πρώτη φορά ότι ο αδελφός του δηλ. ο Μ.Κ.3 είπε στην κατηγορούμενη στις 19.4.13 ότι είχαν πρόθεση να κλείσουν το γραφείο. Παρόλα αυτά στην αντεξέταση του σε υποβολή ότι ο αδελφός του ενημέρωσε την κατηγορούμενη ότι το γραφείο θα έκλεινε σε πάρα πολύ σύντομο χρόνο είπε ότι δεν θυμάται πότε ενημερώθηκε αλλά ενημερώθηκε. Εδώ θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι ο Μ.Κ.3 παρέλειψε να αναφερθεί σε αυτό το σημαντικό στοιχείο στην κυρίως εξέταση του και μόνο στην αντεξέταση του σε υποβολή ότι ο λόγος απόλυσης δεν ήταν η κλοπή αλλά το κλείσιμο του γραφείου της εταιρείας στην Παρεκκλησιά, απάντησε ότι συμφωνεί εν μέρει, ότι το γραφείο θα έκλεινε αλλά, είπε, θα πρότειναν στην κατηγορούμενη να συνεχίσει να δουλεύει για έναν, δύο μήνες ακόμα και όταν ανακάλυψαν την κλοπή, την απέλυσαν γιατί ήταν πολύ σοβαρό το θέμα. Παρόλα αυτά δέχθηκε ότι η απόλυση της κατηγορούμενης δεν έγινε αμέσως στις 19.4.13 αλλά στις 21.4.
- Εύλογο δε ερώτημα ως προς την αξιοπιστία του Μ.Κ.2 προκαλεί η άγνοια που δήλωσε περί του ότι η κατηγορούμενη κατήγγειλε την εταιρεία στο Γραφείο Εργασίας στις 22.4.13 για παράνομη απόλυση εφόσον ως ο ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας, ο οποίος μάλιστα βρισκόταν μόνιμα στην Κύπρο, λογικά θα μπορούσε να απαντήσει για αυτό. Είπε δε συγκεκριμένα ότι δεν γνωρίζει για αυτό αλλά από την άλλη πρόσθεσε ότι δεν υπάρχει υπόθεση από το Γραφείο Εργασίας για αυτό το θέμα και ότι όλοι οι μισθοί της κατηγορούμενης έχουν πληρωθεί. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι η πληρωμή του μισθού της κατηγορούμενης έγινε στις 9.5.13 μόνο μετά από παρέμβαση του Γραφείου Εργασίας, αποφεύγοντας να απαντήσει κατά πόσο υπήρξε τέτοια παρέμβαση, είπε ότι πλήρωσαν τα λεφτά που της όφειλαν. Σε σχέση δε με αυτό όταν ο Μ.Κ.3 ρωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει ότι η κατηγορούμενη προέβη σε καταγγελία στο Γραφείο Εργασίας Λεμεσού ουσιαστικά είπε ότι το γνωρίζει αλλά δεν θυμόταν πότε έγινε αυτό. Είπε δε σχετικά ότι έλαβαν επιστολή πολύ αργότερα. Όταν υποβλήθηκε και σε αυτόν ότι μόνο μετά την παρέμβαση του Γραφείου Εργασίας η εταιρεία πλήρωσε την κατηγορουμένη, υπεκφεύγοντας απάντησε ότι έχει ήδη δηλώσει ότι ο λογαριασμός της είχε κανονιστεί την πρώτη εβδομάδα του επόμενου μήνα και δεν υπήρχε, δεν υπάρχει οτιδήποτε άλλο, αφού η εταιρεία πλήρωσε ό,τι της χρωστούσε σύμφωνα με τον νόμο. Περαιτέρω σε υποβολή στον Μ.Κ.2 ότι πρώτα στάληκε σε αυτούς η επιστολή τεκμήριο 9 (φέρει ημερ. 21.4.13 και ώρα 09:56) με την οποία τους ενημέρωνε ότι θα προχωρήσει με καταγγελία στο Γραφείο Εργασίας και μετά αυτοί έστειλαν την επιστολή τερματισμού της απασχόλησης της (φέρει ημερ. 21.4.13 και ώρα 10:22) είπε ότι δεν μπορεί ούτε να το επιβεβαιώσει ούτε και να το αρνηθεί. Όταν βασικά τέθηκε η ίδια υποβολή στον Μ.Κ.3, αυτός είπε μη πειστικά ότι δεν βλέπει καμία σχέση και ότι αυτό είναι θέμα κλοπής και την ενημέρωναν για την πράξη της κλοπής και για τον τερματισμό, κατά συνέπεια των γεγονότων της 19ης Απριλίου. Όμως το εύλογο ερώτημα ως προς την αξιοπιστία της εκδοχής των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 εδώ είναι γιατί αυτή η επιστολή τερματισμού δεν έγινε προηγουμένως εφόσον η κατηγορούμενη όχι μόνο δεν επέστρεψε την ίδια ημέρα τα λεφτά αλλά, σύμφωνα με την δική τους θέση δεν απαντούσε στα μηνύματα τους, και από την ίδια ημέρα με e-mail της αναφέρθηκε σε διακανονισμό των λογαριασμών σύμφωνα με το συμβόλαιο εργοδότησης της. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν είναι ασφαλές να στηριχθώ στην μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 και συναφώς αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Τέλος η κατηγορούμενη θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε κατά την μαρτυρία της στο Δικαστήριο να προσαρμόσει την εκδοχή της κατά τρόπο ώστε να γίνει πιστευτή. Όμως ουσιώδη μέρη της εκδοχής της αποτελούν προφανώς εκ των υστέρων σκέψεις της ενώ άλλα δεν βρίσκουν έρεισμα στην λογική ή στερούνται πειστικότητας. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση της είπε ότι στις 19.4.13, ο Μ.Κ.3 πήγε στα γραφεία της εταιρείας όπου αυτή εργαζόταν και αφού ζήτησε να δει και έλεγξε όλα τα σχετικά με τις εργασίες εκτυπωμένα έγγραφα στην συνέχεια είπε στην κατηγορούμενη ότι σκόπευαν να μεταφέρουν το γραφείο στο Λατσί και ότι επειδή ήξερε ότι είναι μακριά από τη Λεμεσό, ότι πολύ πιθανόν αυτή να μην ήθελε να δουλέψει εκεί και ότι μπορούσε να σταματήσει τη δουλειά εκείνην την ημέρα. Της είπε δε ότι σύμφωνα με το συμβόλαιο της θα έπαιρνε χρήματα για έναν επιπλέον μήνα (μέχρι το τέλος του Μαϊου), λόγω του τερματισμού, αλλά θα μπορούσε να φύγει την ίδια στιγμή από το γραφείο. Μετά δε τον έλεγχο του ταμείου όπου όλα ήταν εντάξει, ρώτησε τον Μ.Κ.3 εάν μπορεί να την περιμένει για λίγο ώστε να πάει σπίτι να πάρει το δεύτερο κλειδί του γραφείου που είχε εκεί καθώς και να πάει στο AKIS EXPRESS, για να παραλάβει φάκελο με κάποια έγγραφα που στάλθηκαν από το Λατσί. Έφυγε και πέρασε και από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για να πάρει κάποια χαρτιά, που έπρεπε να συμπληρωθούν από την εταιρεία, προτού εγγραφεί για επίδομα ανεργίας. Σε άλλο όμως σημείο της κυρίως εξέτασης της είπε ότι την ίδια ημέρα πήγε στο Γραφείο Εργασίας καθοδόν για το σπίτι για να πάρει το κλειδί και στο AKIS EXPRESS. Πήγε εκεί για να ρωτήσει ποια έγγραφα χρειαζόταν αμέσως μετά τον τερματισμό, για να μπορέσει να αιτηθεί επίδομα ανεργίας και βάσει ποιου νόμου μπορούσε να απολυθεί αυθημερόν. Την ενημέρωσαν σχετικά και επειδή ο Μ.Κ.3 της είχε ήδη πει ότι θα την πλήρωνε για τον επιπλέον μήνα, ρώτησε ποια έγγραφα πρέπει να κατατεθούν από την εταιρεία και πήρε αυτά τα έγγραφα μαζί της. Λίγο αργότερα όμως είπε ότι ήξερε ότι δούλευε μόνο για πέντε μήνες και ότι έτσι δεν εδικαιούτο επίδομα ανεργίας. Στην αντεξέταση της δε είπε ότι δεν πήγε στις 19.4.13 στο Γραφείο Εργασίας αλλά στις 22.4.
- Στην δε κατάθεση της που έδωσε στις 28.5.13 δηλ. κοντά στον επίδικο χρόνο, δεν ανέφερε οτιδήποτε για μετάβαση της είτε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις είτε στο AKIS EXPRESS, κάτι που θα ήταν αναμενόμενο να πει με δεδομένο ότι προφανώς ενημερώθηκε για την καταγγελία που είχε κάνει ο Μ.Κ.2 και σύμφωνα με την οποία αυτή έφυγε και δεν επέστρεψε ποτέ. Στην κατάθεση της ανέφερε μόνο ότι είπε στον Μ.Κ.3 ότι έχει και ένα έξτρα κλειδί του γραφείου στο σπίτι της και ότι θα πήγαινε να του το φέρει καθώς και ότι πήγε σπίτι το πήρε και επέστρεψε και μη βρίσκοντας τον Μ.Κ.3 εκεί το παρέδωσε στην Αλεξάνδρα. Περαιτέρω στην κατάθεση της είπε βασικά ότι θα της έδινε ο Μ.Κ.3 τα σχετικά έντυπα για τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και για το Γραφείο Εργασίας και όχι ότι θα του τα έπαιρνε αυτή. Όταν στην αντεξέταση της ρωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε τα πιο πάνω στην κατάθεση της είπε ότι ανέφερε στον αστυνομικό για τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, κάτι που όμως δεν τέθηκε στον Μ.Κ.1 που έλαβε την εν λόγω κατάθεση. Στην αντεξέταση της είπε μάλιστα για πρώτη φορά ότι είχε αναφέρει στον Μ.Κ.3 ότι θα περάσει από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις να πάρει κάποια έγγραφα καθώς και από το AKIS EXPRESS για να πάρει το φάκελο καθώς και ότι θα επέστρεφε και για να υπογράψουν τα χαρτιά των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και να την πληρώσει το υπόλοιπο των λεφτών, όπως είχαν συμφωνήσει. Σε άλλο δε σημείο συμφώνησε ότι με βάση τα όσα είπε, είχε συμφωνήσει με τον Μ.Κ.3 πόσα ακριβώς λεφτά θα έπαιρνε και άρα λογικά δεν ετίθετο θέμα περαιτέρω συζήτησης ή συνάντησης, για να προσθέσει όμως ότι ήταν σημαντικό όχι τόσο τα λεφτά αλλά και γιατί ξεκίνησε να δουλεύει τέλος Νοεμβρίου και επειδή χρειαζόταν 6 μήνες το λιγότερο, για να μπορεί να εγγραφεί για επίδομα ανεργίας στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις γι' αυτό και πίεζε τόσο πολύ να συμπληρωθούν τα χαρτιά των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον σκοπό αυτό και πέρασε από το Γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθοδόν για το σπίτι. Ως όμως έχει λεχθεί ανωτέρω στην κυρίως εξέταση της είπε ότι γνώριζε ότι δεν δικαιούτο επίδομα ανεργίας, κάτι που ανέφερε και σε άλλο σημείο στην αντεξέταση της και άρα δεν ετίθετο θέμα υπογραφής οποιωνδήποτε σχετικών εγγράφων. Προκύπτει λοιπόν ότι οι ισχυρισμοί της ότι πέρασε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσει και το AKIS EXPRESS αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση της είπε ότι όταν αργότερα επέστρεψε στο γραφείο, ο Μ.Κ.3 δεν βρισκόταν εκεί αλλά ήταν μόνο η Αλεξάνδρα, στην οποία άφησε τον φάκελο με τα έγγραφα και το κλειδί του γραφείου. Μετά προσπαθούσε να τηλεφωνήσει πολλές φορές στον Μ.Κ.3 αλλά εκείνος δεν απαντούσε τα τηλεφωνήματα της. Από τα όσα όμως είπε σχετικά στην κατάθεση της δεν προκύπτει ότι προσπάθησε πολλές φορές να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον Μ.Κ.3 ενώ η θέση αυτή δεν τέθηκε καν στον Μ.Κ.3 κατά την αντεξέταση του, ώστε αυτός να την σχολιάσει και να μπορέσει το Δικαστήριο να την αξιολογήσει. Όσον δε αφορά το πότε της έγινε για πρώτη φορά αναφορά για κλοπή είπε αρχικά ότι αυτό έγινε την Κυριακή όταν πήρε την επιστολή (προφανώς εννοούσε την επιστολή τερματισμού) για να προσθέσει όμως ότι υπήρχαν και κάποια μηνύματα από τον Μ.Κ.3 που δεν θυμάται εάν ήταν στις 19.4.13 ή την επομένη ενώ στην συνέχεια είπε ότι για την ακρίβεια η κατηγορία ήταν Κυριακή τα γραπτά μηνύματα, αλλά δεν καταλάβαινε τι εννοούσαν. Δεν ήταν ξεκάθαρα σε αυτήν. Όταν ρωτήθηκε εάν θυμάται ότι έλαβε γραπτό μήνυμα από τον Μ.Κ.3 είπε ότι ήταν κάποια γραπτά μηνύματα από τον Μ.Κ.3 τα οποία δεν καταλάβαινε και πρόσθεσε «Πολύ πιθανόν με αυτό το μήνυμα δεν κατάλαβα τι εννοούσε και προσπαθούσα να του τηλεφωνήσω Παρασκευή και Σάββατο πολλές φορές και δεν απάντησε στα τηλεφωνήματα μου». Δεν απέκλεισε όμως το πρώτο μήνυμα προς αυτήν στο τεκμήριο 8 να της στάληκε το απόγευμα της 19.4.
- Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι προξενεί εντύπωση το γεγονός ότι ενώ θυμόταν όλα τα υπόλοιπα με αρκετές λεπτομέρειες, το εν λόγω μήνυμα, στο περιεχόμενο του οποίου έγινε αναφορά ανωτέρω, δεν το θυμόταν. Περαιτέρω η θέση της ότι δεν αντιλήφθηκε το τι έλεγε το μήνυμα δεν κρίνεται πειστική εφόσον αυτό αναφερόταν καθαρά ότι εάν δεν επέστρεφε μετρητά της εταιρείας εντός 30 λεπτών το θέμα θα καταγγελλόταν στην Αστυνομία. Ακόμη όμως και να μην ήταν αντιληπτό το περιεχόμενο του εν λόγω μηνύματος από την κατηγορούμενη, εκείνο που λογικά θα αναμενόταν από αυτήν, υπό τις περιστάσεις των όσων η ίδια ανέφερε ότι προηγήθηκαν, ήταν να ζητήσει να της εξηγηθεί, κάτι που προφανώς δεν έπραξε εφόσον δεν ισχυρίσθηκε καν ότι επιδίωξε να μάθει τηλεφωνώντας στον Μ.Κ.
- Ως εκ των άνω ούτε η μαρτυρία της κατηγορούμενης γίνεται δεκτή. Νομική πτυχή Το αδίκημα της κλοπής υπό υπηρέτη προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 255 και 268 του Ποινικού κώδικα. Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος, ως συνάγονται από το λεκτικό των πιο πάνω άρθρων, είναι τα εξής:
- Ο κατηγορούμενος να είναι γραµµατέας ή υπηρέτης,
- Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία του εργοδότη του ή πράγµα που περιήλθε στην κατοχή του για λογαριασµό του εργοδότη του,
- Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του εργοδότη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του εργοδότη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση.
- Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
- Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
- Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον εργοδότη του μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Η διάταξη του άρθρου 255 του Κεφ. 154 είναι σχεδόν ταυτόσημη με το άρθρο 1 του Αγγλικού Larceny Act του 1916, το οποίο κωδικοποίησε στην ουσία το Κοινοδίκαιο όσον αφορά το αδίκημα της κλοπής. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «fraudulently» («με δόλιο τρόπο» στην ελληνική μετάφραση του πρωτότυπο κειμένου του άρθρου 255) στην υπόθεση Platritis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 174, υιοθετήθηκε ουσιαστικά η ερμηνεία που δόθηκε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στην υπόθεση R. v. Williams and Another [1953] 1 All E.R. 1068, στα πλαίσια του Larceny Act του 1916, ότι δηλ. η λέξη «fraudulently» σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως δηλαδή χωρίς λάθος. Αποφασίσθηκε επίσης ότι η ελπίδα ή η προσδοκία εκ μέρους του κατηγορούμενου για επιστροφή της περιουσίας δεν συνιστά υπεράσπιση. Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν στην μεταγενέστερη υπόθεση Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 (βλ. επίσης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486 και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14). Κρίθηκε δε ότι η λέξη «fraudulently» αποσκοπούσε στον να προσθέσει κάτι στην φράση «without a claim of right made in good faith» (χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη στην ελληνική μετάφραση) και συγκεκριμένα ότι τόσο η κατοχή όσο και η αποκόμιση πρέπει να γίνει σκόπιμα και χωρίς λάθος εκ μέρους του κατηγορούμενου, ότι η περιουσία ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω πρέπει να γίνεται χωρίς αξίωση δικαιώµατος που γίνεται µε καλή πίστη. Το πιο πάνω δεν σημαίνει με απάτη ή καταδολίευση αλλά σκόπιμα και εκ προθέσεως και χωρίς το προαναφερόμενο λάθος. Από δε την Ανδρονίκου ανωτέρω προκύπτουν περαιτέρω τα ακόλουθα: · Όσον αφορά την φράση «με δόλιο τρόπο» («fraudulently») που σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα βρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα περιστατικά της υπόθεσης. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του. · Αναφορικά δε με την έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. · Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε πράγμα που έχει αξία και ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3). Η έννοια της λέξης «περιουσία» («property») είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). · Δεν είναι αναγκαία δε η φυσική αποκόμιση της περιουσίας. Στην Χαραλάμπους ανωτέρω λέχθηκε δε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίησή" του. Δεν έχει δε επίδραση στη στοιχειοθέτηση της κλοπής το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί το κλαπέν ποσό ή η κατάληξη του (βλ. Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 646). Όσον αφορά την έννοια του υπηρέτη - υπαλλήλου, στο σύγγραμμα Archbold 33η έκδοση σελ. 636 η ερώτηση που χρήζει απάντησης είναι: «Was he under the control of and bound to obey his alleged master?». Η ερώτηση απαντάται ως εξής: «Prove, therefore, that the prisoner, at the time when he receive the chattel money of valuable security, was clerk or servant to JN, or employed for the purpose or in the capacity of a clerk or servant as stated in the indictment, acting under and bound to obey the orders of his master, or employer. This may be proved by evidence that he acted as such». Συμπεράσματα Αποτελεί κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι η κατηγορούμενη, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν εργοδοτούμενη της παραπονούμενης εταιρείας. Συνεπώς έχει αποδειχθεί το πρώτο συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος. Η μαρτυρία της κατηγορούμενης, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγινε δεκτή. Αυτό όμως ασφαλώς σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί από μόνο του στο συμπέρασμα ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Η κατηγορούσα αρχή, η οποία φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης, στήριξε την υπόθεση της βασικά στην μαρτυρία των Μ.Κ.2-3 και στην μαρτυρία που αυτοί προσκόμισαν στο Δικαστήριο. Για τους λόγους όμως που επίσης εξηγήθηκαν ανωτέρω, κρίθηκε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί στην εν λόγω μαρτυρία, ώστε να καταλήξει με την απαιτούμενη ασφάλεια και βεβαιότητα σε συγκεκριμένα και αναντίλεκτα ευρήματα γεγονότων και κατ' επέκταση με βάση τέτοια στο ότι έχουν στοιχειοθετηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Καταληκτικά κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης της επίδικης κατηγορίας και αναπόδραστα η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτήν. (Υπ.) ........................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Κλοπή υπό υπηρέτη). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο