Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Savvas Nikiforou Trading Co Limited κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 24182/14, 19/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B215 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24182/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον
- Savvas Nikiforou Trading Co Limited
- Σάββας Νικηφόρου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Αναστασίου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Ν. Παναγιώτου με κ. Β. Παναγιώτου Κατηγορούμενος 2 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Όταν η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε την Μ.Κ.1 Αστ. 4282 Ελένη Λοίζου να παρουσιάσει την γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου 2, η υπεράσπιση έφερε ένσταση ως προς τη θεληματικότητα και το νομότυπο της κατάθεσης υποστηρίζοντας ότι αυτή λήφθηκε κάτω από άσκηση ψυχικής πίεσης και υποσχέσεων στον κατηγορούμενο 2, χωρίς πληροφόρηση των δικαιωμάτων που του παρέχει το Σύνταγμα και κατά παράβαση των Κανόνων. Τους λόγους που εξέθεσε η υπεράσπιση του παραθέτω αυτούσιους:
- Η κατάθεση δόθηκε για άλλο αδίκημα από αυτό που κατηγορείται, ήτοι της νομιμοποίησης εσόδων αντί των ψευδών παραστάσεων.
- Απειλή ότι αν δεν μιλούσε θα τον έπαιρνε σίγουρα δικαστήριο ενώ υποσχέσεις αν συνεργαστείς θα μιλήσω με τον προϊστάμενο μου και δεν θα πάεις δικαστήριο.
- Δεν του έγινε caution καθόλου παρά το ότι φαίνεται στην κατάθεση ότι το έκανε.
- Όχι μόνο δεν του λέχθηκε ότι είχε δικαίωμα να έβλεπε δικηγόρο πριν την έναρξη των ερωτήσεων και να είναι μαζί του καθ' όλη την συνέντευξη αλλά αντίθετα του στέρησε το δικαίωμα δικηγόρου. Του είπε ότι απλώς θα του υπέβαλλε κάποιες ερωτήσεις και δεν χρειάζεται δικηγόρος. (Ο Σάββας της δήλωσε εξ αρχής ότι δεν ήθελε να μιλήσει καθόλου ούτε και να δώσει κατάθεση και ότι ήθελε να μιλήσει με τον δικηγόρο του τηλεφωνικώς).
- Εφαρμογή του κανόνα 3 άμεσα - όχι ερωτήσεις. Υπήρχε ικανοποιητική μαρτυρία στα χέρια της αστυνομικού η οποία δικαιολογούσε την απαγγελία κατηγοριών δυνάμει του κανόνα 3 των «δικαστικών κανόνων» οπότε δεν επιτρεπόταν η υποβολή περαιτέρω ερωτήσεων.
- Το περιεχόμενο της κατάθεσης δεν αποτελεί ορθή και πιστή καταγραφή των όσων ο κατηγορούμενος είπε στην αστυνομικό.
- Ότι ουσιαστικά ήταν υπό σύλληψη, υπό συνθήκες δηλαδή που ισοδυναμούσαν (tantamount) με κράτηση και όφειλαν να του είχαν δοθεί τα δικαιώματα του.
- Έστω και αν δεν ήταν υπό σύλληψη δεν τον πληροφόρησε ότι δεν ήταν υπό σύλληψη αλλά και ούτε ότι είχε δικαίωμα δικηγόρου, δικαιώματα που έχει κάθε ύποπτος (μη τελών υπό σύλληψη) σε αστυνομικό σταθμό. Με αποτέλεσμα η κατάθεση του κατηγορούμενου 2 να μην αποτελεί προϊόν ελεύθερης βούλησης του. Ενόψει των πιο πάνω το Δικαστήριο διέταξε την διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για να διαφανούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η επίδικη κατάθεση. Στην διάρκεια της δίκης κατέθεσε η Αστ. 4282 Ελένη Λοίζου και ο κατηγορούμενος
- Η Αστ. 4282 Λοίζου αναγνώρισε την κατάθεση του κατηγορουμένου 2 - Τεκμήριο Α προς αναγνώριση και το κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 στην Δίκη εντός Δίκης στο εξής θα αναφέρεται ως «η κατάθεση» και ανέφερε ότι την επίδικη ημερομηνία υπηρετούσε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Με τον κατηγορούμενο 2 επικοινώνησε τηλεφωνικώς και τον κάλεσε να έρθει στο τμήμα. Τον πληροφόρησε ότι προτίθεται να τον ανακρίνει για τις ακάλυπτες επιταγές της Denickom Enterprises Limited, διευθέτησαν ραντεβού και ο κατηγορούμενος 2 ανταποκρίθηκε. Μεταξύ ραντεβού και τηλεφωνήματος μεσολάβησαν κάποιες μέρες. Ερχόμενος ο κατηγορούμενος 2 στο τμήμα και πριν του υποβάλει οποιαδήποτε ερώτηση τον προειδοποίησε για τα αδικήματα που διερευνούσε. Το κείμενο το είχε καταγραμμένο, το διάβασε στον κατηγορούμενο 2 και αυτός το υπέγραψε. Περαιτέρω η μάρτυρας ανέφερε ότι κατέγραφε τις ερωτήσεις, τις διάβαζε στον κατηγορούμενο 2 και ακολούθως κατέγραφε την απάντηση του. Την κατάθεση την έλαβε σύμφωνα με τον δεύτερο Δικαστικό Κανόνα γιατί είχε υποψία εναντίον του κατηγορούμενου 2 βασιζόμενη στην καταγγελία του Μάριου Ιωάννου. Ο κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας του και το θεώρησε αναγκαίο για την ολοκλήρωση της διερεύνησης την υπόθεσης να ακούσει και την θέση του κατηγορούμενου 2 γι' αυτό του υπέβαλε ερωτήσεις. Στο τέλος του διάβασε την κατάθεση αφού προηγουμένως τον ενημέρωσε ότι μπορούσε να την διαβάσει από μόνος του. Μετά που τoυ διάβασε την κατάθεση του, του υπαγόρευσε και κατέγραψε ο ίδιος το κείμενο που καταγράφεται με κεφαλαία γράμματα στη κατάθεση. Μονόγραψε όλες τις σελίδες της κατάθεσης και υπέγραψε την κατάθεση στο τέλος. Η μάρτυρας αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι κάλεσε τον κατηγορούμενο 2 να έρθει στο τμήμα και αυτός ήρθε. Την κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 την έλαβε δύο μήνες περίπου μετά που ξεκίνησε την διερεύνηση της υπόθεσης. Όταν ήρθε στο τμήμα τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διερευνούσε. Είχε όλο το ανακριτικό υλικό στα χέρια της την ώρα που λάμβανε κατάθεση από τον κατηγορούμενο
- Έκρινε αναγκαία την ανάκριση του κατηγορούμενου 2 καθότι υπήρχε εύλογη υποψία εναντίον του και ήθελε να ακούσει την δική του εκδοχή σε σχέση με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Ανέφερε ότι από το τηλέφωνο πληροφορήθηκε ο κατηγορούμενος 2 ότι δεν ήταν υπό σύλληψη, δεν του ανέφερε οτιδήποτε για δικηγόρο γιατί δεν ήταν υπό σύλληψη και δεν του έδωσε τα δικαιώματα κρατουμένου. Συμφώνησε ότι παρέμεινε στο τμήμα από η ώρα 9:40 μέχρι η ώρα 14:
- Δεν κατέγραψε πουθενά ότι δεν ήταν υπό σύλληψη και ο ίδιος δεν της ζήτησε να φύγει την ώρα που κατέθετε. Δεν τον ρώτησε εάν γνωρίζει να γράφει ή να διαβάζει . Αυτό που του υπαγόρευσε το έγραψε και υπέγραψε την κατάθεση του και επανέλαβε ότι οι απαντήσεις είναι καταγραμμένες όπως τις έλεγε ο κατηγορούμενος
- Μέσα στα πλαίσια της αντεξέτασης η υπεράσπιση ζήτησε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 στην δίκη εντός δίκης και οι γραπτές κατηγορίες του κατηγορουμένου
- Σε σχέση με αυτό το έγγραφο η μάρτυρας ανέφερε ότι το σύνταξε η ίδια την ίδια μέρα μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης του κατηγορούμενου
- Εξήγησε ότι η σύνταξη είναι εύκολη γιατί ο σκελετός βρισκόταν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Διάβασε τις κατηγορίες στον κατηγορούμενο 2, κατέγραψε χειρόγραφα η ίδια την απάντηση του κατηγορούμενου 2 και ο κατηγορούμενος 2 έθεσε την υπογραφή του σε όλες τις σελίδες. Ο κατηγορούμενος 2 καταθέτοντας ανέφερε ότι η Αστ. Λοίζου - Μ.1 του τηλεφώνησε στις 11.11.2013, βρισκόταν στην Κοφίνου και την ίδια μέρα επισκέφθηκε το Τ.Α.Ε. εκεί που του εξήγησε η Μ.
- Του εξήγησε ότι είναι για τις επιταγές της Denickom Enterprises Limited. Η Μ.1 τον παρέλαβε από το reception και τον πήρε στο γραφείο της. Μίλησαν για την εταιρεία του, πόσους υπαλλήλους είχε και πως καταστράφηκε μετά τις 15/
- Αυτός της ανέφερε ότι ήθελε να μιλήσει με τον δικηγόρο του και αυτή του απάντησε ότι δεν χρειάζεται να μιλήσει γιατί δεν θα τον κατηγορήσει και δεν θα τον στείλει στο Δικαστήριο. Επίσης του είπε ότι «αν δεν μιλήσει και θέλει να φύγει τότε θα πάει Δικαστήριο». Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι του είπε «ότι θα του κάνει απλές ερωτήσεις να υπογράψει κάτι χαρτιά και δεν θα πάει Δικαστήριο». Τον έπιασε με φιλικό τρόπο, του μιλούσε ότι θα τον βοηθούσε και δεν θα πάει Δικαστήριο. Αυτός της έλεγε ότι θέλει να δει δικηγόρο. Μετά που της υπόγραψε τα χαρτιά άλλαξε η συμπεριφορά της, έγινε εχθρική. Σε σχέση με την δακτυλογραφημένη παράγραφο της κατάθεσης του ισχυρίστηκε ότι δεν του την διάβασε, τον έβαλε και υπόγραψε όπως έκανε και για την υπόλοιπη κατάθεση. Το κείμενο στο τέλος της κατάθεσης του με κεφαλαία γράμματα του το έγραψε η Μ.1 και τα αντέγραψε ο ίδιος με κεφαλαία γράμματα. Ισχυρίστηκε ότι στην κατάθεση του άλλα της έλεγε και άλλα έγραφε καθότι της είπε να γράψει «ότι μετά τις 15/03 που έπαθα το πρόβλημα με την τράπεζα, που ήταν η μοναδική μου τράπεζα, μπορούμε να τα δούμε και από το statement μου, γιατί δεν είχα ποτέ μου πρόβλημα. Μετά τις 15/03, που είχα το πρόβλημα, δεν το αναφέρει αυτό, μετά τις 15/03 που καταστράφηκα, ήρθαν οι επιταγές μου πίσω, που είχα πρόβλημα και ήρθε και ο κύριος Μάριος Νικολάου στην αποθήκη μου και πήρε τα εμπορεύματα του πίσω. Μετά τις 15/03 της τα ανέφερα και δεν τα έγραψε κάτω αυτά τα πράγματα». Αυτή την απάντηση, σχεδόν παρόμοια την επανέλαβε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν στην κυρίως εξέταση. Σε σχέση με το Τεκμήριο 2 ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι του είπε ότι δεν θα τον κατηγορήσει, δεν του διάβασε τις κατηγορίες, το υπέγραψε μαζί με τα άλλα έγγραφα που του έδωσε να υπογράψει. Αναγνωρίζει την υπογραφή του στο Τεκμήριο 2 σε όλες τις σελίδες εκτός από την τελευταία και ισχυρίζεται ότι δεν είναι δική του. Στην αντεξέταση ανέφερε ότι το όνομα και το επίθετο στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 2 με κεφαλαία γράμματα το έγραψε ο ίδιος αλλά η υπογραφή δεν είναι δική του. Ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει ελάχιστα γράμματα, είναι απόφοιτος δημοτικού, γράφει κεφαλαία και διαβάζει με δυσκολία. Συμφώνησε ότι είχε μαζί του το κινητό αλλά του είπε και το έβαλε στο αθόρυβο. Της ζήτησε να τηλεφωνήσει στον δικηγόρο του και δεν του επέτρεψε και το μόνο τηλεφώνημα που έκανε ήταν στον λογιστή του. Στην διάρκεια των τεσσάρων ωρών και είκοσι λεπτών που ήταν στο τμήμα δεν του είπε ότι ήταν υπό σύλληψη. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι ήταν άλλη μέρα που έγινε το τηλεφώνημα και άλλη μέρα το ραντεβού. Συμφώνησε ότι του είπε στο τηλέφωνο για την καταγγελία που υπήρχε εναντίον του και αφορά τις επιταγές της Denickom Enterprises Limited. Αρνήθηκε ότι στον σταθμό η Μ.1 τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διερευνά και επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι αν της απαντούσε στις ερωτήσεις δεν θα τον έπαιρνε Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε ότι η Μ.1 δεν κατέγραφε τις απαντήσεις όπως αυτός τις έλεγε και συγκεκριμένα ότι άλλαζε λέξεις και ότι συμφώνησε να τηλεφωνήσει στον λογιστή του αλλά ποτέ δεν το έκανε. Είναι θεμελιώδης αρχή ότι προτού επιτραπεί η παρουσίαση κατάθεσης κατηγορουμένου στο Δικαστήριο ως στοιχείο μαρτυρίας, θα πρέπει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει θετικά και πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι η κατάθεση ήτο θεληματική με την έννοια ότι δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα συμπεριφοράς προσώπου ασκούντος εξουσία σε σχέση με την ανάκριση ή την δίωξη η οποία να είχε προκαλέσει στον κατηγορούμενο είτε φόβο για δυσμενείς επιπτώσεις είτε ελπίδα για αποκόμιση πλεονεκτήματος είτε που να συνιστά καταπίεση, δηλαδή μεταχείριση η οποία έτεινε να υπονομεύσει και στην πραγματικότητα υπονόμευσε την ελεύθερη θέληση του κατηγορούμενου (βλ. Ibrahim v. R.
(1914)A.C. 599 (H.L.) Commissioners of Customs and Excise v. Harz and Power
(1967)1 A.C. 760 (H.L.) D.P.P. v. Ping Lin
(1975)2 C.L.R. 132, R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 113 και Kokkinos v. Police
(1967)2 C.L.R. 217. Πρέπει επίσης να καταδεικνύεται, στον ίδιο πάλι βαθμό, ότι η κατάθεση λήφθηκε νομότυπα δηλαδή σύμφωνα με τους Δικαστικούς Κανόνες, παρόλο που αναφορικά με αυτή την πτυχή το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική εξουσία να αποδέχεται κατάθεση όπου υπήρξε κάποια τυπική ή επουσιώδης παρέκκλιση από τους Κανόνες η οποία η να μην επέδρασε επί της θεληματικότητας της κατάθεσης και να μην έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Κύπρο φαίνεται να υπάρχει μια αυστηρότερη προσέγγιση, σε σχέση με την Αγγλική, από την άποψη ότι το Δικαστήριο πρέπει να είναι ελεύθερο να αποκλείει καταθέσεις που έχουν ληφθεί κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων, έτσι που να αποφεύγεται έστω και η παραμικρή υπόνοια για λανθασμένες πρακτικές από τις Αρχές. Στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψιν του παράγοντες όπως την έκταση της παράβασης, κατά πόσον η παράβαση σχετίζεται με τυπικά θέματα, τις πιθανές επιπτώσεις στον κατηγορούμενο, αλλά και σε ένα γενικότερο πλαίσιο πολιτικής, τις πιθανές επιπτώσεις στο γενικότερο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης από συστηματική παραβίαση των Κανόνων από τις Αρχές (βλ. Ονησίλλου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556). Τα Κυπριακά Δικαστήρια όπως προκύπτει από την Νομολογία έχουν επιδείξει ιδιαίτερη ευαισθησία σε ότι αφορά την τήρηση των Δικαστικών Κανόνων με αποτέλεσμα να αποκλίνουν προς τον αποκλεισμό κατάθεσης όπου υπήρξε ουσιώδης παράβαση (βλ. Kokkinos v. The Police
(1967)2 C.L.R. 217, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40 και The Republic v. Pierides
(1971)2 C.L.R. 181). Η θέση της υπεράσπισης στηρίζεται στο στοιχείο της καταπίεσης, της παραβίασης των Συνταγματικών Δικαιωμάτων του κατηγορούμενου 2 και στην παράβαση Δικαστικών Κανόνων. Στην υπόθεση R. v. Prager
(1972)56 Cr. App. R. 151 αποφασίστηκε ότι «καταπιεστική ανάκριση είναι ανάκριση που από τη φύση της, τη διάρκεια της, ή άλλα περιστατικά περιλαμβανομένης και της κράτησης, δημιουργεί ελπίδες (όπως την ελπίδα απόλυσης) ή φόβους ή επηρεάζει με τέτοιο τρόπο το μυαλό του κατηγορουμένου έτσι που η θέληση του να μειώνεται και να ανοίγει το στόμα του όταν στην αντίθετη περίπτωση θα έμενε σιωπηλός». (βλ. επίσης Pollock C.B. 12 και R. v. Baltry
(1852)2 DEN 430, που εγκρίθηκε στην Ibrahim v. R.
(1914)A.C. 599, 610). Στην υπόθεση R. v. Hough
(1979)68 Cr. App. R. 197, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να θέσει το ερώτημα τι οδήγησε τον κατηγορούμενο να πει αυτά που είπε. Η απόδειξη της θεληματικότητα μιας κατάθεσης συνεπάγεται βέβαια την διατύπωση ευρήματος ή ευρημάτων. Θα πρέπει όμως η αξιολόγηση της μαρτυρίας να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια δεδομένου πάντοτε ότι καλύπτονται οι ανάγκες των επίδικων θεμάτων που τέθηκαν στην δίκη εντός δίκης. Επομένως θα πρέπει να αποφεύγεται η διατύπωση ευρημάτων που υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου. Ως εκ των ανωτέρω θα προσεγγίσω την μαρτυρία με κάθε δυνατή προσοχή με σκοπό να διαφυλαχθεί ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων που κατέθεσαν στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης και θα προβώ στην διατύπωση όσο το δυνατόν λιγότερων ευρημάτων (βλ. Ιωαννίδης v. Δημοκρατίας
(1967)2 C.L.R. 58 και Πετρή v. Αστυνομίας ανωτέρω). Είμαι ικανοποιημένος ότι η επίδική κατάθεση Τεκμήριο 1 στην δίκη εντός δίκης λήφθηκε κάτω από τις περιστάσεις που περιέγραψε στην κατάθεση της η Μ.
- Η εκδοχή της διέπετο από σαφήνεια, συνέπεια και συνέχεια. Η μάρτυρας δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Στα κύρια σημεία της μπορώ να πω ενισχύεται και από την μαρτυρία του κατηγορούμενου
- Ο κατηγορούμενος 2 δεν αρνήθηκε ότι κατά τη στιγμή που του τηλεφώνησε τον ενημέρωσε για πιο θέμα ήθελε να του πάρει κατάθεση. Συνεπώς ο κατηγορούμενος 2 ερχόμενος στο τμήμα ήξερε ότι ερχόταν για να του ληφθεί κατάθεση για τις ακάλυπτες επιταγές της εταιρείας Denickom Enterprises Limited. Τότε γιατί απάντησε στις ερωτήσεις εφόσον ήθελε να δει δικηγόρο. Ο κατηγορούμενος 2 δεν βρισκόταν υπό σύλληψη και οι συνθήκες παραμονής του όσον και αν προσπάθησε να πείσει περί του αντιθέτου δεν ισοδυναμούσαν με συνθήκες κράτησης. Ο κατηγορούμενος 2 με μια επιπόλαια και επίπλαστη εκδοχή βασιζόμενος στο ότι μπορεί να είναι ολιγογράμματος από τον τρόπο που κατέγραψε τα όσα η Μ.1 του υπαγόρευσε στο τέλος της κατάθεσης του Τεκμήριο 1 προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του Τεκμηρίου 1 δεν αποτελούσαν προϊόν της ελεύθερης βούλησης του. Περαιτέρω, ανυπόστατος είναι και ο ισχυρισμός του ότι η Μ.1 του υποσχέθηκε να της απαντήσει στις ερωτήσεις και δεν θα τον στείλει Δικαστήριο, διαφορετικά αν ζητήσει δικηγόρο και δεν απαντήσει στις ερωτήσεις θα τον στείλει Δικαστήριο. Εντελώς ανυπόστατος είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου 2 ότι το Τεκμήριο 2 στην δίκη εντός δίκης δεν του διαβάστηκε, έθεσε την υπογραφή του σε όλες τις σελίδες αλλά αρνείται ότι στην τελευταία σελίδα αυτού του εγγράφου είναι η υπογραφή, όμως στην αντεξέταση παραδέχθηκε ότι το όνομα και το επίθετο κάτω από την απάντηση με κεφαλαία γράμματα είναι δικά του. Πως είναι δυνατόν κάποιος να μην υπογράφει και από την άλλη να θέτει στον ίδιο χώρο ολογράφως το ονοματεπώνυμο του; Ο κατηγορούμενος 2 μπορεί να ισχυρισθεί ότι είναι ολιγογράμματος αλλά όχι αγράμματος και να μπορεί συνάμα να είναι διευθυντής και γραμματέας εταιρείας στηριζόμενος μόνο στους λογιστές του. Συνεπεία των πιο πάνω βρίσκω και αποδέχομαι ότι η επίδικη κατάθεση και το Τεκμήριο 2 στην δίκη εντός δίκης λήφθηκαν με τον τρόπο και κάτω από τις συνθήκες που περιέγραψε στην κατάθεση της η Μ.
- Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω οι λόγοι υπό τα στοιχεία 2, 3, 4, 6, 7 και 8 δεν μπορούν να επιτύχουν. Όπως ανέφερε η Μ.1 η κατάθεση λήφθηκε με βάση τον Δικαστικό Κανόνα
- Ισχυρισμός της υπεράσπισης είναι ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε ικανοποιητική μαρτυρία στα χέρια της αστυνομικού η οποία δικαιολογούσε την απαγγελία κατηγοριών δυνάμει του δικαστικού Κανόνα 3 οπότε δεν επιτρεπόταν η υποβολή περαιτέρω ερωτήσεων. Και σε αυτό το σημείο η μαρτυρία της Μ.1 ήταν πλήρως κατατοπιστική. Εξήγησε με σαφήνεια ότι κάλεσε τον κατηγορούμενο 2 και του έλαβε ανακριτική κατάθεση με βάση τον δεύτερο διαδικαστικό Κανόνα ώστε να ακούσει και την δική του εκδοχή από την στιγμή που ο κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής και γραμματέας της εκδότριας των επιταγών εταιρείας. Όπως ανέφερε η μάρτυρας είχε στα χέρια της μαρτυρία που δημιουργούσε βάσιμες υπόνοιες για την διάπραξη των αδικημάτων και εξήγησε γιατί ήθελε να του υποβάλει ερωτήσεις. Συνεπώς δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε παράβαση και κατά συνέπεια ούτε και ο πέμπτος λόγος δεν μπορεί να επιτύχει. Σε σχέση με τον πρώτο λόγο που θέτει η υπεράσπιση ότι η κατάθεση δόθηκε για άλλο αδίκημα από αυτό που κατηγορείται παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος 2 πληροφορήθηκε, ανακρίθηκε και κατηγορήθηκε γραπτώς με βάση τα Τεκμήρια 1 και 2 στην δίκη εντός δίκης για τα αδικήματα έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και αδικήματα του Νόμου περί της παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Για τα πιο πάνω αδικήματα αντιμετωπίζει κατηγορίες με βάση το κατηγορητήριο στην παρούσα υπόθεση και περαιτέρω αντιμετωπίζει και κατηγορίες απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις. Αυτό από μόνο του δεν αποτελεί παραβίαση δικαιωμάτων του κατηγορούμενου 2 και ούτε ανακρίθηκε επί του θέματος αυτού ώστε να αναφέρει οτιδήποτε γι' αυτό κατά παραβίαση των δικαιωμάτων του. Συνεπώς ούτε για τον πρώτο λόγο παρατηρώ να αποτελεί παραβίαση δικαιωμάτων του κατηγορούμενου 2 και συνεπώς δεν μπορεί να επιτύχει. Η κατάθεση Τεκμήριο 1 στην δίκη εντός δίκης κατατίθεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο
- (Υπ.) ............. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο