Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Naji El Afifi κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 28934/12, 30/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B205 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ : Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 28934/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Και
- Naji El Afifi
- Νεκταρία Θεοδωρίδου Ημερομηνία: 30/11/2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της συνωμοσίας για να βλάψουν άλλον στο επάγγελμα και της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η και 2η Κατηγ.). Ο κατηγορούμενος 1, αντιμετωπίζει περαιτέρω άλλες έντεκα κατηγορίες για το αδίκημα της μετάδοσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα χωρίς δικαίωμα (3η - 13η Κατηγ.) και η κατηγορούμενη 2 επίσης μία κατηγορία για το ίδιο αδίκημα, της μετάδοσης δηλαδή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα χωρίς δικαίωμα (14η Κατηγ.), κατά παράβαση του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου 138(Ι)/
- Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κάποια γεγονότα δηλώθηκαν παραδεκτά και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Λόγω του ότι όμως πρόκειται για γεγονότα δευτερεύουσας σημασίας δεν θεωρώ απαραίτητο να κάμω σε αυτά οποιαδήποτε αναφορά. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και μαρτύρησαν στο Δικαστήριο, η λοχίας 176 Ελένη Μιχαήλ, ο Ουαλίτ Ασσάφ, ο Χάρης Ορφανίδης, ο Hanna Abu Aitan, η Μαργαρίτα Λουκά, ο αστυφ. 4845 Χάρης Μπέρος και ο Α/αστυφ. 2097 Σταύρος Αντωνίου (Μ.Κ.1-7 ). Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορουμένων επικαλούμενη διάφορους λόγους, υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων έτσι ώστε αυτοί να κληθούν σε απολογία. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος ανέπτυξε αντίθετη επιχειρηματολογία. Στις θέσεις των συνηγόρων και στα επιχειρήματα που ανέπτυξαν, αναφορά θα γίνει στη συνέχεια όπου τούτο κριθεί αναγκαίο. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133]. Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου [βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)]. Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το ζήτημα που εξετάζεται είναι η υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 . δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατό να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Αυτό που αποδίδεται στους κατηγορούμενους σύμφωνα με το κατηγορητήριο είναι ότι μεταξύ του Ιουλίου του 2008 και της 3ης Αυγούστου του 2009 συνωμότησαν με τον Valery Maltesv να βλάψουν την εταιρεία Windsor Brokers Ltd μέσω του διευθυντή της Hana Abu Aitan στο επάγγελμα τους, ότι κατά την ίδια περίοδο συνωμότησαν και πάλι με το ίδιο πρόσωπο να επεξεργαστούν, μεταδώσουν και καταστήσουν προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα χωρίς δικαίωμα (Κατηγ. 1 και 2). Κατηγορείται περαιτέρω ο 1ος κατηγορούμενος ότι μεταξύ του 2006 και της 3ης Αυγούστου του 2009 επεξεργάστηκε, μετέδωσε και κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, δηλαδή στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με διάφορα έγγραφα, συμφωνίες, αριθμούς λογαριασμών και τρόπους επικοινωνίας, με τον όγκο συναλλαγών της εταιρείας Windsor Brokers Ltd, με πελάτες στον Αραβικό χώρο, με συναλλαγές της ίδιας εταιρείας σε διεθνή χρηματιστήρια, στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με την υπηρεσία Storage και Multiterminal Launch (Κατηγ. 3-13). Και η κατηγορούμενη 2 ότι μεταξύ του 2006 και της 3ης Αυγούστου του 2009 επεξεργάστηκε, μετέδωσε και κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, δηλαδή στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με οδηγίες εκπαίδευσης υπαλλήλων της εταιρείας Windsor Brokers Ltd (Κατηγ. 14). Ουσιαστικό μέρος της επιχειρηματολογίας της ευπαίδευτης συνηγόρου των κατηγορουμένων αποτέλεσε η εισήγηση της ότι η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή λήφθηκε παράνομα για αυτό και το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασισθεί σε αυτήν. Σύμφωνα με την εισήγηση της η μαρτυρία έχει ληφθεί κατά παράβαση των άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος. Είναι για αυτό σημαντικό να εξετασθεί ο τρόπος λήψης της μαρτυρίας. Όπως η ίδια η κατηγορούσα αρχή προέβαλε όταν ο Μ.Κ.2 πρόσεξε ότι στον ηλεκτρονικό υπολογιστή (Η.Υ.) που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος 1 στην παραπονούμενη εταιρεία, την Windsor Brokers Ltd, υπήρχαν ανοιγμένα κάποια «ύποπτα» προγράμματα, σκέφτηκε ότι κάτι περίεργο συνέβαινε και ενημέρωσε για αυτό τον Μ.Κ.4, που είναι διευθυντής και μέτοχος της παραπονούμενης εταιρείας. Ο τελευταίος, ανάθεσε σε κάποια ιδιωτική εταιρεία την εγκατάσταση συστήματος παρακολούθησης του Η.Υ. που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος 1 (E-Blaster) και από έλεγχο που ακολούθησε διαπίστωσαν ότι έδιδε πληροφορίες και είχε επικοινωνία με κάποια ανταγωνίστρια εταιρεία, την Broco Investments Inc. Στην συνέχεια ανάθεσαν σε κάποια ιδιωτική εταιρεία που ασχολείται με την δικανική διερεύνηση των Η.Υ. σε ιδιωτική βάση, την Computer Forensic Investigation, να αναλάβει την ανάλυση των πληροφοριών από τον Η.Υ. του κατηγορούμενου 1. Πράγματι ο Μ.Κ.3, υπάλληλος τότε στην εταιρεία αυτή, μετέβη στα γραφεία της παραπονούμενης εταιρείας και χρησιμοποιώντας συγκεκριμένο πρόγραμμα και τρόπο τα οποία και περιέγραψε, αντέγραψε τα δεδομένα από τον Η.Υ. του κατηγορούμενου 1 σε άλλο σκληρό δίσκο και στη συνέχεια προχώρησε σε ανάλυση των δεδομένων αυτών. Το αποτέλεσμα της εργασίας του το κατέγραψε σε έκθεση την οποία και παρέδωσε στην παραπονούμενη εταιρεία. Στη συνέχεια και μετά από καταγγελία που ακολούθησε στην αστυνομία, η τελευταία παρέλαβε ως τεκμήρια ηλεκτρονικούς υπολογιστές και άλλα ηλεκτρονικά μέσα που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος 1 τόσο στον επαγγελματικό του χώρο όσο και από το σπίτι και αυτοκίνητο του και από τα οποία λήφθηκαν στοιχεία και πληροφορίες οι οποίες καταγράφονται σε έκθεση που ετοίμασε η Μ.Κ.5 (Τεκμήριο 26). Όπως προκύπτει από όλα τα πιο πάνω, η όλη υπόθεση βασίζεται σε δεδομένα και πληροφορίες που λήφθηκαν από ηλεκτρονικά μέσα που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος 1. Το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και της ελευθερίας στην επικοινωνία, κατοχυρώνεται από τα Άρθρα 15.1 και 17.1 του Συντάγματος καθώς και από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με την ψήφιση του περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων) Νόμου του 1996, Ν.92
(1)/96, η υποκλοπή ή παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας έχει πλέον ποινικοποιηθεί και αποτελεί ποινικό αδίκημα. Αναμφίβολα όλα όσα εξάχθηκαν από τον Η.Υ. του κατηγορούμενου 1 αποτελούν επικοινωνία, το απόρρητο της οποίας προστατεύεται συνταγματικά. Στην υπόθεση Σιάμισιη ν. Αστυνομίας και με αναφορά στην Police v. Georgiades
(1983)2 C.L.R. 33, λέχθηκε ότι:- «Ως προς το δικαίωμα του απορρήτου της επικοινωνίας που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 17 έγινε σαφές ότι επικοινωνία περιλαμβάνει τόσο την προφορική όσο και τη γραπτή επικοινωνία και περικλείει οποιαδήποτε άποψη που ο Α επιθυμεί να φέρει εις γνώση του Β στο πλαίσιο ανταλλαγής απόψεων, αισθημάτων ή ιδεών. Το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 15 του Συντάγματος σκοπό έχει τη διασφάλιση της ελευθερίας του ατόμου κατά την ιδιωτική ανταλλαγή απόψεων.» Είναι σαφώς νομολογημένο ότι σε περιπτώσεις που υπάρχει παραβίαση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του ατόμου δεν χωρεί οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αλλά αυτό οφείλει να απορρίψει μαρτυρία που αποτελεί προϊόν παραβίασης οποιουδήποτε τέτοιου δικαιώματος έτσι ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του. (Police v. Georgiades πιο πάνω). Πρόκειται για μαρτυρία που λήφθηκε παράνομα και η οποία αυτόματα αποκλείεται (βλ. ενδεικτικά Merthodja v. Police
(1987)2 C.L.R. 227, Αστυνομία ν. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147, Δημοκρατία ν. Κυπριανίδη κ.ά.
(1994)2 Α.Α.Δ. 37, David Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186). Στην εξεταζόμενη περίπτωση η κατηγορούσα αρχή βασιζόμενη στο Τεκμήριο 28, ισχυρίσθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 έδωσε με την υπογραφή του την ρητή του συγκατάθεση να παρακολουθούν τον Η.Υ. που χρησιμοποιούσε στην εταιρεία στην οποία εργαζόταν και συνεπώς δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει ότι η λήψη της μαρτυρίας έγινε κατά παράβαση των δικαιωμάτων του. Το τεκμήριο αυτό, αποτελεί το συμβόλαιο εργοδότησης που σύμφωνα με τη θέση της κατηγορούσας αρχής υπέγραψε ο κατηγορούμενος 1 και στο οποίο υπάρχει πρόνοια με την οποία και σύμφωνα με την θέση της κατηγορούσας αρχής παρέχεται στην εργοδότρια εταιρεία το δικαίωμα να παρακολουθεί τον Η.Υ. των υπαλλήλων της και των επικοινωνιών που γίνονται μέσω αυτού. Με την επίκληση των πιο πάνω, επικαλέσθηκε ουσιαστικά η κατηγορούσα αρχή την εφαρμογή μίας των εξαιρέσεων που έχει θεσμοθετήσει το άρθρο 16
(1)του Περί της Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων) Ν. 92(Ι)/1996όπως είχε πριν την τροποποίηση του 2015 αφού και όπως προαναφέρεται τα αδικήματα που αποδίδονται στους κατηγορούμενους φέρεται να διαπράχθηκαν μέχρι και το 2009. Το παραδεκτό της προσαγωγής εκτύπωσης Η.Υ. ως μαρτυρίας σε συσχετισμό με την ερμηνεία των άρθρων 16
(1)και 3
(2)(β) του Νόμου εξετάσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Δημοκρατία v. Αεροπόρου
(1998)2 ΑΑΔ 87. Σε αυτήν αναφέρθηκαν τα ακόλουθα : «Το Άρθρο 16
(1)του Νόμου προβλέπει: - «16. -
(1)Το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας το οποίο λήφθηκε έπειτα από υποκλοπή ή παρακολούθηση ή μαρτυρία που πηγάζει από τέτοια υποκλοπή ή παρακολούθηση, δεν μπορεί να γίνει δεχτό ως μαρτυρία ενώπιον οποιασδήποτε ποινικής ή πολιτικής διαδικασίας, αν η εν λόγω υποκλοπή ή παρακολούθηση έλαβε χώρα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου». Το Άρθρο 3
(1)του Νόμου απαγορεύει και ποινικοποιεί την υποκλοπή και παρακολούθηση κάθε πτυχής και λεπτομέρειας ιδιωτικής επικοινωνίας, περιλαμβανομένης και της τηλεφωνικής. Οι όροι «υποκλοπή» και «παρακολούθηση», που προσδιορίζονται στο Άρθρο 2 του Νόμου, περιλαμβάνουν, εκτός από το περιεχόμενο της επικοινωνίας και κάθε στοιχείο που σχετίζεται με αυτή. Η καταγραφή αυτής τούτης της επικοινωνίας, η ώρα και η διάρκεια της περικλείονται τόσο στον όρο «υποκλοπή» όσο και στον όρο «παρακολούθηση». Το εδάφιο
(2)του Άρθρου 3 εξαιρεί σειρά πράξεων υποκλοπής και παρακολούθησης από τις απαγορευτικές διατάξεις του εδαφίου
(1)του ιδίου Άρθρου. Μεταξύ των εξαιρέσεων, είναι και εκείνη η οποία καθορίζεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(2)του Άρθρου 3, η οποία προβλέπει: «(β) προβαίνει σε καταγραφή αριθμών τηλεφωνικών κλήσεων, αφού προηγουμένως εξασφαλίσει διάταγμα δικαστηρίου ή εφόσον πρόκειται για σκοπούς χρέωσης και είναι εν γνώσει του προσώπου που προβαίνει στην επικοινωνία αυτή.» Η Δημοκρατία επικαλέστηκε το δεύτερο σκέλος της παραγράφου (β), ως νομιμοποιητικό έρεισμα για την προσαγωγή της εκτύπωσης του υπολογιστή - «εφόσον πρόκειται για σκοπούς χρέωσης και είναι εν γνώσει του προσώπου που προβαίνει στην επικοινωνία αυτή». Πρόκειται για σαφή νομοθετική διάταξη. Το κείμενο της είναι γραμματικά ευκρινές και η έννοια της διαυγής. Επιτρέπεται η καταγραφή τηλεφωνικών κλήσεων για ένα αποκλειστικά σκοπό - για τη χρέωση του συνδρομητή, ενέργεια η οποία εντάσσεται στη συμβατική σχέση μεταξύ συνδρομητή και Αρχής Τηλεπικοινωνιών. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από το δεύτερο σκέλος της πρότασης, που καθιστά προϋπόθεση για την καταγραφή του τηλεφωνήματος τη γνώση του συνδρομητή. Η γνώση συναρτάται με τους σκοπούς της καταγραφής, που περιορίζονται στη χρέωση του συνδρομητή. Η παρακολούθηση επιτρέπεται μόνο για σκοπούς χρέωσης, που είναι το αντικείμενο της εξαίρεσης. Αν ήταν διφορούμενη η έννοια της σχετικής διάταξης του Άρθρου 3
(2)(β), τότε αυτή θα έπρεπε να εξεταστεί σε συνάρτηση με το Σύνταγμα και, ειδικά, με τις διατάξεις των Άρθρων 15 και 17 - (βλ.Police v. EkdodikiEteria
(1982)2 C.L.R. 63, 78). Δε θα επεκταθούμε στο θέμα αυτό, εφόσον οι πρόνοιες του Άρθρου 3
(2)(β) του Νόμου δεν παρουσιάζουν καμιά ασάφεια. Δεν επιτρέπουν την προσαγωγή μαρτυρίας, η οποία περιέχει στοιχεία για τηλεφωνικές κλήσεις, εκτός για το συγκεκριμένο σκοπό διεκδίκησης τελών από τους συνδρομητές της Αρχής, θέμα το οποίο δε μας αφορά στην παρούσα υπόθεση και το οποίο δε θα πραγματευτούμε. Στην προκείμενη περίπτωση, το ερώτημα αφορά το παραδεκτό της μαρτυρίας, για σκοπούς άλλους από τη διεκδίκηση τελών για τη χρέωση του λογαριασμού του συνδρομητή. Η απάντηση είναι ότι τέτοια μαρτυρία δεν επιτρέπεται». Ενόψει της κατάληξης του αυτής ότι η μαρτυρία της οποίας επιχειρήθηκε η εισαγωγή δεν ήταν παραδεκτή, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν προχώρησε να εξετάσει και άλλα θέματα που εγείρονταν και ειδικότερα εάν οι πρόνοιες του άρθρου 16
(1), σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 3
(2)(β), είναι ή όχι αντίθετες ή ασύμφωνες με τις πρόνοιες των άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος (βλ. Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, Αστυνομία ν. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147). Μεταξύ των εξαιρέσεων που ορίζονται στο Νόμο, είναι και εκείνη η οποία καθορίζεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(2)του Άρθρου 3, η οποία προβλέπει : «΄Εχει την προηγούµενη ρητή έγκριση για παρακολούθηση της ιδιωτικής εποικοινωνίας από το πρόσωπο πού προβαίνει στην εποικοινωνία αυτή και από το πρόσωπο το οποίο σκοπείται να λάβει την επικοινωνία αυτή ή από το ένα από τα δύο σε περίπτωση άσεµνων, ενοχλητικών ή απειλητικών ανώνυµων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων». Στην παρούσα περίπτωση δεν εγείρεται ζήτημα παραδεκτού της μαρτυρίας αυτής αφού ήδη το έγγραφο τούτο έχει πλέον κατατεθεί ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρέπει όμως να εξετασθεί κατά πόσον με αυτό θα μπορούσε να αποδειχθεί σε περίπτωση κλήσης των κατηγορούμενων σε απολογία ότι ο κατηγορούμενος 1 έδωσε με αυτό την συγκατάθεση του για παρακολούθηση του Η.Υ. του, έτσι ώστε να εξετασθεί περαιτέρω το ζήτημα ως προς τη νομιμότητα λήψης της μαρτυρίας. Θεωρώ ότι η απάντηση στο ερώτημα τούτο δεν θα μπορούσε να είναι θετική. Και αυτό γιατί δεν έχει προσκομισθεί καμία απολύτως θετική μαρτυρία ότι πράγματι ο κατηγορούμενος 1 υπόγραψε το Τεκμήριο 28 όπως αυτό τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Καμία μαρτυρία δεν δόθηκε επίσης και ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό έχει υπογραφεί. Σχετική για το ζήτημα ήταν η μαρτυρία των Μ.Κ.2 και
- Ο Μ.Κ.4 αναγνώρισε στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 28 τόσο τη δική του υπογραφή, όσο και εκείνη του κατηγορούμενου
- Την μονογραφή του επίσης αναγνώρισε και στις λοιπές σελίδες του εγγράφου. Όμως, δήλωσε άγνοια για τον τρόπο υπογραφής του συμβολαίου που τέθηκε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο λέγοντας ότι δεν είναι το αρμόδιο άτομο να απαντήσει αφού έχει υπαλλήλους επιφορτισμένους με το συγκεκριμένο καθήκον. Ερωτώμενος δε να εξηγήσει γιατί δεν υπάρχει η μονογραφή του κατηγορούμενου 1 σε όλες τις σελίδες παρέπεμψε προς απάντηση στον Μ.Κ.2 ο οποίος όμως τίποτε απολύτως δεν ανάφερε επί του θέματος. Ενόψει λοιπόν του ότι δεν υπάρχει η μονογραφή του κατηγορούμενου 1 σε όλες τις σελίδες και ειδικότερα σε αυτές που αφορούν τέτοια συγκατάθεση και ενόψει του ότι καμία θετική μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί η οποία να τείνει να αποδείξει τις συνθήκες υπογραφής του συμβολαίου από τον κατηγορούμενο 1 και ότι πράγματι αυτός υπόγραψε το συγκεκριμένο συμβόλαιο όπως αυτό παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο, το Δικαστήριο ακόμα και στην περίπτωση που καλούσε τους κατηγορούμενους σε απολογία δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε όντως υπογράψει το συμβόλαιο τούτο, δίδοντας έτσι με τον τρόπο αυτό την ρητή έγκριση του για παρακολούθηση του Η.Υ. του σύμφωνα και με τις πρόνοιες του εδαφίου
(2)του άρθρου 16, έτσι να υπάρχει δυνατότητα να αποφασισθεί ότι η μαρτυρία που έχει ληφθεί λήφθηκε με τρόπο που εμπίπτει στην πιο πάνω εξαίρεση του Νόμου και να εξετάσει περαιτέρω το ζήτημα μέσα από το συγκεκριμένο πρίσμα για να καταλήξει σε συμπέρασμα ως προς τη νομιμότητα λήψης της μαρτυρίας. Ως αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να προχωρήσει και να εξάξει συμπέρασμα ότι η παρακολούθηση αυτή και η λήψη της μαρτυρίας καλύπτεται από την εξαίρεση αυτή του Νόμου. Από την στιγμή που δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα κρίνεται ότι και με βάση τα όσα στην υπόθεση Kallenos, έχουν λεχθεί η κλήση των κατηγορούμενων σε απολογία δεν θα εξυπηρετούσε καμία αρχή δικαίου, αλλά αντίθετα θα ήταν όπλο στα χέρια της κατηγορούσας αρχής να καλύψει τα κενά που παρουσιάζονται στην υπόθεση της και συγκεκριμένα τα κενά όσο αφορά τις συνθήκες υπογραφής του Τεκμηρίου 28 από τον κατηγορούμενο
- Αυτός όμως δεν είναι ο μοναδικός λόγος που οι κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Όπως προκύπτει από το κατηγορητήριο, τα ουσιαστικά αδικήματα που αποδίδονται και στους δύο κατηγορούμενους (Κατηγ. 3-14), προκύπτουν από παραβάσεις του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου 138(Ι)/2001, για αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 2006 και
- Επομένως θα πρέπει να κριθούν με βάση τις πρόνοιες της συγκεκριμένης νομοθεσίας όπως αυτές είχαν κατά τον χρόνο εκείνο. Η δε 2η κατηγορία είναι για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη αδικήματος και πάλι κατά παράβαση του ίδιου Νόμου. Για να στοιχειοθετηθούν τα αδικήματα των κατηγοριών 2-14, απαραίτητο συστατικό στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί είναι η ύπαρξη δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Αποτέλεσε εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι η ύπαρξη του στοιχείου αυτού δεν έχει αποδειχθεί. Και αυτό γιατί κατά την εισήγηση της «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» έχουν μόνα φυσικά άτομα, όχι και νομικά πρόσωπα όπως είναι στην εξεταζόμενη περίπτωση το πρόσωπο του οποίου σύμφωνα πάντα με το κατηγορητήριο οι κατηγορούμενοι 1 και 2, επεξεργάστηκαν, μετέδωσαν και κατέστησαν προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, δηλαδή η εταιρεία Windsor Brokers Ltd. Η θέση αυτή είναι κατά την άποψη μου ορθή. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο του Νόμου (άρθρο 2) τέτοια ««δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» ή «δεδομένα» σημαίνει κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε υποκείμενο των δεδομένων που βρίσκεται εν ζωή. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δε δύνανται πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων». (η υπογράμμιση είναι δική μου). Σημασία έχει η ερμηνεία του όρου «υποκείμενο των δεδομένων». Αυτή δίδεται και πάλι από το Νόμο και είναι η ακόλουθη. «υποκείμενο των δεδομένων» σημαίνει το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική ψυχική, οικονομική, πολιτιστική ή πολιτική ή κοινωνική». Προκύπτει λοιπόν σαφέστατα από την ρητή αυτή πρόνοια του Νόμου ότι «υποκείμενο δικαιωμάτων», το πρόσωπο δηλαδή που έχει τέτοια δικαιώματα είναι μόνο φυσικό πρόσωπο. Ενόψει τούτου η τύχη των κατηγοριών 2-14 είναι προδιαγεγραμμένη. Η ορθότητα της θέσης αυτής και στην περίπτωση που δεν υπήρχε η ρητή αυτή αναφορά στο υποκείμενο τέτοιων δικαιωμάτων θα μπορούσε να συναχθεί και από άλλα περαιτέρω στοιχεία. Από τον ίδιο τον τίτλο του Νόμου, στον οποίο και σε παρένθεση καταγράφεται ρητά (Προστασία του Ατόμου). Άτομο όπως όλοι πολύ καλά γνωρίζουμε, δεν μπορεί και δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο άνθρωπος, το φυσικό πρόσωπο. Ότι όντως αυτή είναι η ορθή ερμηνεία της λέξης «ατόμου» επιβεβαιώνεται από το έγκυρο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, στο οποίο και μεταξύ των ερμηνειών της λέξης «άτομο» καταγράφονται οι ακόλουθες. «...
- ο κάθε άνθρωπος χωριστά και κατ' αντιδιαστολή προς τους άλλους και προς το σύνολο των ανθρώπων ...
- Ο άνθρωπος ως πρόσωπο, ως οντότητα ξεχωριστή από τους υπόλοιπους ανθρώπους... ΣΥΝ. άνθρωπος, πρόσωπο...». Ότι οι πρόνοιες του Νόμου καλύπτουν μόνο δικαιώματα φυσικού προσώπου, επιβεβαιώνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι τα προσωπικά δεδομένα που προστατεύονται από το Νόμο και σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο του Νόμου (άρθρο 2), αφορούν κάθε πληροφορία που αναφέρεται «σε υποκείμενο των δεδομένων που βρίσκεται εν ζωή». Εν ζωή βεβαίως δεν μπορεί να λογισθεί ότι είναι δυνατό να βρίσκεται οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο. Για να βρίσκεται κάποιος εν ζωή, να είναι δηλαδή ζωντανός πρέπει να είναι φυσικός οργανισμός. Ότι αυτή είναι η ορθή προσέγγιση επιβεβαιώνεται και πάλι από τα όσα καταγράφονται στο ίδιο λεξικό στα πλαίσια της απόδοσης του όρου «ζωή» και συγκεκριμένα στο 2 (ε), όπου καταγράφεται η ακόλουθη ερμηνεία του όρου, «στη ζωή, είναι (κάποιος ) ζωντανός .....». Τα όσα δε περαιτέρω αναφέρονται στην ερμηνεία του όρου υποκείμενο δεδομένων όσο αφορά την ταυτότητα του προσώπου που έχει αυτά τα δικαιώματα, αλλά και των άλλων στοιχείων που μπορούν να χαρακτηρίσουν την υπόσταση του «από άποψη φυσική, βιολογική ψυχική, οικονομική, πολιτιστική ή πολιτική ή κοινωνική» δεν θα μπορούσε να αναφέρονται σε οτιδήποτε άλλο εκτός από φυσικό πρόσωπο. Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται ότι δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που προστατεύονται από το Νόμο δεν μπορούν να έχουν παρά μόνο φυσικά πρόσωπα που μάλιστα βρίσκονται εν ζωή, όχι και νομικά. Η απουσία συνεπώς της ύπαρξης αυτού του συστατικού στοιχείου είναι καθοριστική για την τύχη των κατηγοριών 2-14 οι οποίες είναι και για το λόγο αυτό έκθετες σε αποτυχία. Θα προχωρήσω τέλος να εξετάσω την εισήγηση της κας Ιωάννου, σε σχέση με την στοιχειοθέτηση των αδικημάτων της συνωμοσίας (1η και 2η Κατηγ.). Σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΔΔ 633. «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Αν ένας κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για τη διάπραξη ενός αδικήματος, δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134). Η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R.v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1)». Αυτό που έχει σημασία και πρέπει να εξετασθεί είναι εάν υπήρξε ικανοποιητική μαρτυρία ότι σύμφωνα και με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 μεταξύ του Ιουλίου του 2008 και της 3ης Αυγούστου του 2009, συνωμότησαν με κάποιο Valery Maltesv να ενεργήσουν όπως τους καταλογίζεται με το κατηγορητήριο. Έχω διεξέλθει με προσοχή τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί από την κατηγορούσα αρχή σε σχέση με το ζήτημα. Η μοναδική μαρτυρία που σχετίζεται με το υπό εξέταση θέμα, προήλθε από τους Μ.Κ.3 και 4 και μόνο σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1. Για την κατηγορούμενη 2 καμία απολύτως μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί που να την συνδέει με τον Valery Malttesv. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 ο κατηγορούμενος 1 μέσω του προγράμματος Skype είχε επικοινωνία (chat) με διάφορα πρόσωπα και μεταξύ αυτών και με κάποιο Valery Maltesv. Είπε ακόμα ότι, στην επικοινωνία αυτή ο κατηγορούμενος 1 έστελνε στοιχεία και πληροφορίες τόσο της παραπονούμενης εταιρείας όσο και πελατών της, στην εταιρεία Broco Investments Ltd. Ο Μ.Κ.4 περιορίσθηκε να αναφέρει ότι από την έκθεση που ετοίμασε ο M.Κ.3 διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε ηλεκτρονική επικοινωνία (chat) με διάφορα πρόσωπα, μεταξύ αυτών και κάποιο Valery χωρίς να αναφερθεί στο επίθετο του προσώπου αυτού. Κρίνεται λοιπόν ότι ακόμα και στην περίπτωση που η μαρτυρία αυτή κρινόταν πλήρως αποδεκτή αφού πρώτα εξεταζόταν κατά πόσον αυτή έχει ληφθεί παράνομα ή όχι, σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν δυνατόν και πάλι να στοιχειοθετηθούν τα αδικήματα της συνωμοσίας. Και αυτό γιατί δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι μεταξύ των δύο κατηγορουμένων και του Valery Maltesv στον οποίο αναφέρθηκε ο Μ.Κ.3, υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία να εκτελέσουν παράνομο σκοπό. Τα όσα πιο πάνω εκτίθενται, σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν ικανά να οδηγήσουν στην εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος. Ενόψει όλων των πιο πάνω, θεωρώ αχρείαστο να προχωρήσω να εξετάσω και τους λοιπούς λόγους για τους οποίους και όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί από το στάδιο τούτο. Συνακόλουθα οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες που ο καθένας αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... M. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο