F.U. United Enterprises Corporation Limited ν. ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 6463/15, 29/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B201 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6463/15 Μεταξύ: F.U. United Enterprises Corporation Limited, εκ Λεμεσού Παραπονούμενη Εναντίον ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ (Α.Δ.Τ. 663968) Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κος Θ. Τριγκής. Για Κατηγορούμενη: κα Κ. Σταύρου και κος Γ. Γεωργίου. Κατηγορούμενη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία για έκδοση επιταγής η οποία κατά την παρουσίαση της εις την τράπεζα δεν εξοφλήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 305 (Α)
(1)του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούμενη προσωπικά και/ή μέσο εξουσιοδοτημένου προσώπου της ιδίας, κατά ή περί την 31.1.15 εξέδωσε μια επιταγή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μέσα Γειτονιάς με αριθμό 31302450, για το ποσό των €2.600= (στο εξής καλούμενη ως «η επίδικη επιταγή»), πληρωτέα εις διαταγή της παραπονούμενης την 31.1.15 η οποία κατά την παρουσίαση της προς πληρωμή στην τράπεζα η οποία έγινε κατά ή περί την 3.2.15 και συνακόλουθα στις 4.2.15, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της κατηγορουμένης ή λόγω του ότι ο λογαριασμός της κατηγορούμενης ήταν κλειστός ή καθότι αυτός παγοποιήθηκε (ΚΑΠ) και η οποία για περίοδο 15 ημερών από της παρουσιάσεως της παρέμεινε και εξακολουθεί να παραμένει απλήρωτη. Η παραπονούμενη προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε συνολικά 2 μάρτυρες κατηγορίας. Την Νικολέτα Αγαπίου, τραπεζικό υπάλληλο (ΜΚ1) και την Αναστασία Σκβορτσοβα, υπάλληλο της παραπονούμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο (ΜΚ2). Κατά την Ακρόαση κατατέθηκαν επίσης συνολικά 16 Τεκμήρια, εις τα οποία θα αναφερθώ κατωτέρω. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας υπόψη μου τα κριτήρια τα οποία έχουν τεθεί από τη νομολογία. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, δηλαδή δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο της. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα ουσιώδη επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της. Η ΜΚ1 εργάζεται στην Περιφερειακή Σ.Π.Ε. Λεμεσού. Τον Φεβρουάριο του 2015 όπου παρουσιάστηκε η επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 2) ήταν υπεύθυνη τρεχουμένων και όπως ανέφερε, γνωρίζει την κατηγορούμενη. Αναγνώρισε την επιταγή την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 και ανέφερε ότι η συγκεκριμένη επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή ηλεκτρονικά στις 4.2 και επιστράφηκε ηλεκτρονικά την ίδια ημέρα για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται στην επιταγή, ήτοι λόγω του ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ και για να παρουσιαστεί ξανά. Εξήγησε ότι οι επιταγές οι οποίες παρουσιάζονται για πληρωμή και οι πελάτες βρίσκονται στο ΚΑΠ επιστρέφονται την ίδια ημέρα. Ανέφερε επίσης ότι εκδότης της επιταγής ήταν η κατηγορούμενη και δικαιούχος η F.U. United Enterprises Corporation Ltd. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, σελίδα από το Αρχείο της Κεντρικής Τράπεζας όπου το όνομα της κατηγορούμενης φαίνεται ακόμα στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (ΚΑΠ), με ημερομηνία 17.6.14, χωρίς όμως να μπορεί να πει με σιγουριά από πότε είναι στο ΚΑΠ. Ερωτηθείς κατά πόσο η επιταγή παρέμεινε για 15 ημέρες απλήρωτη ανέφερε ότι η επιταγή επιστράφηκε απευθείας λόγω του ότι η κατηγορούμενη ήταν στο ΚΑΠ. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την εντολή της κατηγορούμενης για άνοιγμα του λογαριασμού με σχετικό δείγμα υπογραφής. Ερωτηθείς κατά πόσο το δείγμα υπογραφής εις το Τεκμήριο 4 συνάδει με την υπογραφή εκδότη στην επιταγή, ανέφερε ότι αν και δεν είναι γραφολόγος οι δυο υπογραφές φαίνεται να συνάδουν, θέση την οποία επανέλαβε και κατά την αντεξέταση, προσθέτοντας ότι εάν δεν ήταν η κατηγορούμενη στο ΚΑΠ και αν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα, η επιταγή θα πληρωνόταν. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 3 κατάσταση του λογαριασμού 4004147-6 από 1.6.14 μέχρι 30.6.16, επ' ονόματι της κατηγορουμένης και από τον οποίο, εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι το υπόλοιπο είναι αυτό το οποίο φαίνεται εις το Τεκμήριο 3 και είναι το ίδιο μέχρι σήμερα. Αντεξεταζόμενη, διαφώνησε με υποβολή ότι η επίδικη επιταγή είναι πλαστογραφημένη. Ανέφερε επίσης ότι το δείγμα υπογραφής της κατηγορούμενης που έχουν στο σύστημα τους είναι αυτό το οποίο φαίνεται στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου
- Αποτέλεσε θέση της, ότι η κατηγορούμενη δεν έδωσε εξουσιοδότηση σε άλλο πρόσωπο να υπογράφει για λογαριασμό της επιταγές. Η ΜΚ1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο ως μάρτυρας γεγονότων, η οποία κρίνω ότι δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να αναφέρει στο Δικαστήριο οτιδήποτε άλλο πέραν των όσων η ίδια γνώριζε λόγω της θέσης της. Μέσα από τη μαρτυρία της προκύπτει η κατάθεση της επίδικης επιταγής και η μη τίμηση της για τον λόγο ότι ο λογαριασμός της κατηγορούμενης ήταν παγοποιημένος - ΚΑΠ και γιατί έπρεπε να παρουσιαστεί ξανά. Η μαρτυρία της ουσιαστικά αμφισβητήθηκε εν σχέση με την θέση της ότι η επιταγή υπογράφηκε από την κατηγορούμενη. Μέσα από τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια και στον απαιτούμενο βαθμό συμπέρασμα αναφορικά με το κατά πόσο η υπογραφή εκδότη επί της επίδικης επιταγής ανήκει στην κατηγορούμενη. Το σκέλος αυτό της μαρτυρίας της ΜΚ1, ουσιαστικά αποτελεί μαρτυρία γνώμης και ως τέτοια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως η ίδια η ΜΚ1 παραδέχθηκε τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση της, δεν είναι γραφολόγος. Η ίδια της επίσης αν και ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της ότι η υπογραφή εκδότη είναι της κατηγορούμενης, στη συνέχεια αρκέστηκε στο να αναφέρει ότι φαίνεται η υπογραφή εκδότη στην επίδικη επιταγή να συνάδει με το δείγμα υπογραφής του Τεκμηρίου
- Ουδέποτε όμως η ΜΚ1 εξέφρασε οποιαδήποτε βεβαιότητα ότι οι δυο υπογραφές είναι οι ίδιες ούτε έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου άλλα στοιχεία για να αιτιολογήσει την πεποίθηση της ότι οι δυο υπογραφές μοιάζουν μεταξύ τους. Δεν προκύπτει επίσης από την μαρτυρία της ότι η ίδια της ήταν εξοικειωμένη με την υπογραφή της κατηγορούμενης για να μπορέσει να προσδώσει πειστικότητα στην μαρτυρία της αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος μόνο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, εφόσον αυτός κριθεί αξιόπιστος και άλλο μέρος της να το απορρίψει (βλ. Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Κατά συνέπεια, με εξαίρεση το πιο πάνω αναφερόμενο μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ1 το οποίο σχετίζεται με την υπογραφή της επιταγής και κατά πόσο αυτή υπογράφηκε από την κατηγορούμενη, η υπόλοιπη μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Η ΜΚ2 Αναστασία Σκβορτσοβα, ανέφερε ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει αναφορικά με την επιταγή την οποία, έδωσε στην εταιρεία που εργαζόταν η Δήμητρα Στυλιανού και η επιταγή επιστράφηκε γιατί ο λογαριασμός παγοποιήθηκε. Κατά την ίδια, ήταν λογιστής στην εταιρεία των παραπονουμένων από το 2013 μέχρι 30.6.
- Ήταν υπεύθυνη για να αποδέχεται τα χρήματα για τα ενοίκια από τους ενοικιαστές των ακινήτων της παραπονούμενης, να εξάγει τα υπόλοιπα των οφειλών και είχε εξουσιοδότηση να ελέγχει τους λογαριασμούς της παραπονούμενης. Η κατηγορούμενη ήταν ενοικιαστής ενός διαμερίσματος στο block της F.U. United Incorporation Ltd, στην οδό 1ης Οκτωβρίου 7, Βασιώτης Καλάνδης, Βlock 3, Διαμ.
- Κατέθεσε προς τούτο ως Τεκμήριο 5 ενοικιαστήριο έγγραφο. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 7 επιστολές ημερ. 5.2.15, 31.12.14, 22.12.14 και 14.1.1.5, δια των οποίων η κατηγορούμενη ενημερωνόταν για το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο ενοικίων όπου η κατηγορούμενη στην παρουσία της μάρτυρος υπέγραφε τις εν λόγω επιστολές. Με την επιστολή ημερ. 5.2.15 η κατηγορούμενη ενημερώθηκε ότι η ενοικίαση δεν θα ανανεωθεί και θα πρέπει να παραδώσει κατοχή του διαμερίσματος μέχρι 13.2.
- Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 8 έγγραφη δήλωση σε σχέση με αποπληρωμή χρέους ή/και οφειλομένων, την οποία η κατηγορούμενη υπέγραψε και στην οποία αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη υπόσχεται να καταβάλει στους συνηγόρους της F.U. United Enterprises Corporation Limited το ποσό των €3.000.- έναντι και/ή προς εξόφληση της απόφασης του Ε.Δ. Λεμεσού στην Αγωγή 1200/
- Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 9 έγγραφο παράδοσης ακινήτου, το οποίο προσυπογράφουν η κατηγορούμενη και η μάρτυρας εις το οποίο αναφέρεται ότι στις 7.7.15 παραδόθηκε το ακίνητο από την κατηγορούμενη. Ανέφερε επίσης ότι η επιταγή η οποία δόθηκε στην ίδια από την κατηγορούμενη δόθηκε από λογαριασμό ο οποίος ήταν παγοποιημένος και κατέθεσε προς τούτο ως Τεκμήριο 10 χρεωστική σημείωση της Τράπεζας Κύπρου. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 11 το κλητήριο ένταλμα στην Αγωγή 1200/15, επιστολή ημερ. 27.2.15 από τους συνηγόρους της παραπονούμενης ως Τεκμήριο 12, ως Τεκμήριο 13 την Απόφαση του Δικαστηρίου στην πιο πάνω Αγωγή και ως Τεκμήριο 14 το Διάταγμα πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων. Τέλος, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15 επιστολή ημερ. 4.3.15 δια της οποίας η παραπονούμενη ενημέρωνε την κατηγορούμενη εάν δεν προσέλθει στα γραφεία της την 5.3.15 προς συζήτηση των οφειλομένων, τότε θα τερμάτιζαν την παροχή ρεύματος και νερού εις το διαμέρισμα της. Η μάρτυρας αναγνώρισε την επιταγή Τεκμήριο 2 λέγοντας ότι είναι η επιταγή την οποία έδωσε στην ίδια η κατηγορούμενη για το διαμέρισμα 301 τον Δεκέμβριο
- Στις 3.2.15 κατέθεσε την επιταγή στην Τράπεζα Κύπρου στο παράρτημα της Λινόπετρας. Στη συνέχεια της τηλεφώνησαν από το εν λόγω κατάστημα της Τράπεζας λέγοντας της ότι ο λογαριασμός είναι παγοποιημένος και να πάρει πίσω την επιταγή. Έτσι πήγε στην τράπεζα και την παρέλαβε. Τηλεφώνησε όπως είπε της κατηγορούμενης αλλά το τηλέφωνο της ήταν κλειστό ή δεν απαντούσε και η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε ποτέ. Αντεξεταζόμενη, ερωτήθηκε ποια περίοδο ενοικίων αφορούσε το ποσό των €2.600 και δεν γνώριζε να απαντήσει γιατί δεν είχε όλα τα στοιχεία μαζί της. Της υποβλήθηκε επίσης η θέση ότι η επίδικη επιταγή της δόθηκε ανυπόγραφη από την κατηγορούμενη και η μάρτυρας ανέφερε ότι όταν την παρέλαβε από την κατηγορούμενη ήταν πλήρως συμπληρωμένη. Υποβλήθηκε επίσης στην μάρτυρα η θέση ότι αποτελούσε συνήθεια η κατηγορούμενη να παραδίδει άδεια επιταγή και χωρίς υπογραφή και μετά όπου έδινε μετρητά η κατηγορούμενη επιστρέφετο η επιταγή, θέση της μάρτυρας ήταν για ποιο λόγο να παίρνει άδειες επιταγές. Υποβλήθηκε επίσης στη μάρτυρα ότι υπήρχαν άλλα δυο άτομα στην εταιρεία των παραπονουμένων και δόθηκε σε αυτούς σε άλλες περιπτώσεις ασυμπλήρωτη και ανυπόγραφη επιταγή, θέση με την οποία διαφώνησε η μάρτυρας. Η μάρτυρας αυτή θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής χωρίς να διακρίνω οποιαδήποτε υπερβολή από μέρους της. Παρ' όλα αυτά, η μαρτυρία της επί ουσιαστικών πτυχών της υπόθεσης, κυρίως εις ότι αφορά την έκδοση της επιταγής από την κατηγορούμενη αλλά και το κύριο επίδικο θέμα της υπόθεσης αυτής που αποτελεί η υπογραφή επί της επίδικης επιταγής, η μαρτυρία τις κρίνεται γενική και παρουσιάζει κενά εις ότι αφορά τα πιο πάνω ζητήματα. Για παράδειγμα, ενώ αναφέρει ότι η επιταγή της παραδόθηκε προσωπικά από την κατηγορούμενη τον Δεκέμβρη 2014, δεν ανέφερε κατά πόσο η επιταγή συμπληρώθηκε και υπογράφηκε ενώπιον της. Πέραν τούτου, αν και ανέφερε ότι όταν της παραδόθηκε η επιταγή ήταν «πλήρως συμπληρωμένη» δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην υπογραφή εκδότη επί της επίδικης επιταγής ούτε όμως έδωσε την όποια μαρτυρία η οποία να συνδέει την κατηγορούμενη με την υπογραφή της εν λόγω επιταγής. Επ' αυτού του ζητήματος το οποίο αποτελεί την ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δυο πλευρών, η μαρτυρία της κρίνεται γενική και ασαφής, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να εξάγει βέβαιο και ασφαλές συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούμενη υπέγραψε την επίδικη επιταγή. Εις ότι αφορά τα λοιπά στοιχεία συμπλήρωσης της επιταγής, εκτός της υπογραφής εκδότη, προκύπτει όπως θα διαφανεί πιο κάτω από την μαρτυρία του ΜΥ ότι η γραφή αυτή ανήκει στην κατηγορούμενη και τούτο δεν αμφισβητήθηκε. Επομένως αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΚ2 με τις επεξηγήσεις και επισημάνσεις οι οποίες έχουν καταγραφεί πιο πάνω. Η μαρτυρία της, στο μεγαλύτερο μέρος αυτής, αφορά επουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης, η οποία όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω γίνεται αποδεκτή. Εις ότι αφορά όμως το ουσιώδη επίδικο ζήτημα, αυτό της έκδοσης της επιταγής το οποίο είναι άμεσα συνυφασμένο με την υπογραφή της επίδικης επιταγής από την κατηγορούμενη, τονίζω ότι η ΜΚ2 ουδέποτε ανέφερε ότι είδε την κατηγορούμενη να υπογράφει την επιταγή και γενικά δεν ανέφερε οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να συνδέσει την κατηγορούμενη με την υπογραφή εκδότη επί της επίδικης επιταγής. Επομένως, επί τη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας της ΜΚ2, δεν μπορώ να καταλήξω σε σχετικό εύρημα αναφορικά με την έκδοση της επίδικης επιταγής από την κατηγορούμενη. Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορουμένης και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η κατηγορούμενη επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και κάλεσε ως μάρτυρα Υπεράσπισης, τον γραφολόγο Μάριο Μαρκίδη (ΜΥ). Ο ΜΥ, κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 την έκθεση του ημερομηνίας 24.5.16, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε πλήρως. Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης αρ. 152/98 ημερομηνίας 12.6.98 διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο ως εμπειρογνώμονας δικαστικός γραφολόγος. Πλήρες βιογραφικό σημείωμα του μάρτυρα βρίσκεται καταγραμμένο εις τις σελίδες 1,2 και 3 της έκθεσης του. Όπως αναφέρει ο μάρτυρας στην έκθεση του, στις 17.5.16 έλαβε εντολή από την Δικηγόρο κα Κάλλια Σταύρου να διενεργήσει γραφολογική έρευνα και να ετοιμάσει έκθεση με αντικείμενο την γραφολογική διερεύνηση της γραφής/συμπλήρωσης και υπογραφής εκδότη σε επιταγή της ΣΠΕ Μέσα Γειτονιάς και σύγκριση τους με αντίστοιχα δείγματα γραφής και υπογραφής της κατηγορούμενης. Στις 19.5.16 ο μάρτυρας μετέβηκε στο Δικηγορικό Γραφείο «ΦΩΤΟΣ ΠΙΤΤΑΤΖΗΣ ΔΕΠΕ» στη Λεμεσό και στην παρουσία του δικηγόρου κ. Θεόδωρου Σ. Τριγκή προέβηκε σε γραφολογικές εξετάσεις των εγγράφων τα οποία αναφέρονται στη σελ 4 του Τεκμηρίου 16, μεταξύ των οποίων αποτελεί η επίδικη επιταγή. Ο μάρτυρας επίσης εξέτασε διάφορα δείγματα υπογραφής της κατηγορουμένης ανύποπτου χρόνου τα οποία του παρέδωσε η ίδια και καταγράφονται στη σελ 5 και 6 του Τεκμηρίου
- Επίσης όπως αναφέρει πήρε από την κατηγορούμενη 20 δείγματα υπογραφής και γραφής σε 8 σελίδες χάρτου, τα οποία επισυνάπτονται στην έκθεση του Τεκμήριο 16 ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ. Ο μάρτυρας για τη γραφολογική σύγκριση μεταξύ της αμφισβητούμενης υπογραφής και των δειγμάτων εφάρμοσε τη «συγκριτική αναλυτική μέθοδο» η οποία είναι και διαπιστευμένη. Ανέφερε επίσης ότι μια γνήσια γραφική ή υπογραφική χάραξη χαρακτηρίζεται από φυσικότητα και αυθορμητισμό της γραφικής κίνησης, χωρίς ρυθμική αστάθεια, μορφολογικές αντιφάσεις και έλλειψη σταθερότητας. Αντίθετα, μια πλαστογραφημένη γραφική ή υπογραφική χάραξη, δημιουργεί μια αφύσικη εικόνα, ένα τρέμουλο, μια αλλοίωση της καμπυλότητας των γραμμών, μιαν επιβράδυνση του γραφικού ρυθμού, μορφολογικές αντιφάσεις, αδικαιολόγητα σταματήματα του γραφικού οργάνου και όλα μαζί μειώνουν την πλαστικότητα της γραφικής κίνησης (βλ. σελ 7 Τεκμηρίου 16). Εις ότι αφορά την αμφισβητούμενη γραφή/συμπλήρωση στην επιταγή (βλ. σελ 8 Τεκμηρίου 16), κατέληξε ότι η εν λόγω συμπλήρωση ανήκει στην κατηγορούμενη. Εις ότι αφορά την αμφισβητούμενη υπογραφή εκδότη στην επίδικη επιταγή, αναφέρει στην σελ. 11 της έκθεσης του, ότι αυτή σχηματίζεται με δυο ανεξάρτητες γραφικές κινήσεις. Η πρώτη σχηματίζει το κεφαλαίο γράμμα Δ ενώ η δεύτερη είναι μια γραφική παράσταση που δεν περικλείει οποιαδήποτε γράμματα του αλφαβήτου. Δεν είναι γραμμένη με ιδιαίτερη ταχύτητα, αντίθετα παρουσιάζει ορισμένα στοιχεία διστακτικότητας, ιδιαίτερα στην πρώτη γραφική κίνηση. Για σκοπούς γραφολογικής σύγκρισης με την αμφισβητούμενη υπογραφή, χρησιμοποίησε συνολικά 30 πρωτότυπα δείγματα υπογραφής της κατηγορούμενης, 10 από αυτά είναι δείγματα ανύποπτου χρόνου και καλύπτουν μια περίοδο 3 χρόνων, χρονική περίοδο στην οποία περιλαμβάνεται και η 31η Ιανουαρίου 2015 που είναι η ημερομηνία έκδοσης της επιταγής. Κατά τον μάρτυρα τα δείγματα ανύποπτου χρόνου έχουν μεγαλύτερη γραφολογική αξία καθότι απουσιάζει παντελώς το στοιχείο της δόλιας προαίρεσης. Ο μάρτυρας ανέλυσε τόσο προφορικά όσο και με τα όσα κατέγραψε στην έκθεση του με λεπτομέρεια ότι τα 30 δείγματα που χρησιμοποίησε είναι ποσοτικά πολύ επαρκής και ποιοτικά είναι όλα κατάλληλα για γραφολογική σύγκριση. Σύμφωνα με τον μάρτυρα συγκρίνοντας τα 20 δείγματα υπογραφής που πήρε από την κατηγορούμενη με τα 10 δείγματα υπογραφής ανύποπτου χρόνου της ίδιας, παρατηρεί ότι παρά την χρονολογική διαφορά που έχουν μεταξύ τους, παρουσιάζουν τα ίδια ατομικά γραφολογικά γνωρίσματα τα οποία επαναλαμβάνονται κατά τον ίδιο τρόπο και στα 30 δείγματα υπογραφής. Τα γνωρίσματα αυτά καταγράφονται στην σελίδα 12 του Τεκμηρίου
- Με βάση την πιο πάνω σύγκριση και συμπέρασμα του μάρτυρα, κατέληξε ότι ενώπιον του είχε την γνήσια υπογραφή της κατηγορούμενης. Στη συνέχεια εξήγησε ότι εφόσον ήταν πεπεισμένος ότι είχε ενώπιον του την γνήσια υπογραφή της κατηγορούμενης, προχώρησε στην σύγκριση της γνήσιας υπογραφής με την αμφισβητούμενη υπογραφή, ακολουθώντας την συγκριτική αναλυτική μέθοδο την οποία εξηγά με λεπτομέρεια στη σελ. 16 του Τεκμηρίου
- Συνοπτικά αναφέρω ότι ο μάρτυρας αυτός κατέταξε τις διαφορές της αμφισβητούμενης υπογραφής επί της επίδικης επιταγής την οποία σύγκρινε με τα δείγματα υπογραφής της κατηγορούμενης ανύποπτου χρόνου (βλ. Παράρτημα Β Τεκμηρίου 16) και τα δείγματα υπογραφής της (βλ Παράρτημα Γ Τεκμηρίου 16) στα ακόλουθα σημεία: - Παρατηρείται διαφορά στην γενική μορφή, εμφάνιση και τεχνική σχηματισμού, όπως φαίνεται παραστατικά στη σελ. 21 του Τεκμηρίου
- - Παρατηρείται διαφορά στον αριθμό των ανεξάρτητων γραφικών κινήσεων, σημείο έναρξης και κατάληξης. Η αμφισβητούμενη υπογραφή σχηματίζεται με δυο ανεξάρτητες γραφικές κινήσεις ενώ όλα τα δείγματα υπογραφής της κατηγορουμένης, σχηματίζονται με μια συνεχόμενη γραφική κίνηση, όπως φαίνεται παραστατικά στη σελ 22 του Τεκμηρίου
- - Παρατηρείται διαφορά στη σχέση με τη νοητή ή υπαρκτή οριζόντια γραμμή στην οποία είναι γραμμένες οι υπογραφές. Η μέση ζώνη της αμφισβητούμενης υπογραφής ακολουθεί ευθεία πορεία σε σχέση με την οριζόντια γραμμή, ενώ όλα τα δείγματα υπογραφής της κατηγορούμενης τοποθετούνται με ένα χαρακτηριστικό ιδιόρρυθμο τρόπο, που η μέση ζώνη των υπογραφών σε σχέση με υπαρκτή ή νοητή οριζόντια γραμμή, σχηματίζουν μια οξεία γωνία, όπως φαίνεται παραστατικά στη σελ.
- Του Τεκμηρίου
- Κατά τον μάρτυρα η αμφισβητούμενη υπογραφή, εκδότη στην επιταγή Τεκμήριο 2, είναι υπογραφή που περικλείει εμφανή στοιχεία διστακτικότητας, ιδιαίτερα στην πρώτη γραφική κίνηση. Συγκρινόμενη η αμφισβητούμενη υπογραφή με τα δείγματα ανύποπτου χρόνου και με τα δείγματα υπογραφής τα οποία έλαβε από την κατηγορούμενη, παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους ως προς τα ιδιαίτερα γραφολογικά τους γνωρίσματα και κατά τη γνώμη του δεν είναι η γνήσια υπογραφή της κατηγορουμένης, αλλά αποτέλεσμα προσπάθειας απομίμησης ή αντιγραφής της γνήσιας υπογραφής της από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του τη γνήσια υπογραφή της. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, ανέφερε ότι τα αποτελέσματα εις τα οποία μπορεί να καταλήξει ένας δικαστικός γραφολόγος είναι η πλήρης βεβαιότητα, η ισχυρή πεποίθηση, η απλή υποψία ή καμία εκφορά γνώμης. Για την παρούσα περίπτωση ανέφερε ότι τα αποτελέσματα του είναι πλήρης βεβαιότητας. Του ζητήθηκε να παρουσιάσει διαπιστευτήρια σε σχέση με την ειδικότητα του ως γραφολόγος, τα οποία δοθήκαν στον συνήγορο της παραπονουμένης. Όταν ο μάρτυρας ρώτησε αν χρειάζεται να κατατεθούν, από πλευράς παραπονουμένης αναφέρθηκε ότι δεν χρειάζεται. Σε υποβολή θέσης ότι δεν έχει κάποια ακαδημαϊκή εκπαίδευση έχει απλά κάποια εκπαίδευση στην Αστυνομία, ανέφερε ότι ακαδημαϊκή εκπαίδευση δεν υπάρχει σε Πανεπιστήμιο. Ο ίδιος του έτυχε εκπαίδευσης σε αντίστοιχα εργαστήρια χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οποία αναφέρει στο βιογραφικό του (Τεκμήριο 16 σελ. 1,2,3). Εξήγησε ότι η δικαστική γραφολογία είναι μια εμπειρική επιστήμη η οποία βασίζεται στην πρακτική και τα τελευταία 26 χρόνια εξέτασε πέραν των 10.000, ίσως και περισσότερες ποινικές υποθέσεις πλαστογραφίας. Ο μάρτυρας ερωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει τον Νικόλαο Καλατζή ο οποίος αναγνωρίζεται στην Ελλάδα και διεθνώς ως αυθεντία στη δικαστική γραφολογία. Ανέφερε ότι γνωρίζει το εν λόγω πρόσωπο, το οποίο όμως καμιά σχέση είχε τότε που τον γνώρισε με τη δικαστική γραφολογία. Του υποβλήθηκε στη συνέχεια ότι τόσο ο εν λόγω δικαστικός γραφολόγος αλλά και όλοι οι δικαστικοί γραφολόγοι που έχουν κάποιο κύρος στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, διατείνονται και ισχυρίζονται ότι πρέπει να υπάρχει ακαδημαϊκή βασική εκπαίδευση για να μπορέσει κάποιος να είναι εμπειρογνώμονας και να είναι δικαστικός γραφολόγος, είτε από ψυχολογία, είτε από οποιεσδήποτε άλλες θετικές επιστήμες. Ο μάρτυρας απαντώντας ανέφερε ότι είναι πτυχιούχος θετικών επιστημών της Παντείου Σχολής του τμήματος Δημόσιας Διοίκησης. Όσον αφορά το δίπλωμα ψυχολογίας ανέφερε ότι οι γραφοψυχολόγοι, δεν έχουν σχέση με τη δικαστική γραφολογία. Aποτέλεσε έντονη θέση της παραπονούμενης ότι τα δείγματα υπογραφής της κατηγορουμένης τα οποία φαίνονται στις σελίδες 42, 43 και 44 του Τεκμηρίου 16, δεν είναι αντιπροσωπευτικά εφόσον αυτά έπρεπε να ληφθούν ζητώντας από την κατηγορούμενη να υπογράψει σε κενές επιταγές. Ο μάρτυρας ήταν ξεκάθαρος και επεξηγηματικός τεκμηριώνοντας τη θέση του ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο εφόσον της ζητήθηκε να υπογράψει σε γραμμές οι οποίες ήταν τυπωμένες σε φύλλα χάρτου. Τόνισε μάλιστα και εξήγησε ότι από τα δείγματα υπογραφής τα οποία έλαβε από την κατηγορούμενη, ελλείπει το στοιχείο της δόλιας προαίρεσης γιατί δεν τις αντέγραψε, ήταν όλες ελεύθερα γραμμένες και κυμαίνονται μέσα στα φυσιολογικά πλαίσια της υπογραφής του ιδίου προσώπου. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας, επανέλαβε υποστηρίζοντας την θέση του ότι τα δείγματα υπογραφής ανύποπτου χρόνου και τα δείγματα τα οποία έλαβε από την κατηγορούμενη ήταν κατάλληλα για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτά είναι ελεύθερα γραμμένα, δεν φέρουν προσπάθεια παραποίησης του γραφικού χαρακτήρα, συνάδουν τα γραφολογικά τους γνωρίσματα συγκρινόμενα μεταξύ τους, τόσο τα 20 δείγματα που πήρε από την κατηγορούμενη όσο και τα 10 ανύποπτου χρόνου. Όπως κατά λέξη ανέφερε ο μάρτυρας: «Και ως εκ τούτου είμαι πεπεισμένος ότι τα συγκεκριμένα δείγματα είναι όλα ελεύθερα, γραμμένα φυσιολογικά χωρίς καμιά προσπάθεια παραποίησης και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο προχώρησα στη σύγκριση τους με την αμφισβητούμενη υπογραφή.» Ο μάρτυρας αναφορικά με τα πιο πάνω ανέφερε ότι το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα, θα ήταν να ληφθούν δείγματα είτε σε κενές επιταγές, είτε σε αντίγραφα επιταγών και να κληθεί η κατηγορούμενη να υπογράψει στη θέση ακριβώς που βρίσκεται η αμφισβητούμενη υπογραφή. Στην παρούσα όμως περίπτωση αυτό δεν κρίθηκε αναγκαίο αφού έλαβε υπόψη του ότι τα δείγματα ανύποπτου χρόνου τα οποία είχε, συγκεκριμένα με δική του αρίθμηση 6, 7, 8, και 9 στο Τεκμήριο 16, παρουσιάζονται σε γραμμή στο κάτω μέρος των εγγράφων και ως εκ τούτου τα δείγματα αυτά του έδωσαν ακόμη ένα επιπρόσθετο στοιχείο να διαπιστώσει πιθανή δόλια προαίρεση εάν υπήρχε από την κατηγορούμενη. Κατά τον ίδιο, συγκρίνοντας τα 20 δείγματα, παρόλο ότι κατηγορούμενη έβλεπε τα τέσσερα προηγούμενα σε κάθε σελίδα, ήταν όλα ελεύθερα γραμμένα και όλα κυμαίνονται μέσα σε φυσιολογικές παραλλαγές. Τόνισε ότι κατά τη σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής, έλαβε υπόψη του και τα 30 δείγματα υπογραφής, όχι μόνο τα δείγματα τα 20 που πήρε ο ίδιος. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ερωτήθηκε κατά πόσο υπάρχει άλλη μέθοδος πέραν της Αναλυτικής Συγκριτικής μεθόδου την οποία ακολούθησε. Ανέφερε ότι δυνατόν να υπάρχουν αλλά ο ίδιος μόνο αυτή ακολουθεί. Ερωτήθηκε σχετικά με την μέθοδο εξέτασης μελάνης την οποία και ο ίδιος χρησιμοποιεί. Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι η μέθοδος αυτή δεν έχει σχέση με τη Συγκριτική Αναλυτική μέθοδο. Εξήγησε ότι εκείνη η μέθοδος εξετάζει εάν δύο μελάνια σε μια υποθετική υπόθεση, προέρχονται από το ίδιο μελάνι ή όχι. Ερωτήθηκε στη συνέχεια κατά πόσο αφού η γραφή και η συμπλήρωση είναι της κατηγορούμενης όπως κατέληξε, να εξεταστεί η μελάνη στην υπογραφή και εξ αυτού του συμπεράσματος να βεβαιωθεί κατά πόσο πρόκειται για πλαστογραφημένη μελάνη πάνω στην επίδικη υπογραφή. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις για να γίνει σύγκριση δύο διαφορετικών μελανιών για να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα και εν πάση περιπτώσει και να φανεί από μια τέτοια εξέταση ότι έγινε από διαφορετικό μελάνι, γραφολογικά δεν σημαίνει τίποτε, δεν υποδεικνύει δηλαδή τυχόν πλαστογραφία ή όχι. Ο μάρτυρας στη συνέχεια εξήγησε ότι εξετάζοντας την αμφισβητούμενη υπογραφή με τα άλλα δείγματα υπογραφής εντόπισε διαφορά στην αρχική κίνηση σχηματισμού του γράμματος Δ, στην κάθετη γραμμή, καθώς επίσης και στον σχηματισμό της κυκλικής κίνησης. Για τον σχηματισμό του γράμματος Δ παρατήρησε έντονα στοιχεία διστακτικότητας. Εξετάζοντας την ποιότητα γραμμής, χάραξης εξήγησε ότι υπάρχουν διακοπές ή τρέμουλο σε κάποιο βαθμό το οποίο αλλοιώνει τη ροή, την ελεύθερη ροή του γραφικού μέσου και δημιουργείται μια έντονη διστακτικότητα όπως τη χαρακτηρίζει στην ποιότητα γραμμής, χάραξης. Απέρριψε την θέση αυτή η διστακτικότητα να προέρχετο από μια χαλασμένη πένα, διότι είναι ένα στοιχείο το οποίο συνεχίζει από την αρχή του σχηματισμού του γράμματος Δ και ακολουθεί μια πορεία σχεδόν μέχρι το τέλος του σχηματισμού του συγκεκριμένου γράμματος και φαίνεται και έντονα επίσης στο τέλος της δεύτερης γραφικής κίνησης, στο τέλος της υπογραφής στην κάθετη γραμμή. Απέρριψε επίσης τη θέση η διστακτικότητα να προέκυπτε και από την επιφάνεια που είχε γραφτεί η υπογραφή, διότι η διστακτικότητα, κατά τον ίδιο, δεν θα ήταν μόνο σε γραμμές οι οποίες ακολουθούν μια ευθεία πορεία. Κατά τα λοιπά ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος υποστήριξε την ορθότητα της μεθόδου την οποία ακολούθησε και τα συμπεράσματα του. Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού της υπεράσπισης, κατατάσσεται στην κατηγορία της μαρτυρίας πραγματογνώμονα, αφού ο μάρτυρας αυτός κλήθηκε να καταθέσει σε σχέση με το κατά πόσο η υπογραφή που φαίνεται στην επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 2) είναι η γνήσια υπογραφή της κατηγορούμενης. Το θέμα επομένως για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει είναι εξειδικευμένο για το οποίο απαιτείται ειδική γνώση. Ο μάρτυρας κατέθεσε για την ειδική εκπαίδευση της οποίας έτυχε αλλά και για την πείρα του τόσο με τα όσα καταγράφει με λεπτομέρεια στο βιογραφικό του σημείωμα στο Τεκμήριο 16 όσο και με τα όσα ανέφερε κατά την μαρτυρία του. Είμαι πεπεισμένη ότι ο εν λόγω μάρτυρας κατέχει όλα τα απαραίτητα προσόντα και γνώσεις για το θέμα το οποίο κλήθηκε να καταθέσει και δεν έχω αμφιβολία ότι ο ίδιος του παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι από πλευράς παραπονουμένης δεν υπήρχε ξεκάθαρη θέση κατά την Ακρόαση κατά πόσο αμφισβητεί ή όχι τα προσόντα του μάρτυρα. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω παρ' όλο όπου ζητήθηκε από τον μάρτυρα να δώσει στην πλευρά της παραπονούμενης διαπιστευτήρια των προσόντων του και παρ' όλο όπου δόθησαν από τον μάρτυρα στον συνήγορο της παραπονουμένης, δεν ζητήθηκε η κατάθεση τους ως Τεκμήριο, ούτε όμως υποβλήθηκε στον μάρτυρα η θέση ότι δεν διαθέτει κάποιο από τα προσόντα τα οποία ανέφερε ότι έχει. Επομένως η μαρτυρία του ΜΥ επ' αυτού του ζητήματος παρέμεινε και πάλι ακλόνητη. Ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια προσεγγίζουν μαρτυρία προερχόμενη από πραγματογνώμονα αναφέρονται τα πιο κάτω στο σύγγραμμα «Δίκαιο της Απόδειξης» του πρώην Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τάκη Ηλιάδη σελ. 139-140: «To καθήκον ενός πραγματογνώμονα έχει καθορισθεί αρκετά παραστατικά στην υπόθεση Davie v. Edinborough Magistrates ως ακολούθως: "Η υποχρέωση των πραγματογνωμόνων είναι να προμηθεύσουν στο Δικαστή ή στους ενόρκους τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων τους, για να μπορούν έτσι ο Δικαστής ή οι ένορκοι να σχηματίσουν την δική τους ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία" Η ίδια προσέγγιση έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο. Σύμφωνα με το Δικαστή Στυλιανίδη: "Με την πρόοδο της γνώσης, επιστήμης και τεχνολογίας, τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να προμηθεύσει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία, που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή.... Οι πραγματογνώμονες καλούνται ως μάρτυρες προς υποστήριξη των θέσεων των διαδίκων όταν εξετάζονται τεχνικά θέματα. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι η παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων για την δοκιμασία της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους, έτσι που να δώσει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη γνώμη με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία." » Ο μάρτυρας επεξήγησε με κάθε λεπτομέρεια και μάλιστα επανειλημμένα την μέθοδο που εφάρμοσε, ήτοι την συγκριτική αναλυτική μέθοδο, προς τον σκοπό σύγκρισης της αμφισβητούμενης υπογραφής με τις υπογραφές - δείγματα της κατηγορούμενης τις οποίες κατηγοριοποίησε σε υπογραφές ανύποπτου χρόνου και δείγματα υπογραφής που έλαβε ο ίδιος του από την κατηγορούμενη. Ακόμα δε πιο σημαντικό αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο προσέγγισε την εξέταση του αναφορικά με το συμπέρασμα του ότι ενώπιον του είχε την γνήσια υπογραφή της κατηγορούμενης προτού προχωρήσει στην σύγκριση αυτής με την αμφισβητούμενη υπογραφή. Έχοντας λοιπόν υπόψη μου ότι ο μάρτυρας ήταν βέβαιος ότι ενώπιον του είχε την γνήσια υπογραφή της κατηγορούμενης, θεωρώ ότι τεκμηρίωσε επαρκώς και με πάσα λεπτομέρεια τις διαφορές τις οποίες παρατήρησε μεταξύ της αμφισβητούμενης υπογραφής και της γνήσιας υπογραφής της κατηγορούμενης για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται στην μαρτυρία του και καταγράφονται πιο πάνω. Περαιτέρω, έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα επιστημονικά κριτήρια με τα οποία εξακριβώνεται κατά πόσο μία υπογραφή είναι γνήσια ή όχι τα οποία εξήγησε με λεπτομέρεια και εφάρμοσε στην υπό εξέταση περίπτωση. Εξήγησε και πάλι με κάθε λεπτομέρεια ότι η συμπλήρωση της επίδικης επιταγής, πλην της υπογραφής στη θέση του εκδότη, ανήκουν στην κατηγορούμενη, θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αξιόπιστη καθότι αυτή δόθηκε εμπεριστατωμένα μέσα από τις γνώσεις του ως εξιδεικευμένος γραφολόγος και κρίνω ότι οι θέσεις του αυτές δεν κλονίστηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Σημειώνω επίσης ότι κατά την αντεξέταση του οι θέσεις που προβλήθηκαν δεν κατάφεραν να εγείρουν αμφιβολίες ή να θέσουν ερωτηματικά σε σχέση με την ποιότητα και την επάρκεια της γραφολογικής εξέτασης που διενήργησε ο μάρτυρας. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι ο μάρτυρας τεκμηρίωσε την θέση του ότι το αποτέλεσμα της έρευνας του είναι πλήρης βεβαιότητας, χωρίς να έχει διαφανεί το αντίθετο μέσω της αντεξέτασης του. Ενόψει της περιεκτικής και εμπεριστατωμένης μαρτυρίας του η οποία κρίνεται αξιόπιστη, αυτή παρέχει στο Δικαστήριο το απαραίτητο εργαλείο για να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την υπεράσπιση, υπεβλήθη αίτημα από πλευράς παραπονουμένης για προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας, αίτημα το οποίο δεν εγκρίθηκε από το Δικαστήριο για τους λόγους οι οποίοι καταγράφονται σε ενδιάμεση απόφαση ημερ. 3.11.
- Με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρουσίασαν με γραπτές αγορεύσεις τις τελικές τους θέσεις και εισηγήσεις. Με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις ανέλυσαν την δοθείσα μαρτυρία και με παρέπεμψαν σε νομολογία. Τα όσα αμφότεροι οι συνήγοροι ανέφεραν έχουν μελετηθεί δεόντως από το Δικαστήριο και δεν υπάρχει λόγος να τα επαναλάβω στην παρούσα απόφαση. Όπου κριθεί αναγκαίο, θα αναφερθώ σε αυτές κατωτέρω. Προτού προχωρήσω στην καταγραφή των ευρημάτων, σε αυτό το σημείο κρίνεται αναγκαίο να εξετάσω τις θέσεις της υπεράσπισης όπως αυτές έχουν τεθεί με την γραπτή αγόρευση των συνηγόρων υπεράσπισης με τις οποίες εισηγούνται ότι δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη της παραπονούμενης, στοιχείο το οποίο συνδέεται με το έννομο συμφέρον αυτής για προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Διατείνεται επίσης η υπεράσπιση ότι το όνομα της παραπονούμενης ως αναγράφεται στην επίδικη επιταγή διαφέρει από το όνομα της παραπονούμενης ως αυτό παρουσιάζεται στο κατηγορητήριο. Οι πιο πάνω εισηγήσεις δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Καταρχάς εις ότι αφορά το ζήτημα ύπαρξης της παραπονούμενης ως οντότητα δεν φάνηκε να αμφισβητείται από πλευράς υπεράσπισης κατά την ακρόαση παρά μόνο αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης υποστηρίζοντας ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης. Πέραν τούτου ενώπιον μου έχουν κατατεθεί τα Τεκμήρια 5,7,8,10,11,12,13,14 και 15 εις τα οποία φαίνεται το όνομα της παραπονούμενης όπως αυτή παρουσιάζεται και στο κατηγορητήριο χωρίς οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά με το ζήτημα ύπαρξης της παραπονούμενης. Από το περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων προκύπτει ότι η κατηγορούμενη αναγνωρίζει ως νομικό πρόσωπο την παραπονούμενη, εφόσον σύμφωνα με το Τεκμήριο 5 συμβλήθηκε μαζί της για την ενοικίαση του διαμερίσματος, με τα έγγραφα του Τεκμηρίου 7 και το Τεκμήριο 8 αναγνώρισε ότι οφείλει σε αυτήν ενοίκια. Μόνο από τα πιο πάνω τεκμήρια και χωρίς να χρειάζεται να αναφερθώ ειδικά σε έκαστο εξ αυτών, η μαρτυρία κρίνεται αρκετή για την έγερση μαχητού νομικού τεκμηρίου κανονικότητας, το οποίο δεν αντικρούστηκε. Επομένως δεν μπορεί να κριθεί ως βάσιμη η εισήγηση της υπεράσπισης, έχοντας υπόψη μου κατ' αναλογία τα όσα έχουν λεχθεί στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΣΑΒΒΑΣ Χ'' ΓΙΩΡΚΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΡΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Μ. ΠΑΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 179/2014, 24/10/2016 και στην υπόθεση Κ.Ν.G. Αutoparts Ltd v. Ιωάννου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 689). Εις ότι αφορά το ζήτημα ότι το όνομα της παραπονούμενης στην επιταγή διαφέρει από τον τίτλο του κατηγορητηρίου, και πάλι τέτοια εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Κατ' αρχάς τέτοιο ζήτημα δεν ηγέρθηκε από την υπεράσπιση κατά την ακρόαση και ουδέποτε αμφισβητήθηκε ότι η παραπονούμενη ήταν η δικαιούχος της επιταγής. Πέραν τούτου, έγινε αποδεχτή η μαρτυρία της ΜΚ1 κατά την οποία έγινε αναφορά ότι δικαιούχος είναι η παραπονούμενη και η μάρτυρας αυτή δεν αμφισβητήθηκε επί του προκειμένου σημείου. Αντλώντας καθοδήγηση από την υπόθεση ΙΑCOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD ν. ACTION CONSTRUCTION DEVELOPMENT LTD κ.α., Πoινική ΄Εφεση αρ.184/2014, 10/2/2016, ο ορισμός της επιταγής στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δεν μπορεί να αποκλίνει από την έννοια της επιταγής στο Κεφ. 262 και η αναφορά στο άρθρο 4, ότι «επιταγή» σημαίνει «γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ...». Σύμφωνα με τα όσα λεχθήκαν στην πάνω απόφαση αναφορικά με το ζήτημα αυτό: «....Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd ed. vol.3 p.153, para.242, υπό τον τίτλο, "Certainty as to drawee" αναφέρονται τα εξής: "The drawee must be named or otherwise indicated in a bill with reasonable certainty for it is clear that a holder must know to whom he has to present the bill, whether for acceptance or for payment". Και παρακάτω στη σελ.155, παράγραφο 246 υπό τον τίτλο, "Payee by name or description" αναφέρονται τα εξής: "Where the payee is named, but named incorrectly, or where his name is misspelt, it does not invalidate the instrument, the payee permitted to indorse the instrument as he was described, adding at his option his proper signature". (Βλ. Βank of England v. Vagliano
(1891)A.C. 107 - Viden & Rogers v. Hughes
(1905)1 K.B. 795 - North & South Wales Bank Ltd v. MacBeth
(1908)A.C. 137 - Town & County Advance Co. ltd v. Provincial Bank of Ireland
(1917)2 I.R. 421). Από την ανάλυση των πιο πάνω υποθέσεων αλλά και άλλων, όπως συναντώνται στο Σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques 29th ed. σελ.32 κ.ε. προκύπτει ότι η εύλογη ή όχι βεβαιότητα είναι θέμα πραγματικών περιστάσεων.» Επομένως έχοντας υπόψη μου όλα τα δεδομένα ως έχουν καταγραφεί αμέσως πιο πάνω, καταλήγω ότι αν και το όνομα του δικαιούχου στην επιταγή φαίνεται να διαφέρει από το όνομα της παραπονούμενης, οι περιβάλλουσες περιστάσεις δεν αφήνουν αμφιβολία ότι δικαιούχος της επιταγής είναι η παραπονούμενη. Επί του προκειμένου ζητήματος τονίζω ότι το θέμα αυτό το οποίο θίγεται από πλευράς υπεράσπισης στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων άπτεται της έννοιας του όρου «επιταγή» και ουδέποτε κατά το στάδιο της δίκης η πλευρά της υπεράσπισης αμφισβήτησε την υπόσταση του Τεκμηρίου 2 και ότι αυτό αποτελεί επιταγή. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η κατηγορούμενη δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερ. 9.2.14 ενοικίασε ένα διαμέρισμα από την παραπονούμενη εταιρεία F.U. United Incorporation Ltd (Τεκμήριο 5). Η κατηγορούμενη υπογράφοντας τις επιστολές ημερ. 31.12.14, 22.12.14 και 14.1.15 (Τεκμήριο 7) αναγνώρισε την οφειλή ενοικίων προς την παραπονούμενη. Σημειώνεται ότι και οι τρεις υπογραφές επί των πιο πάνω επιστολών δεν έχουν αμφισβητηθεί και έχουν χρησιμοποιηθεί ως δείγματα υπογραφών ανύποπτου χρόνου από τον ΜΥ. Η παραπονούμενη καταχώρησε εναντίον της κατηγορούμενης την αγωγή με αρ. 1200/15 Ε.Δ. Λεμεσού στην οποία η τελευταία δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και μετά από απόδειξη εκδόθηκε εναντίον της στις 9.6.15 απόφαση για το ποσό των €6.552,30σ πλέον τόκο προς 4% ετησίως από 23.3.15 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα. Στις 13.1.16 η κατηγορούμενη στα πλαίσια της πιο πάνω Αγωγής συμφώνησε να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της δια μηνιαίων πληρωμών εκ €60.- έκαστη από 1.3.16, εκ €80.- έκαστη από 1.9.16 και εκ €120.- από 1.9.17 μέχρι εξοφλήσεως. Η επίδικη επιταγή ημερ. 31.1.15 δόθηκε από την κατηγορούμενη στην υπάλληλο της παραπονούμενης ΜΚ2. Δικαιούχος της επίδικης επιταγής είναι η παραπονούμενη. Η ΜΚ2 κατέθεσε την επιταγή στην Τράπεζα Κύπρου στο παράρτημα Λινόπετρας. Η ΜΚ1 χειρίστηκε την καταχώρηση της επιταγής η οποία παρουσιάστηκε για πληρωμή ηλεκτρονικά στις 4.2.15 και επιστράφηκε ηλεκτρονικά την ίδια ημέρα για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται στην επιταγή ήτοι λόγω του ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ και για να παρουσιαστεί ξανά. Η γραφή συμπλήρωσης στην επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 2, πλην της υπογραφής στην θέση του εκδότη, έγινε από την κατηγορούμενη. Μόνο η κατηγορούμενη ήταν εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές από τον λογαριασμό της κατηγορούμενης. Η επίδικη επιταγή φέρει υπογραφή εκδότη η οποία δεν ανήκει στην κατηγορούμενη. Η επίδικη επιταγή παραμένει απλήρωτη. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η έκδοση επιταγής, η παρουσίαση της στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, η μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της και στη συνέχεια η μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της. Το πιο πάνω αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης χωρίς να απαιτείται η απόδειξη ένοχης διάνοιας (mens rea) της κατηγορούμενης. Σε ποινικές υποθέσεις, ως η παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.(βλ. Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Στις υποθέσεις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Στρεφόμενη τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σύμφωνα με την μαρτυρία της παραπονούμενης εις τον βαθμό όπου αυτή έγινε αποδεκτή, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως η κατάθεση της επιταγής, η παρουσίαση της κατά την ημέρα όπου αυτή ήταν πληρωτέα, η μη τίμηση της λόγω του ότι ο λογαριασμός της κατηγορούμενης είχε παγοποιηθεί και η μη πληρωμή της, με βάση τη πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν αποδειχθεί από την παραπονουμένη. Εκείνο που παραμένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο αποδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό η έκδοση της επιταγής από την κατηγορούμενη η οποία βεβαίως άπτεται και είναι άμεσα συνυφασμένη με την υπογραφή της από πρόσωπο το οποίο έχει εξουσιοδότηση να εκδώσει την επιταγή. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα αρχικά στάδια της ακρόασης, γραμμή της υπεράσπισης αποτέλεσε η θέση ότι η επίδικη επιταγή δεν υπογράφηκε από την κατηγορούμενη. Αποτελεί δε εύρημα του Δικαστηρίου ότι αν και η γραφή συμπλήρωσης της επιταγής, πλην της υπογραφής, είναι της κατηγορούμενης σύμφωνα με τον ΜΥ και η επιταγή δόθηκε από την κατηγορούμενη στην ΜΚ2, η προσφερθείσα μαρτυρία από πλευράς παραπονούμενης εν σχέση με την υπογραφή της επιταγής και κατά πόσο αυτή ανήκει στην κατηγορούμενη δεν έγινε αποδεκτή, για τους λόγους οι οποίοι εξηγούνται πιο πάνω. Στην ουσία, δεν έχω ενώπιον μου άμεση μαρτυρία η οποία να συνδέει την κατηγορούμενη με την υπογραφή εκδότη επί της επίδικης επιταγής. Από την άλλη ενώπιον μου τέθηκε η μαρτυρία του ΜΥ ο οποίος έπεισε το Δικαστήριο ότι η υπογραφή εκδότη στην επίδικη επιταγή δεν είναι της κατηγορούμενης. Η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, αν και έγινε αποδεκτή, επί της ουσίας της δεν περιέχει οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να ανατρέψει το συμπέρασμα του ΜΥ. Αν και αποτέλεσε θέση της ΜΚ1 ότι η επιταγή δεν ήταν πλαστογραφημένη, όπως η ίδια ανέφερε δεν είναι γραφολόγος ούτε όμως αιτιολόγησε την όποια πεποίθηση της ότι η υπογραφή εκδότη ανήκει στην κατηγορούμενη. Η ΜΚ2, δεν ανέφερε επίσης οτιδήποτε εν σχέση με την υπογραφή της επίδικης επιταγής από την κατηγορούμενη. Το γεγονός ότι η γραφή συμπλήρωσης των λοιπών στοιχείων ανήκει στην κατηγορούμενη, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα της έκδοσης της επιταγής από την κατηγορούμενη, εφόσον το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση παρέμεινε ουσιαστικά το κατά πόσο η υπογραφή εκδότη ανήκει στην κατηγορούμενη. Αντιθέτως, έχει γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του πραγματογνώμονα ΜΥ σύμφωνα με την οποία η υπογραφή επί της επίδικης επιταγής δεν ανήκει στην κατηγορούμενη. Ως προς τη σημασία της επιστημονικής μαρτυρίας, η οποία κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη, ειπώθηκαν τα πιο κάτω στην υπόθεση Munteanu v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 219/11 ημερομηνίας 1.7.13: «Η επιστημονική μαρτυρία αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο, και εδώ έγκειται και η αξία της. Από την άλλη η «θετική εικόνα» που αποκομίζει το Δικαστήριο, για ένα μάρτυρα είναι υποκειμενικής υφής και αναμφίβολα δεν μπορεί να παραμένει τόσο «θετική» υπό το φως αντίθετης επιστημονικής μαρτυρίας. Τα δύο δεν μπορούν να συνυπάρχουν.» Στο σημείο αυτό οφείλω να παραπέμψω στην υπόθεση Χατζηιωάννου Μάρω ν. Δημήτρη Δημητρίου,
(2000)2 Α.Α.Δ. 62 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το ζήτημα της απόδειξης της πατρότητας της υπογραφής μιας επιταγής, «Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής απαιτείται, εκτός άλλων, και απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο εκδότης τέτοιας επιταγής. Κατά το άρθρο 3 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, η συναλλαγματική υπογράφεται "από το πρόσωπο που τη δίδει" ενώ σύμφωνα με το άρθρο 73 του ίδιου νόμου η επιταγή είναι συναλλαγματική. .................. Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποίος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παράγραφο 35-03, σελ. 936. Η παραπάνω δήλωση του παραπονούμενου, όπως και το γεγονός ότι η εφεσείουσα διατηρούσε λογαριασμό στο εν λόγω Συνεργατικό, δεν αποτελούσαν μαρτυρία αναφορικά με το πρόσωπο το οποίο εξέδωσε στην πραγματικότητα την επιταγή.» Σχετική στο σημείο αυτό είναι επίσης η απόφαση στην υπόθεση Γιάννη Βούρα -v- Ανδρέας, Λουκάς, Ματθαίος Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α.
(2003)2 ΑΑΔ 135), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη. Είναι φανερό από τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.2, ιδωμένης και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν είχε ιδία αντίληψη αναφορικά με την προέλευση των υπογραφών της επιταγής ή των οδηγιών για τη μη πληρωμή. Έλειπε επομένως παντελώς το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. ..» Αντλώντας καθοδήγηση από τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καταλήγω ότι η προσαχθείσα μαρτυρία από πλευράς παραπονουμένης, δεν είναι τέτοια που να αποδυκνείει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την έκδοση της επιταγής από την κατηγορούμενη εφόσον η πλευρά της παραπονουμένης δεν παρουσίασε αξιόπιστη και πειστική μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να αποδείξει ότι η κατηγορούμενη υπέγραψε την επιταγή. Τέλος, παρατηρώ ότι στην γραπτή αγόρευση της παραπονουμένης σχολιάζεται η στάση σιωπής την οποία τήρησε η κατηγορούμενη. Ήταν δικαίωμα της να ενεργήσει όπως έπραξε και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος της, ούτε και πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής Επομένως δεν μπορώ να συμφωνήσω με τα όσα θέτει η πλευρά της παραπονουμένης στην γραπτή αγόρευση της και τα οποία συνδέει ή συσχετίζει με την σιωπή την οποία τήρησε η κατηγορούμενη, η οποία όπως άλλωστε είχε κάθε δικαίωμα να πράξει τούτο. Καθοδήγηση για τα πιο πάνω έχω αντλήσει από σχετική νομολογία και συγκεκριμένα, τις αποφάσεις Mohammad κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 590, Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250 και Anastassi v. The Police
(1975)2 C.L.R. 143. Συνεπώς και με βάση το σκεπτικό που ανωτέρω προσπάθησα να αναλύσω καταλήγω ότι η παραπονούμενη δεν έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον της κατηγορουμένης. Απέτυχε να αποδείξει ότι η κατηγορούμενη εξέδωσε την επίδικη επιταγή εφόσον δεν έχει καταδειχθεί από πλευράς παραπονουμένης ότι η υπογραφή εκδότη εις την επίδικη επιταγή ανήκει στην κατηγορούμενη και κατ' επέκταση εγείρεται σοβαρή αμφιβολία κατά πόσο η κατηγορούμενη εξέδωσε την επίδικη επιταγή. Επομένως, η υπόθεση απορρίπτεται και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της κατηγορούμενης και εναντίον της παραπονούμενης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο