← Κύπρος

C. P. COLLECTION D' ART LTD κ.α. ν. CATHERINE LOUISE BARZYK κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8690/15, 3/11/2016

C. P. COLLECTION D' ART LTD κ.α. ν. CATHERINE LOUISE BARZYK κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8690/15, 3/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B180 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 8690/15 1. C. P. COLLECTION D' ART LTD, από τη Λεμεσό 2. PAVEL ROMANENKO, από τη Ρωσία ν 1. CATHERINE LOUISE BARZYK 2. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ 3. COLLECTION D' ART TAPESTRY CDA LTD 4. ΛΟΙΖΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ημερομηνία: 3 Νοεμβρίου 2016 Εμφανίσεις Για Παραπονούμενους: κ. Α. Φράγκος με κα. Ιωάννου Για Κατηγορούμενους 1-4: κ. Μιχαηλίδης με κα Πέτρου Κατηγορούμενοι 1-4 Παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Στην παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, οι κατηγορούμενοι, αντιμετωπίζουν συνολικά 8 κατηγορίες στη βάση των αρ.298 Κεφ.154 (απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις), αρ.300 Κεφ.154 (Απόσπαση χρημάτων με «Απάτη») και αρ. 371 Κεφ.154 (συνομωσία για διάπραξη τόσο του αδικήματος του αρ.298 όσο και του αρ.300). Το ισχυριζόμενο παράνομα αποκτηθέν ποσό, ήτοι το ποσό των €386.469,00, είναι το ίδιο για κάθε κατηγορία και σε μεγάλο βαθμό, οι λεπτομέρειες αδικήματος για κάθε κατηγορία, είναι κοινές. Δεν είναι όμως όλες οι κατηγορίες οι ίδιες: Πρώτη Κατηγορία - Απόσπαση Χρημάτων με ψευδείς Παραστάσεις - Αρ.298 Κεφ.154 Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος «Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατόπιν ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση των Παραπονουμένων 1 και/ή 2 από κατά/ή περί τις 29/2/12 και καθ' όλο τον μετέπειτα χρόνο διαχείρισης και/ή λειτουργίας της Παραπονούμενης 1 εταιρείας από αυτούς, απέσπασαν σε διάφορα χρονικά διαστήματα και/ή κατάφεραν να αποσπάσουν από τους παραπονούμενους 1 και/ή 2 το συνολικό ποσό των €386.469,00 (και ολογράφως). Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι 1 και 2 παρουσίασαν τα έσοδα και/ή τα έξοδα και/ή τα εν γένει οικονομικά δεδομένα και/ή τις οικονομικές καταστάσεις και/ή εκθέσεις και/ή στοιχεία της παραπονούμενης 1 εταιρείας, με τρόπο που γνώριζαν ότι αυτά ήταν ψευδή και δόλια και με ψευδείς παραστάσεις και/ή με ψευδή γεγονότα, πράξεις, λόγια και έγγραφα απέσπασαν το ρηθέν ποσό από τους παραπονούμενους Δεύτερη Κατηγορία - Απόσπαση Χρημάτων με «Απάτη» - Αρ. 300 Κεφ.154 Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, επιδεικνύοντας παρόμοια συμπεριφορά με αυτή που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, ήτοι «παρουσιάζοντας ψευδή και αναληθή γεγονότα και στοιχεία στους Παραπονούμενους 1 και 2 αναφορικά με τα έσοδα και/ή έξοδα» της παραπονούμενης 1 εταιρείας «και/ή τις οικονομικές καταστάσεις και/ή δραστηριότητες της παραπονούμενης 1 εταιρείας», απέσπασαν από τους παραπονούμενους το προαναφερόμενο ποσό κατά τρόπο που συνιστά απάτη εν τη εννοία του αρ.300 Κεφ.154. Τρίτη Κατηγορία - Συνομωσία για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις - Αρ.298 και 371 Κεφ.154 Σύμφωνα τις λεπτομέρειες αυτής της κατηγορίας, «Ο κατηγορούμενος 4 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 3, συνωμότησαν με τους κατηγορούμενους 1 και 2 για να διενεργήσουν πράξεις και/ή δόλια τεχνάσματα και/ή επινοήματα από κατά ή περί τις 6/11/14 και καθ' όλον τον ουσιώδη μετέπειτα χρόνο, με σκοπό να αποσπάσουν και/ή ... απέσπασαν... από τους παραπονούμενους» το προαναφερόμενο ποσό «και/ή άλλα αγαθά και/ή διάφορα προϊόντα της παραπονούμενης 1 εταιρείας. Οι «δόλιες πράξεις και ενέργειες» των κατηγορουμένων 3 και 4 συγκεκριμενοποιούνται στις λεπτομέρειες ως εξής: «Συγκεκριμένα η συνομωσία για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και/ή τα γεγονότα κα/ή οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτές συντελέστηκαν σχετίζονται με την συνεχή συμπεριφορά και παραστάσεις των κατηγορουμένων 3 και 4 που είχαν ως στόχο τα έσοδα της παραπονούμενης 1 εταιρείας να καταλήγουν προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 2 με τους οποίους συνωμότησαν οι κατηγορούμενοι 3 και 4 και/ή προσπορίστηκαν οι ίδιοι τα οφέλη δημιουργώντας παράλληλα με ψευδείς παραστάσεις άλλες δικές τους δραστηριότητες αποξενώνοντας παράνομα περιουσία και χρήματα των παραπονουμένων 1 και 2.» Τέταρτη Κατηγορία - Συνομωσία για διάπραξη απάτης - Αρ.300 και 371 Κεφ.154 Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αυτής της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 4, υπό την ίδια ιδιότητα που του αποδίδεται στην τρίτη κατηγορία, ήτοι ως διευθυντής της κατηγορούμενης 3 και η εν λόγω κατηγορούμενη, «κατά/ή περί τις 6/11/14 και καθ' όλον τον ουσιώδη μετέπειτα χρόνο», συνωμότησαν με τους κατηγορούμενους 1 και 2 για να αποσπάσουν και/ή απέσπασαν από τους παραπονούμενους το προαναφερόμενο ποσό, ενεργώντας κατά τον τρόπο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία σε σχέση με τις ενέργειες των κατηγορουμένων 1 και 2, κατά τρόπο που συνιστά συνομωσία για απάτη με βάση τα αρ.300 και 371 Κεφ.154. Πέμπτη και Όγδοη Κατηγορία- Απάτη/ Ψευδείς παραστάσεις και Συνομωσία για διάπραξη απάτης/ψευδών παραστάσεων - Αρ.300/αρ 298 και 371 Κεφ.154 Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 5ης κατηγορίας, «ο κατηγορούμενος 4 κατά ή περί τις 28/11/14 και/ή κατά/ή περί τις 25/11/14 προέβη σε απατηλές και δόλιες ενέργειες και αλλοίωσε και/ή παραποίησε στοιχεία και δεδομένα από το ηλεκτρονικό σύστημα και/ή τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της παραπονούμενης 1 εταιρείας (loss of data and software removal) παρουσιάζοντας ψευδή, αναληθή, παραποιημένα και αλλοιωμένα στοιχεία σχετικά με τις οικονομικές καταστάσεις και δεδομένα της παραπονούμενης 1 εταιρείας, συνωμότησε με τους κατηγορούμενους 1 και 2 για να αποκρύψουν την πραγματικότητα ότι δηλαδή απέσπασαν σε διάφορα χρονικά διαστήματα...» το προαναφερόμενο ποσό «και/ή ότι αυτοί προσπορίστηκαν οι ίδιοι τα οφέλη έσοδα και κέρδη της παραπονούμενης 1 εταιρείας, δημιουργώντας παράλληλα με απατηλές και δόλιες ενέργειες άλλες δικές τους δραστηριότητες αποξενώνοντας παράνομα περιουσία και χρήματα των παραπονουμένων 1 και 2» Η ίδια συμπεριφορά αποδίδεται στον κατηγορούμενο 4 στην 8η κατηγορία, και ως συμπεριφορά που συνιστά το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων/αγαθών με ψευδείς παραστάσεις καθώς για συνομωσία για διάπραξη τούτου κατά παράβαση των αρ.298 και 371. Έκτη και Έβδομη κατηγορία - Απάτη/ Ψευδείς παραστάσεις και Συνομωσία για διάπραξη απάτης/ψευδών παραστάσεων - Αρ.300/αρ 298 και 371 Κεφ.154 Με αυτές τις κατηγορίες, αποδίδεται στους κατηγορούμενους 1 και 2 ότι, σε συνομωσία με τον κατηγορούμενο 4, επέδειξαν τη συμπεριφορά που αποδίδεται στον κατηγορούμενο 4 με την πέμπτη και όγδοη κατηγορία, της αλλοίωσης και παραποίησης δηλαδή, των ηλεκτρονικών στοιχείων της παραπονούμενης 1, «...με σκοπό να αποκρύψουν την πραγματικότητα ότι δηλαδή απέσπασαν σε διάφορα χρονικά διαστήματα...», το προαναφερόμενο ποσό, «και/ή ότι αυτοί προσπορίστηκαν οι ίδιοι τα οφέλη έσοδα και κέρδη της παραπονούμενης 1 εταιρείας, δημιουργώντας παράλληλα με απατηλές και δόλιες ενέργειες άλλες δικές τους δραστηριότητες αποξενώνοντας παράνομα περιουσία και χρήματα των παραπονουμένων 1 και 2» κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα των αρ.300 και 371 (6η κατηγορία) καθώς και το αδίκημα των αρ.298 και αρ.371 Κεφ.154 (7η κατηγορία). Για να αποδείξει την υπόθεση της, η πλευρά των παραπονουμένων, κάλεσε πέντε μάρτυρες. Τον νυν διευθυντή της παραπονούμενης 1, Norayr Nagapetyan ως ΜΚ1, τον παραπονούμενο 2, Pavel Romanenko ως ΜΚ2, τον πρώην διευθυντή της παραπονούμενης 1, Απόστολο Νικολάου ως ΜΚ3, και δύο εμπειρογνώμονες, τους Πέτρο Κοζάκου, ειδικό σε θέματα Η/Υ, ως ΜΚ4 και τον Κώστα Σαββίδη, εγκεκριμένο λογιστή ελεγκτή, ως ΜΚ5. Η ουσία της μαρτυρίας όλων, έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (βλ. Έγγραφα Α-Ε αντίστοιχα), ενώ στα πλαίσια της μαρτυρίας τους κατατέθηκαν 57 στο σύνολο τους Τεκμήρια. Όπως το κατηγορητήριο, έτσι και η προσκομισθείσα μαρτυρία, ήταν εκτενής και σε μεγάλο βαθμό, πολύπλοκα εκτεθειμένη. Παρά τον όγκο της μαρτυρίας όμως, η ουσία της εκδοχής των παραπονουμένων, όπως αυτή δύναται να εξαχθεί από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων και την προσκομισθείσα μέχρι τώρα μαρτυρία, είναι απλή. Τη συνοψίζω: Περί τα μέσα του 2008, στα πλαίσια μιας διεθνούς εμπορικής έκθεσης, ο 2ος παραπονούμενος (εφ' εξής Pavel), ο οποίος είναι Ρώσος επιχειρηματίας που διαμένει μόνιμα στη Ρωσία, γνώρισε τους κατηγορούμενους 1 και 2, οι οποίοι είναι αντρόγυνο και οι οποίοι δραστηριοποιούνταν επιχειρηματικά σε παρόμοιους με τον Pavel τομείς. Στα πλαίσια των συζητήσεων τους, ο κατηγορούμενος 2 εισηγήθηκε στον Pavel να συνεργαστούν σε κοινές εμπορικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα και εν τέλει έπεισε τον Pavel να επενδύσει σε μια τέτοιου είδους συνεργασία με την από κοινού αγορά του ελληνικού διακριτικού τίτλου «COLLECTION D'ART». Για το σκοπό υλοποίησης της συνεργασίας τους, ενέγραψαν στις 17/2/11 την ελληνική εταιρεία Διονύσιος Παπαϊωάννου και ΣΙΑ ΕΕ η οποία έφερε τον προαναφερόμενο διακριτικό τίτλο και στην οποία μέτοχος κατά 75% ήταν ο Pavel και κατά 25% ο κατηγορούμενος 2. Κατά καιρούς ο Pavel κατέβαλλε διάφορα ποσά στον κατηγορούμενο 2 με σκοπό, όπως του παρουσίαζε ο κατηγορούμενος 2, να επενδυθούν στις εμπορικές δραστηριότητες της εν λόγω εταιρείας. Λόγω όμως της κακής και δόλιας διαχείρισης της εταιρείας από τον κατηγορούμενο 2 όμως, η εταιρεία δημιούργησε σημαντικές οφειλές προς το ελληνικό δημόσιο. Επειδή σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, ο διευθυντής μιας εταιρείας που αντιμετωπίζει τέτοιου είδους οφειλές, υπέχει προσωπική ευθύνη, ο κατηγορούμενος 2 έπεισε τον Pavel να μεταφέρουν τις εμπορικές τους δραστηριότητες στην Κύπρο. Ακολούθως, στις 29/2/2012, οι Pavel και κατηγορούμενος 2 συστήνουν την παραπονούμενη 1 εταιρεία στην Κύπρο η οποία φέρει την ονομασία C.P.Collection D' Art Ltd. Αρχικά, διευθυντές της εταιρείας διορίστηκαν οι Απόστολος Νικολάου (ΜΚ3) και Χαράλαμπος Αβαρατζής οι οποίοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως nominee directors. Μέτοχοι της παραπονούμενης 1, ήταν, από της ίδρυσης της και μέχρι σήμερα, κατά 60% ο Pavel και κατά 40%, η εταιρεία Elephant Ltd από το Χονγκ-Κονγκ, διευθύντρια της οποίας είναι η κατηγορούμενη 1, η σύζυγος δηλαδή του κατηγορούμενου 2. Από τις 10/6/14, ο κατηγορούμενος 4 ήταν ο εσωτερικός λογιστής της παραπονούμενης 1. Ο λόγος που ο κατηγορούμενος 2 δεν φαινόταν πουθενά στα αρχεία της παραπονούμενης 1 είναι επειδή ο ίδιος το θέλησε, για προσωπικούς του λόγους. Παρά ταύτα όμως, μέσω της κατηγορούμενης 1 συζύγου του, υπό την προαναφερόμενη της ιδιότητα ως διευθύντρια του κατά 40% ιδιοκτήτη της παραπονούμενης 1, έκαμνε όλη την οικονομική και εν γένει διαχείριση της παραπονούμενης 1, δίδοντας οδηγίες στους πιο πάνω nominee directors για τον τρόπο διαχείρισης της εταιρείας. Η κατηγορούμενη 1 επίσης, ήταν και η μόνη που ήταν εξουσιοδοτημένη να υπογράφει σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς της παραπονούμενης 1. Ο κατηγορούμενος 2, καθ' όλη τη συνεργασία τους, ετοίμαζε και έδινε στον Pavel, πρόχειρες, αντί επίσημες, οικονομικές καταστάσεις, σε σχέση με την παραπονούμενη 1, παρουσιάζοντας την άλλοτε να είναι κερδοφόρα και άλλοτε ζημιογόνα, κάνοντας ταυτόχρονα και προβλέψεις για μελλοντικά κέρδη. Ο Pavel με τη σειρά του προέβαινε σε περαιτέρω επενδύσεις στέλλοντας χρήματα για τους σκοπούς των δραστηριοτήτων της παραπονούμενης 1. Συνολικά, μέχρι και το 2014, ο Pavel, επένδυσε τόσο στην παραπονούμενη 1 ως επίσης και σε άλλες συναφείς εταιρείες που είχαν σχέση με τον κατηγορούμενο 2, όπως η προαναφερόμενη συνιδιόκτητης, ελληνική εταιρεία και οι κυπριακές εταιρείες Iconaco Ltd kai Theodora Icons Ltd, συνολικό ποσό €1.3εκ περίπου. Από το ποσό αυτό, η συνολική επένδυση του Pavel στην παραπονούμενη 1, ανήλθε στις €250.570 και αυτό γιατί ενώ επένδυσε συνολικά στην παραπονούμενη 1, ποσό €266.470, του επεστράφη, ως μέτοχος που ήταν, το ποσό των €15.900. Με τις επενδύσεις του αυτές, ο Pavel αποσκοπούσε στο να αναπτυχθεί η παραπονούμενη 1 και ο ίδιος να λάβει πίσω το κεφάλαιο που επένδυσε σε αυτή. Η προχειρότητα όμως με την οποία ο κατηγορούμενος 2 τον ενημέρωνε για την οικονομική πορεία της παραπονούμενης 1, ως επίσης και η διαρκώς εναλλασσόμενη οικονομική «εικόνα» της εταιρείας, όπως του την παρουσίαζε ο κατηγορούμενος 2, παρά τις επενδύσεις τού, του δημιούργησε αμφιβολίες και ερωτηματικά. Αυτό, τον οδήγησε στο να ζητήσει από τους κατηγορούμενους 1 και 2 αλλά και από τον άλλο ιδιοκτήτη/μέτοχο της παραπονούμενης 1, την εταιρεία Elephant δηλαδή, να τον εφοδιάσουν με τις ενδεδειγμένες λεπτομερείς οικονομικές καταστάσεις, κάτι το οποίο όμως κανένας τους έπραξε και μέχρι σήμερα δεν το έχουν πράξει. Με την στάση των κατηγορουμένων 1 και 2, να καθίσταται πλέον, πέραν από ύποπτη, αναγκάστηκε να αποταθεί σε δικηγόρο, ο οποίος τον συμβούλευσε, αφενός να διενεργήσει αιφνίδια επίσκεψη στα υποστατικά της παραπονούμενης 1 και αφετέρου να ζητήσει επίσημα, από τον τότε διευθυντή της παραπονούμενης 1 (Μ.Κ.3), να του δοθούν λεπτομερείς οικονομικές καταστάσεις και να συγκληθεί έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας. Αναφορικά με την αιφνίδια επίσκεψη, παρά το ότι ο Pavel, επιχείρησε τέτοια επίσκεψη στην Κύπρο, εντούτοις, με ενέργειες του κατηγορούμενου 2, δεν κατάφερε να πετύχει είσοδο στα υποστατικά της εταιρείας. Για το θέμα αυτό ο Pavel υπέβαλε καταγγελία στην Αστυνομία. Όσον αφορά το αίτημα του για σύγκληση γενικής συνέλευσης, το οποίο υπεβλήθη περί τον Οκτώβριο 2014, αν και τέτοια συνέλευση ορίστηκε να γίνει στις 22/10/14, εκείνη τη μέρα, δεν εμφανίστηκε ούτε η Elephant Ltd ούτε και ο κατηγορούμενος 2, οπόταν και η συνέλευση ακυρώθηκε, με αποτέλεσμα και πάλι να μην καταφέρει να εξασφαλίσει λεπτομερή εικόνα της οικονομικής κατάστασης της παραπονούμενης 1. Ένεκα της πιο πάνω συμπεριφοράς των κατηγορουμένων 1 και 2, ο τότε διευθυντής της παραπονούμενης 1, A. Νικολάου, (Μ.Κ.3), συγκάλεσε στις 28/11/14, έκτακτη γενική συνέλευση στην οποία έθεσε την παραίτηση του, οπόταν και διορίστηκε νέο διοικητικό συμβούλιο απαρτιζόμενο πλέον από τους Pavel και Μ.Κ.1. Με το διοικητικό έλεγχο της παραπονούμενης 1 να είναι πλέον στα χέρια του, ο Pavel, σε συμφωνία με τον Μ.Κ.1, έδωσε οδηγίες για διορισμό: (α) Ανεξάρτητου λογιστή - ελεγκτή με σκοπό τον έλεγχο των οικονομικών της παραπονούμενης 1 και την ετοιμασία σχετικής έκθεσης και (β) Ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα σε θέματα ηλεκτρονικών υπολογιστών για να ελέγξει τα συστήματα της παραπονούμενης 1, εφ΄ όσον είχε διαπιστωθεί ότι τα πλείστα ηλεκτρονικά αρχεία είχαν διαγραφεί, όπως είχαν διαγραφεί και όλα τα στοιχεία που αφορούσαν τις συναλλαγές και το πελατολόγιο της παραπονούμενης 1. Οι πιο πάνω εμπειρογνώμονες, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 αντίστοιχα, έκαμαν τις σχετικές έρευνες τους σε σχέση με το θέμα για το οποίο διορίστηκαν και κατέληξαν σε συμπεράσματα τα οποία περιέλαβαν σε σχετικές εκθέσεις, τις οποίες κατέθεσαν ως Τεκμήρια 55 και 56 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.4, εμπειρογνώμονα σε θέματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, από τον έλεγχο που έκαμε ο μάρτυρας στα ηλεκτρονικά συστήματα και αρχεία της παραπονούμενης 1, διαπίστωσε ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές της εταιρείας ήταν αποσυνδεδεμένοι από τον Server, το λογιστικό λογισμικό δεν λειτουργούσε και οι περισσότεροι ηλεκτρονικοί λογαριασμοί (E-mail Accounts) ως επίσης και άλλα σημαντικά δεδομένα και e-mails, είχαν διαγραφεί. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι οι κάμερες ασφαλείας που υπήρχαν στο χώρο δεν λειτουργούσαν αφού είχαν αποσυνδεθεί απ' ευθείας από την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Στα πλαίσια του ελέγχου του, ο μάρτυρας κατάφερε να εντοπίσει και να ανακτήσει το όνομα των αρχείων που είχαν διαγραφεί. Φαίνεται, υποστήριξε ο μάρτυρας, ότι τα εν λόγω αρχεία είχαν σχέση με διάφορες επαγγελματικές δραστηριότητες της παραπονούμενης 1, θέματα πελατολογίου και προϊόντων, στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών και διάφορα άλλα δεδομένα. Επειδή δεν ανέκτησε και το περιεχόμενο των εν λόγω αρχείων, διευκρίνισε ότι τα συμπεράσματα του, ως προς το τι ακριβώς πληροφορίες διαγράφηκαν, εδράζονται αποκλειστικά στην ονομασία που έφεραν τα εν λόγω αρχεία και όχι στο περιεχόμενο τους το οποίο ούτε γνωρίζει ποιο είναι αλλά ούτε και αν ανταποκρίνεται στην ονομασία του κάθε ανακτημένου αρχείου. Ο μάρτυρας υποστήριξε τέλος ότι ο τρόπος με τον οποίο έγινε η διαγραφή δεν θα μπορούσε να αποδοθεί σε ένα τυχαίο συμβάν, αλλά πρέπει να έγινε από πρόσωπο που γνώριζε πολύ καλά το σύστημα, πρόσωπο το οποίο όμως, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει ποιο είναι. Ο λογιστής-ελεγκτής ΜΚ5, ανέφερε ότι μελέτησε όλα τα στοιχεία τα οποία εντοπίστηκαν όπως τιμολόγια, καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών, καταστάσεις λογαριασμών προμηθευτών και άλλα σχετικά με τις εμπορικές δοσοληψίες της παραπονούμενης 1 έγγραφα, και κατέληξε σε συγκεκριμένα συμπεράσματα αναφορικά με τα οικονομικά δεδομένα της παραπονούμενης 1 για την περίοδο 1/1/12 - 31/12/14, τα οποία και παρέθεσε ανά λογιστικό έτος. Επειδή η έκθεση του μάρτυρα, Τ.56, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της γραπτής δήλωσης που κατέθεσε ως την κυρίως εξέταση του, Έγγραφο Ε, παραθέτω συνοπτικά τις εν λόγω διαπιστώσεις και συμπεράσματα του μάρτυρα όπως αυτά προκύπτουν και από τα δύο αυτά έγγραφα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, σε σχέση με την οικονομική διαχείριση της παραπονούμενης 1, την περίοδο 2012-2014, παρατηρούνται τα εξής. α) Καταβλήθηκε για κάλυψη ταξιδιωτικών εξόδων και εξόδων διαμονής στους κατηγορούμενους 1 και 2 αλλά και σε άγνωστους τρίτους, το συνολικό ποσό των €29.186. Το εν λόγω ποσό, αν και όντως καταβλήθηκε για τον εν λόγω σκοπό, εντούτοις, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί λογιστικά αφού ο μάρτυρας δεν εντόπισε κάποια συμφωνία κάλυψης τέτοιων εξόδων, αν και δεν απέκλεισε τέτοια συμφωνία να υπάρχει. (βλ. π.χ. Τ.57). β) Αγοράστηκαν διάφορα αντικείμενα όπως πλυντήρια, ψυγεία και τηλεοράσεις, τα οποία είτε δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν στα υποστατικά της παραπονούμενης 1, είτε δεν φαίνεται να σχετίζονται με τις ανάγκες της εταιρείας και επομένως δεν μπορούν να δικαιολογηθούν λογιστικά ως αναγκαία έξοδα της εταιρείας. Για τα εν λόγω αντικείμενα καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €11.980. γ) Καταβλήθηκε για λογαριασμό της εταιρείας Iconaco Ltd το συνολικό ποσό των €41.484,12, το οποίο αφορούσε πληρωμές διάφορων εξόδων και υποχρεώσεων της εν λόγω εταιρείας χωρίς να έχει εντοπιστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί λογιστικά γιατί η παραπονούμενη 1 κάλυψε τα εν λόγω έξοδα. Την ίδια στιγμή διαπιστώθηκε ότι η Iconaco κατέβαλε στην παραπονούμενη 1, το ποσό των €10.605,13 (βλ. App.2 Τ.56), ούτε όμως και αυτή η πληρωμή δύναται να δικαιολογηθεί λογιστικά. δ) Καταβλήθηκε για λογαριασμό της εταιρείας Theodora Icons Ltd το συνολικό ποσό των €100.214,61 το οποίο αφορούσε πληρωμές διάφορων εξόδων και υποχρεώσεων της εν λόγω εταιρείας χωρίς να έχει εντοπιστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί γιατί η παραπονούμενη 1 κάλυψε τα εν λόγω έξοδα. Ταυτόχρονα διαπιστώθηκε να έχουν εκδοθεί τιμολόγια από την παραπονούμενη 1 προς την Theodora Icons και τα οποία δεν έχουν μέχρι σήμερα πληρωθεί συνολικού ύψους €21.060,30 καθώς επίσης και να έγιναν δύο πληρωμές από την Theodora Icons προς την παραπονούμενη 1 συνολικού ύψους €8500 (βλ. Τεκ.56, σελ.2 - «Findings from 2013 audit» παρ.
  2. a)και App.9 καθώς και σελ.3 - «Findings from 2014 audit», παρ.
  3. a)και App.19 - «.the company has issued sales invoices to Theodora Icons Ltd .. that remain unpaid until today». ε) Διαπιστώθηκε ότι η παραπονούμενη 1, δημιούργησε οφειλή προς την ελληνική εταιρεία Διονύσιος Παπαϊωάννου ΕΕ, με ελληνικό διακριτικό τίτλο «COLLECTION D'ART» ποσό ύψους €126.659 ενώ ταυτόχρονα η εν λόγω εταιρεία φαίνεται να είναι υπόλογη προς την παραπονούμενη 1 για το συνολικό ποσό των €130.848. στ) Διαπιστώθηκε ότι η παραπονούμενη 1 οφείλει προς την εταιρεία Elephant Ltd, το συνολικό ποσό των €102.000 ως έξοδα διαχείρισης, ποσό όμως για το οποίο δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε συμφωνία που να μπορεί να δικαιολογήσει λογιστικά την εν λόγω οφειλή. ζ) Διαπιστώθηκε ότι η κατηγορούμενη 1 έλαβε υπό την μορφή μετρητών και επιταγών ποσό συνολικού ύψους €151.392,50. Από αυτό το ποσό, μόνο €14.376,93 μπορεί να δικαιολογηθεί λογιστικά ενώ ταυτόχρονα διαπιστώθηκε ότι η κατηγορούμενη 1 πλήρωσε προς την εταιρεία, χωρίς πάλι οποιαδήποτε λογιστικά επαρκή δικαιολογία, το ποσό των €110.200. η) Τέλος διαπιστώθηκε ότι ο Pavel , ο παραπονούμενος 2 δηλαδή, επένδυσε στην παραπονούμενη 1 το συνολικό ποσό των €266.470 ενώ του πληρώθηκε, ως μέτοχος που ήταν, μόνο το ποσό των €15.900. Στη βάση των πάνω διαπιστώσεων του, ο ΜΚ5, προχώρησε και πρόσθεσε τα ποσά που καταβλήθηκαν από την παραπονούμενη 1 κατά την περίοδο διαχείρισης της από τους κατηγορούμενους 1 και 2, προς ή για λογαριασμό τρίτων και τα οποία, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, δεν μπορούν να θεωρηθουν λογιστικά ως αναγκαία εταιρικά έξοδα, με τα ποσά που προκύπτουν να οφείλονται στην παραπονούμενη 1 συνεπεία απλήρωτων τιμολογίων και αφαίρεσε, τα ποσά που πληρώθηκαν στην παραπονούμενη 1 κατά την εν λόγω περίοδο από τα εν λόγω τρίτα πρόσωπα. (βλ. αναφορές στα Appendixes και στο Τ.56 που γίνονται πιο πάνω) Ακολούθως, αφού πρόσθεσε στο ποσό που προκύπτει από τις πιο πάνω πράξεις, το ποσό των €250.570 που είναι το ποσό που απομένει να λάβει ο παραπονούμενος 2 από την αρχική του επένδυση μετά και την αφαίρεση του ποσού των €15.900 που ήδη έλαβε και το συνολικό ποσό που έλαβε η κατηγορούμενη 1 κατά την εν λόγω περίοδο έστω και αν το ποσό αυτό δεν μπορεί να δικαιολογηθεί λογιστικά (€145.495), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «οι κατηγορούμενοι 1 και 2 οφείλουν στην παραπονούμενη 1 μέχρι τις 31/12/14 το ποσό των €725.328. Στη συνέχεια ο μάρτυρας υπολόγισε το σύνολο των οφειλών της παραπονούμενης 1 προς τους Διονύσιος Παπαϊωάννου ΕΕ και Elephant Ltd, οφειλές οι οποίες δεν έχουν ακόμη πληρωθεί από την παραπονούμενη 1 αλλά πρέπει να πληρωθούν καθώς και οφειλές προς την κατηγορούμενης 1 και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «...η εταιρεία μέχρι τις 31/12/14 οφείλει το ποσό των €338.859» στα εν λόγω πρόσωπα. Αφαιρώντας τέλος το σύνολο των υποχρεώσεων που προκύπτει να «οφείλονται» από την παραπονούμενη 1 (€338.859) από το σύνολο των υποχρεώσεων που προκύπτει να «οφείλονται» προς την παραπονούμενη 1 (€725.328), ο μάρτυρας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «οι κατηγορούμενοι 1,2,3 και 4 συνωμότησαν και συντέλεσαν απάτη εις βάρος των συμφερόντων της εταιρείας για το συνολικό ποσό των €386.469». Μετά που πληροφορήθηκε για τα πιο πάνω, ο Pavel, κάμνοντας περαιτέρω έλεγχο διαπίστωσε και τα εξής: α) Στις 6/11/14, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 μαζί με την εταιρεία Elephant Ltd ενέγραψαν την κατηγορούμενη 3 εταιρεία, χρησιμοποιώντας, εσκεμμένα, παρόμοιο ή ίδιο όνομα με την παραπονούμενη 1. β) Διευθυντής της κατηγορούμενης 3, διορίστηκε ο κατηγορούμενος 4 ο οποίος εργαζόταν στην παραπονούμενη 1 μέχρι και τις 19/11/14, όταν και, επικαλούμενος προσωπικούς λόγους, υπέβαλε την παραίτηση του. γ) Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, μέσω της κατηγορούμενης 3 προέβησαν σε διάφορες ενέργειες, όπως εγγραφή παρόμοιων εμπορικών σημάτων, παραπλανητικές διαφημίσεις αλλά και προσέγγιση πελατών και συνεργατών της παραπονούμενης 1, με σκοπό να πλήξουν αλλά και να επωφεληθούν του καλού ονόματος, φήμης και πελατείας της παραπονούμενης 1, ενέργειες που συνιστούν επίσης, αθέμιτο ανταγωνισμό. Στη βάση όλων των ανωτέρω, οι παραπονούμενοι καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 έκαμναν συνεχή κακοδιαχείριση της παραπονούμενης 1 και ενεργούσαν καθ' υπέρβαση εξουσίας με μοναδικό σκοπό να προσποριστούν οι ίδιοι τα οφέλη, έσοδα και κέρδη της παραπονούμενης 1 και με «απατηλά μέσα και ψευδείς παραστάσεις αποξένωσαν παράνομα περιουσία και χρήματα της παραπονούμενης 1» Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 ο Pavel, ισχυρίζεται ότι ο λόγος που ενέγραψε την κατηγορούμενη 3 στις 6/11/14 και κρύβεται πίσω από αυτή, ήταν ούτως ώστε να χρησιμοποιήσει την κατηγορούμενη 3 ως μέσο για την απόσπαση των χρημάτων του Pavel και να ξεγελά τους πελάτες της παραπονούμενης 1 χρησιμοποιώντας τη φήμη και πελατεία της για δικό του όφελος αφού δημιουργούσε ψευδώς και δολίως στους πελάτες της παραπονούμενης 1, την εντύπωση ότι συναλλάσσονταν με την παραπονούμενη 1. Αναφορικά με την κατηγορούμενη 1, ο Pavel ισχυρίζεται ότι αυτή συνεργαζόταν με το σύζυγο της για εξυπηρέτηση των κοινών τους συμφερόντων. Χρησιμοποίησε την εξουσία που είχε να υπογράφει για τους τραπεζικούς λογαριασμούς της παραπονούμενης 1 για να αποσπάσει διάφορα χρηματικά ποσά από την παραπονούμενη 1 προς κάλυψη των προσωπικών αναγκών της ιδίας και του κατηγορούμενου 1, εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση του Pavel. Τέλος, ο Pavel, ισχυρίζεται ότι η παραίτηση του κατηγορούμενου 4 από την παραπονούμενη 1 και η εργοδότηση του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 3 πριν καν αποχωρήσει από την παραπονούμενη 1, ήταν προϊόν του καλοστημένου σχεδίου των κατηγορουμένων για να προσποριστούν οικονομικό όφελος εις βάρος του Pavel, μεταφέροντας τα χρήματα του, από την παραπονούμενη 1 σε δικές τους εταιρείες και για δικό τους όφελος. Για να καλύψουν δε αυτές «τις ατασθαλίες και την κακοδιαχείριση που τόσο καιρό έκαναν εκμεταλλευόμενοι την συνεχή απουσία μου στο εξωτερικό προέβησαν σε σειρά παράνομων ενεργειών», όπως ανωτέρω αναφέρεται. ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Μετά το πέρας της υπόθεσης για την παραπονούμενη, οι κατηγορούμενοι, μέσω του συνηγόρου τους, υπέβαλαν εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Κεντρικό άξονα της εισήγησης του κ. Μιχαηλίδη, συνιστά ή θέση ότι καμιά μαρτυρία προσκομίσθηκε, που να καταδεικνύει, είτε οποιαδήποτε ψευδή παράσταση υφιστάμενου ή παρελθοντικού γεγονότος, είτε οποιοδήποτε δόλιο τέχνασμα ή επινόημα από πλευράς οποιουδήποτε από τους κατηγορούμενους και το οποίο, χρησιμοποιήθηκε, ως αναφέρεται στο κατηγορητήριο, για να αποσπάσουν από τους παραπονούμενους οποιαδήποτε χρήματα. Ούτε και η οποιαδήποτε πρόθεση καταδολίευσης των παραπονουμένων καταδείχθηκε, υποστήριξε ο συνήγορος. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος της παραπονούμενης, απέρριψε τις εισηγήσεις, και υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία καταδείχτηκε, εκ πρώτης όψεως, το «καλοστημένο και μελετημένο σχέδιο με σχεδιαστή, πρωτεργάτη και κεντρικό πρόσωπο τον Διονύσιο Παπαϊωάννου/Κατηγορούμενο 2, που με δόλια και με απατηλά μέσα από την πρώτη στιγμή, προέβη σε μεθοδικές κινήσεις για να αποσπάσει χρήματα από τον παραπονούμενο 2, σε συνεργασία και κατόπιν συνδρομής των Κατηγορουμένων 1 και 4», ως η υπόθεση που αναδύεται από το κατηγορητήριο. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως και των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι εν λόγω αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου

(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, διεξήλθα το μαρτυρικό υλικό, έχοντας κατά νου συνέχεια το κατηγορητήριο και παρατηρώ τα εξής. Κατ' αρχή, τα αδικήματα που καταλογίζονται στους κατηγορούμενους, πέραν από το αδίκημα της συνομωσίας, είναι τα αδικήματα των αρ.298 και 300 Κεφ.154, τα οποία, αν και παρουσιάζουν κοινά γνωρίσματα, εντούτοις είναι διαφορετικά. Είχα την ευκαιρία να εξετάσω σε βάθος, τη νομική πτυχή και των δύο αδικημάτων στις υποθέσεις, Χαραλάμπους ν Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Αρ.Υπόθ. Ε.Δ.Λ/σου 14644/13, απόφαση ημερ. 24 Φεβρουαρίου 2016 και Αδάμου ν Γεωργιάδης κ.α, Αρ.Υπόθ. Ε.Δ.Λ/σου 1987/13, απόφαση ημερ. 7 Σεπτεμβρίου 2016 αντίστοιχα. ΑΡ. 298 ΚΕΦ.154 - ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ Παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα από την απόφαση Χαραλάμπους ανωτέρω το οποίο και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας. «Το άρθρο 297 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Το δε άρθρο 298 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: "
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." Το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγραμμα RUSSEL ON CRIME τόμος 2, είναι άκρως κατατοπιστικό. Το παραθέτω σε μετάφραση από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009 η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση (βλ. Σοφοκλέους Αντρέας Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 385). «Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου ″ψευδής παράσταση″ παραπέμπομε στον τόμο 2 RUSSEL ON CRIME σ.σ. 1171 - 1184 όπου με αναφορά σε μία πληθώρα από αποφάσεις γίνεται εκτενής πάνω στο θέμα αυτό συζήτηση της οποίας τα κύρια σημεία τα οποία είναι απαραίτητα για τη διάπραξη του αδικήματος μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: (Η μετάφραση είναι του Δικαστηρίου). «Για να εμπίπτει η υπόθεση στα πλαίσια του Νόμου θα πρέπει να υπάρχει ψευδής παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν εμπίπτει στα πλαίσια του Νόμου. ..... Χρειάζεται προσεκτική διατύπωση του κατηγορητηρίου ώστε να διατυπωθούν τα γεγονότα της ισχυριζόμενης παράστασης, γεγονότα που αφορούν το παρόν ή το παρελθόν κατά το χρόνο της παράστασης. ...... Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση με βάση τον Ποινικό Κώδικα. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση (false pretence). ...... Ψευδής παράσταση συνίσταται σε ψευδή παράσταση με λόγια ή γραπτώς ή με συμπεριφορά ότι κάποιο γεγονός υπάρχει ή υπήρχε. ....... Υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση να τηρηθεί, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Όχι μόνο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει προβεί σε δήλωση για την οποία δεν πιστεύει ότι είναι αληθής αλλά επιπρόσθετα η δήλωση θα πρέπει να είναι στην πραγματικότητα ψευδής. ...... Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι όταν ο κατηγορούμενος (prisoner) προέβη στην ψευδή παράσταση, είχε πρόθεση με την εν λόγω ψευδή παράσταση να αποσπάσει τα εμπορεύματα, αντικείμενο του κατηγορητηρίου ......∙ ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η ψευδής παράσταση, εφόσον αυτή λειτουργεί ώστε να πείσει τον ιδιοκτήτη να μεταβιβάσει το περιουσιακό στοιχείο στον παραβάτη (to transfer the property in the goods of the offender .) Η Διωκτική Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι τα αντικείμενα αποσπάσθησαν συνεπεία των ψευδών παραστάσεων που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Όπου πρόσωπο προβαίνει σε παραστάσεις γεγονότος τις οποίες γνωρίζει ότι είναι αναληθείς με σκοπό να πείσει τρίτα άτομα να του καταθέσουν χρήματα τα οποία ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν θα κατέθεταν αν δεν πίστευαν ότι οι δηλώσεις του είναι αληθείς και όπου το πρόσωπο αυτό πρόθεση έχει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για διαφορετικό σκοπό από το σκοπό που ο ίδιος γνωρίζει ότι οι καταθέτες αντιλήφθησαν από τη δήλωση του ότι θα τα χρησιμοποιήσει, τότε έχουμε πρόθεση εξαπάτησης παρόλο που δυνατό να προτίθεται να δώσει πίσω τα χρήματα, αν έχει τέτοια δυνατότητα και παρόλο που δυνατό γνήσια να πιστεύει, και ακόμα να έχει καλό λόγο να πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να τα δώσει πίσω. Η πρόθεση εξαπάτησης είναι αναγκαίο συστατικό για το αδίκημα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις περιουσιακού στοιχείου (chattel), χρημάτων ή αξιόγραφου αν και σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπου αποσπώνται χρήματα με ψευδείς παραστάσεις υπάρχει εκ πρώτης όψεως πρόθεση εξαπάτησης». (Για τα πιο πάνω βλ. επίσης Archbold 35th ed. Σελ. 758-780, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία).» Στην υπόθεση Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 που αφορά το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." (έμφαση δική μου) (Βλ. επίσης Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και R. V. Williams
(1836)7 C. AND P. Σελ. 354)» ΑΠΑΤΗ - ΑΡ.300 ΚΕΦ.154 Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Αδάμου ανωτέρω το οποίο επίσης υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας. «Το αδίκημα της απάτης που προνοείται στο αρ.300 του Κεφ.154 ή καλύτερα το αδίκημα του «cheating» όπως το αδίκημα αναφέρεται στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του Κεφ.154, είναι ουσιαστικά το παλιό ομώνυμο αδίκημα που υπήρχε στο κοινοδίκαιο και το οποίο στην Κύπρο, αντίθετα με την Αγγλία, κωδικοποιήθηκε, με το αρ.300 του Κεφ.154 οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής: «Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Κρίνω σκόπιμο όμως όπως παραθέσω αυτούσιο και το αυθεντικό αγγλικό κείμενο του άρθρου: «Cheating - Any person who by means of any fraudulent trick or device obtains from any other person anything capable of being stolen or induces any other person to deliver to any person money or goods or any greater sum of money or greater quantity of goods than he would have paid or delivered but for such trick or device, is guilty of a misdemeanour, and is liable to imprisonment for three years. Σημειώνω ότι μέχρι το 2006 που τροποποιήθηκε, το αδίκημα του αρ.300 θεωρείτο πλημμέλημα, όπως άλλωστε ήταν και στο κοινοδίκαιο. Η εν λόγω τροποποίηση όμως περιορίστηκε αποκλειστικά στην αναγωγή του σε κακούργημα και τίποτα περισσότερο με τις υπόλοιπες πρόνοιες του να παραμένουν αναλλοίωτες. Για να γίνει όμως αντιληπτό το πεδίο εμβέλειας του αδικήματος τούτου καθώς και η διαφορά του από τα άλλα αδικήματα του Μέρους VI του Κεφ.154 τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας θα πρέπει να γίνει μια αναδρομή στο νομοθετικό ιστορικό του αδικήματος, με ιδιαίτερη αναφορά στο «actus reus» του αδικήματος ήτοι στην ύπαρξη «δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος» - «fraudulent trick or device». Όπως παρατηρούν οι έγκριτοι συγγραφείς του συγγράμματος Smith and Hogan Criminal Law, 1969, 2nd ed., στη σελ. 383 και 394, στο κοινοδίκαιο, ουδέποτε υπήρχε αδίκημα απόκτησης περιουσίας δια «εξαπάτησης ή ξεγελάσματος» (deception or swindling) ενώ οι ανέντιμες (dishonest) πράξεις που στρέφονταν εναντίον της ιδιωτικής περιουσίας και οι οποίες θεωρούνταν ποινικά κολάσιμες, ήταν μόνο εκείνες που αφορούσαν σε φυσική επέμβαση στην περιουσία. (βλ. επίσης Kenny's Outlines of Criminal Law, 1966, 19th ed., pars.334-339). Όταν όμως τέτοιες απατηλές (deceitful) ανέντιμες ή δόλιες πρακτικές γίνονταν με ένα φυσικό (physical) ή χειροπιαστό (tangible) τέχνασμα, συσκευή ή άλλο τέτοιο μέσο, το κοινοδίκαιο αναγνώριζε τη διάπραξη του αδικήματος της απάτης - cheating. Για τη στοιχειοθέτηση όμως του εν λόγω αδικήματος απαιτείτο η χρήση ενός τέτοιου απτού τεχνάσματος ή επινόησης αφού τα ψέματα ή οι ψευδείς παραστάσεις δεν ήταν από μόνες τους αρκετές για να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα (βλ. Kenny ανωτέρω). Μάλιστα δε, εκεί όπου η «εξαπάτηση» (cheat/deception/swindle/fraud) συνίστατο σε ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις ή ακόμα και σε ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα (sleight of hand), δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί, με βάση το κοινοδίκαιο, το πλημμέλημα της απάτης. (βλ. Smith and Hogan ανωτέρω). Αυτό, διότι, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από τον Holt C.J στην υπόθεση R v Jones 1703 2 Ld Raym. 1013, δε θα μπορούσε να καταδικαστεί κάποιος επειδή απλά «έπιασε κορόϊδο» κάποιον άλλο - «shall we indict one man for making a fool of another?». Επομένως, το αδίκημα της απάτης, ως αναγνωρίζετο στο κοινοδίκαιο, χαρακτηρίστηκε από τον έγκριτο νομικό, W.Hawkins, στο σύγγραμμα του, «A Treatise of the Pleas of the Crown», 8th ed, 1824, Vol.1, Criminal Offences, pg.318-319, να συνίσταται στα εξής: «...deceitful practices, in defrauding or endeavouring to defraud another of his own right by means of some artful device, contrary to the plain rules of common honesty» Και σε ελεύθερη μετάφραση «..απατηλές πρακτικές, προς καταδολίευση ή που αποσκοπούν στην καταδολίευση των δικαιωμάτων άλλου με τη χρήση κάποιας πανούργας συσκευής, αντίθετα με τους απλούς κανόνες της κοινής τιμιότητας» Ταυτόχρονα, όπως περαιτέρω εξηγεί ο Hawkins, η απόσπαση χρημάτων με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις, έστω και δόλια ή απατηλή (deceitful), δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη για το αδίκημα της απάτης αφού δεν συνοδεύεται από τη χρήση οποιασδήποτε πανούργας συσκευής αλλά αντίθετα εδράζεται αποκλειστικά σε κάποιο απλό ψέμα - «The deceitful receiving of money from one man to another's use, upon a false pretence of having a message and order to that purpose is not punishable by a criminal prosecution because it is accompanied with no manner of artful contrivance but wholly depends on a bare naked lie» (βλ. επίσης Smith and Hogan ανωτέρω όπου γίνεται με επιδοκιμασία αναφορά στο σύγγραμμα του Hawkins. Ενδεικτικό του πιο πάνω ορισμού είναι το γεγονός ότι το αδίκημα της απάτης συναντάται στην αγγλική νομολογία να αφορά σε «αθέμιτες» εμπορικές πρακτικές που απευθύνονταν ιδιαίτερα στο κοινό και που σχετίζονταν με «στημένες» ζυγαριές στις αγορές, «στημένα» μέτρα και σταθμά, «γεμάτα» ζάρια και «σημαδεμένες» τράπουλες. (βλ. Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.2001 και Kenny ανωτέρω). Με τις εμπορικές όμως πρακτικές να αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς και τις καθημερινές συναλλαγές να γίνονται πιο περίπλοκες, κρίθηκε αναγκαίο, όπως το «κενο» που προέκυπτε από την περιορισμένη εφαρμογή του αδικήματος της απάτης, πληρωθεί νομοθετικά. Ως εκ τούτου, αρχής γενομένης το 1757, θεσπίστηκε το επιπρόσθετο αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων ή αγαθών με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις το οποίο και έλαβε την τελική μορφή του με το S.32 Larceny Act 1916 (obtaining by false pretences). Το εν λόγω αδίκημα του S.32 LA 1916, το οποίο ήταν επιπρόσθετο του αδικήματος της απάτης, εισήχθη στην Κυπριακή νομοθεσία με τα αρ. 297,298,299,301 και 305 Κεφ.154, τα οποία καλύπτουν διάφορες πτυχές του. Όσον αφορά το αδίκημα της απάτης όπως αυτό ήταν γνωστό στο κοινοδίκαιο, ο Άγγλος νομοθέτης, επέλεξε, όχι μόνο να το διατηρήσει αλλά και να το κωδικοποιήσει για σκοπούς της κυπριακής νομοθεσίας, κάτι το οποίο ουδέποτε έγινε στην Αγγλία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η θέσπιση του αδικήματος του αρ 300 Κεφ.154, αδίκημα το οποίο, όπως και στο κοινοδίκαιο, ήταν πλημέλλημα και απαιτούσε την ύπαρξη ενός «fraudulent trick or device» (δόλιου τεχνάσματος ή επινόησης) αντίθετα με τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων τα οποία εδράζονται ουσιαστικά στην ύπαρξη κάποιου ψέματος και μόνο. Σημειώνω παρεμφερώς ότι o όρος «device», ο οποίος έχει μεταφραστεί με τον όρο «επινόηση» στο ελληνικό κείμενο του άρθρου, αποδίδεται καλύτερα με τους όρους «μαραφέτι ή συσκευή» (contraption or device), συνώνυμα του όρου «επινόηση». Τα δύο όμως αυτά αδικήματα, η «απάτη» από τη μια και οι «ψευδείς παραστάσεις» από την άλλη, ήταν πάντοτε και εξακολουθούν να είναι μεταξύ τους χωριστά και ανεξάρτητα αδικήματα, με το καθένα να περιορίζεται στο δικό του πεδίο εφαρμογής. Ως εκ τούτου, η προϋπόθεση χρήσης απτών τεχνασμάτων ή συσκευών για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της απάτης σε κάποια δόλια εμπορική πρακτική, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων και μόνο, όσο ευφάνταστες και εφευρετικές μπορεί να είναι τέτοιες παραστάσεις. Θα πρέπει να αποδειχθεί η χρήση κάποιας συσκευής ή φυσικής (physical) επινόησης. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Harris's Criminal Law, 1968, 21st ed., pg. 496 είναι άκρως διαφωτιστικό: «The offence of cheating an individual differs from that of obtaining money by false pretences in that it cannot be constituted by a mere fraud or falsehood without the use of some token or device or contrivance.Thus it is not a common law cheat merely to make short delivery under a contract.but it is.to use false weights or measures or to put any false mark or description upon an article» Άλλωστε, το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του αδικήματος της απάτης σε εμπορικές πρακτικές, της τότε τουλάχιστον καθημερινότητας, εξηγεί και το εναλλακτικό αποτέλεσμα που προνοεί το αρ.300, ήτοι την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά περισσότερα από εκείνα που θα παρέδιδε αν δεν χρησιμοποιείτο το τέχνασμα ή το επινόημα. Στην Αγγλία πλέον, από το 1968, με τη θέσπιση του Theft Act 1968, τα αδικήματα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις του S.32 LA 1916 και της απάτης όπως αυτό ήταν στο κοινοδίκαιο, καταργήθηκαν σχεδόν εξ' ολοκλήρου (βλ. S.32 T.A. 1968). Στη θέση τους θεσπίστηκε ένα νέο και ενιαίο αδίκημα, αυτό του «obtaining by deception» - απόκτηση δι' εξαπάτησης (βλ. S.15,15A,15B και 16). Ο όρος «deception» δε, έχει λάβει ένα ευρύ ορισμό που καλύπτει κάθε μορφής «εξαπάτηση», όπως αυτή και αν έγινε ή οποιαδήποτε μορφή και αν έλαβε. Εφόσον ο σκοπός της εξαπάτησης ήταν η μόνιμη αποστέρηση της περιουσίας άλλου, δεν έχει καμία σημασία αν αυτή έγινε σκόπιμα ή απερίσκεπτα. (βλ. Αrchbold 2007 ed., par.21-172 και 21-181. Παρόμοια νομοθετική ρύθμιση, δυστυχώς δεν έγινε στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να παραμένουν σήμερα, τα δύο αδικήματα, χωριστά μεταξύ τους και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, ιδιαίτερα ως προς τα συστατικά τους στοιχεία. Όσον αφορά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης «εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία, είναι πως ο όρος «δολίως» (fraudulently), σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως», δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. (Βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ. 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, στις οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής). Η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να βλαφθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης. (Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14). Τέλος, αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως η εξαπάτηση προκύπτει σαν πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (Russel on Crime 1422).»[1] Επιπρόσθετα των ανωτέρω, είναι πιστεύω αυτονόητο ότι το ποινικό αδίκημα της απάτης πόρρω απέχει από το ομώνυμο αστικό αδίκημα του αρ.36 Κεφ.148, τόσο ως προς τη φύση όσο και ως προς την ουσία του.[2] Μια εκ των ειδοποιών διαφορών των δύο μάλιστα είναι ότι το αστικό αδίκημα, αντίθετα με το ποινικό, συνίσταται αποκλειστικά σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, στοιχείο όμως που ουδόλως ικανοποιεί το αρ.300 Κεφ.154.» Από τα πιο πάνω συνάγεται, ότι τα κοινά γνωρίσματα του actus reus των δύο αδικημάτων είναι: α) Απόσπαση (obtaining) χρημάτων από τους κατηγορούμενους β) Τα οποία το θύμα πείσθηκε (induced) να δώσει, συνεπεία, (και εδώ είναι η ειδοποιός διαφορά των δύο αδικημάτων) α) Ψευδών Παραστάσεων, όπως η νομολογία καθορίζει σε σχέση με το αρ.298 β) Χρήσης απτών (tangible) πανούργων τεχνασμάτων ή συσκευών, όπως καθορίζονται στη νομολογία σε σχέση με το αρ.300 Το mens rea και των δύο αδικημάτων είναι βέβαια η πρόθεση καταδολίευσης του θύματος. ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ Θα πρέπει να επισημάνω από την αρχή ότι από το κατηγορητήριο αλλά και από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αντικειμενικά πάντοτε κρινόμενη, αναδύεται μια εσφαλμένη αντίληψη της ποινικής φύσης της υπόθεσης. Παρατηρώ τα εξής αναφορικά με τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. i. Οι 1η και 2η κατηγορία αποδίδουν στους κατηγορούμενους 1 και 2 την απόσπαση του ποσού των €386.369,00 κατόπιν ψευδών παραστάσεων ή απάτης που έλαβαν χώρα στις 29/2/12 ii. Οι 3η και 4η κατηγορία, αποδίδουν σε όλους τους κατηγορούμενους συνομωσία για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις ή απάτη σε σχέση με το ίδιο ποσό των €386.369,00, η οποία όμως έλαβε χώρα την 6/11/14 iii. Οι 5η, 6η, 7η και 8η κατηγορία αποδίδουν και πάλι σε όλους τους κατηγορούμενους, πέραν από συνομωσία, πραγματική (actual) συντέλεση των αδικημάτων της απόσπασης χρημάτων με απάτη η ψευδείς παραστάσεις σε σχέση με το ίδιο ποσό των €386.369,00 η οποία όμως έλαβε χώρα κατά/ή περί τις 28/10/14 και/ή κατά/ή περί τις 25/11/14 Με δεδομένο ότι το αδίκημα του αρ.298 απαιτεί την απόδειξη ψευδούς παράστασης υφιστάμενου ή παρελθοντικού γεγονότος και το αδίκημα του αρ.300 απαιτεί την απόδειξη ότι χρησιμοποιήθηκε κατά τη δεδομένη στιγμή της απόσπασης κάποιο χειροπιαστό τέχνασμα ή συσκευή και με δεδομένο ότι σε κάθε κατηγορία, το ισχυριζόμενο αποκτηθέν ποσό είναι το ίδιο, δημιουργείται αυτόματα το ερώτημα, πότε είναι τελικά που οι κατηγορούμενοι παρίσταναν ψευδώς υφιστάμενα ή παρελθοντικά γεγονότα ή χρησιμοποίησαν απτές συσκευές ή χειροπιαστά (tangible) τεχνάσματα και απέσπασαν το ποσό των €386.369,00; Αν ευσταθούν οι λεπτομέρειες των πρώτων δύο κατηγοριών, τότε οι υπόλοιπες κατηγορίες υπόκεινται σε απόρριψη αφού ολόκληρο το ποσό, χρονικά, έχει ήδη αποσπασθεί και το αδίκημα διαπραχθεί. Αν πάλι ευσταθούν οι λεπτομέρειες είτε της δεύτερης ομάδας κατηγοριών υπό ii ανωτέρω είτε της τρίτης υπό iii ανωτέρω, τότε η όλη υπόθεση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο εφόσον, ο χρονικός προσδιορισμός που γίνεται στην 3η και 4η κατηγορία αναιρεί χρονικά, και ας μου επιτραπεί η έκφραση, «κατά το ήμισυ», τις κατηγορίες 5-8 οι οποίες από μόνες τους, ούτως ή άλλως αντικρούονται χρονικά. Ταυτόχρονα όμως παρατηρούνται και τα εξής: i. Οι 1η και 2η κατηγορία αποδίδουν στους κατηγορούμενους 1 και 2 την απόσπαση του επίμαχου ποσού κατόπιν ψευδούς και δόλιας παρουσίασης των οικονομικών δεδομένων της παραπονούμενης 1. ii. Οι 3η και 4η κατηγορία αποδίδουν στους κατηγορούμενους 3 και 4 συνομωσία, με, «συνεχή συμπεριφορά και παραστάσεις», που στόχο είχαν να καταλήξουν τα έσοδα της παραπονούμενης 1 στους κατηγορούμενους 1 και 2. iii. Οι 5η, 6η, 7η και 8η κατηγορία αποδίδουν ουσιαστικά σε όλους τους κατηγορούμενους, προσπάθεια «...να αποκρύψουν την πραγματικότητα, ότι δηλαδή απέσπασαν σε διάφορα χρονικά διαστήματα... και/ή ότι προσπορίστηκαν οι ίδιοι τα οφέλη, έσοδα και κέρδη της παραπονούμενης 1...» Κατηγορίες 5, 6, 7 και 8 Ξεκινώντας από την αμέσως πιο πάνω, υπό αναφορά iii, ενότητα κατηγοριών, ήτοι τις 5, 6, 7 και 8 κατηγορίες, είναι προφανές από τις λεπτομέρειες αδικήματος ότι οι εν λόγω κατηγορίες δεν αποκαλύπτουν αλλά ούτε και στοιχειοθετούν τα αδικήματα των αρ.298, 300 και 371 που αναφέρονται στη νομική βάση των κατηγοριών αντίστοιχα. Πρόκειται καθαρά για κατηγορίες που αφορούν ισχυρισμούς «συγκάλυψης» ή «συνομωσίας για συγκάλυψη» ισχυριζόμενου αδικήματος που ήδη διαπράχθηκε- συμπεριφορά που ίσως να μπορούσε να ενταχθεί στο πεδίο εφαρμογής άλλων προνοιών του Κεφ.154 όπως ίσως δυνατό να είναι το χωριστό και ανεξάρτητο αδίκημα του αρ.23 Κεφ.54[3], όχι όμως στα αδικήματα που αποτελούν τη νομική βάση των εν λόγω κατηγοριών. Ούτε όμως η σχετική μαρτυρία που προσκομίσθηκε, κυρίως μέσω του ΜΚ4, αντικειμενικά πάντα κρινόμενη, κατέδειξε οτιδήποτε διαφορετικό για την επί του προκειμένου εκδοχή των παραπονουμένων, δηλαδή ότι, τα ηλεκτρονικά αρχεία και δεδομένα της παραπονούμενης 1 διαγράφηκαν από κάποιον, ούτως ώστε να μην μπορεί κανείς να μάθει τι έλαβε χώρα κατά την περίοδο που η παραπονούμενη 1 τελούσε υπό τη διαχείριση των κατηγορουμένων. Η εκδοχή των παραπονουμένων δεν ήταν βέβαια ότι η διαγραφή αυτή είναι η ψευδής παράσταση ή η απάτη με την οποία αποσπάσθηκε το επίμαχο ποσό. Ούτε βέβαια τίθεται θέμα τροποποίησης του κατηγορητηρίου με τυχόν προσθήκη ή αντικατάσταση αδικημάτων που δεν αποτέλεσαν μέρος του κατηγορητηρίου και δη αδικημάτων, εντελώς διαφορετικών από αυτών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Πέραν του ότι τέτοιο αίτημα δεν υποβλήθηκε, τυχόν τροποποίηση του κατηγορητηρίου, υπό τις περιστάσεις, θα απέληγε, σε ανεπίτρεπτο, δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. (βλ. Αχτάρ Ανδρέας και Άλλοι ν. Αστυνομίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Σημειώνω εδώ ότι πουθενά στη μαρτυρία του ο ΜΚ4 δεν αναγνώρισε στο πρόσωπο αυτού που θεωρεί ότι είχε καλή γνώση του συστήματος των Η/Υ της παραπονούμενης και διέγραψε τα εν λόγω αρχεία, το πρόσωπο οποιουδήποτε εκ των κατηγορουμένων. Το ότι το εν λόγω πρόσωπο, μπορεί να είναι κάποιος εκ των κατηγορουμένων ή όλοι μαζί ή κάποιος από αυτούς με τις οδηγίες των υπολοίπων, αποτελεί συμπέρασμα των παραπονουμένων, το οποίο, πέραν από τη γενικότητα που το χαρακτηρίζει, είναι εντελώς υποθετικό (assumption), και όσο εύλογο και αν είναι, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη σε μια ποινική υπόθεση (βλ. (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σάκκος ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Διαφορετική είναι ίσως η προσέγγιση του θέματος στο αστικό δίκαιο όπου άλλωστε και το βάρος απόδειξης είναι διαφορετικό, όμως αυτό, είναι θέμα, αποκλειστικά για το αστικό Δικαστήριο να αποφασίσει. Θα πρέπει να επισημάνω εδώ επίσης, το φανερά «εναλλάξιμο» των ισχυρισμών που παρατηρείται στις εν λόγω κατηγορίες, οι οποίες αποδίδουν την ίδια συγκεκριμένη συμπεριφορά, άλλοτε στον κατηγορούμενο 4, (5η και 8η κατηγορία) και άλλοτε στους κατηγορούμενους 1 και 2 (6η και 7η κατηγορία). Αυτός ο τρόπος προώθησης ποινικής υπόθεσης, είναι άγνωστος στο ποινικό δίκαιο. Είναι νομίζω περιττό να υπενθυμίσω ότι ο κανόνας ότι δεν επιτρέπεται η προώθηση διαζευκτικών ή εναλλακτικών ισχυρισμών γεγονότων χρήζει αυστηρής εφαρμογής στο ποινικό δίκαιο όπου ο κάθε κατηγορούμενος δικαιούται και δικαιούται να απαιτεί να γνωρίζει επακριβώς ποια η υπόθεση που αντιμετωπίζει τόσο ως προς τη φύση της όσο και ως προς τις λεπτομέρειες της. Η εναλλαξιμότητα στις θέσεις του κατήγορου επί των γεγονότων δεν επιτρέπεται. Η εικόνα που σκιαγραφείται από το κατηγορητήριο και ξεκινά να αναδύεται κατά την προσκόμιση μαρτυρίας, δεν υπόκειται σε αλλοίωση και δη αλλοίωση σε τέτοιο βαθμό που να ανάγεται σε «παγίδα» ουσιαστικά για την υπεράσπιση. Τόση η σπουδαιότητα του κανόνα αυτού, που η νομολογία έχει καταστήσει ξεκάθαρο ότι ακόμα και η παραμικρή αποτυχία απόδειξης των όσων αναφέρονται κατά την εναρκτήρια δήλωση της κατηγορούσας αρχής, εκεί και όπου βέβαια, τέτοια δήλωση γίνεται, τείνει να εξασθενήσει την κατηγορία και να οδηγήσει σε αθώωση του κατηγορούμενου. (βλ. Παφίτης ν. Δημοκρατίας,
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Έλληνας v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149). Ενόψει των πιο πάνω, οι κατηγορίες 5, 6, 7 και 8 θα πρέπει να απορριφθούν και οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαχτούν αυτών, από αυτό το στάδιο. Στρέφομαι τώρα στις κατηγορίες 3 και 4 οι οποίες φαίνεται να αφορούν πρωτίστως, τους κατηγορούμενους 3 και 4, στους οποίους αποδίδεται η διάπραξη συνομωσίας με τους κατηγορούμενους 1 και 2 με σκοπό την απόσπαση των χρημάτων των παραπονουμένων. Κατηγορίες 3 και 4 Στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 λέχθηκαν τα εξής: «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O' Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28-4. Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373.» Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα, απαραίτητη προϋπόθεση και συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος είναι η σύναψη συμφωνίας, για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Απλή γνώση ή ακόμα συζήτηση του σχεδίου δεν είναι από μόνη της αρκετή για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της συνωμοσίας ούτε και είναι απαραίτητο να έχει πετύχει ή υλοποιηθεί ο σκοπός της συνομωσίας. (Βλ. Kenny's Outlines of Criminal Law, 19η έκδοση, παρ. 448-449 και Mulcany v. R.
(1868)L.R. 306). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 3 και 4, λεπτομέρειες οι οποίες, αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων, (βλ. Rbeiz
(1989)1 A.A.Δ. (E) 776), η ισχυριζόμενη συνομωσία έλαβε χώρα στις 6/11/14 και αφορά την απόσπαση του ποσού των €386.469,
  1. Η επί του προκειμένου εκδοχή των παραπονουμένων, όπως προωθήθηκε με τη προσκομισθείσα μαρτυρία είναι ότι η κατηγορούμενη 3 εγγράφηκε στις 6/11/14 για να χρησιμοποιηθεί, από τον κατηγορούμενο 2 κυρίως, ως μέσο για την απόσπαση των χρημάτων των παραπονουμένων με τις διάφορες αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που έλαβαν χώρα καθώς και με τη μεταφορά λεφτών, αγαθών και περιουσίας των παραπονουμένων. Προς υλοποίηση του «σχεδίου» αυτού, ως διευθυντής της κατηγορούμενης 3 διορίστηκε στις 6/11/14, ο κατηγορούμενος 4, ο οποίος παρουσιάζεται, να ήταν ανέκαθεν στο «κόλπο». Η μαρτυρία όμως του εμπειρογνώμονα ΜΚ5 ως προς το πως προκύπτει το επίμαχο ποσό των €386.469,00 και το οποίο κατ' ισχυρισμό των παραπονουμένων, αποσπάστηκε από τους κατηγορούμενους, φέρει το εν λόγω ποσό να «δημιουργείται» σταδιακά, σε μια περίοδο 3 χρόνων, ήτοι από το 2012 μέχρι και το
  2. Μάλιστα δε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ5, διαφορετικά ποσά, φαίνεται να «οφείλονται» κάθε χρόνο, ενώ το σύνολο της «οφειλής» προκύπτει κατόπιν προσθαφαίρεσης διάφορων ποσών, τα οποία, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, δεν μπορούν να δικαιολογηθούν λογιστικά. Είναι ουσιαστικά ποσά που δεν έτυχαν «ορθής διαχείρισης» από τους υπεύθυνους της εταιρείας, ήτοι τους κατηγορούμενους 1 και 2, από το
  3. Με δεδομένο, πρώτα ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης των παραπονουμένων προωθήθηκε στη βάση του ότι ο κατηγορούμενος 4 εργοδοτήθηκε στην παραπονούμενη 1 στις 10/6/14 και παραιτήθηκε στις 19/11/14, δεύτερο ότι η κατηγορούμενη 3 συστάθηκε στις 6/11/14 και τέλος ότι οι Pavel και ΜΚ1 ανέλαβαν πλήρη έλεγχο της παραπονούμενης 1 στις 29/11/14, είναι αδύνατο να θεωρηθούν οι κατηγορούμενοι 3 και 4, ότι συμφώνησαν, με τους κατηγορούμενους 1 και 2, στις 6/11/14, να αποσπάσουν ένα ποσό, που σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ5, «ξεκίνησε να αποσπάται» 3 περίπου χρόνια πριν εμφανιστεί στο προσκήνιο είτε ο κατηγορούμενος 4, είτε η κατηγορούμενη 3, η οποία μάλιστα, κατά τον χρόνο που άρχισε η «απόσπαση» δεν υπήρχε καν. Προφανώς, και εδώ έγκειται η παρανόηση της ποινικής φύσης της υπόθεσης και των σχετικών αδικημάτων του Κεφ.154, η πλευρά των παραπονουμένων θεωρεί, εσφαλμένα βέβαια, ότι, επειδή κατά την άποψη τους οι κατηγορούμενοι 3 και 4 έχουν, σε κάποιο κατοπινό χρόνο, επωφεληθεί από τις ισχυριζόμενες ενέργειες των κατηγορουμένων 1 και 2, αυτό τους καθιστά αυτόματα υπόλογους για τα ίδια αδικήματα όπως ενδεχομένως να ήταν η περίπτωση στα πλαίσια μιας αστικής υπόθεσης. Υπενθυμίζω ότι καμια εφαρμογή και σχέση έχουν, οι νομοθετικές πρόνοιες που διέπουν το πώς και το πότε κάποιος μπορεί να καταστεί εναγόμενος ή συνεναγόμενος σε μια πολιτική αγωγή με το πώς και πότε μπορεί κάποιος να διωχθεί ποινικά και δη για το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη αδικήματος. Όσον αφορά το θέμα περί «συγκάλυψης», από τους κατηγορουμένους 3 και 4, το οποίο αν και δεν αποτελεί μέρος των υπό εξέταση κατηγοριών, εντούτοις, αναδύεται από τις λεπτομέρειες αδικήματος, τα όσα ανέφερα προηγουμένως σε σχέση με το θέμα αυτό, τυγχάνουν εφαρμογής και για τις υπό εξέταση κατηγορίες. Ενόψει των πιο πάνω, οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν και να απαλλαχθούν από τις κατηγορίες 3 και 4 από αυτό το στάδιο. Στρέφομαι τώρα στις κατηγορίες 1 και 2 οι οποίες αφορούν τους κατηγορούμενους 1 και 2 και οι οποίες τους αποδίδουν ότι «παρουσίασαν τα έσοδα και/ή τα έξοδα και/ή τα εν γένει οικονομικά δεδομένα και/ή τις οικονομικές καταστάσεις και/ή εκθέσεις και/ή στοιχεία της παραπονούμενης 1 εταιρείας, με τρόπο που γνώριζαν ότι αυτά ήταν ψευδή και δόλια και με ψευδείς παραστάσεις και/ή με ψευδή γεγονότα, πράξεις, λόγια και έγγραφα απέσπασαν το ρηθέν ποσό από τους παραπονούμενους». Κατηγορίες 1 και 2 Σε σχέση με τις ισχυριζόμενες «παραπλανητικές» καταστάσεις που αναφέρονται και στις δύο αυτές κατηγορίες, κατατέθηκαν τα Τεκ.21 και
  4. Το πρώτο αφορά και περιορίζεται στο έτος 2011 ήτοι 1 χρόνο πριν το χρονικό πλαίσιο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και πριν καν να συσταθεί η παραπονούμενη 1 (βλ. παρ. 14Γ/Δ Pavel - Έγγραφο Β2 και Τ.21). Δεν μπορεί επομένως το εν λόγω Τεκμήριο να ερμηνευτεί ως αφορόν «...τα έσοδα και/ή τα έξοδα και/ή τα εν γένει οικονομικά δεδομένα...της παραπονούμενης 1 εταιρείας». Το αν το εν λόγω έγγραφο αφορά την προηγούμενη συνεργασία και σχέση μεταξύ Pavel και κατηγορούμενου 2, είναι θέμα που δεν αφορά στην παρούσα ποινική υπόθεση, η οποία, ως έχω ήδη αναφέρει, περιορίζεται στο πλαίσιο που έχει καθοριστεί ρητά από το κατηγορητήριο και αυτό λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του γεγονότος ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρείται και από την παραπονούμενη 1 η οποία θα πρέπει, ταυτόχρονα με τον παραπονούμενο 2, να αποδείξει το αναγκαίο υπόβαθρο που τη νομιμοποιεί σε τέτοια καταχώρηση και προώθηση (βλ. Ttofinis v. Theocharides and Another
(1983)2 CLR 363, ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΤΡΥΦΩΝΟΣ, Ποινική ECLI:CY:AD:2016:D208, Αίτηση Αρ. 15/2015, 18/4/2016, Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνος, Ποιν. Εφ. Αρ. 153/2011, ημερ. 16.1.2013 και ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΣΑΒΒΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 194/2013, 2/12/
  1. Το δεύτερο τεκμήριο, αν και δεν αναφέρει ημερομηνία κατάρτισης του και ούτε δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία περί τούτου, (βλ. παρ.28 έγγραφο Β2), εντούτοις, φαίνεται να αφορά την οικονομική κατάσταση της παραπονούμενης για το έτος 2013 και τις οικονομικές προβλέψεις του κατηγορούμενου 2 για τα έτη 2014-
  2. Οι εν λόγω προβλέψεις χαρακτηρίζονται στο έγγραφο ως υποθετικές «speculative» (βλ. σελ.2 Τ.35). Φαίνεται επίσης να γίνεται εισήγηση περί του πόσο ωφέλιμη θα ήταν για το μέλλον, μια χρηματική «ένεση» της τάξης των €300.
  3. Πέραν του ότι δεν έχει προσκομισθεί μαρτυρία σε σχέση με το γιατί τα όσα αναφέρονται στην εν λόγω κατάσταση, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ως αναφέρεται στο κατηγορητήριο, τουλάχιστο σε σχέση με τα παρελθοντικά γεγονότα που αναφέρονται στο εν λόγω τεκμήριο, η μαρτυρία του ΜΚ5, φέρει τον Pavel, να μην καταβάλλει οποιαδήποτε χρήματα το
  4. Αντίθετα, σύμφωνα με τη μαρτυρία, κατά το συγκεκριμένο έτος, έλαβε, ως μέτοχος, το ποσό των €15.900 (βλ. παρ 7Β Γ/Δ ΜΚ5 - Έγγραφο Ε - όπου προφανώς, η αναφορά σε «συνεισφορά» αντί σε πληρωμή του Pavel γίνεται εκ παραδρομής αφού ο ΜΚ5 παραπέμπει στην έκθεση του Τ.56 και στο App.21 αυτής όπου γίνεται αναφορά σε πληρωμή προς Pavel καθώς αλλά και ο ίδιος ο Pavel και ο ΜΚ1 αναφέρουν ότι το εν λόγω ποσό πληρώθηκε στον Pavel την εν λόγω περίοδο). Σύμφωνα με τον ΜΚ5, τα ποσά που κατέβαλε ο Pavel και τα οποία υπολογίστηκαν για σκοπούς εξαγωγής του ποσού που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, καταβλήθηκαν μεταξύ 2012-2013 και για τα οποία δεν έχει κατατεθεί οποιαδήποτε «παραπλανητική κατάσταση» ως αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Βέβαια, όπως ανέφερα ανωτέρω, σε σχέση με το συστατικό συστατικό στοιχείο του αρ.298, των «ψευδών παραστάσεων», αυτό, σε αντίθεση με το αρ.300, δύναται να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη, με την απόδειξη είτε γραπτών είτε προφορικών παραστάσεων. Απαραίτητη προϋπόθεση για στοιχειοθέτηση του αδικήματος του αρ.298, ως προκύπτει από τη νομολογία που παραθέτω πιο πάνω, είναι να αποδεικνύεται ψευδής παράσταση υφιστάμενου ή παρελθοντικού γεγονότος η οποία οδηγεί στην «απόσπαση» του ισχυριζόμενου ποσού. Κατ' αρχή σημειώνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία μπορεί να στοιχειοθετηθεί καταδίκη στη βάση του αρ.298 η οποία εδράζεται σε ισχυρισμό περί «συνεχόμενης ψευδούς παράστασης, «continuing false pretence» νοουμένου ότι η αρχική παράσταση συνεχίζει να ισχύει μέχρι και την απόσπαση. (βλ. Archbold 36th ed. Par. 1968 όπου γίνεται αναφορά στις αγγλικές αυθεντίες R v Martin LR 1 CCR 56, R v Moreton 8 Cr. App.R. 214 και R v Skinner 15 Cr.App.R. 115). Αναφέρω αυτό διότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων έγιναν περί τις 29/2/12 και καθ' όλο το μετέπειτα χρόνο διαχείρισης της παραπονούμενης
  5. Επιπλέον, όπου, στις λεπτομέρειες αδικήματος, αποδίδεται στους κατηγορούμενους, η «απόκτηση» σε προσωπικό επίπεδο, των αγαθών ή των χρημάτων, απαιτείται όπως αποδειχθεί τέτοια προσωπική «απόκτηση» από τους συγκεκριμένους κατηγορούμενους. Σχετική είναι η υπόθεση The Attorney-General of The Republic v Kyriacos Christodoulou Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε, με επιδοκιμασία, στην εν λόγω αρχή που προκύπτει από το λόγο της αγγλικής αυθεντίας R. v. Lurie [1951] 2 All E.R. 704, την οποία και αναγνώρισε ως ορθά αποδίδουσα το σχετικό νομικό πλαίσιο που διέπει το εν λόγω αδίκημα στην Κύπρο. Τέλος, όπως αναφέρεται στον Archbold 36th ed. par. 1960, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι τα χρήματα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, ή μέρος αυτών, αποσπάστηκαν από τους κατηγορούμενους μέσω ή συνεπεία των ισχυριζόμενων παραστάσεων τους. Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί η παρακίνηση (inducement) του θύματος να αποχωριστεί των λεφτών ή της περιουσίας του προς όφελος των κατηγορουμένων ή τρίτων προσώπων για λογαριασμό των οποίων ενήργησαν οι κατηγορούμενοι, αναλόγως του τι αναγράφεται στο κατηγορητήριο. Στην παρούσα υπόθεση, το ποσό που κατ' ισχυρισμό αποσπάστηκε, αποτελεί ποσό που προκύπτει κατόπιν διάφορων λογιστικών πράξεων του ΜΚ5, όπου ο μάρτυρας «χρέωσε» τους κατηγορουμένους 1 και 2, με πληρωμές της παραπονούμενης 1 που δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν λογιστικά, καθώς και πληρωμές που θα έπρεπε να λάβει η παραπονούμενη 1 από τιμολόγια που εκδόθηκαν προς τρίτους αλλά δεν πληρώθηκαν και «πίστωσε» τους κατηγορούμενους με πληρωμές που έγιναν προς την παραπονούμενη 1 από τους ίδιους αλλά και από τρίτους που και πάλι δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν λογιστικά καθώς και οφειλές που δημιουργήθηκαν στην παραπονούμενη 1 και οι οποίες όμως ακόμη δεν πληρώθηκαν από την παραπονούμενη
  1. Στο τέλος, αφού ισολόγισε όλα τα εν λόγω ποσά, κατέληξε ουσιαστικά σε ποιο βαθμό οι κατηγορούμενοι 1 και 2 άφησαν οικονομικά «εκτεθειμένη» την παραπονούμενη
  2. Αυτό όμως δεν μπορεί να καταδείξει ποια ποσά όντως αποσπάστηκαν από τους κατηγορούμενους 1 και 2, για σκοπούς των υπό εξέταση αδικημάτων, ως ο ισχυρισμός των παραπονουμένων. Χαρακτηριστικό τούτου είναι το γεγονός ότι το τελικό ισχυριζόμενο «αποσπασθέν» ποσό περιέχει, πέραν από ποσά που αδικαιολόγητα πληρώθηκαν από την παραπονούμενη 1 και ποσά που ακόμη δεν πλήρωσε η παραπονούμενη 1 και αυτό παρά το ότι σύμφωνα με το μάρτυρα, η πληρωμή των εν λόγω ποσών δεν θα δικαιολογείται (βλ. ποσά προς Elephant Ltd). Αν βέβαια τα εν λόγω ποσά δεν πληρωθούν, αυτόματα, το κατ' ισχυρισμό «αποσπασθέν» ποσό διαφοροποιείται ολοκληρωτικά. Κοντολογίς, η έκθεση και τα συμπεράσματα του ΜΚ5, στην ουσία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εκτίμηση της «οικονομικής ζημιάς» που έπαθε η παραπονούμενη 1 από την ενδεχομένως κακή διαχείριση των κατηγορουμένων 1 και 2, ως τέτοια εκτίμηση θα αναμένετο να γίνει για σκοπούς μιας πολιτικής αγωγής. Δεν είναι αυτό όμως που απαιτείται σε μια ποινική υπόθεση για να καταδειχτεί, στη βάση των αρ.298 και 300 Κεφ.154, το ποσό που είτε η παραπονούμενη 1, είτε ο παραπονούμενος 2, όντως αποχωρίστηκαν, συνεπεία των ψευδών παραστάσεων των κατηγορουμένων 1 και 2, παραστάσεις οι οποίες, θα πρέπει να σημειωθεί, παρουσιάζονται από τη μαρτυρία να γίνονται προς τον παραπονούμενο 2 και όχι προ την παραπονούμενη
  3. Αναλογιζόμενος επίσης ότι, στο τελικό «αποσπασθέν» ποσό, έχουν υπολογιστεί και τα εντελώς χωριστά και ανεξάρτητα οικονομικά συμφέροντα του παραπονούμενου 2, Pavel, τα χρήματα του οποίου, μετά που επενδύθηκαν στην παραπονούμενη 1, καταστήθηκαν ουσιαστικά, χρήματα της παραπονούμενης 1, καθίσταται ακόμη πιο ξεκάθαρο ότι η παρούσα υπόθεση είναι μια καθαρά αστική διαφορά μεταξύ των διαδίκων η οποία και δεν μπορεί να αναχθεί στην ποινική υπόθεση που καταχώρησαν οι παραπονούμενοι. Όπως άλλωστε ανέφερε και ο παραπονούμενος 2, η ουσία της υπόθεσης, είναι η συνεχής και καθ' υπέρβαση εξουσίας κακοδιαχείριση της παραπονούμενης 1, η οποία οδήγησε στη απώλεια οικονομικού όφελους, τόσο του ιδίου όσο και της παραπονούμενης
  4. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Δεν παραγνωρίζω ότι, αναφορικά με την κατηγορούμενη 1, ο ΜΚ5 εντόπισε συγκεκριμένα ποσά να καταβάλλονται προσωπικά και απ' ευθείας σε αυτή. Επί τούτου όμως παρατηρώ ότι σύμφωνα με την έκθεση του ΜΚ5, η εν λόγω κατηγορούμενη 1 κατέληξε να οφείλει στην παραπονούμενη 1, στο τέλος του 2014, το συνολικό ποσό των €35.295, εφόσον, σύμφωνα με το μάρτυρα, αυτή, έλαβε αδικαιολόγητα από την παραπονούμενη 1 το ποσό των €36.560,57 μέχρι το τέλος του 2012 και ακολούθως έλαβε €100.455 και πλήρωσε €110.200 κατά το 2013,. Στο App.11 της έκθεσης του μάρτυρα T.56, όμως, ο μάρτυρας κάμνει το συνολικό ισολογισμό των συναλλαγών που αφορούν την κατηγορούμενη 1 και καταλήγει σε πιστωτικό, αντί χρεωστικό υπόλοιπο και δη στο ποσό των €1.855,
  5. Ταυτόχρονα παρατηρείται ότι η εν λόγω κατάσταση για το 2013 ξεκινά με πιστωτικό υπόλοιπο €46.110,08 το οποίο αυξομειώνεται αναλόγως του αν η κατηγορούμενη 1 κατέβαλε ή αφαίρεσε λεφτά από το λογαριασμό. Ούτε όμως για το τελικό αλλά ούτε και για το αρχικό ποσό της συγκεκριμένης κατάστασης έχει δοθεί οποιαδήποτε επεξήγηση και ιδιαίτερα σε σχέση με το γιατί υπάρχει αυτή η εκ διαμέτρου διάσταση θέσεων. Αντίθετα, η μαρτυρία περιορίστηκε μόνο στο ότι η κατηγορούμενη 1 πήρε €100.455 και πλήρωσε €110.
  6. Αυτή είναι η «ποιότητα» της επί του προκειμένου εικόνας της μαρτυρίας, η οποία, αντικειμενικά πάντοτε κρινόμενη, δεν επιτρέπει την κλήση της κατηγορούμενης 1 να προβάλει την υπεράσπιση της, έστω και για αυτό το ποσό των €35.295, το οποίο σε κάθε περίπτωση, είναι και αυτό αναμειγμένο με διάφορα άλλα ποσά που είτε δικαιολογούνται είτε δεν δικαιολογούνται λογιστικά. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι, δεν έχουν στοιχειοθετηθεί τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία των αρ.298 και αρ.300, αντικείμενο της 1ης και 2ης κατηγορίας και ούτε δικαιολογείται η κλήση των κατηγορουμένων να προβάλουν την υπεράσπιση τους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Μπορεί οι παραπονούμενοι να παρουσίασαν μια υπόθεση, η οποία ίσως να ικανοποιεί το κριτήριο μιας αστικής αγωγής για τυχόν οικονομική ζημιά που έχουν υποστεί από τον τρόπο με τον οποίο οι κατηγορούμενοι διαχειρίστηκαν την παραπονούμενη 1, όμως δεν είναι αυτό που απαιτεί το ποινικό Δικαστήριο για να μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη των κατηγορουμένων για τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων των αρ.298, 300 και 371 Κεφ.
  7. (βλ. Ιωάννου και Ευθυμίου ανωτέρω). Υπενθυμίζω ότι πέραν του διαφορετικού βαθμού απόδειξης, τα ποινικά αδικήματα των αρ.298 και 300 Κεφ.154, διαφέρουν και ως προς την ουσία τους, από τα ομώνυμα αστικά αδικήματα (π.χ η ψευδής παράσταση που απαιτεί το αρ.36 Κεφ.148, δύναται να είναι και απερίσκεπτη και αδιάφορη ως προς την αλήθεια της). Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε από τους κατηγορούμενους σε καμία κατηγορία. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, εφόσον όλοι κατηγορούμενοι έτυχαν κοινής εκπροσώπησης, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία με βάση τα αρ.167-169 Κεφ.155 (βλ. επίσης Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603)., διατάσσω όπως αυτά επιδικασθούν υπέρ των κατηγορουμένων και εναντίον των παραπονουμένων, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εξόδων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Ψευδείς Παραστάσεις - Άπατη-Συνομωσία [1] Απόσπασμα από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009 [2] Αρ.36 Κεφ.148. Απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά [3] Αρ.23 Κεφ.154 . Όποιος εν γνώσει του ότι άλλος είναι ένοχος ποινικού αδικήματος παρέχει άσυλο ή βοήθεια σε αυτό με σκοπό να παράσχει σε αυτό τη δυνατότητα να διαφύγει την τιμωρία καθίσταται συνεργός μετά τη διάπραξη. Η σύζυγος δεν καθίσταται συνεργός μετά τη διάπραξη συναφώς με ποινικό αδίκημα που διαπράχτηκε από το σύζυγο της, η οποία παρέχει άσυλο ή βοήθεια σε αυτό με σκοπό να παράσχει στο σύζυγο της τη δυνατότητα να διαφύγει την τιμωρία, και ούτε ότι παρέχει, με την παρουσία και με την εξουσιοδότηση του συζύγου της, άσυλο ή βοήθεια σε τρίτο, ο οποίος είναι ένοχος ποινικού αδικήματος στη διάπραξη του οποίου συμμετείχε και ο σύζυγος της, με σκοπό να παράσχει σε τέτοιο τρίτο πρόσωπο τη δυνατότητα να διαφύγει την τιμωρία ο σύζυγος δεν καθίσταται συνεργός μετά τη διάπραξη συναφώς με ποινικό αδίκημα που διαπράχτηκε από τη σύζυγο του, ο οποίος παρέχει άσυλο ή βοήθεια σε αυτή με σκοπό να παράσχει σε αυτή τη δυνατότητα να διαφύγει την τιμωρία. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.