Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Χρύσανθος Αγαθοκλέους, Αρ. Υπόθεσης: 28493/14, 17/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B191 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28493/14 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Χρύσανθος Αγαθοκλέους Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 17/11/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Δ. Ναπολέοντος Για τον κατηγορούμενο : κ. Μ. Αρμεύτης Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία μόνο κατηγορία για το αδίκημα της άσκησης βίας στην εν διαστάσει σύζυγο του που της προκάλεσε ψυχική βλάβη κατά παράβαση του Περί της Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, 119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος κατά τον μήνα Ιούλιο του 2014 στη Λεμεσό άσκησε βία στην εν διαστάσει σύζυγο του Φωτούλα Νικολάου η οποία της προκάλεσε άμεσα ψυχική βλάβη. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η κατάθεση του αστυφ. 3625 Π. Βρυώνη κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 2 και το περιεχόμενο της δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια 3 και 4 η κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο και η γραπτή κατηγορία που του απαγγέλθηκε, με παραδεκτά γεγονότα μόνο ότι λήφθηκε η κατάθεση και ότι ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς. Όλα τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Μοναδική μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή κλήθηκε και μαρτύρησε στο Δικαστήριο η παραπονούμενη Φωτούλα Νικολάου. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του έτσι ώστε αυτός να πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του, θέση εναντίον της οποίας η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δεν επιχειρηματολόγησε αφήνοντας όπως είπε το ζήτημα να κριθεί από το Δικαστήριο. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)). Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το ζήτημα που εξετάζεται είναι η υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα. «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 . δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατό να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Η επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου επικεντρώθηκε σε δύο σκέλη. Ότι η προσαχθείσα από την παραπονούμενη μαρτυρία ήταν γενική και αόριστη ως προς το χρόνο διάπραξης του αδικήματος που καταλογίζεται στον πελάτη του και ότι δεν αποδείχθηκε η πρόκληση ψυχικής βλάβης. Κρίνεται ότι η εισήγηση του κ. Αρμεύτη είναι ορθή στο σύνολο της. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Η παραπονούμενη σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο περιστατικό που έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 2014 όπως είναι η κατηγορία έτσι ώστε να διαφανεί εάν ο κατηγορούμενος άσκησε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο βία εναντίον της που της προκάλεσε ψυχική βλάβη. Η μαρτυρία της περιεστράφηκε στη συνολική συμπεριφορά του κατηγορούμενου έναντι της για μακριά χρονική περίοδο και όχι σε κανένα συγκεκριμένο περιστατικό που έγινε τον Ιούλιο του 2014 όπως είναι και η κατηγορία. Δεν αποδείχθηκε επίσης η πρόκληση σε αυτήν ψυχικής βλάβης που αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Για το θέμα αυτό μαρτύρησε μόνο η παραπονούμενη. Ότι αυτή ανάφερε ήταν ότι λόγω της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου την οποία και περιέγραψε, τον φοβάται, αισθάνεται καταπίεση και καθημερινό έλεγχο και νοιώθει ανασφάλεια για την ζωή τόσο της ίδιας όσο και των παιδιών της. Κατά την αντεξέταση δε, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, ιατρική έκθεση ημερομηνίας 31/7/2014 της ψυχιάτρου Μαριάννας Αντωνιάδη η οποία και εξέτασε την παραπονούμενη. Σε αυτήν καταγράφεται κατά λέξη ότι «Στην παρούσα εξέταση δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη μείζονος ψυχοπαθολογίας». Αυτή είναι η όλη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη του συστατικού αυτού στοιχείου και η οποία είναι εν πάση περιπτώσει, εντελώς ανίσχυρη να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου (βλ. Kallenos πιο πάνω). Και αυτό γιατί οι αναφορές της παραπονούμενης παρέμειναν εντελώς γενικόλογες και αόριστες και σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο, ακόμα και εάν η μαρτυρία της τελευταίας, γινόταν πλήρως αποδεκτή δεν θα μπορούσε να εξάξει συμπέρασμα ότι αυτά που αισθανόταν συνιστούν ψυχική βλάβη. Ούτε και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 το οποίο περιέχει εξ' ακοής μαρτυρία θα μπορούσε να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα. Ακόμα δηλαδή και στην περίπτωση κλήσης του κατηγορούμενου σε απολογία και κατά την αξιολόγηση του περιεχομένου του αποδιδόταν σε αυτό πλήρης βαρύτητα, τα όσα προκύπτουν δεν θα ήταν ικανά να αποδείξουν την πρόκληση στην παραπονούμενη ψυχικής βλάβης. Και αυτό γιατί σε αυτό δεν καταγράφεται ότι η παραπονούμενη υπέστη ψυχική βλάβη, αλλά αντίθετα ότι δεν παρουσίαζε μείζονα ψυχοπαθολογία, ότι και αν αυτό μπορεί να σημαίνει. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, κρίνεται ότι η εισήγηση της υπεράσπισης θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη και ο κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάττεται στην 1η κατηγορία. (Υπ.)................ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο