Κώστας Ανδρέου ν. Faraton Development and Constractions Ltd κ.α., Αρ.Υπόθ. 2321/15, 10/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ.Υπόθ. 2321/15 Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Κώστας Ανδρέου Παραπονούμενος ν
- Faraton Development and Constractions Ltd
- Ανδρέα Αναστασίου Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 10 Νοεμβρίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Π. Ιωάννου Για Κατηγορούμενους: κος Μ. Χριστοδούλου Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν εννιά κατηγορίες έκαστος οι οποίες αφορούν παράλειψη πληρωμής μισθού προς τον παραπονούμενο, για την περίοδο Νοεμβρίου 2013 μέχρι και Ιουλίου 2014 κατά παράβαση των αρ. 9, 12 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 Ν.35(Ι)/2007(εφ' εξής ο Νόμος)[1]. Οι κατηγορίες που αφορούν τον κατηγορούμενο 2, ήτοι οι κατηγορίες 10-18, εδράζονται επί του άρθρου 20 του Ποιν. Κώδικα και αποδίδουν στον εν λόγω κατηγορούμενο, παρακίνηση και/ή παροχή συνδρομής και/ή συμβουλής στην κατηγορούμενη 1, για τη διάπραξη των αδικημάτων που η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται, στις κατηγορίες 1-9, ότι διέπραξε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1-9, αυτό που καταλογίζεται στην κατηγορούμενη 1 είναι ότι, «ενώ απασχολούσαν τον παραπονούμενο ως μισθωτό και ήταν μηνιαία αμειβόμενος σε επιχείρηση τους στη Λεμεσό», δεν του κατέβαλαν: α) Υπόλοιπο Μισθού για τον μήνα Νοέμβριο 2013 ύψους €1000 (1η κατηγορία) β) Μισθό €1200 μηνιαίως για τους μήνες Δεκέμβριο 2013 μέχρι και Ιούλιο
- (2η, 3η, 4η,5η,6η,7η,8η και 9η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 10-18, ο κατηγορούμενος 2 «...υπό την ιδιότητα του διευθύνοντα συμβούλου και/ή εκπροσώπου και/'η εξουσιοδοτημένου προσώπου να ενεργεί εκ μέρους της κατηγορούμενης 1, παρακίνησε και/ή παρείχε συνδρομή και/ή συμβούλευσε την κατηγορούμενη 1, προς τη μη καταβολή μισθού προς τον παραπονούμενο...» ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της, η πλευρά του παραπονούμενου κάλεσε τέσσερις μάρτυρες. Τον παραπονούμενο, (ΜΚ1), ο οποίος κατέθεσε την ουσία της μαρτυρίας του μέσω γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α), τον Ανδρέα Παπαδόπουλο (ΜΚ2), τον Δημήτριο Λήμνιο (ΜΚ3) και τον Κωνσταντίνο Οικονομίδη (ΜΚ4). Η εκδοχή της πλευράς του παραπονούμενου είναι συνοπτικά η εξής: Ο παραπονούμενος - Κώστας Ανδρέου (ΜΚ1) - ανέφερε ότι προσλήφθηκε στην κατηγορούμενη 1, εργοληπτική εταιρεία, τον Απρίλιο του 2012, για να εργαστεί ως γυψοσανιδάς. Διευθυντής της κατηγορούμενης 1 είναι κάποιος Αλέξανδρος Γεωργίου και Γραμματέας κάποια κυρία Χρυσή Αλεξάνδρου. Ως μισθός του, συμφωνήθηκε το ποσό των €1200 μηνιαίως, καθαρά, πλέον Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Τόσο την πρόσληψη του όσο και τους όρους εργοδότησης και μισθοδοσίας του, τους συμφώνησε με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος παρουσιαζόταν ως ο ιδιοκτήτης και εκπρόσωπος της εταιρείας. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, κατά την εργοδότηση του, αν και στα εργοτάξια που εργαζόταν, τύγχανε της επίβλεψης των εκάστοτε υπεύθυνων εργοταξίου και πολιτικών μηχανικών, εντούτοις, οι οδηγίες για το που θα εργαστεί και πότε, του δίνονταν απευθείας από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος υπέγραφε και τις επιταγές για τη μισθοδοσία ή έδινε μετρητά έναντι των μισθών. Ανέφερε επίσης ο μάρτυρας ότι κάποιες πληρωμές τις έλαβε από τον λογιστή της εταιρείας, κάποιο Μιχάλη και κάποιες πιστώθηκαν απ' ευθείας στο λογαριασμό του με τραπεζικά εμβάσματα. Ο παραπονούμενος διευκρίνισε κατά την αντεξέταση του ότι, στο χώρο που είναι τα γραφεία της κατηγορούμενης 2, στεγάζεται και η συνδεδεμένη εταιρεία Faraton Furnishings, η οποία ασχολείται με ξυλουργικές εργασίες. Ο ίδιος όμως εργάζετο στην κατηγορούμενη 1 και καμία σχέση είχε με την άλλη εταιρεία. Όπως αναφέρει στη δήλωση του, Έγγραφο Α, το παράπονο του παραπονούμενου είναι ότι «για τους μήνες Νοέμβριον του 2013 μέχρι και Ιούλιο του 2014, δεν έλαβα ολόκληρο το μισθό μου. Για το μήνα Νοέμβριον του 2013 μου οφείλεται μέρος του μισθού μου ήτοι €1.000 ενώ για τους μήνες από Δεκέμβριο του 2013 μέχρι και Ιούλιο του 2014 μου οφείλεται ολόκληρος ο μισθός μου ήτοι €1.200 μηνιαίως.» Τον Αύγουστο του 2014, ο παραπονούμενος απουσίαζε με άδεια. Για τον εν λόγω μήνα πληρώθηκε από το ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Όταν επέστρεψε το Σεπτέμβριο 2014 στην εργασία του, ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δεν μπορούσε να συνεχίσει να τον εργοδοτεί γιατί δεν μπορούσε να πληρώνει το μισθό του οπόταν και η εργοδότηση του τερματίστηκε. Ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του, ουδέποτε του καταβλήθηκε έγκαιρα και στην ολότητα του ο μισθός του. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος 2 άλλοτε υπέγραφε και του παρέδιδε εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 επιταγές ή μεταχρονολογημένες επιταγές τις οποίες όταν ερχόταν η μέρα πληρωμής τους, τις εξαργύρωνε και άλλοτε του κατέβαλλε μετρητά έναντι. Κάθε φορά, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος 2, του ζητούσε να υπογράψει σχετική απόδειξη για το ποσό που λάμβανε, αλλά ποτέ, στις εν λόγω αποδείξεις, δεν γινόταν αναφορά για ποιο μήνα αφορούσε η κάθε πληρωμή. Όπως αναφέρει στη δήλωση του, «Απλά έπαιρνα έναντι του συνόλου του οφειλόμενου κάθε φορά ποσού και υπέγραφα απόδειξη ότι το έλαβα σε συγκεκριμένη ημέρα, υπήρχε όμως σχεδόν πάντα οφειλόμενο ποσό από προηγούμενους μήνες». Τέτοιες αποδείξεις, στάληκαν στο δικηγόρο του παραπονούμενου, από τους δικηγόρους των κατηγορουμένων, πριν την ακρόαση της υπόθεσης και κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, τα μεν αντίγραφα τους ως Τεκμήριο 8, τα δε πρωτότυπα τους, ως Τεκμήρια 9-
- Οι εν λόγω αποδείξεις φέρουν τον παραπονούμενο να λαμβάνει κατά το 2013 ποσά μεταξύ €7600 - €13.400 και αυτό διότι, ενώ οι σχετικές αποδείξεις συμποσούνται στο ποσό των €13.400, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, οι τέσσερεις αποδείξεις ημερ. 9/2/13 (Τ.10), 15/3/13 (Τ.13), 6/9/13 (Τ.18) και 11/10/13 (Τ.22) παρουσιάζονται να αφορούν, ποσό, αυξημένο κατά €1000 έκαστη, από αυτό που πήρε στην πραγματικότητα, θέμα για το οποίο ο παραπονούμενος έχει προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, η απόδειξη ημερομηνίας 21/6/13 (Τ.16) για το ποσό των €1800, αφορά στην ίδια πληρωμή που αναφέρεται στο Τ.15, αποδείξεις τραπεζικών εμβασμάτων για €1000 και €800 αντίστοιχα, και επομένως πρόκειται για μία και όχι δύο πληρωμές για το ποσό των €
- Κατά την κύρια εξέταση του, ο παραπονούμενος εξέφρασε επίσης τη θέση ότι το Τ.9, απόδειξη σύμφωνα με την οποία ο ίδιος παρουσιάζεται να δηλώνει ότι μέχρι και την 31/1/13, του οφείλονται μισθοί ύψους €2400, είναι πλαστογραφημένη. Στη συνέχεια, κατά την αντεξέταση, εξήγησε ότι η θέση του αυτή δεν ευσταθεί εφόσον, είχε αντιληφθεί, λανθασμένα, ότι το εν λόγω έγγραφο αναφέρετο σε απόδειξη είσπραξης και όχι βεβαίωση οφειλής οπόταν και επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της. Στη βάση των πιο πάνω, ο παραπονούμενος απέρριψε κατηγορηματικά υποβολή της υπεράσπισης ότι για το 2013 έλαβε το ποσό των €13400 και επανέλαβε τις αρχικές του θέσεις. Αναφορικά με το 2014, οι προαναφερόμενες αποδείξεις φέρουν τον παραπονούμενο να λαμβάνει ποσά μεταξύ €2400 και €5530 και αυτό διότι ενώ οι εν λόγω αποδείξεις συμποσούνται στο ποσό των €5530, ο παραπονούμενος εξήγησε ότι ποσό €2400 από αυτά (βλ. απόδειξη Τ.25), αφορά σε πληρωμή που του έγινε με δύο επιταγές, στις 15/5/2014 και 30/05/2014, για ποσό €1200 έκαστη, οι οποίες επιταγές όμως, όταν τις παρουσίασε στην Τράπεζα δεν εξαργυρώθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Τις εν λόγω επιταγές κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω, στο Τ.25, αναγράφεται χειρόγραφα, ότι κατά τον Ιούνη 2014, έγιναν διάφορες πληρωμές ύψους €730, πληρωμές οι οποίες όμως ούτε αμφισβητήθηκαν αλλά ούτε και επιβεβαιώθηκαν από τον παραπονούμενο. Σε υποβολή της υπεράσπισης ότι κατά τον 2014 ο παραπονούμενος έλαβε ποσό €5530, ο παραπονούμενος απάντησε ότι θα ήταν διατεθειμένος να δεχτεί το εν λόγω ποσό αν αυτό αφορά σε προηγούμενους οφειλόμενους μισθούς. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, μετά που οι επιταγές που του δόθηκαν επιστράφηκαν ατίμητες, συνομίλησε με τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος τον παρακάλεσε να μην τις ξαναπαρουσιάσει για πληρωμή και ότι μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου θα φρόντιζε όπως καλυφθεί τόσο το ποσό των επιταγών όσο «και όλο το υπόλοιπο ποσό που μου οφείλετο από την εταιρεία». Όταν ξαναεπικοινώνησε μαζί του περί τις αρχές Σεπτεμβρίου διευθέτησαν συνάντηση στις 5/9/
- Κατά την εν λόγω συνάντηση, ο παραπονούμενος, πήρε μαζί του ένα έγγραφο το οποίο είχε ετοιμάσει ο ίδιος, σύμφωνα με το οποίο, με βάση τους δικούς του υπολογισμούς για το ύψος των μέχρι τότε οφειλόμενων μισθών του, η κατηγορούμενη 1 θα του «διαβεβαίωνε» ότι του χρωστεί, υπόλοιπο μισθών ύψους €10.800, ποσό το οποίο θα έπρεπε να του καταβληθεί με εβδομαδιαίες δόσεις, εντός 6 μηνών. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, αφού έδωσε το έγγραφο στον κατηγορούμενο 2, ο τελευταίος έλεγξε το εκεί αναφερόμενο ποσό των €10.800 και αφού έκαμε τους δικούς του υπολογισμούς, ανέφερε στον παραπονούμενο ότι το ορθό ποσό που του όφειλε η κατηγορούμενη 1 ήταν €10.
- Αν και, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο ίδιος ήταν σίγουρος για τους υπολογισμούς που έκαμε για να καταλήξει στο ποσό των €10.800, εντούτοις «για να μη τσακωθεί για €200», αποδέχτηκε τη διαφοροποίηση οπόταν και αμφότεροι υπέγραψαν το έγγραφο, ο παραπονούμενος για τον εαυτό του και ο κατηγορούμενος 2 εκ μέρους της κατηγορούμενης
- Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στη δίκη. Επειδή δεν τηρήθηκαν τα συμφωνηθέντα, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι κατόπιν οδηγιών του, οι δικηγόροι του, προχώρησαν σε καταχώρηση αίτησης εναντίον της κατηγορούμενης 1, στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στις 30/1/15, με αρ.42/15, με την οποία αξίωσε, όπως και στην παρούσα, το συνολικό ποσό των €10.600, ένεκα απλήρωτων μισθών Νοεμβρίου 13 (μέρος) και Δεκ.13-Ιουλ.
- Στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης, ο παραπονούμενος εξασφάλισε απόφαση εναντίον της κατηγορούμενης 1 στις 2.03.2016, για το ποσό των €8.400 πλέον έξοδα (κάποιες αξιώσεις θεωρήθηκαν ότι είχαν παραγραφεί). Η απόφαση εκδόθηκε ερήμην της κατηγορούμενης 1 λόγω παράλειψης της τελευταίας να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. (Τεκμήρια 4 και 5). Εκκρεμούσης της εκδίκασης της αστικής διαφοράς, καταχωρήθηκε η παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση η οποία στρέφεται τόσο εναντίον της κατηγορούμενης 1 όσο και εναντίον του κατηγορούμενου 2 ως συνεργού. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε τέλος στον παραπονούμενο ότι, από τις προσκομισθείσες αποδείξεις προέκυπτε ότι κανένα ποσό του οφείλεται, ως ο παραπονούμενος ισχυρίζεται και ότι με το Τ.1, είχε ουσιαστικά ξεγελάσει τους κατηγορούμενους, θέσεις τις οποίες ο παραπονούμενος απέρριψε κατηγορηματικά. Οι άλλοι τρεις μάρτυρες του παραπονούμενου, κλήθηκαν να καταθέσουν, ουσιαστικά για το βαθμό εμπλοκής του κατηγορούμενου 2 στα δρώμενα της κατηγορούμενης 1 ούτως ώστε να αποδειχθεί η απαιτούμενη με το αρ.20 Κεφ.154, σχέση του εν λόγω κατηγορούμενου με το ισχυριζόμενο αδίκημα της κατηγορούμενης
- Σημειώνω εδώ ότι σημαντικό μέρος της διαφωνίας των μερών αποτέλεσε κατά την ακρόαση το γεγονός ότι ενώ ο κατηγορούμενος 2, εκπαιδευτικός στο επάγγελμα, δεν «φαίνεται» πουθενά στα αρχεία της κατηγορούμενης 1, ούτε και είναι αξιωματούχος της, εντούτοις, σύμφωνα με την πλευρά του παραπονούμενου, είναι σε τέτοιο βαθμό, το «δεσμείν και το λύειν» της κατηγορούμενης 1, που θα πρέπει να θεωρηθεί ως «συνεργός» της τελευταίας. Ο ΜΚ2, Ανδρέας Παπαδόπουλος, κατέθεσε ότι εργάστηκε ως υπάλληλος της Faraton Furnishing μέχρι και το
- Επειδή τα γραφεία της εν λόγω εταιρείας ήταν στον ίδιο χώρο με τα γραφεία της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, έβλεπε σχεδόν καθημερινά τους υπαλλήλους της κατηγορούμενης 1 συμπεριλαμβανομένου και του παραπονούμενου. Ο ιδιος, ως υπάλληλος της Furnishing, είχε μείνει απλήρωτος για αρκετό καιρό οπόταν και προέβη σε καταγγελία στο Υπουργείο Παιδείας εναντίον του κατηγορούμενου 2 ο οποίος ήταν το πρόσωπο που εκπροσωπούσε την εν λόγω εταιρεία και έδινε οδηγίες ως προς το πως θα διεξάγονταν οι δραστηριότητες της εν λόγω εταιρείας. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι υπάλληλοι της Furnishing δεν είχαν σχέση με τους υπαλλήλους της κατηγορούμενης 1 και όσον αφορά το ποιος έδινε οδηγίες στους τελευταίους, αν και o ίδιος δεν ξέρει, φαντάζεται, ότι όπως με τους υπαλλήλους της Furnishing, έτσι και στην κατηγορούμενη 1, οι οδηγίες πρέπει να δίνονταν από τον κατηγορούμενο
- Ενόψει του ότι ο μάρτυρας διευκρίνησε ότι η μαρτυρία του επί γεγονότων περιορίζεται στην εταιρεία Furnishing και ότι τα όσα ανέφερε για την εμπλοκή του κατηγορούμενου 2 στην κατηγορούμενη 1, είναι στη βάση του τι ο μάρτυρας φαντάζεται να λάμβανε χώρα, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων δήλωσε ότι δεν θα προβεί σε οποιαδήποτε αντεξέταση του μάρτυρα. Ο δεύτερος μάρτυρας, Δημήτριος Λήμνιος (ΜΚ3), ανέφερε ότι εργάστηκε στην κατηγορούμενη 1 από το Νιόβρη 2012 εώς και τον Ιούλη
- Όπως και ο παραπονούμενος, έτσι και ο ΜΚ2, ανέφερε ότι τα της εργοδότησης και μισθοδοσίας του τα είχε συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο 2, ενώ τους διευθυντές της εταιρείας ούτε τους γνώριζε ούτε τους είδε ποτέ. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι, αν και στα διάφορα εργοτάξια που εργάστηκε υπήρχαν αρμόδια πρόσωπα που ήταν υπεύθυνα για τις εργασίες στο χώρο, οι οδηγίες έρχονταν ουσιαστικά από τον κατηγορούμενο
- Όσον αφορά τους μισθούς του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 του έδινε κατά καιρούς μετρητά, ουδέποτε όμως του εξοφλήθηκε πλήρως οποιοσδήποτε μισθός. Υπεβλήθη στο μάρτυρα ότι η εργασία του στην κατηγορούμενη 1 ήταν υπό τη μορφή ανεξάρτητης παροχής υπηρεσιών και ότι ο ίδιος πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως υπεργολάβος και όχι ως εργοδοτούμενος, θέση την οποία ο ΜΚ3 απέρριψε. Ο Κωνσταντίνος Οικονομίδης, ο οποίος κλήθηκε ως ο τέταρτος μάρτυρας για τον παραπονούμενο, (ΜΚ4), ανέφερε ότι εργάστηκε στην κατηγορούμενη 1 για περίπου 5-6 μήνες. Ούτε αυτός γνωρίζει ή είδε ποτέ τους αξιωματούχους της εταιρείας ενώ το μόνο πρόσωπο που ήξερε ότι αντιπροσωπεύει την εταιρεία ήταν τον κατηγορούμενο 2 τόσο σε σχέση με την καθημερινή εργασία του όσο και σε σχέση με το μισθό του. Για το θέμα του μισθού του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι προέβη σε καταγγελία στο Υπουργείο Εργασίας ένεκα του ότι του οφείλονταν σημαντικά ποσά. Ο μάρτυρας αρνήθηκε υποβολή της υπεράσπισης ότι στο Δικαστήριο ήρθε με αλλότρια κίνητρα κα με σκοπό μόνο να βοηθήσει τον παραπονούμενο αναφέροντας ότι και σε εκείνον, όπως και στον παραπονούμενο, οφείλονται απλήρωτοι μισθοί. Αναφορικά με την καταγγελία που ο μάρτυρας υπέβαλε στο Υπουργείο Εργασίας, αυτή οδήγησε σε ποινική δίωξη της εταιρείας από το εν λόγω Υπουργείο, η οποία δίωξη, όπως δηλώθηκε μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του μάρτυρα, αποπερατώθηκε και ο μάρτυρας, μέσω του Υπουργείου, έλαβε συγκεκριμένο ποσό προς πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων του. Ο κατηγορούμενος 2, επέλεξε, όπως εξ' άλλου ήταν δικαίωμα του, να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Εκ μέρους της υπεράσπισης, κλήθηκε ακόμη ένας μάρτυρας, ο λογιστής-ελεγκτής, Μαρίνος Νικολάου, ΜΥ
- Στην ανώμοτη δήλωση του, το πλήρες κείμενο της οποίας κατατέθηκε ως «Έγγραφο Β», ο κατηγορούμενος 2 αρνείται ουσιαστικά τα όσα καταλογίζονται στον ίδιο και στην κατηγορούμενη 1 από τον παραπονούμενο. Αναφορικά με την εμπλοκή του στα δρώμενα της εταιρείας, ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει στη δήλωση του ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι ιδιοκτησίας του πατέρα του, Αλέξανδρου Γεωργίου και της μητέρας του Χρύσης Αλεξάνδρου, οι οποίοι είναι οι μοναδικοί μέτοχοι και αξιωματούχοι της εταιρείας. Ο ίδιος, εργάζεται ως εκπαιδευτικός στο Δημόσιο και ουδέποτε εργάστηκε στην εταιρεία ή είχε εμπλοκή ή ανάμειξη στα οικονομικά, εισπράξεις ή μελλοντικές εισπράξεις της εταιρείας, ούτε και είχε γνώση περί αυτών, αφού η κατηγορούμενη 1 χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες λογιστών-ελεγκτών οι οποίοι ενημέρωναν μόνο τους ιδιοκτήτες και αξιωματούχους της εταιρείας. Αναφέρει επίσης ο κατηγορούμενος 2 στη δήλωση του ότι γύρω, στο 2012-2013, ο πατέρας του άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, λόγω και του προχωρημένου της ηλικίας του. Ένεκα τούτου, ο κατηγορούμενος 2 άρχισε να τον βοηθά στις διάφορες τυπικές πτυχές της καθημερινότητας της επιχείρησης όπως, τη μεταφορά αλληλογραφίας, την επικοινωνία με τους διάφορους εξωτερικούς συνεργάτες και υπαλλήλους της εταιρείας για να τους μεταφέρει τις οδηγίες του πατέρα του καθώς και την επίλυση οποιωνδήποτε γραφειοκρατικών προβλημάτων τυχόν προέκυπταν. Πάντοτε όμως, ενεργούσε στη βάση των εντολών των διευθυντών της εταιρείας. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, κατά καιρούς, όταν βρισκόταν στα υποστατικά της εταιρείας, έδινε τους μισθούς στους υπαλλήλους οι οποίοι του υπέγραφαν σχετική απόδειξη είσπραξης, όταν δε δεν ήταν ο ίδιος εκεί, τους μισθούς τους έδινε ο λογιστής της εταιρείας κ. Μιχάλης Καρατζής. Στη βάση αυτών των δεδομένων, ο κατηγορούμενος 2 αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε σχέση ή ότι συνέδραμε με οποιοδήποτε τρόπο στην ενδεχόμενη μη πληρωμή οποιουδήποτε ποσού προς τον παραπονούμενο. Όσον αφορά τους μισθούς που ισχυρίζεται ο παραπονούμενος ότι του οφείλονται από την κατηγορούμενη 1, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι επειδή ο ίδιος δεν είχε πρόσβαση στα οικονομικά αρχεία της εταιρείας κατά το χρόνο υπογραφής του Τ.1, θεώρησε, εσφαλμένα ως φάνηκε στη συνέχεια, ότι τα όσα του παρουσίασε ο παραπονούμενος ήταν ορθά, εξ' ου και υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία. Στη βάση όμως των όσων παρουσιάστηκαν στην ακρόαση, ο κατηγορούμενος 2, ισχυρίζεται ότι ο παραπονούμενος δεν έχει αποδείξει πώς προκύπτει να του οφείλονται τα ισχυριζόμενα ποσά αφού αντίθετα, φαίνεται να έλαβε σημαντικά ποσά μέσα στο 2013-
- Ως δεύτερος μάρτυρας για την υπεράσπιση κατέθεσε ο λογιστής ελεγκτής Μαρίνος Νικολάου, ΜΥ2, ο οποίος ανέφερε ότι εργάζεται στο λογιστικό γραφείο που ανέλαβε την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της κατηγορούμενης εταιρείας για τα έτη 2013 και 2014 τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το μάρτυρα, οι εν λόγω καταστάσεις ετοιμάστηκαν με βάση τα στοιχεία που τους έδωσαν οι αξιωματούχοι της εταιρείας και όπως είναι η συνήθης πρακτική, αυτά είναι και τα πρόσωπα που στη συνέχεια ενημερώθηκαν αναφορικά με τις καταστάσεις, τα οποία αφού συμφώνησαν με το περιεχόμενο τους, τις υπέγραψαν. Διευκρίνισε ο μάρτυρας ότι οι εκθέσεις του βασίζονται αποκλειστικά στα στοιχεία που του δόθηκαν από τους διευθυντές της εταιρείας και ότι σαν λογιστής-ελεγκτής, δεν μπορεί να εκφέρει άποψη αναφορικά με το κατά πόσο τα εν λόγω στοιχεία ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αφού αυτό είναι θέμα αποκλειστικά των διευθυντών της εταιρείας. Ο μάρτυρας ανέφερε τέλος ότι τον κατηγορούμενο 2 τον είδε μόνο μία φορά, όταν αυτός ήρθε στο λογιστικό τους γραφείο για να τους φέρει κάποια έγγραφα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την υπεράσπιση, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις. Συνοψίζω την αντίστοιχη επιχειρηματολογία τους. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο κ. Χριστοδούλου, υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί ούτε το οφειλόμενο, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ποσό, αλλά ούτε και η απαιτούμενη, για σκοπούς του αρ.20 Κεφ.154, «εμπλοκή» του κατηγορούμενου
- Όσον αφορά τη μαρτυρία του παραπονούμενου, ο κ. Χριστοδούλου υποστήριξε ότι αυτή θα πρέπει να απορριφθεί ως αναξιόπιστη αφού, σύμφωνα με το συνήγορο, ο παραπονούμενος όχι μόνο δεν μπορούσε να υποστηρίξει τους υπολογισμούς που τον οδήγησαν στο παράπονο του αλλά ακόμη και αυτήν την απόδειξη που καταδείκνυε την οφειλή της κατηγορούμενης εταιρείας στις 31/3/13 (Τ.9), έσπευσε να τη χαρακτηρίσει ως πλαστογραφημένη, θέση την οποία αναίρεσε ρητά κατά την αντεξέταση του επικαλούμενος σύγχυση από τον όγκο των εγγράφων. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονούμενου, απέρριψε ως αβάσιμες τις θέσεις της υπεράσπισης. Υποστήριξε ο κ. Ιωάννου ότι, αφ' ενός είναι φανερό ότι ο παραπονούμενος τελούσε υπό καλόπιστη σύγχυση όταν ισχυρίστηκε ότι το Τ.9 είχε πλαστογραφηθεί εξ' ού και στη δήλωση του αναφέρεται σε ποσό που έλαβε αντί σε ποσό που του οφείλεται ως η εν λόγω απόδειξη αναφέρει. Αφ' ετέρου, ο κ. Ιωάννου υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχτηκε ξεκάθαρα η ισχυριζόμενη οφειλή της κατηγορούμενης 1 προς τον παραπονούμενο, οφειλή την οποία η κατηγορούμενη και αναγνώρισε εγγράφως με το Τ.1 αλλά και απέτυχε να αποδείξει ότι την εξόφλησε, ως το βάρος που φέρει σύμφωνα με το Νόμο. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, ο κ. Ιωάννου, επικαλούμενος την προσκομισθείσα μαρτυρία, υποστήριξε ότι έχει αποδειχτεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι, ο κατηγορούμενος 2, ως το «δεσμείν και το λύειν» της κατηγορούμενης 1, «παρέλειψε να ενεργήσει ούτως ώστε η κατηγορούμενη 1 να μην παραλείψει να πληρώσει τους μισθούς του παραπονούμενου, συνεργώντας έτσι στη διάπραξη των ισχυριζόμενων αδικημάτων. Αμφότεροι οι συνήγοροι, στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, παρέπεμψαν σε σχετική νομολογία προς υποστήριξη των αντίστοιχν θέσεων τους. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις καθώς και την προσκομισθείσα μαρτυρία. Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, του συνόλου των λεπτομερειών του αδικήματος, οι οποίες, όπως αναγράφονται και περιγράφονται στο κατηγορητήριο, αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων, (βλ. Rbeiz
(1989)1 A.A.Δ. (E) 776) και ειδικότερα όταν αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την προβαλλόμενη εκδοχή του παραπονούμενου (βλ. Μιχαήλ ν. Αστυνομίας,
(1991)2 Α.Α.Δ. 168 και Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας Λεμεσού,
(1996)2 Α.Α.Δ. 189). Ταυτόχρονα, επισημαίνω ότι σε σχέση με το υπό εξέταση αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθών, ο Ν. 35(Ι)/07, μεταθέτει στον εργοδότη, το βάρος απόδειξης ότι τέτοιοι μισθοί πληρώθηκαν (βλ. αρ.12
(3)του Νόμου). Αποτελεί βεβαίως πάγια αρχή του ποινικού δικαίου, ότι στις περιπτώσεις όπου ο Νόμος εναποθέτει οποιοδήποτε βάρος στον κατηγορούμενο, η κατηγορούσα αρχή, εξακολουθεί, καθ' όλη τη δίκη να έχει την υποχρέωση να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία προααπαιτούνται για να ενεργοποιηθεί η εναπόθεση του βάρους απόδειξης (βλ. Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 916). Όταν δε αυτό επιτευχθεί, ο κατηγορούμενος υποχρεούται να αποσείσει το δικό του βάρος, στη βάση όμως, του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. σχ. R v Carr Braint
(1943)2 All ER 156 και Ζυπίτης ν Αστυνομία
(2003)2 ΑΑΔ 220). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω την ενώπιον μου μαρτυρία, επισημαίνοντας ότι η επιτυχία της υπόθεσης της Κατηγορούσας αρχής εξαρτάται πρωτίστως από το κατά πόσο η μαρτυρία του παραπονούμενου κρίνεται αξιόπιστη ή όχι. Σημειώνω κατ' αρχή ότι, το γεγονός ότι ο παραπονούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης 1 και ότι ήταν μηνιαία αμειβόμενος, συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των πλευρών. Για το γεγονός αυτό κάμνω ανάλογο εύρημα. Διεξήλθα τη μαρτυρία του παραπονούμενου με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή παρακολουθώντας τον παράλληλα ενώ κατέθετε. Παρατηρώ τα πιο κάτω: α) Σύμφωνα με τη θέση του παραπονούμενου, στις 31/3/13, του οφείλονταν από την κατηγορούμενη 1, μισθοί ύψους €2400 (βλ.Τ.9). β) Ο μηνιαίος μισθός του μέχρι τον τερματισμό της εργοδότησης του ήταν €
- γ) Στις 5/9/14, ήτοι 18 μήνες αργότερα, υπολόγισε τους μισθούς που του οφείλονταν μέχρι τότε, να ανέρχονται στο ποσό των €10.
- Δέχτηκε όπως το εν λόγω ποσό μειωθεί κατά €200, όχι γιατί είχε κάνει λάθος στους υπολογισμούς του αλλά γιατί, έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος να τσακωθεί για €
- Ως εκ τούτου υπόγραψε με την κατηγορούμενη 1, βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία η τελευταία βεβαίωνε ότι κατά τις 5/9/14 του όφειλε το ποσό των €10.600 (Τ.1) δ) Κατά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης και της μαρτυρίας του, προσδιόρισε ρητά το εν λόγω ποσό να προκύπτει από απλήρωτους μισθούς για την περίοδο Νοε.13 εώς και Ιουλ.
- ε) Αρνήθηκε κατηγορηματικά τη θέση ότι για το 2013 έλαβε ποσά συνολικού ύψους €13.400 τα οποία προέκυπταν από τις αποδείξεις Τ.9-25 και ισχυρίστηκε ότι τέσσερεις εξ' αυτών των αποδείξεων είχαν πλαστογραφηθεί με αποτέλεσμα να δείχνουν ότι έλαβε επιπλέον συνολικό ποσό €
- Ταυτόχρονα ισχυρίστηκε ότι η απόδειξη που δείχνει ότι έλαβε επιπλέον ποσό €1800 στις 21/6/13, αφορούσε ουσιαστικά την ίδια πληρωμή που έδειχναν τα τραπεζικά εμβάσματα Τ.15 και ότι μόνο μία φορά έλαβε το εν λόγω ποσό. Στην ουσία δέχτηκε ότι έλαβε κατά το 2013, μόνο το ποσό των €
- στ) Αναφορικά με τις πληρωμές που έλαβε το 2014, δέχτηκε μόνο ότι έλαβε το συνολικό ποσό των €2400 ενώ για το επιπρόσθετο ποσό των €2400 που δείχνει η απόδειξη Τ.25, ανέφερε ότι η εν λόγω απόδειξη αφορά σε δύο επιταγές οι οποίες εν τέλει δεν τιμήθηκαν και επομένως δεν έλαβε το εν λόγω ποσό. Αν και για το επιπρόσθετο ποσό των €730 που αναφέρεται στην εν λόγω απόδειξη ότι έλαβε ο ίδιος δεν εξέφρασε οποιαδήποτε θέση, στην ουσία, σύμφωνα με τη θέση του κατά το 2014 έλαβε τουλάχιστο €
- Από τις πάνω θέσεις του παραπονούμενου προκύπτουν τα εξής: α) Με δεδομένο ότι ο μισθός του από τον Ιανουάριο 2013 μέχρι και τον Ιούλιο 2014 ήταν €1200 μηνιαίως, και κατά την 31/3/13 ήδη του οφείλονταν €2400, αυτό σημαίνει ότι, για όλη αυτή την περίοδο θα έπρεπε να λάβει το συνολικό ποσό των €24.000 ήτοι €15.600 για όλο το 2013 (€2400 κατά την 31/3/13 και €13.200 για την περίοδο Φεβ.13-Δεκ.13) και €8400 για την περίοδο Ιαν.14-Ιούλ.
- β) Σύμφωνα με τον ίδιο για όλο το 2013 έλαβε €7600 και όχι €13.400 που ισχυρίστηκε η υπεράσπιση ενώ για το 2014 έλαβε τουλάχιστο €
- Επομένως, σύμφωνα με τα ποσά που ο ίδιος δέχτηκε ότι έλαβε από Ιαν.2013 - Ιούλ.
- προκύπτει να έχει λάβει το συνολικό ποσό των €10.000 από τις €24.000 που θα έπρεπε να είχε λάβει. γ) Παρά ταύτα όμως στις 5/9/14, ήτοι μετά την λήξη της επίμαχης περιόδου, ο ίδιος υπολογίζει όλα τα μέχρι τότε οφειλόμενα σε αυτόν ποσά και καταλήγει ότι του οφείλονται €10.800 αντί €14.000 που θα ήταν το αναμενόμενο αφήνοντας ανεξήγητο το πως κατέληξε στο εν λόγω ποσό. δ) Αν από την άλλη εκλάβουμε ως δεδομένη τη θέση του, όπως αυτή εκφράστηκε στο κατηγορητήριο και στη μαρτυρία του ότι οι μόνοι μήνες που του οφείλονται μισθοί είναι η περίοδος Δεκ.13-Ιούλ.14 και μέρος του Νοε.13 τότε αυτό σημαίνει ότι οι μισθοί του, από Ιαν.2013 μέχρι και τον Οκτώβρη 2013, είχαν μέχρι τις 5/9/14, εξοφληθεί. Αυτό συνεπάγεται ότι έλαβε συνολικά ποσό ύψους €13.
- Αν τώρα ευσταθεί και η θέση του για τον Νοε. 13, ότι δηλαδή έλαβε μόλις €200 έναντι του μισθού του, αυτό σημαίνει ότι για το 2013 έλαβε συνολικό ποσό €13.400, θέση όμως την οποία και απέρριψε κατηγορηματικά για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω αλλά και η οποία δεν συμφωνεί με τη θέση του ως προς τι ποσά έλαβε στο σύνολο. Στη βάση των πιο πάνω, μία εξήγηση ως προς το πως κατέληξε στο ποσό των €10.800 ή €10.600 που αναφέρεται στο Τ.1, θα μπορούσε να είναι ότι όντως έλαβε, μέχρι τον Νοε.2013 το ποσό των €13.200, κάτι το οποίο όμως αρνήθηκε και να μην του καταβλήθηκαν οι υπόλοιποι μισθοί μέχρι και τον Ιούλ.14 συνολικού ύψους €10.
- Η άλλη εξήγηση που θα μπορούσε να να δοθεί είναι ότι του καταβλήθηκαν για το 2013, μόνο €7600 ως ισχυρίστηκε και €5530 για το 2014, αφήνοντας έτσι το συνολικό υπόλοιπο στις 5/9/14 περί τις €10.
- Για να ισχύει όμως αυτή η περίπτωση, με δεδομένο ότι οι δύο τελευταίες επιταγές για το συνολικό ποσό των €2400 δεν τιμήθηκαν, θα πρέπει το τελικό ποσό των €10.800, είτε να περιλαμβάνει και το ποσό των ατίμητων επιταγών, κάτι το οποίο ο παραπονούμενος έχει ρητά αποκλείσει είτε να έχουν ληφθεί υπόψη μισθοί που αφορούν σε μια περίοδο που εκφεύγει του κατηγορητηρίου ήτοι οι μήνες πριν το Νοε.
- Επισημαίνω εδώ την απάντηση που ο παραπονούμενος έδωσε όταν ρωτήθηκε ρητά κατά την αντεξέταση πως κατέληξε στο ποσό των €10.800: « Τις πρώτες μέρες αν θυμάμαι καλά, Αύγουστο του 2012 άρχισαν να μου οφείλονται. €400 μέσα και εγώ σημείωνα ότι έπρεπε να παίρνω €1200 και έμενε υπόλοιπο €
- Το ίδιο και για τον Αύγουστο, Σεπτέμβρη, Οκτώβρη, Νιόβρη, Δεκέμβρη και Γενάρη και γι' αυτό βγήκε το ποσό που ανέφερα πριν ότι στις 31/3/13 μου εχρώσταν €
- Ήταν από τον Αύγουστο μέχρι το Γενάρη 2013 - όφειλε μου υπόλοιπο €2400, υπόλοιπο μέσα κάθε μήνα, μετά επολλύναν τα ποσά και άρχισα και σημείωνα τα μέχρι που ήρθε η 5/9/14 που επήα και ανέφερα ότι δεν μπορώ άλλο να συνεχίσω χωρίς να με πληρώνει.» (έμφαση δική μου) Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω διατηρώ αμφιβολίες, ως προς το ποιοι μισθοί είναι τελικά που οφείλονται και για ποιους μήνες. Ενώ φαίνεται στις 5/9/14 να οφείλονται στον παραπονούμενο κάποια ποσά σε σχέση με τους μισθούς του για την περίοδο Ιαν.2013-Ιούλ.2014, εντούτοις, τα εν λόγω ποσά δεν μπορούν, υπό το φως της μαρτυρίας του παραπονούμενου, να ανταποκριθούν και να τοποθετηθούν με ασφάλεια στους συγκεκριμένους μήνες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Υπενθυμίζω άλλωστε ότι σύμφωνα με τους υπολογισμούς του παραπονούμενου, είναι το ποσό των €10.800 που του οφείλετο και όχι το ποσό των €10.600 που εν τέλει αναγράφηκε στο Τ.
- Το πως εν τέλει το κατηγορητήριο και η μαρτυρία προσαρμόστηκε, να επιβεβαιώνει το τελευταίο ποσό αντί το ποσό που ο παραπονούμενος θεωρεί ότι του οφείλεται έχει και αυτό παραμείνει ανεξήγητο. Ίσως ο παραπονούμενος να θεώρησε, εσφαλμένα βέβαια, ότι, η αστική συμφωνία που υπέγραψε και το γεγονός παραγραφής κάποιων από των οφειλών, επηρεάζει το ποινικό αδίκημα με το οποίο κατηγόρησε τους κατηγορούμενους και γι' αυτό έκρινε πρέπον να καταλογίσει μαθηματικά το ποσό στους συγκεκριμένους μήνες που το καταλόγισε. Σημειώνω εδώ ότι όσον αφορά την απόφαση που εκδόθηκε από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υπέρ του παραπονούμενου, πέραν του ότι η εν λόγω απόφαση δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία, με τους εφαρμοστέους κανόνες απόδειξης να είναι εντελώς διαφορετικοί και μάλιστα υψηλότερου επιπέδου απόδειξης -πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας- ούτε και απαλλάσσει την πλευρά του παραπονούμενου από το σχετικό βάρος απόδειξης της ενοχής των κατηγορουμένων. Άλλωστε, η απόφαση που εξασφάλισε ο παραπονούμενος συνιστά απόφαση που εκδόθηκε στη βάση αναντίλεκτης μαρτυρίας - λόγω παράλειψης της κατηγορούμενης 1 να καταχωρήσει εμφάνιση και όχι κατόπιν πλήρους ακρόασης όπου τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών εξετάζονται και καθορίζονται ή αποφασίζονται κατά τρόπο απόλυτο ή τελεσίδικο (βλ.Tράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. K Bιονευρολογική Λτδ και Άλλων,
(2011)1 Α.Α.Δ. 234). Έχοντας κατά νου τη νομική θέση που διέπει το βάρος απόδειξης σε μια ποινική υπόθεση κρίνω ότι, στη βάση των όσων αναφέρω ανωτέρω, η προσκομισθείσα μαρτυρία σε σχέση με την επί του προκειμένου εκδοχή του παραπονούμενου, δεν οδηγεί με ασφάλεια και στο βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις, στο συμπέρασμα, ότι για τους συγκεκριμένους μήνες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος δεν έλαβε το μισθό του. (βλ. Alibrahim Muhy Iddin ν. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 47/2014, 29/2/2016, Παφίτης άλλος ν. Δημοκρατίας,
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 Πατατάρης ν. Αστυνομίας,
(1993)2 Α.Α.Δ. 58 και Χαρίτωνος κ.α. ν Δημοκρατίας
(1971)2 ΑΑΔ 40). Η πιο πάνω κατάληξη μου αναπόφευκτα καθιστά αχρείαστη και περιττή την ενασχόληση με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2 ή με τη μαρτυρία του ΜΥ2 αφού σε κάθε περίπτωση δεν εναπόκειται στην υπεράσπιση να αποδείξει την αθωότητα του κατηγορούμενου αλλά στην κατηγορούσα αρχή να αποδείξει την ενοχή του∙ και αν μετά από την εξέταση της μαρτυρίας το Δικαστήριο διατηρεί εύλογες ή υποβόσκουσες αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορούμενου, ο τελευταίος δικαιούται να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας, έστω και αν οι εξηγήσεις του και οι θέσεις της υπεράσπισης γενικότερα δεν έχουν γίνει δεκτές (Woolmington v DPP 25 Cr.App.R. 72, Χαρίτωνος κ.α. ν Δημοκρατίας
(1971)2 ΑΑΔ 40). Στις 5/9/14, κάποιοι μισθοί οφείλονταν στον παραπονούμενο την πληρωμή των οποίων, ως ανέφερα προηγουμένως, θα πρέπει η πρώτη να την αποδείξει. Αυτό όμως δεν απαλλάσσει τον παραπονούμενο, από το καθήκο που είχε καθ' όλη τη δίκη, να ικανοποιήσει στον απαιτούμενο βαθμό, ότι οι μισθοί που του οφείλονταν και δεν πληρώθηκαν είναι αυτοί που καθορίζονται στο κατηγορητήριο και αντιστοιχούν στην εκεί αναφερόμενη περίοδο. Τότε και μόνο τότε δημιουργείται στον κατηγορούμενο η υποχρέωση να αποδείξει την εξόφληση τους. Καθήκον του Δικαστηρίου είναι να αποφανθεί για την ενοχή ή μη του κατηγορούμενου, ως του καταλογίζεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έχοντας υπόψη του το σύνολο της μαρτυρίας κάτι το οποίο στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καταδειχθεί. Ούτε τίθεται θέμα θεραπείας της κατάστασης με τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Πέραν και ανεξάρτητα του ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα επηρέαζε καταλυτικά τα δικαιώματα αμφότερων των κατηγορουμένων, εν πάσει περιπτώσει, δεν θα συνήδε με την μαρτυρία ως αυτή έχει αναλυθεί πιο πάνω. (βλ. Lanitis Bros Ltd ν. Ιατρικών Υπηρεσιών
(1995)2 Α.Α.Δ 266 και Αχτάρ Ανδρέας και Άλλοι ν. Αστυνομίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, έχω ήδη αποφασίσει ότι στους κατηγορούμενους θα δώσω το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Ένεκα αυτής μου της κατάληξης παρέλκει η εξέταση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου 2, ως συνεργού, στη βάση των προνοιών του αρ.20 Κεφ.154, αν και υπό το φως των λεχθέντων του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αρτεμίδη Δ. ως ήταν τότε, στην υπόθεση Peppis Company Ltd και Άλλος ν. Eπαρχιακού Λειτουργού Eργασίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 272, διατηρώ τις αμφιβολίες μου αν μπορεί να γίνει επίκληση του αρ.20 σε σχέση με το υπό εξέταση αδίκημα και αυτό ενόψει της συγκεκριμένης διάταξης στο Νόμο αναφορικά με το πότε πρόσωπα που παρουσιάζονται να εκπροσωπούν μια εταιρεία δύναται να έχουν ποινική ευθύνη με βάση το Νόμο. Το θέμα όμως δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Ενόψει όλων των ανωτέρω, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, και δη το κατά πόσο οι αθωωθέντες κατηγορούμενοι δικαιούνται σε έξοδα, το θέμα ρυθμίζεται από τα αρ. 168 και 169 Κεφ.155 και εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου (Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 και Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232). Ενόψει των λόγων για τους οποίους έχω αποφασίσει να αθωώσω τους κατηγορούμενους, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά Παράλειψη πληρωμής μισθών [1] . 9-
(1)Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.
(2)Σε περίπτωση εργοδοτουμένων, των οποίων οι μισθοί υπολογίζονται "με το κομμάτι" ή ανάλογα με την παραγωγή, τα μέγιστα διαστήματα για την πληρωμή των μισθών πρέπει, κατά το δυνατόν, να είναι τέτοια, έτσι ώστε οι μισθοί να καταβάλλονται τουλάχιστον δύο φορές το μήνα, σε διαστήματα που να μην ξεπερνούν τις δεκαέξι μέρες.
(3)Η συχνότητα πληρωμής που προνοείται στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου, μπορεί να διαφοροποιηθεί στην περίπτωση που προνοείται διαφορετικά από συλλογική σύμβαση και/ή πρακτική. 12.-
(1)Ο εργοδότης οφείλει να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται, για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία σχετικά με τον ακάθαρτο και τον καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές αυτές.
(2)Τα τηρούμενα δυνάμει του εδαφίου
(1)αρχεία θα πρέπει να φυλάσσονται από τον εργοδότη ή για λογαριασμό του και να είναι διαθέσιμα κατά πάντα εύλογο χρόνο για έλεγχο από Επιθεωρητή ή άλλο λειτουργό, που ορίζεται δυνάμει του άρθρου 13.
(3)Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης. 20.-
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο