← Κύπρος

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΚΤΗΜΑΤΟΜΕΣΙΤΩΝ ν. P. PEKLIVANA HOLDINGS LTD κ.α., Αρ. υπόθεσης: 11426/2014, 11/1/2016

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΚΤΗΜΑΤΟΜΕΣΙΤΩΝ ν. P. PEKLIVANA HOLDINGS LTD κ.α., Αρ. υπόθεσης: 11426/2014, 11/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 11426/2014 ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΚΤΗΜΑΤΟΜΕΣΙΤΩΝ Κατηγορούσα Αρχή ν

  1. P. PEKLIVANA HOLDINGS LTD
  2. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΕΚΛΙΒΑΝΑ Κατηγορούμενοι 11 Ιανουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κ. Φούλιας δια Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητή & Σια Για κατηγορούμενους 1 & 2: κα Χριστοδούλου Κατηγορούμενος 2 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν αριθμό κατηγοριών που αφορούν ισχυριζόμενες παραβάσεις του περί Κτηματομεσιτών Νόμου 71(Ι)/
  3. Ειδικότερα, και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, κατηγορούνται ότι κατά ή περί τις 28.7.2014 και ενώ δεν ήταν εγγεγραμμένοι στα μητρώα του Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών και δεν κατείχαν την προβλεπόμενη από το Ν. 71(Ι)/2010άδεια, ασκούσαν το επάγγελμα του κτηματομεσίτη, ενεργούσαν ως κτηματομεσίτες, προβάλλονταν ή διαφημίζονταν ως κτηματομεσίτες και διαφήμιζαν ή προέβαλλαν κτηματική συναλλαγή σε σχέση με ακίνητη περιουσία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ένας μάρτυρας, ο Χαράλαμπος Φουλής, λειτουργός στο Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών και διορισθείς ως επιθεωρητής από το διοικητικό συμβούλιο (ΜΚ1). Σύμφωνα με τον ΜΚ1, τον Ιούλιο 2014 το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών δέχθηκε παράπονα από εγγεγραμμένους και αδειούχους κτηματομεσίτες ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ασκεί κτηματομεσιτικές εργασίες χωρίς άδεια, μέσω της ιστοσελίδας www.thinkcyprus.net και ότι διατηρεί κτηματομεσιτικό γραφείο σε συγκεκριμένη διεύθυνση στη Λάρνακα. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 28.7.2014 επισκέφθηκε την εν λόγω ιστοσελίδα και διαπίστωσε ότι ασχολείται με «κτηματικές δραστηριότητες», εξηγώντας ότι «εντός της ιστοσελίδας υπήρχαν αναρτημένα πάρα πολλά ακίνητα προς πώληση ή ενοικίαση χωρίς να αναγράφονται τα στοιχεία επικοινωνίας των ιδιοκτητών παρά μόνο το τηλέφωνο επικοινωνίας της www.thinkcyprus.net τα οποία αντιστοιχούν στην εταιρεία P. Peklivanas Holdings Ltd». Συνέχισε λέγοντας ότι εκτύπωσε αριθμό φυλλαδίων όπου φαίνονται αναρτημένα διάφορα ακίνητα (Τεκμήριο 1), τις πληροφορίες που αναγράφοντας στην κατηγορία «contacts» και που, σύμφωνα με τον ίδιο, αντιστοιχούν στη διεύθυνση του γραφείου της εταιρείας και τα τηλέφωνα επικοινωνίας της (Τεκμήριο 2) καθώς και την σελίδα στην οποία αναγράφονται οι υπηρεσίες που προσφέρονται στους ενδιαφερόμενους αγοραστές (Τεκμήριο 3). Ανέφερε περαιτέρω ότι από έρευνα που διενήργησε στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών εντόπισε ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας (Τεκμήριο 4) ενώ από περαιτέρω έρευνα διαπίστωσε ότι κανείς από τους κατηγορούμενους δεν είναι εγγεγραμμένος στα Μητρώα του Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν επισκέφθηκε τα υποστατικά ή τη διεύθυνση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας αλλά βασίστηκε στην έρευνα του στην ιστοσελίδα για να διαπιστώσει τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων διότι, όπως ανέφερε περιελάμβανε «διαφημίσεις ακινήτων χωρίς να αναγράφονται τα στοιχεία επικοινωνίας των ιδιοκτητών παρά μόνο το όνομα της κατηγορούμενης εταιρείας». Σε σχέση με τον κατάλογο ακινήτων που παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 1, ερωτήθηκε κατά πόσο για κάθε ακίνητο προχώρησε στο μέρος της ιστοσελίδας που παραθέτει με λεπτομέρεια τα στοιχεία του ακινήτου. Απάντησε αρνητικά. Του τέθηκε τότε ότι στο σημείο της ιστοσελίδας όπου παρατίθενται οι λεπτομέρειες του κάθε ακινήτου, δεν δίδονται στον επισκέπτη της ιστοσελίδας τα στοιχεία επικοινωνίας της κατηγορούμενης 1 εταιρείας αλλά τα στοιχεία επικοινωνίας είτε του ιδιοκτήτη του ακινήτου είτε του κτηματομεσίτη που εκπροσωπεί τον ιδιοκτήτη (Τεκμήριο 7). Ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο αυτό ισχύει διότι, όπως εξήγησε, δεν έκανε σχετική έρευνα. Ανέφερε επίσης αντεξεταζόμενος ότι ο ίδιος δεν έχει ερευνήσει εάν στη συγκεκριμένη ιστοσελίδα διαφημίζουν ακίνητα ιδιοκτήτες των ακινήτων ή κτηματομεσίτες που τους εκπροσωπούν, αφού για τους δικούς τους σκοπούς περιορίστηκε στο ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια της ιστοσελίδας. Πρόσθεσε ότι η ανάρτηση των ακινήτων συνιστά διαφήμιση από τους κατηγορούμενους των ακινήτων αυτών. Κατά τη διάρκεια επίσης της αντεξέτασης του και απαντώντας σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι δεν έχει οποιεσδήποτε πληροφορίες ή αποδείξεις ότι οι κατηγορούμενοι έλαβαν οποιαδήποτε προμήθεια από οποιοδήποτε πρόσωπο από τη λειτουργία της ιστοσελίδας. Του τέθηκε ότι η επίδικη ιστοσελίδα λειτουργεί ουσιαστικά ως εφημερίδα αφού δίδει τη δυνατότητα σε ιδιοκτήτες και εγγεγραμμένους κτηματομεσίτες να διαφημίζουν καθώς και ότι αυτό φαίνεται από το σημείο της ιστοσελίδας στο οποίο αναγράφονται οι όροι χρήσης υπό τον τίτλο «Property listings». Διαφώνησε υποστηρίζοντας ότι αυτό δεν είναι ξεκάθαρο από την «κυρίως σελίδα». Αρνήθηκε περαιτέρω σε σχετική υποβολή που του τέθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε προσπαθήσει στο παρελθόν να επικοινωνήσει μαζί του για να λάβει συμβουλές σε σχέση με τη νομοθεσία και τη λειτουργία της ιστοσελίδας αναφέροντας ότι η παροχή συμβουλών δεν είναι στα καθήκοντα του. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία και προς υπεράσπιση κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες, ο κατηγορούμενος 2 (ΜΥ1) και ο Γιώργος Χατζηθωμάς (ΜΥ2). Κατά τη μαρτυρία του, ο κατηγορούμενος 2 (ΜΥ1) ανέφερε ότι είναι διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και αρνήθηκε ότι ο ίδιος ή η εταιρεία ενήργησαν κατά παράβαση των προνοιών του Ν. 71(Ι)/
  4. Υποστήριξε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ασχολείται με την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης κοινόκτητων οικοδομών ανεξάρτητων κατοικιών και διαμερισμάτων και ότι για τον σκοπό των εργασιών της διαθέτει δύο ιστοσελίδες, μια εκ των οποίων είναι και η επίδικη. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο αρχικός σκοπός της επίδικης ιστοσελίδας είναι να διαφημίζει ακίνητα που ανήκουν προσωπικά στον ίδιο. Αργότερα όμως, η ιστοσελίδα επανασχεδιάστηκε με σκοπό να παρέχει τη δυνατότητα σε οποιοδήποτε ιδιοκτήτη ακινήτου να το διαφημίσει προς πώληση ή ενοικίαση, καθώς και σε εγγεγραμμένους κτηματομεσίτες να διαφημίσουν ακίνητα τους για τον ίδιο σκοπό. Εξήγησε ότι για να διαφημίσει κάποιος ιδιοκτήτης ή κτηματομεσίτης ακίνητο στην ιστοσελίδα πρέπει πρώτα να εγγραφεί και για να εγκριθεί η εγγραφή του πρέπει να ικανοποιήσει για την ιδιότητα του ως ιδιοκτήτης ή ως κτηματομεσίτης. Συνέχισε λέγοντας ότι πρόσωπο που ενδιαφέρεται για συγκεκριμένο ακίνητο πρέπει να επικοινωνήσει με τον ιδιοκτήτη/κτηματομεσίτη του ακινήτου. Η ιστοσελίδα, μέσω ειδικού συνδέσμου, παραπέμπει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο σε συγκεκριμένο έντυπο το οποίο καλείται να συμπληρώσει και να αποστείλει στον ιδιοκτήτη ή κτηματομεσίτη. Η δε κατηγορούμενη εταιρεία δεν λαμβάνει ή έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με τα ενδιαφερόμενα αυτά πρόσωπα, δεν λαμβάνει τη σχετική αλληλογραφία και δεν επικοινωνεί ή μεσολαβεί με οποιοδήποτε μεταξύ ιδιοκτήτη και πελάτη. Υποστήριξε ότι πριν τη λειτουργία της ιστοσελίδας είχε επικοινωνήσει με τον ΜΚ1, ενημέρωσε για την πρόθεση λειτουργίας της ιστοσελίδας και ζήτησε πληροφορίες σε σχέση με τη νομοθεσία. Παρουσίασε ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο ανέφερε ότι είχε αποστείλει (Τεκμήριο 9), όμως δεν έλαβε απάντηση. Ανέφερε ότι ούτε ο ίδιος ούτε η κατηγορούμενη 1 εταιρεία λαμβάνουν οποιοδήποτε αντίτιμο από την πώληση ακινήτου που βρίσκεται αναρτημένο στην ιστοσελίδα και ότι η μοναδική τους αμοιβή είναι για το τέλος διαφήμισης του ακινήτου που είναι πληρωτέο προκαταβολικά, πριν την ανάρτηση της διαφήμισης. Κατά την αντεξέταση του επανάλαβε ότι το μοναδικό οικονομικό όφελος της κατηγορούμενης 1 εταιρείας από τη λειτουργία της ιστοσελίδας είναι το τέλος διαφήμισης το οποίο χρεώνει προκαταβολικά και το οποίο είναι προκαθορισμένο και σταθερό. Το ύψος του ποσού εξαρτάται από το χρονικό διάστημα για το οποίο ο ιδιοκτήτης επιθυμεί να είναι αναρτημένο το ακίνητο του στην ιστοσελίδα. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο έχει διενεργηθεί οποιαδήποτε πώληση ακινήτου μέσω της ιστοσελίδας διότι οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές δεν έρχονται σε επαφή με τον ίδιο ή την εταιρεία αλλά μόνο με τον ιδιοκτήτη. Ο μόνος τρόπος να γνωρίζουν οι ίδιοι εάν διενεργήθηκε πώληση είναι εάν τους ενημερώσει ο ιδιοκτήτης σχετικά. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι σκοπός δημιουργίας και λειτουργίας της ιστοσελίδας είναι να δώσει στους πελάτες του την ευκαιρία να διαφημίζουν ακίνητα τους προς ενοικίαση ή πώληση. Όμως επέμενε ότι η διαχείριση της κάθε ανάρτησης ακινήτου γίνεται απευθείας από τον πελάτη. Δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο κ. Γιώργος Χατζηθωμάς, που ασχολείται με τη δημιουργία ιστοσελίδων (ΜΥ2). Σύμφωνα με τον ΜΥ2, περί τον Ιούλιο 2013 ανέλαβε τη δημιουργία της επίδικης ιστοσελίδας η οποία ρυθμίστηκε με σκοπό να ασχολείται με τον τομέα της διαφήμισης ακινήτων. Σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας της ιστοσελίδας, ο ΜΥ2 εξήγησε ότι εάν ιδιοκτήτης ακινήτου ή αδειούχος κτηματομεσίτης επιθυμεί να πωλήσει ή ενοικιάσει ακίνητο τότε μπορεί να εγγραφεί στην ιστοσελίδα συμπληρώνοντας και υποβάλλοντας σχετικό έντυπο. Ακολούθως καταβάλει το τέλος διαφήμισης ώστε να ενεργοποιηθεί η διαφήμιση του και να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτή τρίτα πρόσωπα, επισκέπτες της ιστοσελίδας. Εκτυπωμένα αντίγραφα των μερών της ιστοσελίδας που αφορούν τα ενδιάμεσα αυτά στάδια κατέστησαν Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα, ενώ εκτυπωμένα αντίγραφα των όρων και κανονισμών της επίδικης ιστοσελίδας κατέστησαν Τεκμήριο
  5. Σύμφωνα με τον ΜΥ2, η ιστοσελίδα έχει ρυθμιστεί με τρόπο ώστε ο ενδιαφερόμενος αγοραστής να μπορεί να επικοινωνήσει απευθείας με τον ιδιοκτήτη ή τον κτηματομεσίτη που ανήρτησε το ακίνητο, στέλλοντας του ηλεκτρονικό μήνυμα, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε διαμεσολάβηση στην εν λόγω επικοινωνία από τους κατηγορούμενους. Τέλος, σύμφωνα με τον ΜΥ2, από έρευνα που διενήργησε διαπίστωσε ότι η επίδικη ιστοσελίδα λειτουργεί μέχρι σήμερα με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσε κατά τον χρόνο παράδοσης της στους κατηγορούμενους, δηλαδή από το καλοκαίρι
  6. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω μελετήσει το περιεχόμενων όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων, έχω κατά νου τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, την ποιότητα της, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων που έδιναν - τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση τους. Έλαβα περαιτέρω υπόψη την λογικοφάνεια και αληθοφάνεια των θέσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία τους καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική αλλά η μαρτυρία δεν πρέπει να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά και ως σύνολο, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης[1]. Πέραν από την ατομική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, συνεκτιμώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη[2]. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα, πρέπει να επισημάνω ότι το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης δεν θα κριθεί από αμφισβητούμενα γεγονότα. Εξ άλλου, δεν έχω διαπιστώσει ότι υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των εκδοχών της κάθε πλευράς σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Αυτό το οποίο διαφάνηκε είναι ότι η πλευρά της υπεράσπισης θεωρεί ότι υπάρχουν γεγονότα πέραν από εκείνα που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο τα οποία απαλλάσσουν τους κατηγορούμενους από οποιαδήποτε ποινική ευθύνη. Ξεκινώντας από τον ΜΕ1, κρίνω ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστος. Θεωρώ ότι, επί της ουσίας της μαρτυρίας του, κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια και δεν προσπάθησε να παραποιήσει γεγονότα ή να παραπλανήσει. Αποδέχομαι επομένως τα όσα κατέθεσε. Ο ΜΥ1 μου έχει επίσης δημιουργήσει σε γενικές γραμμές θετική εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Εξήγησε με σαφήνεια ποια ήταν η πρόσθεση του με τη δημιουργία και λειτουργία της επίδικης ιστοσελίδας και ποιος ο τρόπος με τον οποίο γινόταν η διαχείριση της στην πράξη. Θεωρώ τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη και ως τέτοια γίνεται αποδεκτή. Δεν μου διαφεύγει ότι υπάρχει διαφωνία μεταξύ του ΜΚ1 και του ΜΥ1 αναφορικά με το κατά πόσο υπήρξε μεταξύ τους επικοινωνία πριν η ιστοσελίδα τεθεί σε λειτουργία. Επί αυτού, ο ΜΥ1 υποστηρίζει ότι υπήρξε επικοινωνία και παρουσίασε αντίγραφο επιστολής που απεύθυνε στον ΜΚ1 (Τεκμήριο 9) με την οποία, μεταξύ άλλων, ενημέρωνε για την πρόθεση του να λειτουργήσει την ιστοσελίδα και ζητούσε πληροφορίες σε σχέση με την νομοθεσία. Ο δε ΜΚ1 αρνείται ότι έλαβε την εν λόγω επιστολή αναφέροντας ότι η ηλεκτρονική διεύθυνση στην οποία στάληκε δεν ανήκει στον ίδιο αλλά είναι γενική ηλεκτρονική διεύθυνση του Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών ενώ, ακόμα και αν την είχε παραλάβει, δεν θα απαντούσε διότι δεν είναι στα καθήκοντα του η παροχή συμβουλών. Κατά την κρίση μου, η διαφωνία σε σχέση με το γεγονός αυτό δεν είναι ουσιώδης αφού δεν την θεωρώ καθοριστική για την απόφαση μου επί της ουσίας της υπόθεσης. Το ποια από τις δύο εκδοχές αναφορικά με το γεγονός αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα δεν θα ήταν ικανή να επηρεάσει το αποτέλεσμα και γι' αυτό θεωρώ ότι, σε γενικές γραμμές, δεν πλήττει την αξιοπιστία των ΜΚ1 και ΜΥ
  7. Τέλος κρίνω ότι αξιόπιστος ήταν και ο ΜΥ
  8. Δεν διέκρινα οποιοδήποτε σημείο στη μαρτυρία του που να θέτει σε αμφισβήτηση την αλήθεια των όσων κατέθεσε. Απαντούσε με αμεσότητα και πειστικότητα, ήταν σαφής στα εξηγήσεις που έδινε και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Αποδέχομαι επομένως τα όσα κατέθεσε. Επί τη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα: (α) Η κατηγορούμενη 1 είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ο κατηγορούμενος 2 είναι ο μοναδικός της διευθυντής. (β) Με οδηγίες του κατηγορούμενου 2, ο ΜΥ2 δημιούργησε την επίδικη ιστοσελίδα την οποία και παρέδωσε στους κατηγορούμενους το καλοκαίρι 2013 και την οποία αυτοί έθεσαν σε λειτουργία. (γ) Στην επίδικη ιστοσελίδα, ο κατηγορούμενος 2 διαφήμιζε προς πώληση ή ενοικίαση δικά του ακίνητα. Η ιστοσελίδα παρείχε περαιτέρω τη δυνατότητα σε πελάτες των κατηγορούμενων, οι οποίοι ήταν ιδιοκτήτες ακινήτων ή εγγεγραμμένοι κτηματομεσίτες, να διαφημίζουν ακίνητα προς ενοικίαση ή πώληση. (δ) Η ανάρτηση ακινήτων στην ιστοσελίδα από ιδιοκτήτες ή κτηματομεσίτες γινόταν κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης προς εγγραφή η οποία υποβαλλόταν στους κατηγορούμενους, Τεκμήρια 6 και
  9. Η δε ανάρτηση ακινήτων γινόταν στη βάση των όρων και κανονισμών, Τεκμήριο
  10. (ε) Σε σχέση με την ανάρτηση ακινήτων στην ιστοσελίδα, οι κατηγορούμενοι λάμβαναν από τους ιδιοκτήτες ή κτηματομεσίτες, τέλος διαφήμισης. Το τέλος αυτό ήταν ένα σταθερό ποσό, το ύψος του οποίου εξαρτάτο από το χρονικό διάστημα για το οποίο ένα ακίνητο θα ήταν αναρτημένο στην ιστοσελίδα και το οποίο ήταν πληρωτέο προκαταβολικά, δηλαδή πριν η ανάρτηση ενεργοποιηθεί και καταστεί προσβάσιμη σε επισκέπτες της ιστοσελίδας. (στ) Σε περίπτωση που επισκέπτης της ιστοσελίδας ενδιαφερόταν γα αγορά ή ενοικίαση ακινήτου που ήταν αναρτημένο σε αυτή τότε η ιστοσελίδα του παρείχε τη δυνατότητα να επικοινωνήσει απευθείας με τον ιδιοκτήτη ή κτηματομεσίτη και δεν υπήρχε διαμεσολάβηση από τους κατηγορούμενους στην επικοινωνία αυτή. Έχοντας ως δεδομένα τα πιο πάνω, παραμένει να εξεταστεί εάν τα γεγονότα αυτά είναι ικανά να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αποδίδονται στους κατηγορούμενους. Όπως είναι καλά γνωστό, το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία έχει υποχρέωση να το αποσείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Έχω ήδη αναφέρει ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν αριθμό κατηγοριών που αφορούν παραβάσεις του περί Κτηματομεσιτών Νόμου 71(Ι)/
  11. Σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες του άρθρου 33 του Ν.71(Ι)/2010: «33.-

(1)Κανένα πρόσωπο δε δικαιούται- (α) να ασκεί το επάγγελμα του κτηματομεσίτη ή με οποιοδήποτε τρόπο να ενεργεί ως κτηματομεσίτης. (β) να προβάλλεται ή διαφημίζεται ως κτηματομεσίτης ή να επαγγέλλεται με οποιοδήποτε όνομα, επωνυμία ή τίτλο στον οποίο περιέχονται οι λέξεις "κτηματομεσίτης", "κτηματομεσιτικοί σύμβουλοι", "κτηματομεσιτικές επιχειρήσεις" ή "κτηματομεσιτεία" ή άλλες ταυτόσημες ή παρόμοιες φράσεις ή λέξεις σε οποιαδήποτε γλώσσα ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αφήνει να νοηθεί ότι πραγματοποιεί κτηματομεσιτεία. (δ) να διαφημίζει ή προβάλλει ή προτείνει οποιαδήποτε κτηματική αγορά ή πώληση ή άλλη κτηματική συναλλαγή αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του ή στο όνομα συγγενικού του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας προσώπου μέχρι δευτέρου βαθμού ή στο όνομα προσώπου για τη διαχείριση της περιουσίας του οποίου κατέχει γενικό πληρεξούσιο ή στο όνομα εταιρείας της οποίας είναι διευθυντής, εκτελεστικός σύμβουλος ή υπάλληλος. εκτός εάν το πρόσωπο αυτό είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης και κατέχει ισχύουσα ετήσια άδεια άσκησης του επαγγέλματος που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 17 ή εμπίπτει εντός των προνοιών του άρθρου 15 και δεν του έχει επιβληθεί απαγόρευση δυνάμει του άρθρου 16.» Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.71(Ι)/2010, «κτηματομεσίτης» σημαίνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο του οποίου η απασχόληση είναι η έναντι αμοιβής μεσολάβηση για «κτηματική συναλλαγή» που με τη σειρά της ερμηνεύεται ως κάθε συναλλαγή για τη σύναψη συμφωνίας για πώληση, αγορά, ανταλλαγή ή μίσθωση ακίνητου πέραν του ενός μηνός. Σε σχέση με τα αδικήματα των παραγράφων 33
(1)(α) και 33
(1)(β) του Ν.71(Ι)/2010, ουσιώδους σημασίας για την απόδειξη διάπραξης τους είναι το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι ενεργούσαν κατά τον επίδικο χρόνο ως κτηματομεσίτες. Πρόκειται θεωρώ για ζήτημα πραγματικό το οποίο πρέπει να εξεταστεί λαμβάνοντας υπόψη όλα τα γεγονότα και δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι ενεργούσαν χρησιμοποιώντας ρητά τον όρο «κτηματομεσίτης» ή «κτηματομεσιτία». Πρέπει όμως πέραν αυτού να εξεταστεί και κατά πόσο, επί της ουσίας, ενεργούσαν με τρόπο ώστε θα μπορούσε να εκληφθεί ότι ήταν κτηματομεσίτες ή διενεργούσαν κτηματομεσιτία, μέσω της επίδικης ιστοσελίδας. Η θέση του ΜΚ1 είναι ότι αυτό προκύπτει από το μέρος της ιστοσελίδας που αποτυπώνεται στα Τεκμήρια 1, 2 και 3. Θεωρώ όμως ότι τα συγκεκριμένα τεκμήρια παρουσιάζουν μια αποσπασματική εικόνα της επίδικης ιστοσελίδας. Όπως διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, η έρευνα που διενήργησε στην ιστοσελίδα δεν ήταν ενδελεχής. Όπως ο ίδιος κατέθεσε, πέραν από την εκτύπωση της αρχικής σελίδας στην οποία υπήρχε κατάλογος ακινήτων δεν προχώρησε στο μέρος της ιστοσελίδας όπου παρουσιάζονταν οι λεπτομέρειες του κάθε ακινήτου. Η θέση των μαρτύρων υπεράσπισης, η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη ήταν ότι στο επόμενο αυτό στάδιο δίδονταν στον επισκέπτη τα στοιχεία επικοινωνίας του ιδιοκτήτη του ακινήτου με τον οποίο μπορούσε να επικοινωνήσει. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν εξέτασε το μέρος της ιστοσελίδας στο οποίο καταγράφονταν οι όροι χρήσης και λειτουργίας της, ούτε και το μέρος της ιστοσελίδας όπου ο κάθε ιδιοκτήτης μπορούσε να υποβάλει αίτηση για εγγραφή ώστε να μπορεί να διαφημίσει ακίνητα του. Οι παραλήψεις αυτές κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης είναι ουσιώδεις. Υπενθυμίζω ότι στη βάση της διερεύνησης του ΜΚ1 οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης της οποίας το φέρει η κατηγορούσα αρχή. Η αυστηρότητα του βάρους απόδειξης επιτάσσει όπως η διερεύνηση που προηγείται της καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης είναι πλήρης, λεπτομερής και ενδελεχής. Δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί μια ποινική κατηγορία, στον απαιτούμενο βαθμό, ενόσω υπάρχουν κενά τέτοιας έκτασης και φύσης στη μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή. Τα επιπρόσθετα αυτά στοιχεία, τα οποία παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση δεν συνάδουν με την θέση της κατηγορούσας αρχής ότι οι κατηγορούμενοι μεσολαβούσαν για τη διενέργεια κτηματικής συναλλαγής. Ενόψει τούτου, σε σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και αφορούν τα άρθρα 33
(1)(α) και 33
(1)(β) του Ν. 71
(1)/2010, δεν έχει αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι ενεργούσαν ως κτηματομεσίτες. Ελλείψει αυτού του συστατικού στοιχείου, οι εν λόγω κατηγορίες δεν στοιχειοθετούνται. Αναφορικά με το αδίκημα του άρθρου 33
(1)(δ) του Ν.71(Ι)/2010, η διάπραξη του εξαρτάται από το κατά πόσο οι ενέργειες των κατηγορούμενων συνιστούσαν διαφήμιση, προβολή ή πρόταση για διενέργεια κτηματικών συναλλαγών μέσω της επίδικης ιστοσελίδας. Πρόκειται και πάλιν, θεωρώ, για ζήτημα πραγματικό. Από τα ευρήματα διαφαίνεται ότι οι κατηγορούμενοι μέσω της επίδικης ιστοσελίδας παρείχαν σε ιδιοκτήτες και κτηματομεσίτες μια πλατφόρμα μέσω της οποίας μπορούσαν να διαφημίσουν ακίνητα προς αγορά ή πώληση. Τα γεγονότα, κατά την κρίση μου, δεικνύουν ότι η διαφήμιση ή προβολή δεν γινόταν από τους κατηγορούμενους. Οι κατηγορούμενοι παρείχαν το μέσο, δηλαδή την ιστοσελίδα, μέσω της οποίας ιδιοκτήτες ή κτηματομεσίτες μπορούσαν να διενεργήσουν διαφήμιση ή προβολή ή πρόταση κτηματικής συναλλαγής. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 ότι η δυνατότητα ανάρτησης ακινήτου ώστε αυτό να είναι προσβάσιμο σε επισκέπτες της ιστοσελίδας γινόταν μόνο αφού πληρωθεί το τέλος διαφήμισης προς τους κατηγορούμενους. Η αμοιβή τους δεν φαίνεται να είχε καμία σχέση με την υποκείμενη κτηματική συναλλαγή αλλά μόνο με τη διαφήμιση στην οποία θα προέβαινε ο ιδιοκτήτης ή κτηματομεσίτης. Επιπρόσθετα, σημαντικό είναι και το γεγονός ότι δεν υπήρχε καμία επικοινωνία μεταξύ ενδιαφερόμενου αγοραστή ή ενοικιαστή και των κατηγορούμενων αλλά οποιαδήποτε τέτοια επικοινωνία γινόταν απευθείας μεταξύ του ενδιαφερόμενου και του ιδιοκτήτη. Τα πιο πάνω συντείνουν να δείξουν ότι οι κατηγορούμενοι δεν διενεργούσαν οι ίδιοι οποιαδήποτε διαφήμιση, προβολή ή πρόταση για κτηματική συναλλαγή και, σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι είναι ικανά να εγείρουν λογική αμφιβολία σε σχέση με αυτό. Εφόσον δε διαπιστώνεται η ύπαρξη λογικής αμφιβολίας συνεπάγεται ότι η κατηγορούσα αρχή δεν απέσεισε στον απαιτούμενο βαθμό το βάρος απόδειξης των σχετικών κατηγοριών. Ενόψει των πιο πάνω, και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα αδικήματα που αποδίδει στους κατηγορούμενους. Συνακόλουθα οι κατηγορούμενοι απαλλάσσονται και αθωώνονται. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.