← Κύπρος

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΥΔΑΤΟΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΒΑΣΟΣ ΒΑΡΩΣΙΩΤΗΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. υπόθεσης: 14542/2013, 27/1/2016

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΥΔΑΤΟΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΒΑΣΟΣ ΒΑΡΩΣΙΩΤΗΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. υπόθεσης: 14542/2013, 27/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 14542/2013 ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΥΔΑΤΟΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν

  1. ΒΑΣΟΣ ΒΑΡΩΣΙΩΤΗΣ ΛΤΔ
  2. ΠΑΜΠΟΣ ΧΑΜΠΗ
  3. ΑΝΤΡΟΣ ΧΑΜΠΗ
  4. ΕΠΕΥΘΕΡΙΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Κατηγορούμενοι 27 Ιανουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Παντελή δια Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για κατηγορούμενο 3: κ. Σαββίδης Κατηγορούμενος 3 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά παράλειψη εξόφλησης λογαριασμού νερού στο Συμβούλιο Υδατορπομήθειας Λάρνακας κατά παράβαση των προνοιών του Κεφ. 350 και των σχετικών κανονισμών. Σημειώνω παρενθετικά ότι η υπόθεση διεκπεραιώθηκε σε προγενέστερο στάδιο αναφορικά με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους και η ακρόαση προχώρησε μόνο αναφορικά με τον κατηγορούμενο
  5. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά ή περί τον Οκτώβριο 2012 ή και προγενέστερα παρέλειψε να εξοφλήσει λογαριασμό κατανάλωσης νερού εκ €412.19 κατά την τελευταία ημερομηνία πληρωμής του στο Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λάρνακας σε σχέση με υποστατικό επί της οδού Πιαλέ Πασιά 7 στη Λάρνακα. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες, ο κ. Γιώργος Κοζάκος (ΜΚ1), η κα Γεωργία Ροτσάκη (Μ.Κ.2) και ο κ. Νίκος Νικολάου (Μ.Κ.2). Δεν θα καταγράψω με λεπτομέρεια τα όσα ανέφερε καταθέτοντας ο κάθε μάρτυρας αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα παραθέσω μόνο μια σύνοψη της μαρτυρίας. Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο κ. Γιώργος Κοζάκος (ΜΚ1), Ανώτερος Γραμματειακός Λειτουργός στο Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λάρνακας και υπεύθυνος για την εξυπηρέτηση πελατών και είσπραξη χρώσεων. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, η πρώην κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήταν εγγεγραμμένη καταναλωτής στο επίδικο υποστατικό και είχε εκδοθεί επ' ονόματι της το τιμολόγιο υπ' αριθμό 1915434 1232236 8 το οποίο αφορούσε την περίοδο κατανάλωσης από 20.6.2012 μέχρι 21.9.2012, για ποσό €412,19 (Τεκμήριο 2). Το τιμολόγιο Τεκμήριο 2 απεστάλη ταχυδρομικώς στην πρώην κατηγορούμενη 1 εταιρεία και ένεκα της μη εξόφλησης του απεστάλη και υπενθυμητική επιστολή (Τεκμήριο 4). Ο ΜΚ1 συνέχισε λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ένας εκ των διευθυντών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας (Τεκμήριο 3) και παρέλειψε να μεριμνήσει για την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ένας εκ των διευθυντών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Τέθηκε όμως στον ΜΚ1 ότι η κατηγορούμενη 1 ήταν υπό καθεστώς διαχείρισης από το 2010, και ο ΜΚ1 συμφώνησε. Απάντησε όμως σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ότι δεν γνωρίζει εάν η εταιρεία έπαυσε να είναι σε καθεστώς διαχείρισης, ούτε και αν η διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεων της εταιρείας επανήλθε στους διευθυντές της. Κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκε αναφορά του ΜΚ1 ότι είχαν γίνει οχλήσεις προς τον κατηγορούμενο 3 σε σχέση με την οφειλή. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι έτυχε ενημέρωσης ότι έγιναν τηλεφωνικές οχλήσεις αλλά δεν γνώριζε εάν υπήρξαν και τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον κατηγορούμενο
  6. Δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η κα Γεωργία Ροτσάκη, λειτουργός του Εφόρου Εταιρειών (ΜΚ2). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, από 1.1.2010 και εντεύθεν, ο κατηγορούμενος 3 ήταν ένας εκ των διευθυντών και ο γραμματέας της κατηγορούμενης 1 εταιρείας (Τεκμήριο 10). Ανέφερε επίσης ότι σύμφωνα με το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών η εταιρεία τέθηκε υπό διαχείριση στις 24.11.2010 και ο κ. Ελευθέριος Φιλίππου είχε διοριστεί διαχειριστής βάσει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης (Τεκμήριο 11). Πρόσθεσε ότι ο κ. Ελευθέριος Φιλίππου παραιτήθηκε από διαχειριστής στις 25.1.2012 σύμφωνα με το έντυπο ΗΕ 38 (Τεκμήριο 12) και δεν κοινοποιήθηκε στον Έφορο Εταιρειών ο διορισμός νέου διαχειριστής προς αντικατάσταση του. Σημειώνω παρενθετικά ότι το έντυπο ΗΕ 38 (Τεκμήριο 12) φαίνεται να παραλήφθηκε από το γραφείο του Εφόρου Εταιρειών στις 26.1.
  7. Τελευταίος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο κ. Νίκος Νικολάου, λογιστικός λειτουργός στο Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λάρνακας (ΜΚ3). Ο ΜΚ3 αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέταση του σε οχλήσεις που έγιναν προς τους κατηγορούμενους σε σχέση με την οφειλή της εταιρείας. Κατά την αντεξέταση του και ερωτώμενος σχετικά, υποστήριξε ότι άκουσε άλλους λειτουργούς του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λάρνακας να συνομιλούν στο τηλέφωνο με τον κατηγορούμενο 3 αναφορικά με τη συγκεκριμένη οφειλή. Δεν ήταν σε θέση όμως να εντοπίσει στο φάκελο καταναλωτή τον αριθμό τηλεφώνου του κατηγορούμενου 3 αναφέροντας ότι ενδεχομένως ο αριθμός τηλεφώνου να ήταν γραμμένος σε «κόλλα» που χάθηκε και ότι ήταν εύκολο για τους λειτουργούς να ανεύρουν τον αριθμό τηλεφώνου του αφού ήταν «γνωστός» στην περιοχή. Του τέθηκε ότι τα μοναδικά πρόσωπα που ασχολούνταν με τη λειτουργία της επιχείρησης της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ήταν ο διαχειριστής και ο Σόλων Χαμπής, αδελφός του κιατηγορουμένου 3, ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν είχε καμία σχέση με την επιχείρηση και ότι μετά την παραίτηση του διαχειριστή είχε αρνηθεί να παραλάβει πίσω τη διαχείριση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Ο ΜΚ3 απάντησε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με αυτά τα θέματα. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος 3 κλήθηκε σε απολογία σε σχέση με την κατηγορία που αντιμετωπίζει και έδωσε μαρτυρία ενόρκως. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία λειτουργούσε επιχείρηση ψαροταβέρνας στη Λάρνακα και ο ίδιος ήταν εκ των διευθυντών. Συνέχισε λέγοντας ότι από την ημερομηνία διορισμού διαχειριστή της περιουσίας της εταιρείας στις 24.11.2010 και εντεύθεν ο ίδιος δεν είχε καμία ανάμειξη με τις εργασίες και λειτουργία της εταιρείας και της ψαροταβέρνας. Αυτός είναι ο λόγος, ανέφερε, που είχε αρνηθεί να υπογράψει την έκθεση που προνοεί το άρθρο 340 του Κεφ.
  8. Σε σχέση με το θέμα αυτό, ανέφερε, ότι ο διαχειριστής είχε καταχωρήσει την αίτηση 52/12 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την οποία ζητούσε σχετικές οδηγίες από το Δικαστήριο. Παρουσίασε αντίγραφο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση 52/12 ημερ. 26.05.2012, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  9. Ο κατηγορούμενος 3 υποστήριξε ότι ο διαχειριστής ήταν αμελής στην εκτέλεση των καθηκόντων του, η δε αίτηση υπ' αριθμό 52/12 που είχε καταχωρήσει και με την οποία ζητούσε μεταξύ άλλων οδηγίες αναφορικά με την παραίτηση και απαλλαγή του, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο (Τεκμήριο 17) και γι' αυτό ο ίδιος θεωρούσε ότι ο παρέμενε ως διαχειριστής Συνέχισε λέγοντας ότι κατά την επίδικη περίοδο την ψαροταβέρνα λειτουργούσε ο αδερφός του Σόλων Χαμπής με τον οποίο οι σχέσεις τους είναι πολύ κακές. Υποστήριξε ότι το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων είχε καταχωρήσει εναντίον της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, των δύο διευθυντών της εταιρείας - περιλαμβανομένου του ιδίου - και εναντίον του Σόλων Χαμπή την ποινική υπόθεση 9807/2013 η οποία τελικά απεσύρθη διότι το Τμήμα είχε διαπιστώσει μετά από έρευνα που διεξήγε ότι ο ίδιος δεν είχε καμία ανάμειξη στη εταιρεία. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι στην ποινική υπόθεση 9807/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην οποία ο κατηγορούμενος 3 ήταν κατηγορούμενος έχει ανασταλεί η ποινική δίωξη αναφορικά με τον κατηγορούμενο 3 στις 8.10.
  10. Σε σχέση με την επίδικη οφειλή υποστήριξε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε και ότι ποτέ δεν οχλήθηκε τηλεφωνικώς σε σχέση με αυτή. Κατά την αντεξέταση του υποστήριξε ότι για όσο καιρό ασχολείτο με τη διαχείριση της ψαροταβέρνας οι λογαριασμοί πληρώνονταν κανονικά όμως μετά το διορισμό του διαχειριστή ο ίδιος έπαψε να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη. Του τέθηκε ότι όφειλε να γνωρίζει όλα όσα αφορούσαν τη διαχείριση της εταιρείας αφού ήταν διευθυντής της και απάντησε ότι δεν ήταν ενήμερος διότι τη διαχείριση ασκούσε ο διαχειριστής και ο αδερφός του Σόλων Χαμπής με τον οποίο είχε πολύ κακές σχέσεις. Επανέλαβε ότι επειδή το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είχε απορρίψει την αίτηση 52/12 που είχε καταχωρήσει ο διαχειριστής, ο ίδιος θεώρησε ότι παρέμενε στη θέση του Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω μελετήσει το περιεχόμενων όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων, έχω κατά νου τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, την ποιότητα της, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων που έδιναν - τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση τους. Έλαβα περαιτέρω υπόψη την λογικοφάνεια και αληθοφάνεια των θέσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία τους καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική αλλά η μαρτυρία δεν πρέπει να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά και ως σύνολο, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης[1]. Πέραν από την ατομική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, συνεκτιμώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη[2]. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα, σημειώνω ότι πολλά από τα γεγονότα ήταν κοινώς παραδεκτά και δεν έτυχαν αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση των μαρτύρων. Ειδική αναφορά γίνεται κατωτέρω. Ο ΜΚ1 ήταν θεωρώ αξιόπιστος. Στην ουσία της η μαρτυρία του περιορίστηκε στην παρουσίαση του επίδικου λογαριασμού (Τεκμήριο 2), η ύπαρξη του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ήταν σαφής - ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης - σε σχέση με γεγονότα για τα οποία δεν είχε άμεση γνώση και κρίνω ότι επί των γεγονότων που γνώριζε προσωπικά κατέθεσε την αλήθεια. Επί αυτών των γεγονότων αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Η ΜΚ2 ήταν θεωρώ ανεξάρτητη και αμερόληπτη μάρτυρας, ενώ η αλήθεια της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Κρίνω ότι ήταν αξιόπιστη και τα όσα κατέθεσε αληθή. Ο ΜΚ3 ήταν επίσης θεωρώ αξιόπιστος. Αντεξετάστηκε επισταμένα αναφορικά με το κατά πόσο έγιναν οχλήσεις προς τον κατηγορούμενο 3 σε σχέση με την επίδικη οφειλή. Επί του ζητήματος αυτού δεν είχε άμεση γνώση αφού ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική επαφή ή συνομιλία με τον κατηγορούμενο
  11. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό σημειώνω ότι, παρά το ότι εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται ως μαρτυρία απλώς και μόνο γιατί είναι εξ ακοής, η κατηγορούσα αρχή δεν αιτιολόγησε γιατί δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο άμεση μαρτυρία για το ζήτημα από τα πρόσωπα που είχαν τις κατ' ισχυρισμό τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με τον κατηγορούμενο
  12. Επομένως, παρά την γενική εντύπωση για την αξιοπιστία του ΜΚ3, δεν μπορώ να δεχτώ ως αληθινά τα όσα κατέθεσε για το συγκεκριμένο ζήτημα αφού βασίζονται σε εντυπώσεις που απεκόμισε ως ακροατής από τηλεφωνικές συνομιλίες που άκουσε στο γραφείο του. Σημειώνω ότι από τις συνομιλίες αυτές άκουγε μόνο τη συμμετοχή του συναδέλφου του και οι διαπιστώσεις του για την ταυτότητα του προσώπου με το οποίο γινόταν η συνδιάλεξη και το περιεχόμενο της συνομιλίας αποτελούν δικές του διαπιστώσεις βασισμένες στη «μισή» συνομιλία που άκουγε. Με αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι θα ήταν ακροσφαλές να βασιστώ στις σχετικές αναφορές του για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Στρέφομαι στον κατηγορούμενο 3 για να σημειώσω ότι σε γενικές γραμμές ήταν θεωρώ επίσης αξιόπιστος. Δεν διέκρινα αντιφάσεις, υπερβολές, ασυνέπειες ή άλλα στοιχεία στη μαρτυρία του που να εγείρουν υπόνοιες ότι ήταν αναληθείς. Οι αναφορές τους στον αδελφό του Σόλων Χαμπή και στο ρόλο που είχε στη διαχείριση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ήταν θεωρώ ειλικρινείς ενώ η μαρτυρία του είχε εσωτερική συνοχή. Με αυτό το δεδομένο, αποδέχομαι τα γεγονότα για τα οποία κατέθεσε ως αληθή. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης και στη βάση των γεγονότων που δεν έτυχαν αμφισβήτησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα: (α) Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήταν ο εγγεγραμμένος καταναλωτής του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λάρνακας στο υποστατικό της οδού Πιαλέ Πασά 7 στη Λάρνακα και σε αυτό λειτουργούσε επιχείρηση ψαροταβέρνας. (β) Στο εν λόγω υποστατικό, για την περίοδο 20.6.2012-21.9.2012 υπήρχε κατανάλωση νερού σε σχέση με την οποία εκδόθηκε ο λογαριασμός, Τεκμήριο 2 για ποσό €412,
  13. (γ) Το οφειλόμενο ποσό του λογαριασμού, Τεκμήριο 2, δεν εξοφλήθηκε εντός της καθορισμένης προθεσμίας και δεν έχει εξοφληθεί μέχρι σήμερα. (δ) Ο κατηγορούμενος 3 την περίοδο 1.1.2007-3.12.2015 ήταν ένας εκ των διευθυντών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας (Τεκμήριο 3 και Τεκμήριο 10). (ε) Στις 24.11.2010 διορίστηκε ως διαχειριστής ολόκληρης της περιουσίας της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ο κ. Ελευθέριος Φιλίππου δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης (Τεκμήριο 11). (στ) Στις 25.1.2012 ο προαναφερόμενος διαχειριστής της περιουσίας της κατηγορούμενης 1 εταιρείας παραιτήθηκε (Τεκμήριο 12). (ζ) Κατά την περίοδο από 20.6.2012-21.9.2012 και μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος 3 δεν συμμετέχει στην λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης στο επίδικο υποστατικό και δεν έχει ανάμειξη στην διοίκηση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Με δεδομένα τα πάνω ευρήματα, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η πλευρά της κατηγορούσας αρχής έχει αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό. Η έκθεση του αδικήματος παραπέμπει μεταξύ άλλων τον κανονισμό 21

(1)της Κ.Δ.Π. 83/2013 σύμφωνα με το οποίο ο κάθε καταναλωτής οφείλει να καταβάλει προς το Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας τα καθορισμένα τέλη. Στην προκειμένη περίπτωση, καταναλωτής ήταν η πρώην κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Το άρθρο 40
(3)του περί Υδατοπρομήθειας (Δημοτικές και άλλες περιοχές) Νόμου, Κεφ. 350, ποινικοποιεί την παράβαση οποιουδήποτε κανονισμού που εκδίδεται δυνάμει του Κεφ. 350 και καθορίζει ότι ο παραβάτης υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης σε ποινή προστίμου μέχρι €500. Σημειώνω ότι σύμφωνα με το άρθρο 41 του Κεφ. 350 αλλά και σύμφωνα με τον κανονισμό 32
(1)της Κ.Δ.Π. 83/2013, σε περίπτωση καταδίκης προσώπου για παράβαση του Νόμου ή των Κανονισμών, το Δικαστήριο, επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη ποινή, εκδίδει και διάταγμα για καταβολή των οφειλόμενων ποσών. Σημειώνω ότι το Κεφ. 350 δεν περιλαμβάνει ειδική πρόνοια για δημιουργία ποινικής ευθύνης στους διευθυντές σε περίπτωση που ο καταναλωτής είναι νομικό πρόσωπο. Δεν τίθεται επομένως θέμα για ύπαρξη προσωπικής ευθύνης του κατηγορούμενου 3 η οποία να προκύπτει αυτόματα εκ της ιδιότητας του ως αξιωματούχος της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος 3 βρίσκεται αντιμέτωπος με το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Όπως διαφαίνεται από τη νομολογία, σε περιπτώσεις προσώπων που διώκονται στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, για να αποδειχθεί ενοχή πρέπει να αποδειχθεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους τους για τη διάπραξη του αδικήματος[3]. Το κατά πόσο πρόσωπο το οποίο διώκεται ως συνεργός ή συναυτουργός, μπορεί να θεωρηθεί ότι είχε την απαραίτητη ένοχη διάνοια, είναι ζήτημα πραγματικό και αποφασίζεται σε συνάρτηση με όλα τα γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστος Ορφανίδης, Ποινικές εφέσεις 102/2014 και 115/2014, ημερομηνίας 23.12.2015, όπου επισημάνθηκε ότι το στοιχείο της γνώσης, και κατ' επέκταση της ένοχης διάνοιας, ανάγεται στην πνευματική λειτουργία του κατηγορούμενου και στοιχειοθετείται με την τεκμηρίωση μέσω της μαρτυρίας περιστατικών τα οποία την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθοριστικής σημασίας είναι το κατά πόσο τα γεγονότα μπορεί να αποτελέσουν έρεισμα για εξαγωγή συμπεράσματος ότι ο κατηγορούμενος 3 συνέργησε στη διάπραξη του αδικήματος με κάποια πράξη ή παράλειψη του, ή βοήθησε ή παρακίνησε την κατηγορούμενη 1 εταιρεία ώστε να καταστεί δυνατή η διάπραξη του αδικήματος. Ανατρέχοντας επομένως στα ευρήματα, διαπιστώνω ότι δεν προκύπτει από αυτά κάποιο στοιχείο που να δεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 3 συνέπραξε ή συνέδραμε με οποιοδήποτε τρόπο στα γεγονότα από τα οποία προέκυψε η επίδικη οφειλή προς το Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας. Αντίθετα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά την επίδικη περίοδο ο κατηγορούμενος 3 δεν συμμετείχε στην διεξαγωγή της επιχείρηση στο επίδικο υποστατικό ενώ από τότε μέχρι και σήμερα δεν συμμετέχει στη διαχείριση και διοίκηση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Ενόψει τούτου, κρίνω ότι τα γεγονότα δεν μου επιτρέπουν να καταλήξω σε ασφαλή διαπίστωση ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν συναυτουργός στην διάπραξη του αδικήματος τη εννοία του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Συνακόλουθα, δεν στοιχειοθετείται ενοχή του κατηγορούμενου 3 στο αδίκημα που αντιμετωπίζει και αυτός απαλλάσσεται και αθωώνεται. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 [3] Ενδεικτικά Blackstone's Criminal Practice, 2000, σελ. 70, παράγραφος Α.5.2., Παυλόπουλος ν Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 117, National Coal Board v Gamble
(1959)1 K.B. 11. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.