← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κ. Μ., Αρ. Υπόθεσης: 11157/14, 28/1/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κ. Μ., Αρ. Υπόθεσης: 11157/14, 28/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11157/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κ. Μ. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κ. Καραγιάννη. Για τον κατηγορούμενο: κ. Γεωργίου. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος σε σειρά κατηγοριών που απαριθμούνται στην απόφαση του Δικαστηρίου 11 Ιανουαρίου

  1. Ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την θυγατέρα του αδελφού της συζύγου του για τέσσερα συναπτά έτη από την ηλικία των 11 έτων μέχρι την ηλικία των 15 ετών. Το ανήλικο θύμα ήταν αρχικά επισκέπτης στην οικία όπου διέμενε ο κατηγορούμενος με την οικογένεια του. Η γονείς του ανήλικου κοριτσιού αντιμετώπιζαν οι ίδιοι προσωπικά προβλήματα με αποτέλεσμα να αποποιηθούν τον γονικό τους ρόλο και με αποτέλεσμα το ανήλικο θύμα αρχικά να διανυκτερεύει περιστασιακα στην οικία του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ανώμαλη ερωτική έλξη για το 11χρονο τότε κορίτσι και βρήκε ευκαιρία να εκδηλώσει το ερωτικό του ενδιαφέρον επειδή το ανήλικο κορίτσι διέμενε στην οικία του μόνο και απροστάτευτο μέχρι αργά το βράδυ. Ο κατηγορούμενος χρησημοποιήσε ύπουλους τρόπους να παρακάμψει φυσιολογικές αντιστάσεις της ανήλικης με την εκδήλωση σωματικής επαφής ερωτικού ενδιαφέροντος. Μεταξύ άλλων κεφαλαιοποίησε την συγκυρία της απομόνωσης της ανήλικης από τους φυσικούς της προστάτες και κατέβαλε προσπάθεια να προσεγγίσει την ανήλικη σε φιλικό επίπεδο ώστε αυτή να του εκμυστηρευθεί όλα της τα μυστικά και στην συνέχεια να αφεθεί στα χέρια του ώστε να ικανοποιήσει το ερωτικό του ενδιαφέρον. Η πρόωρη έκθεση της ανήλικης σε ερωτική σωματική επαφή επηρεάσε τον ψυχικό της κόσμο με αποτέλεσμα κατά την προεφηβική ηλικία αλλά και κατά την εφηβική ηλικία να εκδηλώσει παραβατική συμπεριφορά. Η ανήλικη ένιωθε ανήθικη επειδή ο κατηγορούμενος στην οικία που ζούσε με την σύζυγο του, και θεία της ανήλικης, εκδήλωνε το ερωτικό του ενδιαφέρον με φιλιά και χάδια. Μία μέρα τους βρήκε η θεία στα σκοτεινά μόνους και ακολούθησε καβγάς του αντρογυνου με αποτέλεσμα η ανήλικη να συνειδητοποιήσει στην ηλικία των 12 ετών τις επιπτώσεις στην οικογένεια να είναι το τρίτο άτομο σε μία σχέση. Το ανέφερε στην γιαγιά της η οποία δεν την βοήθησε και με τον τρόπο της την έκανε να αντιληφθεί ότι αυτή ήταν το πρόβλημα και όχι ο κατηγορούμενος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την περαιτέρω απομάκρυνση της ανήλικης από τους οικείους της κάτι το οποίο είδε ο κατηγορούμενος ως παράθυρο ευκαιρίας για να αναπτύξει την ερωτική του "σχέση" με την ανήλικη. Αυτή η "σχέση" αναπτύχθηκε σε άλλο επίπεδο ειδικά αφού του εκμυστηρεύτηκε ότι είχε σεξουαλική επαφή με άλλο άντρα στο διάστημα που μεσολαβησε. Στην συνέχεια η σεξουαλική σχέση μεταξύ των δύο εξελίχθηκε και ο κατηγορούμενος είχε ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή με την ανηψιά του. Αυτό έγινε αμέτρητες φορές καθώς η ανήλικη μετακόμισε στην οικία του μετά που την έδιωξαν οι πατρογονικοί της παππούδες. Η πρώτη σεξουαλική επαφή έγινε όταν η ανήλικη ήταν 12 ετών και η τελευταία στην ηλικία των 15 ετών. Η ανήλικη έγινε ερωμένη του θείου της και αν και παραδέχθηκε ότι αυτή η θέση της παρείχε κάποια προνομιακή μεταχείριση εκεί που τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας την είχαν απορρίψει εντούτοις η εμπειρία για το ανήλικο κορίτσι ήταν απίστευτα τραυματική καθότι γνώριζε ότι αυτό που γινόταν ήταν λάθος. Ανέφερε ότι όσο περνούσε ο χρόνος αντιλήφθηκε ότι αυτό που συνέβαινε με τον θείο της ήταν ένα σκοτεινό και ανήθικο μυστικό διάρκειας ετών. Η ανήλικη ήταν εγκλωβισμένη σ' αυτή την σχέση και δεν υπήρχε διέξοδος καθότι η μητέρα της δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα για επιστροφή της στην Λευκωσία ακόμη και όταν η ανήλικη είπε στην μητέρα της ότι ο κατηγορούμενος την κτυπούσε μετά από καβγά. Η ανήλικη έκανε πολλές προσπάθειες να απεγκλωβιστεί αλλά ο κατηγορούμενος ήταν κτητικός και την εκβίαζε με διάφορους τρόπους ώστε οι ερωτικές επαφές μεταξύ τους να συνεχίσουν απρόσκοπτα και συχνά. Το ανήλικο κορίτσι δεν ήταν μόνο θύμα άκρατης και βάναυσης σεξουαλικής εκμετάλλευσης αλλά και θύμα εκβιασμού ακόμη και θύμα σωματικής βίας καθότι ο κατηγορούμενος ασκούσε έλεγχο επί του προσώπου της ώστε να του μείνει πιστή ερωτικά. Η ανήλικη βρήκε την ευκαιρία να απελευθερωθεί από τον κατηγορούμενο όταν ο πατέρας της απεβίωσε και ο κατηγορούμενος καβγάδισε μαζί της ώστε να μην χάσει τον έλεγχο του προσώπου της. Όμως σταδιακα όπως προκύπτει και από την κατάθεση της ανήλικης ο κατηγορούμενος είχε λιγότερη επιρροή επί του προσώπου της. Όταν αυτή μεγάλωσε αρκετά για να καταλάβει ότι δεν ήταν υπόχρεα να τον ανεχτεί και οι συνέπειες συνέχισης της σχέσης ήταν μεγαλύτερες και περισσότερα τρομακτικές από την διακοπή της προχώρησε σε αποκάλυψη της αλήθειας σε τρίτους. Αυτή πρόκειται για ακραία περίπτωση σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανήλικου προσώπου από ενήλικο πρόσωπο. Αυτή η περίπτωση είναι πολύ χειρότερη των περιπτώσεων όπου η εκμετάλλευση είναι σποραδική και ευκαιριακή. Η σεξουαλική εκμετάλλευση της ανήλικης από το Θείο της ήταν το μοναδικό της βίωμα σε κρίσιμο στάδιο της προεφηβικής και εφηβικής ηλικίας. Σε ηλικία των 11-15 ετών η ανήλικη ήταν η μυστική "ερωμένη" του θείου της και οι σεξουαλικές επαφές γίνονταν στην οικία όπου διέμενε η θεία της με τον κατηγορούμενο. Την διακατείχαν οι τύψεις για το ανήθικο των πράξεων του. Ένιωθε ότι αυτή είχε την ηθική ευθύνη για τον ανήθικο και κρυφό "δεσμό" και αδυνατούσε να λάβει μέτρο να εμποδίσει τον κατηγορούμενο ο οποίος γινόταν όλο και περισσότερο φορτικός και κτητικός απέναντι της. Δηλαδή, ζούσε μία τραυματική εμπειρία για χρόνια και δεν είχε την δυνατότητα να αλλάξει την μοίρα της. Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες Λευκό Ποινικό Μητρώο προσωπικές συνθήκες. Είναι πατέρας 2 ανήλικων παιδιών. Από την καταδίκη προκύπτει ως δεδομένο ότι η συνοχή της οικογένειας θα επηρεαστεί δυσμενώς. Πρόκειται για άνεργο πατέρα και η οικογένεια συντηρείται με δημόσιο βοήθημα. Προέρχεται από φτωχή οικογένεια και έχει μορφωτικπό επίπεδο μέχρι την Β τάξη Γυμνασίου. Υποφέρει από πρόβλημα υπέρτασης το οποίο επιδεινώνεται κάτω από συνθήκες οξείας έντασης. Καθυστέρηση στην διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής:
  2. Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει τα μέτρα να μην επαναλάβει αυτή την συμπεριφορά.
  3. Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με τα να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη.
  4. Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους πιθανόν παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη και τους τρεις του στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα τον στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονισθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχή παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (Βλ. Sentencing in Cyprus, R v S Georgiou[1]). Επομένως παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου διά να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το αδίκημα που έχει παραδεχθεί ο κατηγορούμενος είναι αρκετά σοβαρό λαμβανομένου υπόψη το ανώτατο όριο ποινής όπως προβλέπεται από τους νόμους γι' αυτά τα αδικήματα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για την έκταση της. Τα αδίκηματα για τα οποία έχει βρεθεί ένοχος ο κατηγορούμενος είναι από τα πιο σοβαρά λαμβάνοντας υπόψη τις προβλεπόμενες ποινές από τον νόμο αλλά και λαμβάνοντας υπόψη τις σοβαρές συνέπειες των πράξεων του στο ανήλικο τότε θύμα του. Δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι η ανήλικη συγκατατέθηκε στις ερωτικές παροτρύνσεις του θείου της λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του θύματος όταν άρχισε η ερωτική σχέση αλλά κα μέχρι την ηλικία των 15 ετών, εξ΄ ού και ο νομοθέτης θεωρεί ότι η συνουσία με κορίτσι αυτής της ηλικίας είναι παράνομη. (Statutory rape). Επιπρόσθετα κρίνω ότι ενόψει των περιστάσεων η συμμετοχή της ανήλικης στον ερωτικό "δεσμό" δεν ήταν ηθελημένη λαμβάνοντας υπόψη την δυνατότητα του κατηγορούμενου εξαιτίας της ηλικίας του και άλλων στοιχείων να την χειραγωγεί με αποτέλεσμα να γίνεται πάντα το δικό του. Η νεαρή παραπονούμενη ήταν υπόχρεα να συνευρεθεί μαζί του σεξουαλικά σε καθημερινή βάση επειδή συγκατοικούσε μαζί του. Τις μέρες του μήνα που ο κολπικός έρωτας δεν ήταν εφικτός την πίεζε ο κατηγορούμενος για πρωκτικό έρωτα. Δεν χρησημοποιούσε προφυλακτικό κατά την σεξουαλική επαφή συνεπώς, η ανήλικη δεν θα μπορούσε να εκτιμήσει τον κίνδυνο αυτών των σεξουαλικών συνευρέσεων είτε από αφροδισιακό νόσημα αλλά και ούτε από πιθανή εγκυμοσύνη. Ο κατηγορούμενος με πολλούς τρόπους έλεγχε το πρόσωπο της ανήλικης παραπονούμενης, π.χ. άσκησε βία κατά του προσώπου της μετά από καβγά, την εκβίαζε, μεθόδευε διάφορες καταστάσεις με τους οικείους της ώστε να έχει ευκαιρία να συνερευθεί μαζί της ερωτικά. Οπότε αυτή η σεξουαλική σχέση ήταν κάθε τι άλλο παρά η έκφραση αγαπης αλλήλων διά της σεξουαλικής πράξης μεταξύ δύο ενηλίκων προσώπων που έχουν συγκατατεθεί. Η σχέση αυτή ήταν επικίνδυνη και βλαβερή για το ανήλικο θύμα και γι' αυτό έχει ταραχθεί εκ θεμέλιων η ψυχική της κατάσταση. Δεν μπορώ να δεχθώ την θέση του κατηγορούμενου ως την εξέφρασε στην κατάθεση του ότι η ανήλικη ήταν γενικά προκλητική προς τον ίδιο με αποτέλεσμα να ευθύνεται για την κακοποίηση της. Αυτός δεν είναι βάσιμος μετριαστικός παράγοντας. Δεν ευθύνεται η ανήλικη για τα διαδραματισθέντα. Ο κατηγορούμενος είχε τον έλεγχο των πράξεων του και αυτός πήρε την απόφαση να πειράξει ένα κοριτσάκι 11 ετών. Επιχείρησε με διάφορους τρόπους να καταλογίσει την αδυναμία του να ελέγχει τον εαυτό του στην συμπεριφορά της παραπονούμενης. Όμως ακόμη και εάν γίνει δεκτό ότι τον διακατείχε σεξουαλικός πόθος για την ανήλικη ήταν αρκετά ώριμος να αντιληφθεί ότι είναι ηθικά μεμπτό να διατηρεί σεξουαλική σχέση με ανήλικο προσωπο και μάλιστα ανήλικο πρόσωπο που είναι συγγενικό του άτομο. Εξάλλου η παραπονούμενη δεν είχε συμπληρώσει το 16 έτος της ηλικίας της όταν ο κατηγορούμενος την χρησιμοποιούσε για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις, ηλικία κατά την οποία ο ίδιος ο νόμος προβλέπει ότι το ανήλικο θύμα δεν μπορεί διότι δεν είναι σε θέση λόγω ηλικίας να συγκατατεθεί. Το παράπτωμα του κατηγορούμενου δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ασθένεια αλλά ως επιλογή, διαφορετικά θα αποτελούσε μετριαστικός παράγοντας ότι η διάπραξη αδικηματων ακόμη και σεξουαλικών αδικημάτων οφείλεται στην αδυναμία των ανθρώπων να ελέγχουν βασικά τους ένστικτα με αποτέλεσμα να παρανομούν εναντία στην ηθική ταξη των πραγμάτων. Αυτός ο παράγοντας σχεδόν δεν έχει καμία σημασία στην παρούσα περίπτωση αφ' ης στιγμής ο κατηγορούμενος συνέχισε αυτή τη καταδικαστέα συμπεριφορά αμετανόητα και συστηματικά επί καθημερινής βάσεως για χρόνια. Σημειώνω ότι τα τελευταία χρόνια περιπτώσεις ενδοοικογενειακής σεξουαλικής εκμετάλλευσης παρουσιάζουν αυξητική τάση και αρκετές τέτοιες υποθέσεις έχουν οδηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν έχω ενώπιον μου ενδείξεις για ανάλογη αυξητική τάση σε παθολογικά ή ψυχικά νοσήματα που καταβάλουν άντρες με αποτέλεσμα να διαπράττουν αυτά αδικήματα. Όμως η κοινωνία μας κατακλύζεται από μέσα και ιδέες που ωραιοποιούν την ανεξέλεγκτη σεξουαλική δράση και παράλληλα υπάρχει ανεπαρκής έλεγχος και καθοδήγηση της οικογένειας σε παιδιά με αποτέλεσμα να συμβαίνουν αυτά που σε προηγούμενες γενιές ήταν ανήκουστα και σπάνια με ανησυχητική συχνότητα. Με προβληματίζει γιατί ο κατηγορούμενος δεν είχε το ηθικό ανάστημα να αντισταθεί στο νοσηρό του πάθος ή να αναζητήσει εξωτερική βοήθεια για το πρόβλημα του όμως είναι υπεραπλούστευση να χαρακτηρισθεί ο κατηγορούμενος ως ψυχικά ασθενής. Ο κατηγορούμενος αποπλάνησε την ανήλικη σταδιακά, αυτό δείχνει ότι ανέπτυξε αισθήματα ερωτικά γι' αυτή. Δεν είχε το σθένος να διακόψει αυτή την σχέση που αν αποκαλυπτόταν θα κατέστρεφε την οικογένεια του. Επομένως ο κατηγορούμενος αφέθηκε τελείως στο ερωτικό του ένστικτο. Είναι ανησυχητικό ότι αυτά τα περιστατικά εμφανίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου με αυξανόμενη συχνότητα και έτσι πρέπει να επιβληθεί μια αυστηρή ποινή ώστε να καταστήσει σαφές το μήνυμα ότι αυτές οι πράξεις εξακολουθούν να θεωρούνται ανήκουστες για την κοινωνία και ως τέτοιες πράξεις θα πρέπει να τιμωρούνται. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου Κυριάκου 2 Α.Α.Δ 562

(2008)το Εφετείο ανέτρεψε ποινή φυλάκισης έξι μηνών και την αντικατέστησε με ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών μετά την καταδίκη 53χρονου ενήλικα προσώπου που επιτέθηκε άσεμνα σε μαθήτριες του ενώ τους παρέδιδε μαθήματα βιολιού. Το Εφετείο σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί στην περίπτωση σεξουαλικών αδικημάτων να αφήνεται να οδηγεί στην εξουδετέρωση, της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής ή του αποτρεπτικού χαρακτήρα της. Η άσεμνη επίθεση θεωρείται πλημμέλημα και τιμωρείται μόνο με δύο χρόνια ποινή φυλάκισης επειδή η ανήλικη παραπονούμενη αρχικά κατά τα πρόωρα στάδια της σεξουαλικής παρενόχλησης δεν διέμενε στην ίδια οικία με τον κατηγορούμενο και την οικογένεια του. Όμως ακόμη και αυτό το παράπτωμα είναι σοβαρό επειδή τα αρχικά χάδια του κατηγορούμενου αποσκοπούσαν στο να χαμηλώσουν τις αντιστάσεις του ανήλικου κοριτσιού στο άγγιγμα του κατηγορούμενου και ως προετοιμασία για τα όσα ακολούθησαν στην συνέχεια. Οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου πρέπει να ληφθούν υπόψη αλλά όχι στον βαθμό που να εκμηδενίζεται η σοβαρή συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Θεωρώ ότι μόνο η άμεση ποινή φυλάκισης ανταποκρίνεται στην σοβαρότητα του αδικήματος και ικανοποιεί την ανάγκη προστασίας ανήλικων κοριτσιών διά μέσω της αποτροπής αυτής της συμπεριφοράς. Σε σχέση με το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης δυνάμει του Νόμου 87
(1)/
(2007)παραπέμπω στην απόφαση του Εφετείου Κ.Κ. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ 294. Το Εφετείο επεξήγησε ότι παρόλο που ο συγκεκριμένος νόμος είχε σκοπό την ποινικοποίηση και τιμωρία της οργανωμένης σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εμπορίας προσώπων και είναι σε εκείνες τις περιπτώσεις συνήθως που επιβάλλεται η ποινή των 20 ετών που προβλέπεται, εντούτοις καλύπτει και ποινικοποιεί στην μεμονωμένες περιπτώσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκου. Στην παρούσα περίπτωση αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι είχε σεξουαλική επαφή με το θύμα για κάθε περίπτωση σεξουαλικής εκμετάλλευσης που αντιμετωπίζει. Η συγκεκριμένη νομοθεσία ως επεξηγήθηκε στην απόφαση πιο πάνω αποβλέπει στην αυστηρότερη τιμωρία παραβατών σε μεμονωμένες περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλικών. Είναι γι' αυτό που το Εφετείο επικύρωσε επταετή ποινή φυλάκισης που επέβαλε το Κακουργιοδικείο σε πατέρα που επανειλημμένα παρενοχλούσε σεξουαλικά το ανήλικο τέκνο του. Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης και το σκεπτικό του Δικαστηρίου διά την επιβολή τέτοιων αυστηρών ποινών για παρόμοια συμπεριφορά με αυτή του κατηγορούμενου. Δοθέντος ότι, για τους λόγους που μόλις αναφέραμε, η νομική προσέγγιση του Κακουργιοδικείου στο θέμα της επιβλητέας ποινής στην κατηγορία της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκου ήταν ορθή, ερχόμαστε στο ερώτημα κατά πόσο η ποινή της επταετούς φυλάκισης που επέβαλε στον εφεσείοντα στη συγκεκριμένη κατηγορία είναι έκδηλα υπερβολική, ώστε να δικαιολογείται η επέμβασή μας. Η απάντηση μας είναι αρνητική. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του Ν.3(I)/2000, αλλά και των περιστατικών της υπόθεσης, η ποινή της επταετούς φυλάκισης βρίσκεται μέσα στα ορθά πλαίσια. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σκεπτικό του Κακουργιοδικείου μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους: "Τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα καταδεικνύουν ότι βρισκόμαστε ενώπιον μίας ιδιαίτερα σοβαρής περίπτωσης. Ο κατηγορούμενος με κίνητρο την ικανοποίηση αρρωστημένων σεξουαλικών επιθυμιών του προχώρησε κατ' επανάληψη και σε βάθος χρόνου σε πράξεις που μόνο αποστροφή μπορούν να προκαλέσουν. Εκμεταλλευόταν το ίδιο το παιδί του - ένα παιδί που, λόγω ακριβώς της τρυφερής του ηλικίας, έχριζε ιδιαίτερης προστασίας - το οποίο χρησιμοποιούσε ως σκεύος ηδονής, επιδιώκοντας την ικανοποίηση διεστραμμένων σεξουαλικών του ορέξεων. Φυσικοί και ανθρώπινοι νόμοι εναποθέτουν την προστασία των παιδιών στους γονείς τους. Ο κατηγορούμενος, διαζευγμένος κατά τους κρίσιμους χρόνους, εκμεταλλεύτηκε το δικαίωμα επικοινωνίας που είχε με την κόρη του για να εξυπηρετήσει ζωώδη ένστικτά του. Αντί η επικοινωνία του με το παιδί του να λειτουργήσει ως συνδετικός μεταξύ τους κρίκος, χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο ως ευκαιρία σεξουαλικής εκμετάλλευσης του ίδιου του σπλάχνου του. Αποτέλεσμα της βδελυρής συμπεριφοράς του ήταν η κατερείπωση του ψυχικού κόσμου της παραπονούμενης - κόρης του. Τα τραύματα που επιφέρουν στο θύμα περιστατικά βίας στην οικογένεια, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν σεξουαλικό χαρακτήρα, καθιστούν εξ αντικειμένου αδικήματα αυτής της κατηγορίας ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πέραν του τραύματος και του εξευτελισμού που προκαλούν στο θύμα τα αδικήματα αυτά, κλονίζουν το θεμέλιο της οικογένειας και αφήνουν τα παιδιά έκθετα στην ανασφάλεια που τους προκαλούν, ανατρέποντας τον ψυχικό τους κόσμο και βεβηλώνοντας την ύπαρξη τους. Αναλογισμός της σοβαρότητας των εγκλημάτων αυτής της μορφής δικαιολογεί την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στις ποινές οι οποίες επιβάλλονται. (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Α. Β.
(2002)2 Α.Α.Δ. 382). Λήφθηκε υπόψη όπως και στην παρούσα περίπτωση η συμπεριφορά του κατηγορούμενου μέχρι να διαπιστωθεί η ποινική του ευθύνη και συγκεκριμένα ότι οι συνέπειες στο ψυχικό κόσμο του θύματος από την συμπεριφορά του θήτη μέχρι τέλος ήταν καταστροφικές. Συνυπολογίζουμε επίσης για σκοπούς επιβολής ποινής το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε μέχρι τέλους τη διάπραξη των αδικημάτων. Σταθερή του θέση ήταν ότι δεν έκανε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Αυτή ήταν και η γραμμή υπεράσπισης του. Κανένα στοιχείο μεταμέλειας δεν χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του. Βρέθηκε τελικά ένοχος μετά από ακρόαση και αφού προηγουμένως η παραπονούμενη βίωσε ξανά, μέσα από τη μαρτυρία της, τα ιδιαίτερα οδυνηρά γι΄ αυτήν συμβάντα. Η άρνηση των κατηγοριών είναι απόλυτο και αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου. Η πιο πάνω παραπομπή του Δικαστηρίου στο στοιχείο της καταδίκης μετά από ακρόαση γίνεται με αναφορά στη νομολογιακή αρχή ότι ένας κατηγορούμενος που παραδέχεται ενοχή δύναται να αναμένει κάποια αναγνώριση με τη μορφή μείωσης της ποινής η οποία διαφορετικά θα επιβαλλόταν εάν καταδικαζόταν μετά από μη παραδοχή (Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, 447). O κατηγορούμενος όχι μόνο υποχρέωσε την ανήλικη παραπονούμενη να βιώσει εκ νέου την τραυματική της εμπειρία επειδή μέχρι τέλους ήταν θέση του ότι η ανήλικη τα επινοήθηκε όλα, δήθεν για να τον εκδικηθεί αλλά την παρουσίασε ως ανυπόληπτο πρόσωπο, χαμηλών ηθών που πρέπει να περιθωριοποιηθεί ακόμη και από την οικογένεια του. Ως προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΥ1 ο κατηγορούμενος προέβη σε συκοφαντικά ψεύδη κατά την ανήλικης παραπονούμενης προκειμένου να την απομονώσει από την υπόλοιπη οικογένεια ώστε να είναι λιγότερο πιθανό οι οικείοι της να την πιστέψουν στην περίπτωση που αυτή ήθελε καταγγείλει τον κατηγορούμενο. Ηταν ενεργός ο ρόλος του να πείσει τα μέλη της υπόλοιπης οικογένειας ότι η ανήλικη παραπονούμενη είναι "παλιοκόριτσο" και ως τέτοια πρέπει να μην γίνει πιστευτή. Την κατηγόρησε ότι είχε ανεξέλεγκτες σχέσεις με άλλους ερωτικούς συντρόφους και αγνοεί ότι αυτός την είχε εκθέσει προώρα στην ηλικία των 11 ετών στην σεξουαλική εμπειρία με αποτέλεσμα στην συνέχεια το ανήλικο κορίτσι να εκδηλώνει συμπεριφορά προβατική και αφύσικη σε σχέση με την ηλικία της. Τέλος δεν δίστασε να καταγγείλει το ανήλικο θύμα στην αστυνομία προκειμένου να θωρακίσει τον ευατό του από την καταγγελία της που όπως γνώριζε εποικείτο να γίνει εντός των ημερών. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες για τις οποίες η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή από τον νόμο υπερβαίνει τα πέντε έτη που δικαιούται αυτό το Δικαστήριο στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του σε συνοπτική ποινική διαδικασία να επιβάλει. Επί παραδείγματι για το αδίκημα της συνουσίας με ανήλικο κορίτσι κάτω τον 13 ετών η προβλεπόμενη ποινή από τον νόμο είναι η διά βίου ποινή φυλάκισης. Για τις κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης στις οποίες έχει βρεθεί ένοχος ο κατηγορούμενος η προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή είναι μέχρι 20 χρόνια ποινή φυλάκισης. Παρόλο τούτο η βάση από την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του μετριαστικούς παράγοντες για σκοπούς επιβολής της ποινής είναι τα πέντε έτη. Περαιτέρω προτού λάβω υπόψη μου και αξιολογήσω τους μετριαστικούς παράγοντες λαμβάνω υπόψη μου τους ακόλουθους παράγοντες σε σχέση με τα γεγονότα υπόθεσης που κατά την άποψη μου θα πρέπει να θεωρηθούν ότι επιβαρύνουν την θέση του κατηγορούμενου ως πρόσωπο που εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά ανήλικο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος καταχράστηκε την σχέση εμπιστοσύνης που κατείχε ως θείος του θύματος και πρόσωπο που ανέλαβε έστω και προσωρινά την επιμέλεια και φροντίδα του ανήλικου θύματος. Αυτή η θέση ισχύος του έδωσε την ευκαιρία να πλησιάσει το θύμα και την ευκαιρία να το προσεγγίσει χωρίς αυτό να αντιληφθεί τον ερωτικό χαρακτήρα του ενδιαφέροντος του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, εκμεταλλεύτηκε την οικογενειακή κατάσταση του θύματος για να αναπτύξει συναισθηματικό δεσμό με το θύμα με απώτερο σκοπό αυτή η σχέση να εξελιχθεί σε ερωτικό δεσμό. Επίτηδες επιχείρησε να υποσκάψει τον χαρακτήρα της ανήλικης παραπονούμενης στους οικείους της με σκοπό να την απομονώσει από τους οικείους της και η πρόσβαση του στο ανήλικο θύμα να είναι ευκολότερη ως και επίσης η εξάρτηση του ανηλικου θύματος στον κατηγορούμενο να είναι μεγαλύτερη. Ειδικά στα αρχικά στάδια της σχέσης εκμεταλλεύτηκε την υπερβολικά νεαρή ηλικία του θύματος και την άγνοια της για σεξουαλικά ζητήματα για να μετατρέψει σχέση εμπιστοσύνης και φιλιάς σε σεξουαλική σχέση χωρίς το θύμα αρχικά να αντιληφθεί ότι αυτό ήταν ανεπίτρεπτο και καταδικαστέο εκ μέρους του κατηγορούμενου. Στην συνέχεια είναι καταδικαστέα η επιμονή του κατηγορούμενου να συνεχίσει την ερωτική σχέση παρά την αντίρρηση του ανήλικου θύματος και τους ανορθόδοξους, ύπουλους και εκβιαστικούς τρόπους που χρησιμοποίησε ώστε αυτή η σχέση να διατηρηθεί και να εξακολουθεί να παραμένει μυστική. Το γεγονός ότι η σεξουαλική εκμετάλλευση γινόταν στην οικία όπου διέμενε το ανήλικο θύμα με την οικογένεια του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα οι ερωτικές συνευρέσεις να πραγματοποιούνται και σε καθημερινή βάση αλλά με τρόπο εξευτελιστικό, ανθυγιεινό και επικίνδυνο προς το θύμα π.χ. χρήση πλυσταριού, χωρίς την χρήση προφυλακτικού, πρωκτική ερωτική επαφή, στοματικό έρωτα κτλ. Η προσπάθεια του κατηγορούμενου να παρεμποδίσει το ανήλικο θύμα από του να καταγγείλει την εκμετάλλευση στις διωκτικές αρχές ακόμη και την υστάτη με την εκ των προτέρων του καταγγελία στην αστυνομία λίγες μέρες νωρίτερα. Σοβαρός μετριαστικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι το γεγονός ότι είναι πατέρας δύο ανήλικων. Αυτή ήταν και η θεώρηση των πραγμάτων του Εφετείου σε υπόθεση κατηγορούμενου που είχε διαπράξει παρόμοια αδικήματα Βλ. Μ.Θ. ν. Αστυνομία
(2005)2 Α.Α.Δ 174. Σε εκείνη την υπόθεση πατέρας 4 ανήλικων παιδιών είχε παρενοχλήσει συστηματικά την θυγατέρα του. Ο Γενικός Εισαγγελέας είχε αποφασίσει η υπόθεση του να εκδικαστεί συνοπτικά και το Επαρχιακό Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 ετών. Το εφετείο έκρινε ότι το γεγονός ότι η υπόθεση εκδικάσθηκε συνοπτικά δεν ήταν μετριαστικός παράγοντας να ληφθεί υποψη. Παρόλο τούτο η ποινή των τεσσάρων ετών μειώθηκε στα τρία έτη εξαιτίας των δυσμενων επιπτώσεων της ποινής στην οικογένεια και ειδικά στα εξαρτώμενα ανήλικα παιδιά του κατηγορούμενου. Η αφετηρία του Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι τα πέντε έτη παρόλο που τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο προνοούν πολύ μεγαλύτερες ποινές φυλάκισης. Έχω επίσης υπόψη μου ότι ο βασικός σκοπός του νόμου 87
(1)2007 είναι η ποινικοποίηση και πάταξη σεξουαλικής εκμετάλλευσης προσώπων από κυκλώματα εμπορίας προσώπων. Παρόλο τούτο η συστηματική εκμετάλλευση του ανήλικου προσώπου από τον κατηγορούμενο για τέσσερα συναπτά έτη από την τρυφερή ηλικία των 11 ετών με προφανής επιπτώσεις στο θύμα για την μελλοντική της ζωή δεν μπορεί να αγνοηθούν και έτσι καθόλου δεν ατονεί η ανάγκη επιβολής αυστηρής ποινής μέσα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για την αποτροπή τέτοιων περιστατικών από θήτες που καταχράστηκαν την εμπιστοσύνη των ανήλικων θυμάτων τους και υπέκυψαν επαννηλείμενα στα ζωώδη τους ένστικτα αδιαφορόντας για την ζημιά που θα επέφεραν στα παιδιά θύματα τους. Παρόλο τούτο θεωρώ ορθό όπως ληφθεί υπόψη η οικογενειακή κατάσταση του κατηγορούμενου, όπως έκανε και το Εφετείο στην υπόθεση πιο πάνω, ως μετριαστικός παράγοντας αλλά και ως κίνητρο για τον κατηγορούμενο η προοπτική της πιο σύντομης επανασύνδεσης με την οικογένεια του να είναι βοηθητική και να του δώσει κίνητρο για να αναζητήσει την βοήθεια που χρειάζεται από το σωφρονιστικό σύστημα αλλά και από ειδικούς για σκοπούς αναμόρφωσης. Με τον τελευταίο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση ότι, στο σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, η ποινή της τετραετούς φυλάκισης που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα είναι έκδηλα υπερβολική. Προς υποστήριξη του λόγου αυτού ο δικηγόρος του εφεσείοντος μας παρέπεμψε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Α.Β.
(2002)2 Α.Α.Δ. 382, όπου ο εφεσίβλητος καταδικάστηκε, βάσει της δικής του παραδοχής, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης ενός έτους σε κάθε μια από τέσσερις κατηγορίες άσεμνης επίθεσης, που διαπράχθηκε μεταξύ 1998-2000, κατά της κόρης του, 11-13 ετών, κατά παράβαση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 1994 (Ν.47(Ι)/1994), που προέβλεπε ως ανώτατη ποινή την πενταετή φυλάκιση*. Μας παρέπεμψε, επίσης, σε σειρά αποφάσεων του Αγγλικού Εφετείου όπου, σε κατηγορίες άσεμνης επίθεσης από πατέρα κατά της ανήλικης κόρης του, επιβλήθηκαν ποινές κυμαινόμενες μεταξύ ενός και τεσσάρων ετών φυλάκισης, με μέσο όρο, σε υποθέσεις παρόμοιες με την παρούσα, ποινές φυλάκισης δύο έως τριών ετών, στη βάση πάντοτε του Sexual Offences Act 1985 της Αγγλίας, όπου το αδίκημα τιμωρείται με ανώτατη ποινή τη δεκαετή φυλάκιση**. ________ * Ο Νόμος αυτός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο του 2000, Ν.119
(1)/2000. Ο νέος νόμος εξακολουθεί να προβλέπει την πενταετή φυλάκιση ως ανώτατη ποινή για το ίδιο αδίκημα. **2 Βλέπε, μεταξύ άλλων, R. v. Turner
(1990)12 Cr.App.R.(S.) 570, R. v. Simpson
(1991)12 Cr.App.R.(S.) 674, R. v. F.
(1992)13 Cr.App.R.(S.) 420, R. v. Tongue
(1992)14 Cr.App.R.(S.) 1, R. v. Timpson
(1992)14 Cr.App.R.(S.) 369, R. v. Michael D
(1993)13 Cr.App.R.(S.) 489, R. v. Clayton
(1994)15 Cr.App.R.(S.) 69, R. v. Walters
(1994)15 Cr.App.R.(S.) 690, R. v. C.
(1996)2 Cr.App.R.(S.) 200, R. v. W.
(1997)1 Cr.App.R.(S.) 95, Attorney-General´s Reference No. 20 of 1998 (R. v. Pidcock)
(1999)1 Cr.App.R.(S.) 280, Attorney-General´s Reference No. 32 of 1998 (R. v. Gilkes)
(1999)1 Cr.App.R.(S.) 316, R. v. L.
(1999)1 Cr.App.R.(S.) 347, Attorney-General´s Reference No. 61 of 1998
(1996)2 Cr.App.R.(S.) 226, Attorney-General´s Reference No. 66 of 1999 (R. v. W.)
(2000)1 Cr.App.R.(S.) 558, Attorney-General´s Reference No. 72 of 1999 (R. v. G.)
(2000)2 Cr.App.R.(S.)
  1. Έχουμε ήδη αναφερθεί στους μετριαστικούς παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, ως όφειλε, κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα επέβαλλε στον εφεσείοντα. Λαμβάνοντας υπόψη, κατά κύριο λόγο, τις επαγγελματικές επιπτώσεις της φυλάκισης στον εφεσείοντα και, συνακόλουθα, τις οικονομικές επιπτώσεις, όχι μόνο στον ίδιο, αλλά και στην οικογένειά του, ιδιαίτερα στα τέσσερα ανήλικα τέκνα του, αποφασίσαμε να μειώσουμε την ποινή που του επιβλήθηκε από τα τέσσερα στα τρία έτη. Με την ελπίδα, μάλιστα, ότι η συντομότερη επανασύνδεσή του με την οικογένεια θα έχει ως αποτέλεσμα την αποκατάσταση υγιών σχέσεων, δυνατότητα η οποία δεν έχει ίσως εξαντληθεί. Ο άλλος υπολογίσιμος ελαφρυντικός παράγοντας για τον οποίο με παρέπεμψε ο κύριος Γεωργίου που πρέπει να ληφθεί υποψη είναι η σημαντική καθυστέρηση στην διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου. Η υπόθεση καταγγέλθηκε τον Ιανουάριο
  2. Εναντίον του κατηγορούμενου καταχωρήθηκε ποινική δίωξη για αδικήματα που αφορούσαν το παράπονο της ανήλικης για την ίδια χρονική περίοδο με αριθμό 18576/12 στις 18 Σεπτεμβρίου
  3. Η κατηγορούσα αρχή για λόγους δικούς της διέκοψε την δίωξη περίπου δύο χρόνια αργότερα και καταχώρησε νέο κατηγορητήριο εναντίον του κατηγορούμενου στις 17 Ιουλιου
  4. Η νέα δίωξη διακόπηκε και αυτή μετά από λίγες ημέρες και καταχωρήθηκε η παρούσα δίωξη κατά του κατηγορούμενου στις 29 Ιουλιου
  5. Στη συνέχεια οι διωκτικές αρχές προώθησαν με λογική ταχύτητα την διώξη κατά του κατηγορούμενου αλλά εκείνο που προβληματίζει είναι ο αναποτελεσματικός τρόπος που χειρίστηκαν την διαδικασία της δίωξης με αποτέλεσμα αυτή να διακοπεί δύο φορές και να καταχωρηθεί δύο φορές ξανά και να προκληθεί καθυστέρηση στην ακροαματική διαδικασία για την οποία ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται καθόλου. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας 2 ΑΑΔ 330
(2004)το Εφετείο καταπιάστηκε με το πρόβλημα της καθυστέρησης σε σχέση με την προώθηση της δίωξης. Σε εκείνη την υπόθεση το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 15 μηνών που επεβλήθηκε σε διευθυντή και μέτοχο εταιρείας ο οποίος με απατηλή ενέργεια, δηλαδή κατάρτιση πλαστογραφημένων εγγράφων, κατόρθωσε να αποσύρει από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας πωλητήρια έγγραφα ακίνητης ιδιοκτησίας που είχε πωλήσει ο ίδιος στην εταιρεία. Η αστυνομική ανάκριση εκείνης της υποθεσης είχε αρχίσει κατά το έτος 1996 αλλά η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου είχε διαπιστωθεί τον Νοέμβριο 2002. Το εφετείο έλαβε υπόψη του όλο το ιστορικό της υπόθεσης και παράγοντες σημαντικούς για την υπόθεση δηλαδή περιπλοκότητα της υποθεσης, και την συμπεριφορά των δύο μερών σε σχέση με την προώθηση της υπόθεσης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι παρά την μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται σε σχέση με την διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου δεν υπήρξε σφάλμα αρχής του πρωτόδικου Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής που να δικαιολογούσε παραμερισμό της ποινής φυλάκισης. Επεξήγηθηκε ότι στις περιπτώσεις όπου η δίαδικασία της δίωξης έχει διάρκεια 6 με 7 χρόνια διαπιστώνεται παραβίαση του από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του αρ. 6
(1)της Σύμβασης. Όμως επεξηγήθηκε ότι ακόμη και τέτοιες μεγάλες καθυστερήσεις γίνονται ανεκτές νοουμένου ότι δεν υπήρξε υπέρμετρη ολιγωρία των αρχών λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στάδια της δικαστικής διαδικασίας και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης. «Οποιαδήποτε και να είναι η προσέγγιση, ένας θα ανέμενε ότι οσάκις μια περίοδος αδικαιολόγητης και άλλης από de minimis καθυστέρησης μπορεί να αποδοθεί στην πολιτεία, το Δικαστήριο θα διαπιστώσει παραβίαση του αρ. 6. Ωστόσο ως γεγονός δεν το πράττει πάντοτε. Αν και χρειάζεται περιόδους όπου έγιναν λίγα ή τίποτε για να διαπιστώσει παραβίαση, το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να ανεχθεί ορισμένες αποδεδειγμένες περιπτώσεις καθυστέρησης νοουμένου ότι η συνολική διάρκεια της διαδικασίας δεν είναι σαφώς υπερβολική δεδομένου του αριθμού των σταδίων της διαδικασίας στην υπόθεση.» Στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου αρχίζει από την ημερομηνία της διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας της εφέσεως (Eckle v. Federal Republic of Germany [1983] 5 E.H.R.R. 1). Ένα πρόσωπο υπόκειται σε κατηγορία εντός της έννοιας του αρ. 6 της Σύμβασης όταν ειδοποιείται επισήμως για τους εναντίον του ισχυρισμούς ή όταν επηρεάζεται ουσιωδώς από τη διαδικασία που καταχωρείται εναντίον του (Deweer v. Belgium [1979-80] 2 E.H.R.R. 439). Σε μια εύκολη υπόθεση (straight forward) αυτή είναι η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος κατηγορείται από την Αστυνομία (Ewing v. U.K. [1988] 10 E.H.R.R. 141 και Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, 105). Πλην όμως σε υποθέσεις όπου καθυστερεί η διατύπωση του κατηγορητηρίου ο χρόνος δυνατόν να αρχίζει από την ημερομηνία της σύλληψης ή από την ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος ενημερώνεται (becomes aware) ότι εξετάζεται άμεσα η πιθανότητα ποινικής δίωξης του (X. v. U.K. [1978] 14 D.R. 26). Η προσέγγιση που πρέπει να υιοθετείται όταν αποφασίζεται κατά πόσο έχει παραβιασθεί το δικαίωμα του δικάζεσθαι εντός ευλόγου χρόνου έχει αναλυθεί στην Procurator Fiscal v. Watson [2002] 4 All E.R. 1 (απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοσυμβουλίου). Κρίθηκε ότι: Το κατώφλι της απόδειξης παραβίασης της απαίτησης του εύλογου χρόνου δυνάμει του αρ. 6
(1)της Σύμβασης ήταν ψηλό και ήταν σχεδόν με βεβαιότητα αχρείαστο να εξεταστεί περαιτέρω εκτός αν το χρονικό διάστημα που παρήλθε εκ πρώτης όψεως και χωρίς οτιδήποτε άλλο έδινε λαβή για πραγματική ανησυχία. Ωστόσο αν η περίοδος που παρήλθε, εκ πρώτης όψεως και χωρίς οτιδήποτε άλλο, πράγματι δίνει λαβή για τέτοια ανησυχία, το Δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει τα λεπτομερή γεγονότα και περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης και η πολιτεία έπρεπε να εξηγήσει και δικαιολογήσει οποιοδήποτε χρονικό διάστημα που διέρρευσε που φαινόταν ότι ήταν υπερβολικό. Τρεις παράγοντες πρέπει να διερευνηθούν ειδικώς ήτοι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του κατηγορουμένου και ο τρόπος με τον οποίο η υπόθεση έτυχε χειρισμού από τις διοικητικές και δικαστικές αρχές. Αν και ο κατήγορος δεν έχει γενική υποχρέωση να δείξει ότι είχε ενεργήσει με όλη τη δέουσα επιμέλεια και ταχύτητα, μια σημαντική έλλειψη ταχύτητας, αν είναι αδικαιολόγητη. Ο χειρισμός της υπόθεσης εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής με την διπλή διακοπή της δίκης και καταχώρισης νέου κατηγορητηρίου ήταν πρόχειρος λαμβάνοντας υπόψη την σοβαρότητα της υπόθεσης. Αυτός ο χειρισμός προκάλεσε αχρείαστη καθυστέρηση. Όμως η περίοδος της καθυστέρησης που προκάλεσε αυτός ο χειρισμός ήταν ολίγων μηνών δεδομένου ότι η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης ξεκίνησε το τρίτο τρίμηνο του 2014 παρόλο που επρόκειτο για υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του κατηγορούμενου το
  1. Στην συνέχεια προχώρησε η ακροαματική διαδικασία όχι με τους ταχύτερους ρυθμούς με δεδομένο ότι αυτή καταχωρήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου το οποίο δυστυχώς επιλαμβάνεται πολλές υποθέσεις με αποτέλεσμα να μην προωθεί μία ή μικρό αριθμό υποθέσεων αποκλειστικά επί καθημερινής βάσεως και με αποτέλεσμα η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου να διαπιστωθεί αρχές
  2. Η ακροαματική διαδικασία δεν ήταν απλή. Εγέρθηκαν νομικά ζητήματα που έπρεπε να επιλυθούν καθοδόν και υπήρχε αριθμός μαρτύρων να ακουσθούν. Ακόμη υπήρχαν τεχνικά ζητήματα κατά την διάρκεια της δίκης όπως η μη λειτουργία υπολογιστών σε μία δικάσιμο που προβάλαν την οπτικοακουστική μαρτυρία της παραπονουμενης που προκάλεσαν και άλλη καθυστέρηση. Γι΄ αυτές τις καθυστερήσεις δεν ευθύνεται ο κατηγορούμενος. Όμως παρόλο που χρειάσθηκαν περίπου τρία χρόνια για να διαπιστωθεί η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου από τον χρόνο της καταγγελίας, δεν είναι η περίπτωση που η καθυστέρηση δικαιολογεί μία εντελώς διαφορετική προσέγγιση κατά το στάδιο της επιβολής της ποινής. Δεν είναι η περίπτωση που η καθυστέρηση της δικαιοσύνης έχει προκαλέσει και άρνηση της δικαιοσύνης. Υπάρχει ανήλικο θύμα της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και η συμπεριφορά του είχε τέτοια εγκληματική έκταση και τέτοιες ζημιογόνες επιπτώσεις για το θύμα που δεν έχει ατονήσει η ανάγκη επιβολής αυστηρής ποινής εναντίον του κατηγορούμενου επειδή η αγωνία του για το αποτέλεσμα αυτής της υπόθεσης έχει διάρκεια ετών. Στην υπόθεση Verenillo v. France ECHR Application 11889/85 ημερομονίας 20 Φεβρουαρίου 1991 το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε παραβίαση της αρχής εκδίκασης υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου παρόλο που ο συνολικός χρονος προς ολοκλήρωση της αστικής διαδικασίας ήταν από 1977 μέχρι
  3. Σημαντικό κριτήριο για την κρίση του Δικαστηρίου ήταν λεπτομερή εξέταση του φακέλου της υπόθεσης και την διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε αμελής χειρισμός της υπόθεσης από την Δικαστική αρχή με αποτέλεσμα η διάρκεια επίλυσης των ζητημάτων να είναι εξωπραγματικός με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης. Το ίδιο συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Αναμφίβολα η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου θα μπορούσε να διαπιστωθεί νωρίτετα κάποιους μήνες ή ίσως και χρόνο εάν δεν υπήρχαν αναβολές στην υπόθεση και εάν υπήρχε ευχέρεια ορισμού της υπόθεσης επί καθημερινής βάσεως μέχρι να ολοκληρωθεί. Όμως δεν κρίνω ότι ο συνολικός χρόνος εκδίκασης της υποθεσης με βάση όλα τα δεδομένα ήταν τέτοιας διάρκειας που να δικαιολογεί ανατροπή των δεδομένων ενώπιον μου σε σχέση με την ορθότητα επιβολής ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο. Είναι γεγονός ότι έχουν περάσει πολλά χρόνια από το πρώτο περιστατικό σεξουαλικής εκμετάλλευσης της ανήλικης παραπονούμενης. Όμως ο κατηγορούμενος δεν διέκοψε να παρενοχλεί την παραπονούμενη το 2009 αλλά συνέχισε συστηματικά και τακτικά μέχρι το 2012 να έχει σεξουαλική επαφή με το θύμα μέχρι που αυτό απέκτησε το θάρρος να τον απαλλαγεί διά της καταγγελίας. Ο γολγοθάς της ανήλικης παραπονούμενης δεν έχει τελειώσει, αντιθέτως συνεχίζει να βιώνει τα ψυχικά τραύματα που προκάλεσε ο κατηγορούμενος ακόμη και τρία χρόνια μετά την καταγγελία. Η ανήλικη ακόμη παρακολουθείται από ψυχίατρο. Η παραπονουμενη δεν αντιμετωπίζει συνηθισμένα προβλήματα της ηλικίας της στην ηλικία σήμερα των 18 ετών. Ούτε μπορεί να αναπολεί τα βιώματα της παιδικής ηλικίας ως μία εποχή που συνήθως είναι απαλλαγμένη από τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ενήλικοι. Ο κατηγορούμενος δεν έχει απολογηθεί ποτέ για την καταστροφή της παιδικής ηλικίας της παραπονούμενης αντιθέτως, την κατάγγειλε στην αστυνομία και φρόντισε τα μέλη της οικογένειας της να την απορρίψουν και να την απομονώσουν από την οικογένεια για να συγκαλύψει τον εαυτό του. Με δεδομένα τα πιο πάνω θεωρώ ότι ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από τον χρόνο της καταγγελίας δεν είναι τόσο μεγάλος που να ατονεί η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής για αδικήματα τόσο σοβαρά και με μη αναστρέψιμες συνέπειες στον ψυχικό κόσμο του ανήλικου τότε θύματος. Συνεπώς, λαμβάνω υπόψη μου την καθυστέρηση αλλά όχι στο βαθμό που να αλλάζει ουσιώδως το είδος της ποινής που πρέπει να του επιβληθεί, ήτοι της φυλάκισης. Ο κατηγορούμενος έχει στο χρονικό διάστημα των τεσσάρων ετών ασελγήσει εις βάρος κοριτσιού προεφηβικής ηλικίας. Την έχει εκθέσει προώρα στην σεξουαλική πράξη και έχει στο διάστημα των τεσσάρων έτων, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της σεξουαλικής εκμετάλλευσης έρθει σε ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή μαζί του τουλάχιστον επτά φορές (βλ. κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης). Διά να γίνει αυτό κατορθωτό πρώτα την αποπλάνησε και στην συνέχεια χρησημοποιούσε την σωματική βία, τον εκβιασμό και τον δόλο να την ελέγχει και για να επιβεβαιωθεί ότι δεν θα απεκάλυπτε ποτέ την μυστική τους ερωτική "σχέση". Σ' αυτό το διάστημα ενώ έδειχνε προς τρίτους ότι είχε πραγματικό ενδιαφέρον για την ευημερία της ανήλικης στα κρυφά και συστηματικά την κατέστρεψε για να ικανοποιήσει τις δικές του ανώμαλες σεξουαλικές ανάγκες και όλα αυτά ενώ ζούσαν όλοι μαζί στην οικία μαζί με την σύζυγο του και το δικό του ανήλικο παιδί. Οταν αυτό το τρομερό μυστικό επιτέλους ανακαλύφθηκε ήταν προετοιμασμένος επειδή είχε ήδη με διάφορους τρόπους υποσκάψει το πρόσωπο της ανήλικης με αποτέλεσμα τα συγγενικά πρόσωπα στο περίγυρω του να μην πιστέψουν αυτά που κατάγγειλε η ανήλικη. Ο κατηγορούμενος αναζήτησε και έβαλε σκοπό του να εκμεταλλευτεί την ανήλικη από πολύ νωρίς. Διευθέτησε με μεγάλη προθυμία την παραμονή της στην οικία του ώστε να την εκμεταλλεύται εύκολα και να την ελέγχει απολυτα. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι πρόσωπα που εκμεταλλεύονται παιδιά μ' αυτόν τον τρόπο δεν είναι συνήθως άγνωστα πρόσωπα δηλαδή ο "παμπούλας" που εύκολα εντοπίζεται από άλλους ως πιθανός θήτης του παιδιού ώστε να προειδοποιηθεί το παιδί και να προφυλάξει τον εαυτό του από αυτόν τον κίνδυνο. Αυτα τα πρόσωπα συνήθως έρχονται σε επαφή με τα παιδιά επειδή τα γνωρίζουν καλά ή επίτηδες φροντίσουν να τους γνωρίσουν καλά τα παιδιά ώστε να έχουν συχνή επαφή με το παιδί για να τα αποπλανήσουν σταδιακά και για να παρακάμψουν τις φυσιολογικές τους αντιστάσεις ώστε στην συνεχεια να διεξάγουν τα αίσχη τους εις βάρος των παιδιών ανενόχλητοι και χωρίς να αποκαλυφθούν. Το Δικαστήριο οφείλει να επιβάλει αποτρεπτικές ποινές κατά αυτών των προσώπων που συνειδητά και μεθοδευμένα χρησιμοποιούν διάφορα μέσα για να εκμεταλλευτούν σεξουαλικά ανήλικα πρόσωπα. Πρέπει να του επιβληθεί ποινή φυλάκισης διάρκειας που να συνάδει με το επιπεδο της ζημιάς που έχει προκαλέσει ο κατηγορούμενος στο ανήλικο του θύμα. Λαμβάνω υπόψη μου όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που έχουν εκτεθεί και αξιολογηθεί πιο πάνω όμως κανένας μετριαστικός παράγοντας δεν μπορεί να εξουδετερώσει την ανάγκη της επιβολής ποινής φυλάκισης διάρκειας. Νοείται οτι οι πράξεις του κατηγορούμενου κατά του ανήλικου θύματος ήταν τόσο βλαβερές για το θύμα που δεν γίνεται λόγος για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Τέλος λαμβάνω υπόψη μου τους μετριαστικούς παράγοντες που έχω αναλύσει πιο πάνω και αυτός είναι και ο κύριος λόγος που δεν θα του επιβάλω την ανώτατη ποινή φυλάκισης των πέντε ετών που δικαιούμαι να του επιβάλω με βάση τον νόμο. Ομως η ποινή θα έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα και θα έχει χαρακτήρα που να αντανακλά την υποχρεώση του Δικαστηρίου να επιβάλει ποινή που να προστατεύει τα πιο ευάλωτα αλλά συνάμα πιο πολύτιμα μέλη της κοινωνίας τα παιδιά από πιθανή έκθεση σ' αυτό το μεγάλο κίνδυνο. Επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 ετών για κάθε κατηγορία σεξουαλικής εκμετάλλευσης που αντιμετωπίζει δηλαδή τις κατηγορίες 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16 και
  4. Περαιτέρω επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 ετών στις κατηγορίες 1 και
  5. Δεν θα επιβάλω ποινή στις κατηγορίες της άσεμνης επίθεσης που θεωρείται πλημμέλημα ενόψει των ποινών που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο για τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και των λοιπών κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Για τις κατηγορίες 3 και 4 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2.5 ετών. Νοείται ότι οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν και θα αρχίσουν από την ημερομηνία κράτησης του, ήτοι από την 11.1.
  6. Έξοδα της δικής €130 θα πληρωθούν από την Δημοκρατία. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. [1] 22 CLR 147 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.