Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κ. Μ., Αρ. Υπόθεσης: 11157/14, 11/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11157/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κ. Μ. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιακουμμετή Για τον κατηγορούμενο: κ. Γεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά δύο κατηγορίες για διαφθορά νεαρής γυναίκας κάτω των 13 ετών κατά παράβαση του άρθρου 153 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Αντιμετωπίζει πέντε παρόμοιες κατηγορίες για διαφθορά της ίδιας νεαρής γυναίκας ηλικίας μεταξύ 13 και 17 ετών κατά παράβαση του άρθρου 154 του Ποινικού Κώδικα. Αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για άσεμνη επίθεση εναντίον της ίδιας νεαρής γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα. Τέλος αντιμετωπίζει 7 κατηγορίες για σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2 , 3, 4 και 10 του περί Καταπολέμησης Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και Προστασίας Θυμάτων Νόμου 87[1]/2007. Άκουσα 8 μάρτυρες κατηγορίας αλλά η υπόθεση στοιχειοθετήθηκε στην ουσία από την μαρτυρία της τότε ανήλικης παραπονούμενης η οποία σήμερα είναι 18 ετών. Όμως νομίζω ότι δεν είναι εύλογη η κριτική της υπεράσπισης ότι η ανάκριση των διωκτικών αρχών μεροληπτούσε υπέρ της ανήλικης παραπονούμενης. Αντιθέτως, εκείνο που προκύπτει από την ανωμοτί κατάθεση του κατηγορούμενου είναι ότι πληροφορήθηκε από τον αστυνομικό για όλες τις λεπτομέρειες της κατάθεσης της παραπονούμενης για να τοποθετηθεί. Η ΜΚ3 είναι εξετάστρια της υπόθεσης. Παρέλαβε οπτικοακουστική κατάθεση της παραπονούμενης ΜΚ4 στις 25.1.2012 με την οποία κατάγγειλε τον κατηγορούμενο για σεξουαλική εκμετάλλευση. Το περιεχόμενο της κατάθεσης της αφορούσε χρόνο στο παρελθόν. Η ίδια η ΜΚ3 ανέφερε ότι ήταν περιορισμένη η δυνατότητα εξεύρεσης επιστημονικής μαρτυρίας κατά του κατηγορούμενου για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Δεν είναι περίπτωση που υπήρχε η δυνατότητα εξεύρεσης ανεξάρτητης ενισχυτικής μαρτυρίας από το ανήλικο πρόσωπο, οπότε ήταν περίπτωση όπου η στοιχειοθέτηση της υπόθεσης αφορούσε τον λόγο της παραπονούμενης έναντι του λόγου του κατηγορούμενου. Η ΜΚ3 ανέφερε ότι κατά τον χρόνο που είδε την παραπονούμενη δεν είχε υπόψη της την καταγγελία που είχε προβάλει ο κατηγορούμενος στις 23.1.2012 δηλαδή την καταγγελία του ότι η παραπονούμενη απειλούσε να τον καταγγείλει για σεξουαλική εκμετάλλευση εάν την έδιωχνε από το σπίτι του. Ουδέποτε ρωτήθηκε η παραπονούμενη γι' αυτήν την καταγγελία κατά την ανάκριση της όμως προκύπτει από το σύνολο της οπτικοακουστικής εξέτασης ότι ρωτήθηκε εξονυχιστικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και συγκεκριμένα ερωτήθηκε για πιθανά κίνητρα της και κατά πόσο θα είχε λόγο να κατασκευάσει το παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με την θέση του κατηγορούμενου, στις 24.1.2012 ο κατηγορούμενος, η σύζυγος του και η παραπονούμενη είδαν την κοινωνική λειτουργό ΄Αντρη Ιωάννου και αυτοί επιθυμούσαν η παραπονούμενη να φύγει από την οικία τους. Αυτό όμως έγινε μία ημέρα πριν την οπτικοακουστική καταγγελία της παραπονούμενης και μετά που προέκυψε ως ενδεχόμενο η παραπονούμενη να καταγγείλει τον κατηγορούμενο για σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκου προσώπου. Ο κατηγορούμενος πήγε σε αστυνομικό σταθμό για να πληροφορήσει ότι η ανήλικη πρόκειτο να προβεί σε παράπονο στις 23.1.12 δηλαδή, μετά που η ανήλική μίλησε στην θεία και στην μητέρα της και πλέον ήταν θέμα χρόνου ότι το ζήτημα αυτό θα κατέληγε στο κατώφλι των διωκτικών αρχών. Σύμφωνα με την ΜΚ8 Ν.Ο. μητέρα της ανήλικης, η ανήλικη της είπε για την σεξουαλική εκμετάλλευση του θείου μία εβδομάδα μετά τις 13.1 δηλαδή, στις 20.1 και η ανήλικη την κάλεσε να έρθει να την παραλάβει από την οικία του κατηγορούμενου. Η ΜΚ8 ανέφερε ότι η θεία και γιαγιά δεν είχαν πιστέψει την ανήλικη και έτσι είναι μόνο μετά που την πίστεψε η μητέρα της και συζήτησε το ζήτημα με την μητέρα της που έκανε καταγγελία στο Γραφείο Ευημερίας και στην αστυνομία. Οπότε δεν είναι καθοριστικό για την αξιοπιστία της ανήλικης ότι ο κατηγορούμενος την κατάγγειλε στην Αστυνομία στις 23.1.12 ότι πρόκειτο να κατασκευάσει παράπονο εναντίον του για λόγους εκδίκησης. Η παραπονούμενη ουδέποτε ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την έδιωξε από την οικία του, αυτή είναι εκδοχή του κατηγορούμενου. Η εκδοχή της παραπονούμενης είναι ότι καβγάδισε με τον κατηγορούμενο γι' αυτό που άκουσε ο κατηγορούμενος, έξω από την πόρτα της ενώ κρυφάκουγε συζήτηση με φίλη της και μετά αυτή είπε στη θεία της για τον «παράνομο δεσμό» με τον κατηγορούμενο και την ίδια ημέρα τηλεφώνησε στη μητέρα της η οποία στη συνέχεια την παρέλαβε από την οικία του κατηγορούμενου. Η καταγγελία του κατηγορούμενου έγινε αφού η παραπονούμενη ήδη αποχώρησε από την οικία του στις 23.1.2015. Η παραπονούμενη ανέφερε στην οπτικοακουστική κατάθεση, ότι στην κοινωνική λειτουργό είχε αναφέρει αρκετές φορές αλλά και σε άλλους ότι ήθελε να φύγει από το σπίτι του κατηγορούμενου για να διαμένει σε ίδρυμα. Οπότε η θέση της υπεράσπισης ότι όλα έγιναν ως αντίδραση της ανήλικης επειδή την έδιωξαν, δεν ευσταθούν. Παρόλο που η ΜΚ3 έκανε λεπτομερή εξέταση της ανήλικης δεν περιορίσθηκε στις δικές τις εκτιμήσεις και έστειλε την παραπονούμενη σε ειδικό ψυχίατρο για να αξιολογήσει το παράπονο της για σεξουαλική εκμετάλλευση. Μόνο μία συνάντηση έγινε με την ψυχολόγο. Δεν έγινε δεύτερη συνάντηση επειδή αρνήθηκε η παραπονούμενη να πάει σε δεύτερη συνάντηση. Η ψυχολόγος στην οποία αποτάθηκε η ΜΚ3 δεν ανέφερε ότι η καταγγελία της ανήλικης ήταν ψευδής αλλά θέση της ήταν ότι έπασχε πράγματι από μετατραυματικό σύνδρομο. Τέλος παρά την απουσία πραγματικής μαρτυρίας που να ενισχύει την μαρτυρία της ανήλικης, οι διωκτικές αρχές ερεύνησαν κάποιους ισχυρισμούς της παραπονούμενης που μπορούσαν να διασταυρωθούν. Δηλαδή, η ανήλικη ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είχε σημάδι στο πέος του. Οι διωκτικές αρχές επεδίωξαν να γίνει ιατροδικαστική εξέταση του σώματος του κατηγορούμενου και τον ανέκριναν σε σχέση μ' αυτό το σημάδι. Οπότε δεν κρίνω ότι η έρευνα των διωκτικών αρχών ήταν μεροληπτική, απλά δεν υπήρχαν ανεξάρτητα στοιχεία για να τεκμηριωθεί το παράπονο της ανήλικης εξού και χρησιμοποιήθηκε η οπτικοακουστική κατάθεση που θα κατέγραφε κάθε λεπτομέρεια της εκδοχής της και της συμπεριφοράς της κατά τη λήψη αυτής της κατάθεσης. Η νεαρή παραπονούμενη, ΜΚ4, έδωσε κατάθεση η οποία οπτικογραφήθηκε, λίγο διάστημα μετά την υποβολή παραπόνου κατά του κατηγορούμενου για σεξουαλική εκμετάλλευση. Κατά το χρόνο λήψης της κατάθεσης η παραπονούμενη ήταν 15 ετών ενώ κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης είχε ενηλικιωθεί. Ο κατηγορούμενος είναι νυμφευμένος με την θεια της παραπονούμενης. Ο πατέρας της παραπονούμενης ήταν αδελφός της θειας της. Ο πατέρας της παραπονούμενης απεβίωσε τον Ιανουάριο 2010. Η μητέρα της παραπονούμενης δεν την ήθελε να διαμένει μαζί της. Πρόσφατα και προτού ενηλικιωθεί η παραπονούμενη ζούσε σε ξενώνα νεανίδων. Μετά την ενηλικίωση της και κατά τον χρόνο που προσήλθε στο Δικαστήριο να δώσει μαρτυρία ζούσε σε ξενοδοχείο. Η ουσία του ισχυρισμού της παραπονούμενης ήταν ότι από την τρυφερή ηλικία των 11 ετών ο κατηγορούμενος ξεκίνησε, ο οποίος είναι σύζυγος της θείας της να την παρενοχλεί σεξουαλικά. Αυτή η συμπεριφορά συνέχισε για 4 χρόνια μέχρι που η παραπονούμενη συμπλήρωσε την ηλικία των 15 ετών. Εξήγησε ότι η παρενόχληση άρχισε με χάδια στην ηλικία των 11 ετών και σε ηλικία 12 με 13 ετών, δηλαδή διάστημα κατά το οποίο φοιτούσε στην Β' Γυμνασίου, η σχέση με τον θείο της εξελίχθηκε σε ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή. Η παραπονούμενη δεν μπορούσε κατά την οπτικογράφηση της κατάθεσης να αναφερθεί σε συγκεκριμένες ημερομηνίες που την παρενοχλούσε ο κατηγορούμενος, ούτε μπορούσε να καταμετρήσει τις συγκεκριμένες περιπτώσεις που γινόταν κάτι τέτοιο. Η εξήγηση γι΄ αυτό είναι απλή. Αυτές οι περιπτώσεις φαίνεται να ήταν αμέτρητες για μεγάλο χρονικό διάστημα αφού διέμενε στο ίδιο σπίτι μαζί του και οι ερωτικές συνευρέσεις μεταξύ τους ήταν καθημερινές. Επιπρόσθετα, η παραπονούμενη χαρακτήρισε αυτό το οποίο έκανε με τον κατηγορούμενο ως «παράνομο δεσμό». Για μεγάλο χρονικό διάστημα η παραπονούμενη θεωρούσε ότι αυτό που γινόταν με τον κατηγορούμενο ήταν φυσιολογικό αλλά συνάμα και παράνομο, διότι αυτός στην ουσία απατούσε τη σύζυγο του που είναι θεία της. Υπήρξαν φορές που και η ίδια επεδίωκε και επιθυμούσε να κάνει έρωτα με τον κατηγορούμενο. Αυτή η σχέση ξεκίνησε ως φιλία με το στοιχείο της αποπλάνησης της ανήλικης σταδιακά ώστε αυτή να ανταποκριθεί θετικά στις σεξουαλικές του ορμές και να θεωρεί ότι αυτό που έκανε ήταν σωστό και επιθυμητό. Επιπρόσθετα, η παραπονούμενη δεν είχε καλή σχέση με τους γονείς της. Η μητέρα της την έδιωξε από το σπίτι και τον πατέρα της τον φοβόταν διότι την είχε κακοποιήσει σωματικά στο παρελθόν. Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της δεν έδειξαν καμία κατανόηση όταν τους είπε τι της είχε κάνει ο κατηγορούμενος αλλά και ούτε την πίστεψαν όταν τους είπε ότι είχε σεξουαλική σχέση με τον κατηγορούμενο. Επί παραδείγματι, όταν το ανέφερε στη γιαγιά της στο παρελθόν, η αντίδραση της ήταν να την στείλει στην εκκλησία να εξομολογηθεί. Η θεία της, σύζυγος του κατηγορούμενου δεν ήθελε να πιστέψει τους ισχυρισμούς της ανήλικης και φαίνεται να πήρε το μέρος του κατηγορούμενου ότι η καταγγελία της ανήλικης είναι εκδικητική. Ανέφερε στην ανακρίτρια της υπόθεσης ότι το είχε αναφέρει παλαιά σε κάποιο φίλο της με καταγωγή από την Ελλάδα, αλλά δεν ξέρει το ονοματεπώνυμο του και αυτός έχει από τότε αποχωρήσει από την Κύπρο και δεν μπορούσε να τον εντοπίσει για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα της. Οπότε θα πρέπει να επισημανθεί ότι η κατάθεση της δεν ενισχύεται από άλλη μαρτυρία. Αυτό θα έκανε οποιοδήποτε λογικό άνθρωπο να αναρωτηθεί κατά πόσο αυτά που ανέφερε είναι αλήθεια εφόσον αυτή η καταγγελία δεν έγινε αμέσως μετά την πρώτη σεξουαλική επαφή με τον κατηγορούμενο αλλά το παράπονο έγινε χρόνια αργότερα. Επίσης δεν απευθύνθηκε στην μητέρα ή στην κοινωνική λειτουργό αλλά στην σύζυγο του κατηγορούμενου για να αποκαλύψει τον μυστικό παράνομο ερωτικό δεσμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτοί οι λογικοί προβληματισμοί καθιστούν την παραπονούμενη αναξιόπιστη και καθιστούν τη μαρτυρία της ακροσφαλείς εκ προοιμίου, απλά υπάρχουν ζητήματα που πρέπει να εξετασθούν κάτω από το μικροσκόπιο και πρέπει να αναλυθούν ώστε το Δικαστήριο να είναι βέβαιο ότι η δική της αλήθεια είναι σωστή. Αυτά τα ζητήματα είναι εν ολίγης το γεγονός ότι για 4 χρόνια ότι ο κατηγορούμενος την κακοποιούσε σεξουαλικά ως ανήλικη και ουδείς ανάφερε οτιδήποτε σε κανένα. Επιπρόσθετα, κάτι που θα δημιουργούσε προβληματισμό σε οποιοδήποτε, είναι το γεγονός ότι η στιγμή που επέλεξε να καταγγείλει τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ήταν στιγμή που υπήρξε διένεξη μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου και η παραπονούμενη ανέφερε το παράπονο αυτό για πρώτη φορά στη θεία της, παρά σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Άλλο ζήτημα που χρήζει εκτενής ανάλυσης είναι το γεγονός ότι δεν κατέγραψε πουθενά συγκεκριμένες ημερομηνίες όπου έγιναν τα περιστατικά της σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Είναι σημαντικό ότι η παραπονούμενη χαρακτήρισε αυτό το οποίο συνέβαινε με τον κατηγορούμενο ως «παράνομο δεσμό». Η ίδια δεν είχε αντιληφθεί ότι αυτό το οποίο έκανε με τον κατηγορούμενο ήταν λάθος και ότι ο θείος της την εκμεταλλευόταν για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις. Περιέγραψε τον εαυτό της στην ηλικία των 11 ετών, όταν επισκεπτόταν το σπίτι του κατηγορούμενου κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού μετά την 6η τάξη του Δημοτικού, ως πρόσωπο αφελή που δεν είχε ιδέα για σεξουαλικά ζητήματα. Είναι μόνο μετά από κάποια χρόνια, κατά τη διάρκεια αυτής της «παράνομης σχέσης» που αντιλήφθηκε ότι αυτή ήταν θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Η παραπονούμενη επέδειξε παραβατική συμπεριφορά σε αυτό το διάστημα και δεν αποκλείεται αυτό να συνδέεται με τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου απέναντι της. Όταν εξιστορούσε αυτή την «παράνομη σχέση» κατά την οπτικοακουστική της κατάθεση ήταν αυθόρμητη. Ήταν σαν να έκανε αφήγηση μιας ιστορίας. Η εκδοχή της είναι λογικοφανής διότι η σχέση της με τον κατηγορούμενο εξελίχθηκε σταδιακά αρχικά με χάδια και μεταγενέστερα σε ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή με τον κατηγορούμενο. Για να είναι κατανοητή η εξέλιξη της σχέσης θα πρέπει να αρχίσει η αφήγηση των γεγονότων από την αρχή: Το καλοκαίρι της τελευταίας τάξης του Δημοτικού περνούσε χρόνο η ανήλικη στην οικία της θείας της. Αυτό το περιβάλλον την ευχαριστούσε λόγω του ότι οι γονείς της ήταν χωρισμένοι και δεν φαίνεται να είχε ιδιαίτερα καλή σχέση μαζί τους. Όταν είδα την παραπονούμενη για πρώτη φορά παρατήρησα ότι δεν είχε τον αέρα κοπέλας ή προσώπου που απολάμβανε με θρίαμβο ότι έχει στριμώξει τον κατηγορούμενο με την υποβολή της καταγγελίας για σεξουαλική εκμετάλλευση για να τον εκδικηθεί. Αντιθέτως, ήταν συνεσταλμένη, ένιωθε ντροπή και κατά τη διάρκεια της προβολής της οπτικογραφημένης κατάθεσης, έβλεπε συνεχώς προς τα κάτω από ντροπή. Επίσης δεν πρόκειται για πρόσωπο που έχει πρόβλημα να δημιουργεί ερωτικές σχέσεις με συνομήλικους της ή να διατηρεί φιλίες με συνομήλικους της. Αντιθέτως, από πολύ νωρίς σύναψε ερωτικούς δεσμούς με άλλους άνδρες πιο κοντά στη δική της ηλικία. Το μεγάλο της πρόβλημα φαίνεται να ήταν οι σχέσεις με την οικογένεια της λόγω έλλειψη στοργής και φροντίδας από την μητέρα, τον πατέρα και ακόμη από την γιαγιά και τον παππού. Βίωσε την απόρριψη από τους γονείς της. Η μητέρα της την έδιωξε από το σπίτι. Με κάποιο τρόπο αυτό το κενό έπρεπε να καλυφθεί και σύμφωνα με την ανήλικη το συναισθηματικό κενό το κάλυψε ο κατηγορούμενος όμως με σεξουαλικά ανταλλάγματα. Κατά το χρόνο του πρώτου περιστατικού σεξουαλικής εκμετάλλευσης η παραπονούμενη ανέφερε ότι ήταν στον καναπέ και έβλεπε τηλεόραση μαζί με τον κατηγορούμενο μέχρι αργά το βράδυ ενώ οι υπόλοιποι είχαν κοιμηθεί και αυτός άρχισε να της χαϊδεύει το πόδι. Οι παρενοχλήσεις συνοδεύονταν από φιλική συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Εξήγησε η παραπονούμενη ότι είχε εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο και του έλεγε τα πάντα σε σχέση με την προσωπική της ζωή, ακόμα και για σεξουαλικές της συνευρέσεις με άλλους άντρες. Αυτό σημαίνει ότι είχε το θάρρος του και ότι αυτός δεν την καταδίκαζε για την συμπεριφορά της όπως τα άλλα μέλη της οικογένειας της. Έδειχνε φίλος της και τον εμπιστευόταν. Προτού πάει στο σπίτι της θείας της για να κατοικήσει συναντιόταν συχνά με τον κατηγορούμενο μόνοι σε σημείο κοντά στην οικία του θείου σε ένα πάρκο όπου υπήρχε ένα υπόστεγο για να γίνει η συνάντηση μυστικά. Η σχέση άρχισε με φιλιά και χάδια αλλά στη συνέχεια ο κατηγορούμενος την πίεζε για στοματικό έρωτα. Μετά που τον ενημέρωσε ότι είχε ολοκληρωμένη σεξουαλική σχέση με δεκαενιάχρονο, αυτός ζήλεψε και πήρε τα πράγματα στο επόμενο στάδιο, δηλαδή την πίεζε για ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις. Η σεξουαλική επαφή γινόταν συνήθως στο χώρο του παρακούζινου στην οικία του κατηγορούμενου. Συνήθως η παραπονούμενη ήταν όρθια και ακουμπούσε σε έπιπλο ή εξοπλισμό του δωματίου και αυτός έκανε εισχώρηση του πέους του στον κόλπο της κρατώντας το σώμα της από πίσω. Εξήγησε ότι δεν μπορούσαν να κάνουν έρωτα κανονικά, πλαγιαστοί, διότι η σχέση ήταν κρυφή. Εξήγησε η παραπονούμενη ότι τότε έτρεφε αισθήματα για τον κατηγορούμενο. Μάλιστα όταν έκαναν έρωτα και μετά αυτός ήταν με τη θεία της αυτή ζήλευε. Τα μπερδεμένα αισθήματα που η παραπονούμενη νόμιζε ότι έτρεφε για τον κατηγορούμενο αλλά και η συναισθηματική της εξάρτηση σ΄ αυτόν είναι μια πολύ καλή εξήγηση γιατί αυτή η κατάσταση επικράτησε για χρόνια και γιατί δεν τον κατάγγειλε ως όφειλε να κάνει. Υπάρχουν κάποιες λεπτομέρειες στην αφήγησή της που καταδεικνύουν ότι η ιστορία της είναι αληθινή. Επί παραδείγματι, αναφέρθηκε στις περιπτώσεις όπου η θεία της υποψιάστηκε ότι κάτι συνέβαινε και αναφέρθηκε λεπτομερώς στα ψέματα που έλεγε ο κατηγορούμενος στη σύζυγο του για να την πείσει ότι υπήρχε αθώα εξήγηση γιατί βρήκε τους δύο μόνους μέσα στο σκοτάδι. Μετά από αυτό το περιστατικό η παραπονούμενη ένιωθε ντροπή για τις πράξεις της και ήθελε να απομακρυνθεί από τον κατηγορούμενο. Εξαιτίας όμως της σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη από τον κατηγορούμενο, σε πολύ μικρή ηλικία και την κακή της σχέση με τους γονείς της η παραπονούμενη είχε συναισθηματικά προβλήματα τα οποία εκδηλώθηκαν με παραβατική συμπεριφορά. Ο κατηγορούμενος έσπευσε σε αυτό το διάστημα που απομακρυνόταν από τους γονείς της να καλύψει το κενό της συναισθηματικής στέρησης και φροντίδας. Ως ανέφερα πιο πάνω, η παραπονούμενη δεν απέρριπτε τον κατηγορούμενο. Αντιθέτως, παραδέχθηκε ότι κάποιες φορές ήθελε και αυτή να συνευρεθεί μαζί του ερωτικά. Άλλες φορές όμως την πίεζε να κάνει πράγματα, όπως είπε, με το ζόρι που δεν ήθελε να κάνει και μετά ένιωθε τύψεις και αποστροφή για τον εαυτό της. Διαφωνώ με τη θέση της υπεράσπισης ότι επ' αυτού του σημείου υπάρχει κάτι το αντιφατικό που λέχθηκε στην μαρτυρία της σε σχέση με την κατάθεση της. Θέση της, κατά την αντεξέταση, ήταν ότι συναινούσε στην σεξουαλική επαφή με τον κατηγορούμενο, αλλά κάποτε κάτω από απειλή. Αυτό συνάδει απόλυτα με όσα είπε με περισσότερη λεπτομέρεια βέβαια στην οπτικοακουστική της κατάθεση. Εκδήλωσε παραβατική συμπεριφορά και κακές σχέσεις με όλους τους συγγενείς της. Όμως ως ανέφερε η ίδια ο λόγος που είχε αναπτύξει τέτοια συμπεριφορά είναι η σχέση της με τον κατηγορούμενο. Οι γονείς της δεν ήθελαν πλέον να ασχολούνται μαζί της. Αποκορύφωμα της απόρριψης ήταν η απόφαση της μητέρας της να την διώξει και να την στείλει στη γιαγιά της και τον παππού της. Μετά από λίγο καιρό ούτε εκείνοι την ήθελαν στο σπίτι τους. Η παραπονούμενη ανέφερε ως λεπτομέρεια που καταδεικνύει την αλήθεια της εκδοχής της ότι εκείνη είχε χτυπήσει τον παππού της επειδή επρόκειτο εκείνος να ασκήσει βία εναντίον της μετά από καβγά. Η παραπονούμενη δεν προσπάθησε να ωραιοποιήσει τον δικό της ρόλο ή να υποβαθμίσει τη δική της παραβατική και ατίθαση συμπεριφορά με τους οικείους της. Ούτε κατηγόρησε τη μητέρα της, παρόλο που αυτή την έδιωξε από το σπίτι. Παραδέχθηκε ότι η συμπεριφορά της κάποτε ήταν ακραία και μη ελεγχόμενη. Όλα αυτά δείχνουν ότι η ίδια είναι και κριτής της δικής της κακής συμπεριφοράς, δεν είναι το είδος του προσώπου που ήταν έτοιμη να κατηγορήσει τους άλλους για δικά της σφάλματα. Το ίδιο έκανε και με τον κατηγορούμενο. Θεωρούσε ότι της πρόσφερε στοργή και φροντίδα και δεν ήθελε να τον προδώσει και να τον εγκαταλείψει. Ανέφερε ότι στο στάδιο που επρόκειτο η γιαγιά και ο παππούς να την διώξουν από το σπίτι τους, ο κατηγορούμενος προθυμοποιήθηκε να την αναλάβει και με δική του πρωτοβουλία ήρθε να μείνει στο σπίτι του. Πρόκειται για κορίτσι με σοβαρή παραβατική συμπεριφορά. Δεν την ήθελε η ίδια της η μητέρα στο σπίτι, ούτε ο πατέρας της, ούτε η γιαγιά της αλλά ούτε και ο παππούς της. Συνεπώς είτε ο κατηγορούμενος πρόκειται για ασυνήθιστα γενναιόδωρο πρόσωπο για να την αναλάβει ή κάτι άλλο συνέβαινε. Η εκδοχή της παραπονούμενης δίνει πλήρη εξήγηση γιατί ο κατηγορούμενος ανέχθηκε τέτοιο άτομο στο σπίτι του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μάλιστα η παραπονούμενη ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την κατηγόρησε ότι ο φίλος της, μαζί με άλλους του επιτέθηκαν στο χώρο εργασίας του εξαιτίας της. Παρόλο τούτο δεν την έδιωξε από το σπίτι του. Γιατί άραγε; Καβγάδισε μαζί του λίγες μέρες μετά το θάνατο του πατέρα της και μετά που αντιλήφθηκε ο ίδιος ότι υπήρχε πιθανότητα να τον καταγγείλει αφού είχε κοινοποιήσει την παράνομη σχέση στους οικείους της ή/και σε τρίτους, ότι θα τον καταγγείλει από εκδίκηση επειδή θα την έδιωχνε, μετέβηκε στην Αστυνομία και την κατάγγειλε. Με την προτροπή της ανακρίτριας άρχισε να νιώθει πιο άνετα κατά την οπτικογράφηση της κατάθεσης της. Η παραπονούμενη έγινε πιο γραφική στην αφήγηση των σεξουαλικών συνευρέσεων της με τον κατηγορούμενο. Εξήγησε ότι είχαν κανονική σεξουαλική επαφή από τον κόλπο αλλά ποτέ με προφυλάξεις. Δεν φορούσε προφυλακτικό ο κατηγορούμενος παρά μόνο κατά την έμμηνο ρήση της παραπονούμενης. Η εξήγηση που έδωσε στην ανήλικη για την χρήση προφυλακτικού εκείνες τις μέρες, ήταν ότι δεν ήθελε η σύζυγος του να πάθει οποιοδήποτε αφροδισιακό νόσημα. Σε σχέση με το στοματικό έρωτα ανέφερε ότι ήταν κάτι το οποίο της προκαλούσε αηδία αλλά το έκανε κατόπιν πίεσης του κατηγορούμενου. Ανέφερε ότι περίπου στην τρίτη τάξη του Γυμνασίου άρχισε να την πιέζει για πρωκτικό έρωτα και ανέφερε χαρακτηριστικά ότι κάθε φορά που γινόταν κάτι τέτοιο, με το ζόρι πάντοτε, της προκαλούσε πληγή και πόνο. Για να μην μείνει έγκυος ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωνε συνήθως στο νιπτήρα του μπάνιου και κάποτε πάνω της εάν δεν προλάβαινε. Σε κάποιες περιπτώσεις εκσπερμάτωνε μέσα στο στόμα της. Η παραπονούμενη άργησε πάρα πολύ να καταγγείλει τον κατηγορούμενο αλλά κατά τη διάρκεια της οπτικογραφημένης κατάθεσης έθεσε υπόψη της ανακρίτριας τους προβληματισμούς της και τους λόγους για τους οποίους δεν έκανε οποιαδήποτε καταγγελία. Τρία χρόνια προηγουμένως και προτού εξελιχθούν οι σχέσεις της με τον κατηγορούμενο σε σεξουαλική επαφή το είχε αναφέρει στη γιαγιά της ότι είχαν φιληθεί και αυτή της είπε να πάει να εξομολογηθεί. Μετά που τους έκοψε η θεία της, μέσα στο παρακούζινο τον απειλούσε συνεχώς ότι θα το έλεγε στη γυναίκα του. Όμως αυτός την απείλησε ότι εάν έκανε κάτι τέτοιο θα πρόβαλλέ ένα βίντεο ότι ήρθε σε επαφή με τον δεκαεννιάχρονο με τον οποίο είχε σχέση. Της είχε πει ψέματα ότι είχε κάμερες μέσα στο σπίτι της με τις οποίες τη βιντεογράφησε, γι' αυτό το λόγο δεν μίλησε σε κανένα. Εξήγησε ότι φοβόταν πάρα πολύ τον πατέρα της, ο οποίος την είχε χτυπήσει στο παρελθόν και ότι εάν έλεγε κάτι τέτοιο στον πατέρα της θα υπήρχαν άσχημες συνέπειες για την ίδια αλλά και για τον κατηγορούμενο. Για να πείσει την ανακρίτρια όμως για την αλήθεια των ισχυρισμών της, της είπε ότι ο κατηγορούμενος έχει σημάδι στο κάτω μέρος του πέους του το οποίο ομοιάζει με ελιά, χρώματος καφέ. Εκείνο το σημείο του σώματος του το ξυρίζει. Για να εξηγήσει τη χρονική στιγμή που τον κατάγγειλε για σεξουαλική εκμετάλλευση, ανέφερε ότι μετά το θάνατο του πατέρα της δεν φοβόταν πλέον ότι θα την τιμωρήσει, γιατί θεωρούσε πλέον ότι ο κατηγορούμενος της προκάλεσε ψυχολογικά προβλήματα και σκέφτηκε ακόμα και το φίλο της μητέρας της και όποιον άντρα γνώριζε ότι δεν του έχει εμπιστοσύνη και θεωρούσε ότι όποιον άντρα έβλεπε ότι αυτός δυνητικά μετατρεπόταν σε πρόσωπο που θα την εκμεταλλευόταν σεξουαλικά, εξαιτίας της εμπειρίας της με τον κατηγορούμενο. Επίσης ένα άλλο ψέμα που της είχε πει ο κατηγορούμενος για να μην διακόψουν τη σχέση τους και για να μην τον καταγγείλει είναι ότι έχει το CID της Αστυνομίας βίντεο της στο Internet και ότι έπρεπε να πληρώσει ο ίδιος για να μην φαίνεται το πρόσωπο της, το οποίο είχε φιλτραριστεί σε σκηνές στο διαδίκτυο ερωτικού περιεχομένου. Όσον αφορά τον τρόπο που έμαθαν όλοι για τον κατηγορούμενο αυτό έγινε μέσω της θείας της η οποία το είπε σε όλους όταν της το είπε η παραπονούμενη. Κατά την ένορκη μαρτυρία η παραπονούμενη ένιωθε κάθε άλλο παρά άνετα. Μιλούσε σιγανά και σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Εκείνο που την δυσκόλευε ιδιαίτερα ήταν να περιγράψει τις γραφικές σκηνές ερωτικών επαφών μεταξύ αυτής και του παραπονούμενου όχι επειδή δεν γνώριζε καλά τι έγινε αλλά από ντροπή και στενοχώρια. ΄Εχει ενηλικιωθεί και έχει αντιληφθεί γιατί αυτά που έκανε με τον σύζυγο της θειας της ήταν λάθος. Γι' αυτό θεωρώ ότι ένιωθε βαθιά ντροπή και στεναχώρια να τα εξιστορήσει ξανά ενώπιον μου και να βιώσει τις ίδιες εμπειρίες. ΄Οταν παρακολουθούσε την οπτικοακουστική κατάθεση κοκκίνιζε και κοίταζε αλλού από ντροπή. Κατά την κυρίως εξέταση έπρεπε να διακόψω την μαρτυρία της τουλάχιστον μία φορά για να συνέλθει και να συνεχίσει. Η εικόνα της παραπονούμενης που είχα ενώπιον μου δεν ήταν αυτή μιας έφηβης γεμάτη αυθάδεια και μίσος που ήθελε να εκδικηθεί τον κατηγορούμενο αλλά φοβισμένης νεαρής βαθιά συγκλονισμένη και επηρεασμένη που ήρθε στο Δικαστήριο μόνο επειδή έπρεπε για απαλλαγεί από τα βάσανα του παρελθόντος που την στοιχειώνουν. Στην κυρίως εξέταση διευκρίνισε ότι σε σχέση με την ερωτική σκηνή που έγινε στο "παρακουζινο" της οικίας όπου ο κατηγορούμενος την φιλούσε στα σκοτεινά πρέπει να αντιλήφθηκε κάτι η θεια της όταν άνοιξε την συρόμενη πόρτα και τους βρήκε μόνους στα σκοτεινά. Ακολούθησε άγριος καβγάς μεταξύ του αντρογύνου και η ίδια βυθίστηκε στην ντροπή της και επιχείρησε να απομακρυνθεί από τον κατηγορούμενο. Είναι τότε που ανέφερε ότι υπήρχε κάποιου είδους σχέση μεταξύ αυτής και του κατηγορούμενου στην γιαγιά της και αυτή αντί να της συμπαρασταθεί και να την προστατέψει από μελλοντικό κακό την έστειλε να εξομολογηθεί στην εκκλησία. Η μικρή ανέφερε κάτι στην γιαγιά και η αντίδραση της γιαγιάς ήταν ότι αυτή ήταν η αμαρτωλή και όχι ο κατηγορούμενος. Αυτό είναι επιπρόσθετο στοιχείο που εξηγεί γιατί αυτό το ανήλικο κορίτσι δεν εκμυστηρεύθηκε τίποτε στην οικογένεια της για τον 'παράνομο δεσμό'. Η γιαγιά γνώριζε τι είχε γίνει εντούτοις όταν η γιαγιά τα βρήκε σκούρα και δεν μπορούσε να χειριστεί την μικρή, την έδιωξε από το σπίτι της και την έστειλε εν γνώση της στο στόμα του λύκου. Εξήγησε πως ο κατηγορούμενος ήταν από την αρχή κτητικός και πως χρησιμοποιούσε διάφορα τεχνάσματα να την χειραγωγήσει και να την εμποδίζει από του να εκμυστηρευτεί οτιδήποτε στην οικογένεια για όλων των ειδών σεξουαλικών επαφών που είχε με τον θειο της. H αντεξέταση της υπεράσπισης περιστρέφεται γύρω από ένα άξονα δηλαδή, το κίνητρο της παραπονούμενης να καταγγείλει τον θείο της για σεξουαλική εκμετάλλευση, ένα χρόνο μετά την διαμονή της στην οικία του και την στιγμή που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι θέλησε να την διώξει από το σπίτι. Απ' ότι αντιλαμβάνομαι, θέση της υπεράσπισης ήταν ότι η καταγγελία ήταν κατασκευασμένη με κίνητρο την εκδίκηση. Τέθηκαν υπόψη της ΜΚ4 πολλά γεγονότα και επιχειρήματα διά να στοιχειοθετηθεί κάτι τέτοιο όπως επί παραδείγματι, το γεγονός ότι ουδέποτε κατάγγειλε την σεξουαλική παρενόχληση του θείου της στην λειτουργό που την παρακολουθούσε, ΄Αντρη Ιωάννου. Επίσης η ΜΚ4 δέχθηκε ότι στις 20 Ιανουαρίου, έστειλε μήνυμα SMS στον κατηγορούμενο στο οποίο του ανέφερε αυτολεξή: 'Τι είναι αυτά τα καραγκιοζιλίκια που κάνεις. Μαζί μου δεν κάνεις παιγνίδια είμαι αντάξιος αντίπαλος του'. Η ΜΚ4 εξήγησε ότι αυτό το μήνυμα το έστειλε μετά που ανέφερε στην θεία της και σύζυγο του κατηγορούμενου αλλά και υπόλοιπα μέλη της οικογένειας για το μυστικό τους ερωτικό δεσμό. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τα πάντα την κατηγόρησε ότι ψεύδετο και αυτή ήταν η οργιλή της αντίδραση εφόσον η θεία και γιαγιά δεν την πίστεψαν. Δεν είχα την αίσθηση ότι η ΜΚ4 ήθελε πάση θυσία να διαμένει με τον κατηγορούμενο και την οικογένεια του στην οικία του. Όχι μόνο αυτό αλλά εκφράστηκε η δυσαρέσκεια της για την έλλειψη επιλογής στον τόπο διαμονής της. Ήταν υπόχρεη να μείνει μαζί τους παρόλο που στην μητέρα της εκφράστηκε η επιθυμία της να φύγει. Εξάλλου ποιες θα ήταν οι συνέπειες για την παραπονούμενη σε τέτοια περίπτωση. Το γραφείο ευημερίας παρακολουθούσε την περίπτωση αυτή και ως ανήλικη που ήταν έπρεπε να ήταν επί την επίβλεψη κάποιου ενήλικα. Εάν πράγματι παρασπονδούσε κατά της πειθαρχίας του κατηγορούμενου επειδή ζούσε άκρατη ζωή εκτός ελέγχου για την ηλικία της που δεν ενέκρινε ο κατηγορούμενος, θα ήταν σωτηρία για εκείνη να έφευγε από τέτοιο περιβάλλον. Η ΜΚ4 εξήγησε γιατί ενήργησε έτσι αλλά δεν εκφράστηκε και τόσο καλά. Θεωρούσε τον κατηγορούμενο υπαίτιο για τα κατάντια της . Επιπρόσθετα, μεγάλωσε και ως η ίδια εξήγησε θεωρούσε πλέον ότι ήταν αρκετά δυνατή να αντιμετωπίσει και να χειριστεί τον κατηγορούμενο επί ίσοις όροις. ΄Ετσι δεν μπορούσε να ανεχθεί τις υποδείξεις και τα ψεύδη του κατηγορούμενου. Μέχρι την στιγμή της καταγγελίας η ΜΚ4 δεν θεωρούσε ότι ήταν αντικείμενο εκμετάλλευσης του κατηγορούμενου. Θεωρούσε ότι ήταν ερωμένη του. Ανέφερε ότι είναι με την θέληση της που είχε ερωτική επαφή μαζί του. Μάλιστα ανέφερε ότι είχε αποκομίσει αρκετά οφέλη από την σχέση αυτή γι' αυτό και συνέχισε με την 'παράνομη σχέση' και δεν έλεγε τίποτα. Είναι μόνο όταν μεγάλωσε και ωρίμασε που αντιλήφθηκε ότι δεν είναι φυσιολογικό να έχει ερωτική σχέση με τον θείο της 20 χρόνια μεγαλύτερο σε ηλικία από εκείνη και κρυφά από την θεία της που άρχισε να νιώθει αποστροφή για τις πράξεις της με αποτέλεσμα να αναζητεί διέξοδο από τον έλεγχο του κατηγορούμενου. Δεν κλονίζεται η αξιοπιστία της παραπονούμενης επειδή είχε και άλλους ερωτικούς συντρόφους στο παρελθόν παράλληλα με την σχέση με τον κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει κανένας κανόνας αξιολόγησης μαρτυρίας που να προκαθορίζει ότι θα πρέπει να αγνοήσω την μαρτυρία της ανήλικης και να την κρίνω αναξιόπιστη επειδή είχε και άλλους ερωτικούς συντρόφους. Αντιθέτως, το γεγονός ότι μία ανήλικη 15 ετών είχε ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις και με άλλους ενήλικες άντρες, είναι ένδειξη ότι εύκολα παρασύρεται και ότι δεν υπήρχε αναγκαίος δίαυλος επικοινωνίας με τους κηδεμόνες της αλλά και ούτε η αναγκαία αγάπη και φροντίδα από τους γονείς ώστε αυτή να αντιληφθεί ότι αυτά δεν ήταν φυσιολογικά για άτομο της ηλικίας της. Εξάλλου η ΜΚ4 εξήγησε ότι ο κατηγορούμενος έγινε πιο φορτικός και αναζητούσε την ολοκλήρωση της ερωτικής τους σχέσης όταν έμαθε για την παράλληλη της σχέση με άλλο άντρα. Δεν υπάρχει κανένας κανόνας αξιοπιστίας που να υπαγορεύει ότι ερωτική συμπεριφορά γυναικών επιδρά και στην αξιοπιστία τους. Αντιθέτως, υπάρχουν αρκετοί αποδεικτικοί κανόνες που να απαγορεύουν τέτοια διασύνδεση . Η ερωτική και ιδιωτική ζωή μίας γυναίκας δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία διά να ενισχύσει ή να καταρρίψει την αξιοπιστία της σε σχέση με καταγγελία βιασμού και/ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Με βάση τις αρχές του κοινοδικαίου επιτρεπόταν η αποδοχή μαρτυρίας για προηγούμενη σεξουαλική ζωή της παραπονούμενης διά να αποδειχθεί ότι είχε συγκατατεθεί στις οχλήσεις του συγκεκριμένου κατηγορούμενου για σεξουαλική συνεύρεση και διά να κριθεί η αξιοπιστία της. Αυτή η αρχή έχει εγκαταλειφθεί οριστικά από Αγγλικά Δικαστήρια και άλλες δικαιοδοσίες που εφαρμόζουν το κοινό δίκαιο. Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται η αντεξέταση της παραπονούμενης για προηγούμενη σεξουαλική συμπεριφορά με βάση τις διατάξεις του Sexual Offences Act 1976, εκτός εάν αυτές οι προηγούμενες σεξουαλικές συνευρέσεις με άλλους ερωτικούς συντρόφους είναι σχετική μαρτυρία με επίδικο ζήτημα στην υπόθεση. Regina v. Αστυνομίας,[1], Lord slynn of Hadley In recent years it has become plain that women who allege they have been raped should not in court be harassed unfairly by questions about previous sexual experience. To allow such harassment is very unjust to the women. It is also bad for society in that women will be afraid to complain and as a result men who ought to be prosecuted escape. .[S]ection 2 of sexual offences act 1976 which provided that without leave of the judge there should be no evidence or cross -examination by or on behalf of the defendant of complainants sexual experience with a person other than the accused. Δεν πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη τέτοια μαρτυρία εάν σκοπός της μαρτυρίας είναι για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ως γυναίκα χαμηλών ηθών δεν πρέπει να γίνει πιστευτή. Τέτοια θεώρηση των πραγμάτων είναι λανθασμένη βασίζεται σε παρωχημένες αντιλήψεις του παρελθόντος και συνιστούν απαράδεκτη παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή αυτών των γυναικών. Το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά στην υπόθεση R v. Seaboyer[2] επεξήγησε γιατί τέτοια μαρτυρία είναι ανεπίτρεπτη για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας της παραπονούμενης αλλά και γιατί η απαγόρευση τέτοιας μαρτυρίας δεν παρεμβαίνει σε κανέναν από τα συνταγματικά δικαιώματα του κατηγορούμενου ή επηρεάζει την δίκαια δίκη. Κάτω από ασφαλιστικές δικλίδες υιοθετήθηκε μια ευέλικτη προσέγγιση που δεν παραβιάζει την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας αλλά από την άλλη έδωσε στο Δικαστήριο την ευχέρεια να αποκλείσει τέτοια μαρτυρία και/ή γραμμή αντεξέτασης αν αυτή γραμμή ήταν να πληγεί η αξιοπιστία μιας γυναίκας εξαιτίας της υπόληψης της ως γυναίκα χαμηλών ηθών. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου ήταν ως εξής: • On a trial for a sexual offence evidence that the complainant has engaged in consensual sexual conduct on other occasions is not admissible solely to support the inference that the complainant is reason of such conduct (
- a)more likely to have consented to the sexual conduct at issue on the trial (
- b)less worthy of belief as a witness • Evidence of consensual sexual conduct on the part of complainant may be admissible for purposes other than an inference relating to the consent or credibility where it possesses probative value on an issue in the trial and where probative value is not substantially outweighed by the danger of unfair prejudice and flowing from the evidence • . • Where evidence that the complainant has engaged in sexual conduct on other occasions is admitted on a jury trial the judge should warn the jury against infering from the evidence of the conduct itself either that the complainant might have consented to the act alleged or that the complainant is less worthy of credit. (ελεύθερη μετάφραση) Κατά τη δίωξη για σεξουαλικά αδικήματα μαρτυρία της παραπονούμενης ότι έχει συναινέσει στο παρελθόν σε σεξουαλική επαφή με άλλους άνδρες δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία, απλά για να εξαχθεί το συμπέρασμα (α) ότι είναι πιθανόν να έχει συναινέσει σε σεξουαλική επαφή με τον κατηγορούμενο (β) δεν είναι αξιόπιστη η μαρτυρία της. Τέτοια μαρτυρία είναι αποδεκτή όχι για να στοιχειοθετηθούν τα πιο πάνω συμπεράσματα, αλλά όταν υπάρχουν ανεξάρτητα επίδικα ζητήματα, σε σχέση με τα πιο πάνω και η μαρτυρία αυτή είναι σχετική σε βαθμό που υπερτερεί η ανάγκη να αποκλεισθεί η μαρτυρία εξαιτίας των δυσμενών επιπτώσεων που δημιουργούνται από την αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας. Σε σχόλια το Δικαστήριο παρατήρησε ότι τα σεξουαλικά αδικήματα δεν καταγγέλλονται συχνά λόγω ανυπέρβλητων εμποδίων που αντιμετωπίζουν οι παραπονούμενες σε τέτοιες υποθέσεις. Δεν παραβιάζεται το τεκμήριο της αθωότητας εάν δεν επιτρέπεται στην υπεράσπιση να αντεξετάσει την παραπονούμενη για την ιδιωτική σεξουαλική της ζωή διότι η ιδιωτική σεξουαλική ζωή μιας γυναίκας δεν έχει σχέση με το ζήτημα της συγκατάθεσης στον συγκεκριμένο δράστη ή με την αξιοπιστία της ως μάρτυρας. [R]ape myths still present formidable obstacles for complainants in their dealings with the very system charged with discovering the truth. The concept of relevance has been imbued with stereotypical notions of female complainants and sexual assault . This is plain from common law which held that evidence of unchasteness was relevant to both consent and credibility . Any connection between the evidence sought to be adduced and the fact of the matter of which it was supposedly probative must be bridged by stereotype ( that unchaste women lie and unchaste women consent indiscriminately ) in order to make sense[3]. (ελεύθερη μετάφραση) Λανθασμένες αντιλήψεις για την αξιοπιστία γυναικών που καταγγέλουν τέτοιες υποθέσεις αποτελούν ουσιαστικό εμπόδιο για τα θύματα να καταγγέλουν τους θύτες τους. Αυτά τα εμπόδια δημιουργούνται από το ίδιο το σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Αναχρονιστικές αντιλήψεις για γυναίκες που προβαίνουν σε τέτοιες καταγγελίες ήταν κάτι που λαμβάνετο υπόψη ως σημαντικό κριτήριο σε τέτοιες υποθέσεις. Αυτή η άποψη επικρατούσε στην κοινωνία και ενσωματώθηκε στο κοινό δίκαιο και μαρτυρία ότι η γυναίκα παραπονούμενη ήταν χαμηλών ηθών ήταν σχετική για το ζήτημα της συγκατάθεσης της αλλά και της αξιοπιστίας της. Για να έχει νόημα αυτή η σύνδεση δηλαδή μαρτυρία για προηγούμενες σεξουαλικές σχέσεις μιάς γυναίκας και το ζήτημα της συγκατάθεσης θα πρέπει να είναι αποδεικτικός κανόνας ότι γυναίκες χαμηλών ηθών ή με πολλούς εραστές ποτέ δεν αρνούνται την σεξουαλική επαφή με κανένα. Στην Κύπρο δεν υπάρχει νομοθετική παρέμβαση σ' αυτό το ζήτημα. Όμως κρίνω , ως θέμα κοινής λογικής, ότι το γεγονός ότι η ανήλικη είχε και άλλους ερωτικούς συντρόφους δεν έχει καμία σχέση με την αξιοπιστία της ως μάρτυρας. Επιπρόσθετα τέτοια διασύνδεση στη παρούσα περίπτωση θα ήταν άδικη και αβάσιμη. Αντιθέτως, το γεγονός ότι η ανήλικη απάντησε με κάθε ειλικρίνεια αυτές τις ερωτήσεις, που σκοπό είχαν να εκθέσουν την ιδιωτική της ζωή, προκειμένου να δικαιωθεί, αποδεικνύει ότι ήταν έτοιμη να πει την αλήθεια όποιο και να ήταν το τίμημα αυτής της αποκάλυψης. Αυτό που πρέπει να κριθεί και να αξιολογηθεί κάτω από το μικροσκόπιο είναι η συγκεκριμένη σχέση της με τον κατηγορούμενου. Δεν πρέπει να κριθεί μόνο εάν η δική της συμπεριφορά ήταν φυσιολογική και αναμενόμενη υπό τις περιστάσεις αλλά και κατά πόσο η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν φυσιολογική και συνάδει με την εικόνα του θείου που τρέφει μόνο αισθήματα πατρικής στοργής έναντι της ανήλικης. Κρίνω ότι η αντίδραση του κατηγορούμενου να εξοργισθεί επειδή η παραπονούμενη μιλούσε με την φίλη της για τον φίλο της ενώ κρυφάκουγε αυτή την συζήτηση πίσω από κλειστή πόρτα δεν είναι φυσιολογική συμπεριφορά ικανή για να την διατάξει να φύγει από το σπίτι του αμέσως και έχω σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο αυτή η εκδοχή των γεγονότων είναι η πραγματική. Η εξήγηση της ΜΚ4 για τον καβγά της εκείνη την ημέρα είναι πολύ πιο πειστική και φυσιολογική. Δηλαδή, ο κατηγορούμενος ζήλευε και ήθελε να την περιορίσει επομένως τον ενδιέφερε να μάθει για τα αισθήματα της για άλλον. Εξάλλου η ΜΚ4 ανέφερε ότι με την φίλη της δεν μιλούσε για το σέξ αλλά για την σχέση της. Η ΜΚ4 ανέφερε επίσης ότι την εβδομάδα μετά τον θάνατο του πατέρα της είχε σεξουαλική επαφή μόνο με τον κατηγορούμενο. Οπότε το γεγονός ότι υπήρχε και άλλος άντρας στην ζωή της ανήλικης ήταν αρκετό για να εξοργίσει τον κατηγορούμενο. Επίσης μη φυσιολογική είναι αντίδραση του κατηγορούμενου να κάνει παρεμβατική κίνηση στην αστυνομία ότι η ΜΚ4 επρόκειτο να τον καταγγείλει για σεξουαλική εκμετάλλευση επειδή επρόκειτο να την διώξει σύμφωνα με δικό του ισχυρισμό, από το σπίτι του. Δεν γνώριζε με βεβαιότητα για τις κινήσεις της ανήλικης. Εάν την θεωρούσε ικανή για τέτοια ψευδή καταγγελία και σκευωρία εναντίον του είναι άξιον απορίας γιατί αποδέχθηκε να αναλάβει την επιμέλεια και την φροντίδα της για ένα έτος και αφού είχε διωχθεί από το σπίτι της μητέρας και του πατρογονικούς της παππούδες. Ο κατηγορούμενος έκανε την παρεμβατική κίνηση αφού η ανήλικη είχε πρώτα ομολογήσει για την «παράνομη σχέση», στην σύζυγο του κατηγορούμενου. Οπότε ο κατηγορούμενος ήξερε ότι ήταν θέμα χρόνου να γινόταν γνωστή η αποκάλυψη της στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και στην συνέχεια στην αστυνομία. Η ανήλικη εξήγησε ότι δεν είχε αντιληφθεί το μέγεθος του κακού που της έκανε ο κατηγορούμενος. Είχε τύψεις για την συμπεριφορά της, διότι ως είπε είναι με την θέληση της που είχε σεξουαλική επαφή μαζί του. Στο παρελθόν η γιαγιά της δεν είχε τρομάξει με αυτά που της είπε, αλλά την κατσάδιασε για την συμπεριφορά που θα χαλούσε τον γάμο της θείας της και θυγατέρας της γιαγιάς της και την προέτρεψε να εξομολογηθεί στην εκκλησία ως αμαρτωλή για την συγκεκριμένη συμπεριφορά. Οπότε δεν είναι καθόλου παράξενο που η ανήλικη δεν μίλησε γι'αυτήν την παράνομη σχέση αφού θεωρούσε και τον εαυτό της ηθικά υπεύθυνη για την σύναψη αυτής της σχέσης εις βάρος της θείας της. Δεν είχε καλή σχέση με τα υπόλοιπα συγγενικά της πρόσωπα. Με την μητέρα της ήταν σε ρήξη, τον πατέρα τον φοβόταν και μετά απεβίωσε. Η γιαγιά όχι μόνο δεν έδειξε κατανόηση την μία φορά που της εκμυστηρεύτηκε το πρόβλημα της στο παρελθόν αλλά την κάκισε και την έδιωξε και από την οικία της χωρίς να ερευνήσει ή να αναρωτηθεί ποια ήταν η αιτία της εφηβικής της επανάστασης. Δεν είναι καθόλου παράξενο ότι η ανήλικη κράτησε αυτό το μυστικό μέσα σ' αυτό το δυσχερή οικογενειακό περιβάλλον χωρίς κανένα πρόσωπο που μπορούσε να εμπιστευθεί. Ο μόνος που ήταν 'φίλος' της και άκουγε τα προβλήματα της ήταν ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε αυτή την δεσπόζουσα θέση που κατείχε ως προσωρινός κηδεμόνας της ανήλικης και την αφέλεια της διά να γίνει εραστής της. Η ανήλικη ανέφερε ότι αργότερα κατάλαβε ότι η εφηβική της επανάσταση έχει σχέση μ' αυτά που έγιναν με τον θείο της. Η ίδια εξήγησε ότι μέσα στο μυαλό της, έχει εικόνα ερωτική για κάθε άντρα στην ζωή της. Μετατρέπει στο μυαλό της κάθε πρόσωπο του αρσενικού φύλου, ως σεξουαλικός θήτης και αυτό είναι άμεσο αποτέλεσμα της πρόωρης της έκθεσης στην ερωτική πράξη από τον θείο κηδεμόνα της. Η ανήλικη δεν έχει δυναμικό χαρακτήρα. Μετά βίας μπορούσε να εκφρασθεί στο εδώλιο του μάρτυρα. Είναι πρόσωπο φοβισμένο και σε κάποια στιγμή έπρεπε να διακοπεί η αντεξέταση της για να συνέλθει. Η υπόθεση αναβλήθηκε δύο τρεις φορές επειδή δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο. Σε κάποιο στάδιο διαμείφθηκε μήνυμα μέσω της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι η ανήλικη δεν ήθελε να έρθει στο Δικαστήριο να συνεχίσει την μαρτυρία της. Η ίδια η ανήλικη ανέφερε ότι αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα διά τα οποία παρακολουθείται από ψυχίατρο. Δεν παρουσίασε καμία τάση διεκδικητικότητας στην προώθηση του παραπόνου της. Αντιθέτως, φαινόταν τρομαγμένη και συγκλονισμένη επειδή αναγκάσθηκε να δώσει μαρτυρία κατά του θήτη της. Η μαρτυρία της κλινικής ψυχολόγου ΜΚ5 Μαρίας Τζιούγκουρου αφορά μία συνάντηση και συνέντευξη που έγινε στο γραφείο της στο τμήμα ψυχικών υπηρεσιών στις 15 Φεβρουαρίου 2012. ΄Εκτοτε δεν είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει την έφηβη διότι η ίδια ήταν αρνητικά προδιατεθειμένη να συνεχίσει η παρακολούθηση της σε μεταγενέστερο χρόνο. Εκείνο που διέκρινε όμως στα συμπεράσματα της η ΜΚ5 μετά από την μία συνέντευξη που έγινε είναι ότι η παραπονούμενη είναι διανοητικά φυσιολογική και δεν διαπίστωσε να πάσχει από ψυχική διαταραχή. Η παραπονούμενη τις εξιστόρησε εν πολλοίς τα όσα ανέφερε στην οπτικογραφημένη της συνέντευξη. Δεν διαπιστώνω να υπάρχει σημαντική απόκλιση σε όσα είπε στην ΜΚ5 και τα όσα ανέφερε στην οπτικογραφημένη της συνέντευξη που να δημιουργεί την εντύπωση δύο αντιφατικών καταθέσεων. Αυτό έχει κάποια, αν και μειωμένη σημασία, επειδή σε δύο διαφορετικές συνεντεύξεις που είχαν κάποια διάρκεια και ζητήθηκε από την παραπονούμενη να αφηγηθεί τι έγινε με τον κατηγορούμενο με λεπτομέρεια προέβη σε συγκλίνουσες εκδοχές και μία εξιστόρηση των πραγμάτων που έχει συνοχή. Δεν αποτελούσε επίσης καμία έκπληξη στην ΜΚ5 ότι η παραπονούμενη δεν κατήγγειλε στην αστυνομία ή στο γραφείο ευημερίας αμέσως όσα της έκανε ο κατηγορούμενος. Δεν θεωρούσε αφύσικο το γεγονός ότι η ενήλικη δεν ένιωθε καλά να μιλά για πράγματα που την έχουν τραυματίσει βαθιά. Στην έκθεση της υπάρχει αναφορά στις άσχημες σχέσεις που είχε η παραπονούμενη με την μητέρα και πατέρα της οι οποίοι σύμφωνα με τα λεγόμενα της ανήλικης ήταν απασχολημένοι με τα δικά τους προσωπικά προβλήματα μετά τον χωρισμό και δεν ήθελαν να αναλάβουν την επιμέλεια του παιδιού τους. Ανέφερε αυτό το γεγονός η ανήλικη στην ψυχολόγο με την οποία είχε συνάντηση. Ως ανέφερε πιο πάνω αυτό είναι μία επιπρόσθετη εξήγηση γιατί η ανήλικη δεν εκμυστηρεύτηκε το πρόβλημα της στους γονείς της, πόσο μάλλον σε ξένο άτομο, όπως ήταν η κοινωνική λειτουργός που την παρακολουθούσε. Στην αντίληψη της επικρατούσε η σκέψη ότι οι γονείς της ήθελαν να την ξεφορτωθούν, επειδή έκανε «αταξίες». Επομένως, αφού επικρατούσαν τέτοιες σκέψεις στον μυαλό της ανήλικης, ήταν λιγότερο πιθανό να τους εμπιστευθεί. Επίσης η ΜΚ5 σημείωσε ότι η ανήλικη της είπε ότι ο κατηγορούμενος την άκουγε για ώρες στο τηλέφωνο και ήταν το μόνο άτομο που έδιδε προσοχή στα προβλήματα της. Αυτό και πάλι δείχνει ότι η ανήλικη ένιωθε συναισθηματικά δεμένη με τον κατηγορούμενο και έτσι ήταν λιγότερο πιθανό να τον προδώσει με μία καταγγελία για σεξουαλική παρενόχληση. Η χρησιμότητα της μαρτυρίας της ΜΚ5 σταματάει εκεί όμως επειδή η ΜΚ5 δεν μπορεί να είναι κριτής σε σχέση με την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Μόνο το Δικαστήριο μπορεί να κάνει εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Είναι γι' αυτον τον λόγο που κρίνω ότι η γνώμη της ΜΚ5 γι' αυτό το ζήτημα δεν έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και φυσικά δεν μπορεί να αντικαταστήσει η δική της γνώμη την κρίση του Δικαστηρίου. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ5 ανέφερε ότι θα ήταν χρήσιμο να γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος λίγες μέρες πριν την καταγγελία της παραπονούμενης έκανε και ο ίδιος καταγγελία ότι περίμενε την ανήλικη να προβεί σε ψευδή καταγγελία για λόγους εκδίκησης. Είναι χρήσιμο και για το Δικαστήριο να γνωρίζει αυτή την πληροφορία ώστε να έχει υπόψη του όλα τα δεδομένα προτού κρίνει την αξιοπιστία της ΜΚ4 αλλά ουδόλως ενδιαφέρει το Δικαστήριο ποια είναι η γνώμη της ΜΚ5 γι' αυτο το ζήτημα και πως θα αξιολογούσε την παραπονούμενη εάν είχε υπόψη της αυτή την πληροφορία. Δεν μπορεί η ΜΚ5 με την γνώμη της να αντικαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με αποδεκτή και θετική μαρτυρία. The grounds more commonly assigned for the rejection of opinion evidence are that opinions .in so far as they may be founded on admissable evidence tend to usurp the functions of the tribunal whose province alone it is to draw conclusions of law and fact[4]. Ως ανέφερα προηγουμένως θεωρώ σημαντικό για την αξιοπιστία της παραπονούμενης ότι αφηγήθηκε μία περίπλοκη ιστορία που αφορά σεξουαλική κακοποίηση κατά του προσώπου της διάρκειας πολλών ετών. Αναγνωρίζω τους κινδύνους να βασιστώ μόνο και αποκλειστικά στην μαρτυρία της παραπονούμενης για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Τα κίνητρα, η ψυχοσύνθεση και ο χαρακτήρας της παραπονούμενης πρέπει να εξετασθούν εξαντλητικά, προκειμένου το Δικαστήριο να μην περιπέσει στο σφάλμα να καταδικάσει αθώο άνθρωπο που βασίζεται μόνο στην μαρτυρία της παραπονούμενης στην περίπτωση που αυτή είναι κατασκευασμένη. Δεν παραγνωρίζω ότι στο παρελθόν γυναίκες για αλλότριους λόγους έχουν προβεί σε ψευδείς καταγγελίες εναντίον αντρών. Ιστορίες σεξουαλικής κακοποίησης μπορεί να κατασκευαστούν ιδιαίτερα εάν το πρόσωπο που τα κατασκευάζει είναι ευφυής. Δεν έχει σημασία πόσες φορές αφηγηθεί την ίδια ιστορία κάποιος που κάνει τέτοια καταγγελία όταν η καταγγελία είναι ψευδής και κακόβουλη. Εξάλλου υπάρχει αποδεικτικός κανόνας που απαγορεύει την αυτοενίσχυση μαρτυρίας για καλό λόγο. Είναι γι' αυτό που με βάση τις αρχές του κοινοδικαίου απαγορευόταν σε μάρτυρα να αναφερθεί σε προηγούμενες δηλώσεις του που ήταν συνεπής με την τελική του εκδοχή στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει ότι επειδή είναι πάντοτε συνεπής με την εκδοχή του, σημαίνει ότι λέει και την αλήθεια. Η δικαιολογία που προβλήθηκε γι' αυτό τον κανόνα, όπως επεξηγείται στην υπόθεση R. v. Roberts[5]- που κάποτε χαλαρά περιγράφεται ως ο κανόνας που αποκλείει την αφήγηση ή ο κανόνας που αποκλείει την αυτοενίσχυση - ήταν η ευκολία με την οποία τέτοιου είδους μαρτυρία μπορεί να κατασκευαστεί. Αλλά μιλώντας γενικά αυτό μπορεί να ευστοχεί όταν ο μάρτυρας είναι διάδικος κι' οπωσδήποτε η ευκολία με την οποία μαρτυρία μπορεί να κατασκευαστεί είναι θέμα που πρέπει να αφορά την βαρύτητα και όχι τη δεκτότητα της μαρτυρίας. Όμως κρίνω ότι η ανήλικη παραπονούμενη δεν κατασκεύασε αυτή την μακροσκελής και λεπτομερής καταγραφή για να εκδικηθεί τον κατηγορούμενο. Όσο πιο μακροσκελής και περιπλοκή είναι μία αφήγηση των γεγονότων τόσο πιο δύσκολο είναι να επαναληφθεί χωρίς να γίνουν λάθη εάν πρόκειται για ψέματα. Αυτό δεν παρουσιάζεται στην παρούσα περίπτωση. Η ΜΚ4 είπε ακριβώς τα ίδια πράγματα με την ίδια σειρά στην ΜΚ5 και μάλιστα αναφέρθηκε και σε επιπρόσθετες πικάντικες λεπτομέρειες, όπως ότι την φορά που τους τσάκωσε η θεία στο πλυντήριο των ρούχων η ζώνη του παντελονιού του κατηγορούμενου ήταν ανοικτή. Η αυθόρμητη αναφορά σε λεπτομέρειες κατά την αφήγηση της όλης ιστορίας είναι ένδειξη ότι ανακτούσε τις πληροφορίες από την μνήμη της και δεν τις κατασκεύαζε. Γι' αυτό και μόνο η μαρτυρία της ΜΚ5 είναι σημαντική διότι αποδεικνύεται μ' αυτήν την μαρτυρία η συνέπεια της εκδοχής της ΜΚ4. Η αξιοπιστία ενός εμπειρογνώμονα κρίνεται με τον ίδιο τρόπο που κρίνεται η αξιοπιστία και άλλων μαρτύρων. (Βλ. Ψάλτης ν. Αστυνομίας[6]). ΄Ομως κατά κανόνα ένας εμπειρογνώμονας θεωρείται κατά κανόνα ανεξάρτητος μάρτυρας. (Μέλας ν. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου[7]). Στην παρούσα περίπτωση είμαι ικανοποιημένη ότι η ΜΚ5 ήταν αμερόληπτος μάρτυρας. Η επιστημονική της γνώμη ότι τα πρόσωπα που βιώνουν τραύμα δεν είναι πρόθυμοι και να το συζητούν είναι σεβαστή και τεκμηριωμένη. Όλα τα συγγενικά πρόσωπα της παραπονούμενης, συμπεριλαμβανομένου και ο κατηγορούμενος, την χαρακτήρισαν ως προβληματική έφηβη με έξαλλη και ακραία συμπεριφορά. Οπότε κάτι σίγουρα την προβλημάτιζε. Η σεξουαλική κακοποίηση πιθανώς να ήταν αιτία της απρεπής συμπεριφοράς της ανήλικης. H μαρτυρία της κοινωνικής λειτουργού Χρύσως Κακουλλή, ΜΚ7 με κανένα τρόπο, ως εξήγησα σε ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 19 Μαίου 2015, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενισχύει ανεξάρτητα την μαρτυρία της ανήλικης παραπονούμενης, μόνο επειδή σ' αυτή επανέλαβε την καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου. Είναι κανόνας πρακτικής σε υποθέσεις καταγγελιών για σεξουαλική κακοποίηση να γίνει σχετική μνεία από το Δικαστήριο στους κινδύνους στήριξης μόνο της μαρτυρίας της παραπονούμενης για να θεμελιωθεί καταδίκη. Ο λόγος είναι το ενδεχόμενο η παραπονούμενη να κατασκευάσει την καταγγελία για οποιοδήποτε λόγο κατά του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να εξετάσει αναλυτικά το ενδεχόμενο η καταγγελία να είναι κατασκευασμένη όταν δεν έχει ανεξάρτητη πηγή μαρτυρίας που να επιβεβαιώνει τα λεγόμενα της παραπονούμενης. Αυτό έκανα και στην παρούσα περίπτωση και κρίνω ότι ανέλυσα αυτή την πτυχή του ζητήματος για να την αποκλείσω ως μία πιθανή εκδοχή. Αυτό δεν έγινε επειδή είχα υπόψη μου ανεξάρτητη ενισχυτική μαρτυρία αλλά επειδή πιστεύω ότι η ανήλικη είπε την αλήθεια για τον «παράνομο δεσμό» με τον θείο εξ΄ αγχιστείας. Το κίνητρο να κατασκευάσει ολόκληρη υπόθεση για δεσμό διάρκειας ετών είναι εξαιρετικά απίθανο ώστε να αποκλειστεί. ΄Ομως η μαρτυρία της ΜΚ7 είναι χρήσιμη ως ένα βαθμό διότι δείχνει ότι η ανήλικη εξιστορούσε την ίδια ιστορία χωρίς αποκλίσεις σε όλους. Η μαρτυρία είναι εξ ακοής διότι η Μκ7 αναφέρεται σε ζητήματα που της είπε η παραπονούμενη. Αλλά η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι πράγματι η ανήλικη είχε αναφέρει αυτά τα πράγματα στην ΜΚ7. Η ιστορία της ανήλικης δεν είναι συνηθισμένη ιστορία σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανήλικου προσώπου από ενήλικο πρόσωπο υπό την έννοια ότι έχει τα χαρακτηριστικά ενός μυστικού δεσμού διάρκειας και η ίδια η ανήλικη ανέφερε ότι απολάμβανε την σαρκική πλευρά της σχέσης επειδή είχε αναπτύξει και κάποιου είδους συναισθηματική σχέση με τον κατηγορούμενο ο οποίος την βοηθούσε κιόλας με προβλήματα που είχε με τους δικούς της. Δεν είχε κανένα λόγο να χαρακτηρίσει με θετικό τρόπο αυτή την σχέση εάν ήταν το προϊόν ψέματος και κατασκευής. Επίσης εάν ήταν όλα επινόηση δική της δύσκολο θα ήταν συμβατή κάθε αφήγηση της ιστορίας που αρχίζει στα 11 της και έχει διάρκεια 4 ετών. Οπότε το γεγονός ότι κάθε φορά η ανήλικη ήταν συνεπής με την εκδοχή της που αφορά «παράνομο δεσμό» διάρκειας 4 ετών με όχι λίγες αλλά καθημερινές σεξουαλικές συνευρέσεις με τον κατηγορούμενο κάνει λιγότερο πιθανό και πολύ πιο δύσκολο να λέει ψέματα διότι με τα ψέματα είναι πολύ πιο εύκολο εκείνος που δεν λέει την αλήθεια και δεν στηρίζεται στην μνήμη του να περιπέσει σε αντιφάσεις. Η μητέρα της ανήλικης ΜΚ8 επιβεβαίωσε ότι η κακή της σχέση με την θυγατέρα της άρχισε όταν αυτή ήταν στην πρώτη Γυμνασίου, δηλαδή αμέσως μετά από εκείνο το καλοκαίρι όταν άρχισε ο κατηγορούμενος να την παρενοχλεί σεξουαλικά. Στο ίδιο διάστημα η παραπονούμενη είχε σχέση με 19 χρόνο και το γνώριζε η μητέρα της που δεν ενέκρινε την συγκεκριμένη σχέση. Η μητέρα αντί να επιμένει στον γονικό της ρόλο αποποιήθηκε των ευθυνών της, επικαλούμενη την κακή συμπεριφορά της ανήλικης αλλά και της αδυναμίας της να ασκήσει τον γονικό της ρόλο εξαιτίας πολλών ωρών απασχόλησης. Κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι ο πραγματικός ρόλος που απέστειλε το παιδί της σε άλλους είναι επειδή δεν είχε τον χρόνο ή το σθένος να την μεγαλώσει η ίδια. Απέστειλε το παιδί της σε άλλους ενώ αυτό δεν ήταν επιθυμία της ανήλικης. Δεν είναι καθόλου παράξενο λοιπόν που η ανήλικη δεν εμπιστευόταν την μητέρα αφού την απέρριψε και την εγκατέλειψε. Μάλιστα η ανήλικη ζήτησε να επιστρέψει στην μητέρα της επειδή είχε προβλήματα με τον κατηγορούμενο χωρίς να της αποκαλύψει την πραγματικότητα για τον λόγο που ήθελε να φύγει από την οικία του και η ΜΚ8 αγνόησε τις εκκλήσεις της ανήλικης. Η ανήλικη σε ανύποπτο χρόνο της είχε πει ότι ο κατηγορούμενος της φώναζε και μία φορά ότι την κτύπησε αλλά η ΜΚ8 και πάλι αδιαφόρησε για το παιδί της. Δεν άσκησε τα γονικά της καθήκοντα και άφησε το παιδί της με ξένους παρόλο που αυτό δεν το επιθυμούσε και δεν περνούσε καλά. Επίσης σημαντικό είναι το γεγονός ότι μετά που ανέφερε η ανήλικη για το «παράνομο δεσμό» στη θεία και γιαγιά, η μητέρα ήρθε να την παραλάβει. Αυτό δείχνει την επιθυμία της ανήλικης να φύγει από το σπίτι του κατηγορούμενου. Οπότε και πάλι αυτό είναι ακόμη μία απόδειξη ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου ότι θα τον κατάγγειλε στην αστυνομία για να μην την διώξει από σπίτι του είναι αβάσιμο και εξωφρενικό αφού αυτό ακριβώς ήθελε να κάνει η ανήλικη να φύγει μακριά για πάντα από εκείνον και την επιρροή του στον ψυχικό της κόσμο. Η ΜΚ9 Ελένη Αντωνίου, ιατροδικαστής που εξέτασε το πέος του κατηγορούμενου, επιβεβαίωσε τα λεχθέντα της ανήλικης ότι ο κατηγορούμενος φέρει σκούρο σημάδι μεγέθους φακής στο δέρμα της κάτω όψης του πέους. Αυτή η επιβεβαίωση είναι σημαντική, επειδή ο ανακριτής της υπόθεσης κατά την ανάκριση του κατηγορούμενου (τεκμήριο 3) ενημέρωσε τον κατηγορούμενο για τα όσα ανέφερε η ανήλικη παραπονούμενη εναντίον του κατά την κατάθεση της. Σε σχέση με το περιστατικό στο πλυντήριο των ρούχων, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι η σύζυγος του είχε ανέβει στο υπνοδωμάτιο για ύπνο και ότι αυτός με την ανήλικη είχαν βρεθεί μόνοι στο δωμάτιο όπου ήταν το πλυντήριο. Επίσης, ανέφερε ότι η γυναίκα του, τους βρήκε μόνους στο σκοτάδι και αναρωτήθηκε τι έκαναν. Βέβαια ο κατηγορούμενους θέτει τους δικούς του ισχυρισμούς για το επεισόδιο ώστε να περάσει την θέση ότι δεν έγινε τίποτε το μεμπτό. Αλλά έχει σημασία ότι παραδέχεται την ύπαρξη του συγκεκριμένου επεισοδίου, ως πραγματικού συμβάντος και όχι επινόηση της ανήλικης εξ' ολοκλήρου. Για το ότι έγινε το συγκεκριμένο περιστατικό μάρτυρας ήταν και η σύζυγος του, επομένως δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Δεύτερο, η κατάθεση του λήφθηκε το 2012, δηλαδή τέσσερα χρόνια μετά το εν λόγω περιστατικό. Εάν πράγματι δεν είχε συμβεί τίποτε και το περιστατικό ήταν αθώο τότε δεν έχει κανένα χαρακτηριστικό το συγκεκριμένο περιστατικό για να το θυμάται τόσο καλά και με τόση λεπτομέρεια ο κατηγορούμενος, τέσσερα χρόνια αργότερα. Μπόρεσε και θυμήθηκε ακόμη και τι φορούσε εκείνο το βράδυ και τι φορούσε η ανήλικη παραπονούμενη. Το ίδιο ισχύει για το περιστατικό όπου τους είδε ο υιός του, ο Γιάννος, το 2011. Δηλαδή, επειδή τους είχε δει ο ανήλικος έπρεπε να δώσει εξήγηση στον αστυνομικό διότι υπήρχε τρόπος για τον αστυνομικό να διασταυρώσει την αλήθεια του ισχυρισμού. Γνώριζε τι είχε πει η παραπονούμενη στην κατάθεση της και δεν μπορούσε να την διαψεύσει πλήρως, επειδή μάρτυρας του συγκεκριμένου περιστατικού ήταν και ο υιός του. Το ίδιο ισχύει για το σημάδι στο πέος του. Γνώριζε ότι η παραπονούμενη είπε στην αστυνομία για το σημάδι στο πέος του. Δεν μπορούσε να το αρνηθεί, αφού είναι κάτι που διασταυρώνεται και επιβεβαιώνεται με ιατροδικαστική εξέταση, κάτι που έγινε από την ΜΚ9. Συνεπώς, έπρεπε να βρει μία δικαιολογία για να εξηγήσει πως και η παραπονούμενη γνώριζε για το σημάδι που είναι στην κάτω όψη του πέους του. Ανέφερε ότι η παραπονούμενη κρυφάκουγε τη συζήτηση που έκαναν για την ελιά στο πέος του και ανέφερε ότι η ανήλικη παραπονούμενη ήταν έξω από το μπάνιο, την ώρα που ξύριζε τα γεννητικά του όργανα και πρέπει να έβλεπε από την κλειδαρότρυπα. Περαιτέρω, στην κατάθεση του ανέφερε ότι έδειξε στην σύζυγο του το πέος του απλά για να μην νομίζει η σύζυγος του ότι κάτι είχε συμβεί μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης. Σημειώνω μεταξύ του και της παραπονούμενης ότι σε προηγούμενο στάδιο της κατάθεσης του και συγκεκριμένα στην ερώτηση 27 της κατάθεσης του, ανέφερε ότι η σύζυγος του ουδέποτε εξέφρασε παράπονο ότι υποψιαζόταν ότι κάτι συνέβαινε μεταξύ του κατηγορούμενου και της ανήλικης παραπονούμενης. Ενώ στην σελίδα 10 μέχρι 11 της κατάθεσης του ανέφερε ότι αναγκάστηκε να δείξει το σημάδι στο πέος του στην σύζυγο του, προκειμένου να την πείσει ότι τίποτε δεν συνέβαινε μεταξύ τους. Η ΜΚ8 ανέφερε ότι η ίδια ήταν που απέστειλε το παιδί της σε άλλους, παρά την αντίρρηση της ανήλικης, ενώ ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ανέφερε ότι η ανήλικη δεν ήθελε να διαμένει με την μητέρα της μόνιμα. Κατά την ανωμοτί του δήλωση ο κατηγορούμενος δεν έκανε προσπάθεια να επεξηγήσει τις αντιφάσεις που παρατηρούνται πιο πάνω. Επιχείρησε να περιγράψει τον χαρακτήρα της παραπονούμενης με τον χειρότερο τρόπο. Στην αστυνομική του κατάθεση είχε αναφέρει ότι η Α.Ο. έφευγε από το σπίτι των παππούδων της για να βγει με φίλες της χωρίς να είναι γνωστό που θα πήγαινε. Στην ανωμοτί του κατάθεση ανέφερε ότι έφευγε από το σπίτι του παππού για να βρεθεί με αγόρια. Ο ΜΥ1 παππούς της παραπονούμενης ανέφερε ότι ουδέποτε την είδε με άντρα όμως ο κατηγορούμενος επιβεβαίωσε χωρίς να γνωρίζει κάτι τέτοιο ότι αυτό έκανε η παραπονούμενη όταν έφευγε από το σπίτι. Η τάση του κατηγορούμενου να υπερβάλλει και να προβαίνει σε ανακρίβειες σε σχέση με την παραπονούμενη δεν βοήθησε την υπεράσπιση του. Στην ανωμοτί δήλωση ανέφερε ότι ανέλαβε την επιμέλεια και φροντίδα της ανήλικης με το ζόρι ως χάρη στον ΜΥ1. Στην αστυνομική του κατάθεση ανέφερε ότι δέχθηκε να αναλάβει την φροντίδα της ανήλικης επειδή θα τον βοηθούσαν οικονομικά τα πεθερικά του. Δεν έδωσε εξήγηση για το επεισόδιο που έγινε στο πλυσταριό που τους είχε δει η σύζυγος του και στο οποίο αναφέρθηκε λεπτομερώς στην ανωμοτί κατάθεση του αλλά και ούτε αναφέρθηκε στο επεισόδιο που αφορούσε κάποιο Βασίλη για το οποίο καβγάδισε με την παραπονούμενη με αποτέλεσμα να την χαστουκίσει. Στην αστυνομική του κατάθεση ανέφερε ότι την ημέρα που κρυφάκουγε στο δωμάτιο της παραπονούμενης μετά τον θάνατο του πατέρα της άκουσε μουσική και άκουσε την παραπονούμενη να λέει επί λέξει «'Ηντα που φταίω εγώ που σκοτώθηκε». Όταν άκουσε αυτή την συζήτηση θύμωσε και ήθελε να την διώξει από το σπίτι του. Στην ανωμοτί κατάθεση ανέφερε ότι θύμωσε επειδή άκουσε την Α.Ο. να μιλά για το «σεξ» με το αγόρι της. Στην αστυνομική του κατάθεση ανέφερε ότι την επομένη του περιστατικού πιο πάνω η παραπονούμενη έφυγε από το σπίτι τους και πήρε και τα πράγματα της. Στην ανωμοτί δήλωση ανέφερε ότι η παραπονούμενη στην παρουσία του ίδιου και της συζύγου του τον απείλησε ότι θα τον καταγγείλει στην αστυνομία για σεξουαλική παρενόχληση. Όμως δεν ανέφερε πότε έγινε αυτό και κάτω από ποιες συνθήκες. Θα ήταν σημαντικό να αναφέρει αυτές τις λεπτομέρειες ενόψει του γεγονότος ότι την επόμενη του καβγά τους η παραπονούμενη είχε αποχωρήσει από το σπίτι τους. Η ανωμοτί κατάθεση περιέχει υπερβολές, ανακρίβειες σε σχέση με την «ατίθαση και κακή συμπεριφορά» της παραπονούμενης και περιέχει γενικούς ισχυρισμούς που δεν καταπιάνονται με τα πραγματικά ζητήματα και εύλογα ερωτήματα που δημιουργούνται από τους λεπτομερέστατους ισχυρισμούς της παραπονούμενης. Ο ΜΥ1 παππούς της παραπονούμενης πρόβαλε ισχυρισμούς για πρώτη φορά ενόρκως που έρχονται σε αντίθεση μ΄ αυτά που είχε πει στην αστυνομική του κατάθεση. Επίσης αναφέρθηκε σε ζητήματα με απόλυτο τρόπο για τα οποία δεν είχε κατ' ιδίαν γνώση και έτσι αποκόμισα την εντύπωση ότι μεροληπτούσε κατά την ανήλικης. Ενόρκως, ανέφερε ότι η παραπονούμενη δεν ήθελε να φύγει από το σπίτι του ενώ στην αστυνομική του κατάθεση είχε αναφέρει ότι ήταν κοινή επιθυμία της εγγονής του να μετακομίσει στην οικία της θείας της. Εμφανίσθηκε γνώστης των εκβιασμών της παραπονούμενης κατά του κατηγορούμενου όμως κατά την αντεξέταση φάνηκε ότι δεν είχε προσωπική γνώση των εκβιασμών αλλά πληροφορήθηκε για τους εκβιασμούς χωρίς να καθορίσει ποιος τον πληροφόρησε και πότε. Ο ΜΥ1 δεν έχει σχέσεις με την εγγονή του και δεν της μίλησε από τότε που έγινε η καταγγελία. Η φροντίδα μίας έφηβης με προβλήματα δεν ήταν εύκολη υπόθεση για τον ίδιο αλλά και αυτός ως και η μητέρα της, ο πατέρας της την απέρριψε και την έδιωξε από το σπίτι του. Η κατάθεση του ΜΥ1 είναι αποκαλυπτική για τους πραγματικούς λόγους που η μητέρα της την έδιωξε από το σπίτι, ήτοι για να κάνει την ζωή της. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η μητέρα της παραπονούμενης του είχε πει να αναλάβουν εκείνοι την φροντίδα της ανήλικης και ότι τόσα χρόνια καλά την ανέχτηκε και ότι έπρεπε να την αναλάβει ο πατέρας της. Ο ΜΥ1 δεν είχε περιθώρια να αρνηθεί καθότι την επόμενη ημέρα πήγε και άφησε τα πράγματα της ανήλικης στο σπίτι του ΜΥ1. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παραπονούμενη ήταν ατίθαση και μη συνεργάσιμη άλλωστε το παραδέχτηκε αυτό και η ίδια, όμως κανείς δεν κινδύνευσε από αυτό και κανείς δεν ήθελε να αναλάβει τις δυσκολίες γονικής μέριμνα έφηβης με προβλήματα. Η παραπονούμενη ένιωθε και βίωσε στο πετσί της ότι ήταν πρόσωπο που δεν την ήθελε κανείς. Ως τέτοια ήταν απροστάτευτη και εύκολη λεία για επιτήδειους άντρες που ήθελαν να την εκμεταλλευτούν σεξουαλικά. Το γεγονός ότι η ανήλικη παραπονούμενη παραπονέθηκε έστω και χρόνια αργότερα για την σεξουαλική κακοποίηση του κατηγορούμενου δεν θεωρείται ενισχυτική μαρτυρία. Πιστεύω ότι είπε την αλήθεια διότι ανέφερε την ίδια λεπτομερή εκδοχή για την κακοποίηση του κατηγορούμενου σε όλους. Είναι δύσκολο κάποιος που ψεύδεται να διηγείται την ίδια περίπλοκη ιστορία με τον ίδιο τρόπο χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις και αυτός είναι ένας λόγος που την πιστεύω. Όμως το όποιο παράπονο της για την συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν είναι ανεξάρτητη πηγή ενίσχυση της μαρτυρίας της. Προηγούμενες δηλώσεις που αυτοενισχύουν αυτά που λέγει ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν ήταν αποδεκτές με βάση το κοινοδίκαιο. Βέβαια σε περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης υπήρχε μεγάλη εξαίρεση αυτού του κανόνα. Αυτός ο κανόνας έχει καταργηθεί με το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως τροποποιητικού Νόμου 32
(1)/04. Αυτό το άρθρο επιτρέπει μάρτυρες να υιοθετήσουν προηγούμενες τους δηλώσεις και/ή καταθέσεις και αυτές να αποτελέσουν μέρος της κυρίως εξέτασης της μαρτυρίας του. Βέβαια οι κανόνες που αφορούσαν την αποδοχή προηγουμένων δηλώσεων των μαρτύρων είναι χρήσιμες διότι επισημαίνουν τον κίνδυνο στήριξης του Δικαστηρίου σε τέτοιες δηλώσεις. Το άρθρο 30
(2)του Ν. 32
(1)/04 προνοεί ότι τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 25 καμία προηγούμενη δήλωση δεν γίνεται αποδεκτή για την ενίσχυση της αξιοπιστίας του μάρτυρα που καταθέτει εκτός με την άδεια του Δικαστηρίου και προς τον σκοπό αντίκρουσης ισχυρισμών ότι η μαρτυρία του είναι κατασκευασμένη. Είναι φανερό ότι ο σκοπός αυτής της διάταξης είναι την αποφυγή εισδοχής μαρτυρίας που να είναι κατασκευασμένη. Βέβαια τέτοια μαρτυρία ήταν πάντοτε αποδεκτή σε υποθέσεις βιασμού και σεξουαλικής κακοποίησης για να δείξουν ότι οι προηγούμενες δηλώσεις της παραπονούμενης είναι συνεπής με την μαρτυρία της. Αυτή δεν είναι ανεξάρτητη ενισχυτική μαρτυρία όμως είναι ακόμη μία ένδειξη ότι η παραπονούμενη λέγει την αλήθεια με βάση των γενικών κανόνων αξιολόγησης αξιοπιστίας μαρτύρων. Αυτή η μαρτυρία πρέπει να ληφθεί υπόψη ακόμη και εάν δεν έγινε αμέσως μετά το περιστατικό. Παλαιά τέτοια μαρτυρία δεν ήταν αποδεκτή εάν δεν είχε γίνει αμέσως όμως η νομολογία με βάση το κοινοδίκαιο έχει αλλάξει διότι αυτό που φαίνεται να συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι τα θύματα τέτοιας κακοποίησης δεν μιλούν για την εμπειρία τους αμέσως. Τούτο έχει αναγνωριστεί από Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση R v. Valentine[8] όπου λέχθηκε στην σελίδα 224 ότι «ότι θύματα βιασμού είτε είναι άντρες ή γυναίκες χρειάζονται χρόνο προτού είναι έτοιμοι να αναφέρουν αυτό που τους έχει συμβεί». Επίσης έχει αναγνωρίσει ότι ορισμένα θύματα θα το πουν στους γονείς τους ενώ άλλοι θα το βρουν αδύνατο να το πουν στους γονείς τους. Στην προκειμένη περίπτωση η ανήλικη δεν είχε έμπιστο ενήλικο πρόσωπο για να εκμυστηρευθεί οτιδήποτε. Όταν τελικά το έκανε δεν την πίστεψε κανείς αλλά και ούτε έλαβαν σοβαρά υπόψη τους τέτοιο ενδεχόμενο. Η προσέγγιση της οικογένειας ήταν να μεταφέρει την ευθύνη για την σεξουαλική κακοποίηση της ανήλικης από την θήτη στο θύμα. Είδα τον τρόπο με τον οποίο χαρακτήρισε την εγγονή του ο ΜΥ1, ως γυναίκα χαμηλών ηθών πρόσωπο του περιθωρίου που πρέπει να σιγήσει για να μην προκαλεί άλλη ταλαιπωρία στην βολική αλήθεια που του εξιστόρησε ο κατηγορούμενος. Οπότε δεν είναι καθόλου αφύσικο το γεγονός ότι η ανήλικη κράτησε τον «παράνομο δεσμό» επτασφράγιστο μυστικό για χρόνια παρόλο που η κακοποίηση ήταν καθημερινό φαινόμενο. Επίσης, σε απόφαση του Αγγλικού Εφετείου που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Regina v. Doody, [9], επεξηγήθηκε ότι ο Δικαστής δύναται να δώσει οδηγίες στους ενόρκους σε σχέση με τον τρόπο που έγινε το πρώτο παράπονο μετά το επεισόδιο σεξουαλικής κακοποίησης για να τους καθοδηγήσει σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Παράλληλα με τις οδηγίες μπορεί να συμπεριλάβει την επισήμανση ότι τα θύματα της κακοποίησης συχνά έχουν αισθήματα ντροπής και ενοχής που τους εμποδίζουν να προβούν σε σχετικό παράπονο. Επομένως, δεν θεωρώ ότι η συμπεριφορά της παραπονούμενης ήταν αφύσικη επειδή τα επεισόδια συνέχισαν και αυτή δεν είπε τίποτε σε κανένα. Ένιωθε φόβο, τύψεις και ντροπή για την κρυφή σχέση με τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος είναι σύζυγος της θείας της και ζούσε στο σπίτι της . Η σεξουαλική κακοποίηση άρχισε από την ηλικία των 11 ετών όταν η παραπονούμενη δεν αντιλήφθηκε την σημασία των ερωτικών παροτρύνσεων του κατηγορούμενου και ήταν το μόνο άτομο που αφιέρωνε χρόνο να της μιλήσει και να παρουσιάζεται ως φίλος της. Υπήρχε συναισθηματική σχέση μεταξύ των δύο και η ανήλική δεν αντιλήφθηκε αρχικά ότι το ενδιαφέρον του κατηγορούμενου για εκείνη δεν ήταν γνήσιο αλλά ως αποτέλεσμα της απρεπούς του ερωτικής έλξης για την ανιψιά του. Η παραπονούμενη σύνδεσε την ερωτική πράξη σε μικρή ηλικία ως ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε να αγαπηθεί και σύντομα ως ανέφερε και η ίδια έβλεπε όλους τους άντρες ανεξαιρέτως ως πιθανούς εραστές. Όταν αντιλήφθηκε πόσο ζημιογόνα ήταν η ερωτική σχέση με τον κατηγορούμενο για την ίδια και ήθελε το πράγμα να σταματήσει οι συγκυρίες ήταν τέτοιες που δεν μπορούσε εύκολα να απεγκλωβιστεί από την «παράνομη σχέση». Ζούσε στο σπίτι του και κανείς άλλος στην οικογένεια δεν την ήθελε και δεν την συμπαθούσε. Δεν ήταν συνηθισμένη έφηβη που δειλά δειλά μάθαινε για την ερωτική επαφή αλλά είχε ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις με τον κατηγορούμενο και άλλα αγόρια μεγαλύτερα σε ηλικία από αυτήν. Ένιωθε τύψεις και ενοχές εξού και η ίδια παραδέχεται ότι προκαλούσε προβλήματα στους οικείους της στον βαθμό που δεν την ήθελαν και την έδιωχναν. Τέλος ο κατηγορούμενος με διάφορα ψέματα και τεχνάσματα κατόρθωσε να την εκβιάσει για να συνεχίσει ο κρυφός τους δεσμός. Είναι καθήκον του Δικαστηρίου και δικαστική πρακτική σε τέτοιες υποθέσεις να ληφθούν υπόψη οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν όταν στηρίζεται το Δικαστήριο σε ένα μάρτυρα για να θεμελιώσει καταδίκη εναντίον του κατηγορούμενου για σεξουαλική κακοποίηση ανήλικου προσώπου. Τα κίνητρα και η συμπεριφορά του θύματος πρέπει να τεθούν κάτω από το μικροσκόπιο για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ψευδής και κατασκευασμένης καταγγελίας . Όμως στην παρούσα περίπτωση δεν διακρίνω ότι υπάρχει οτιδήποτε μη φυσιολογικό στην συμπεριφορά της ανήλικης και θεωρώ ότι μπορεί να αποκλειστεί με βεβαιότητα η εκδίκηση και μοχθηρότητα κατά του κατηγορούμενου ως πιθανό κίνητρο για την καταγγελία. Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Αστυνομία[10] ο Δικαστής Στ. Ναθαναήλ επεξήγησε με σαφήνεια γιατί δεν εφαρμόζεται άκαμπτος κανόνας που να καθορίζει ποια είναι η φυσιολογική συμπεριφορά του θύματος σε τέτοια περίπτωση ιδιαίτερα εάν το θύμα είναι ανήλικο. «Οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις, επιθέσεις ή βιασμοί, που εκδηλώνονται επί ανήλικων προσώπων των θυμάτων, αγγίζουν τόσο βαθιά την προσωπικότητα των θυμάτων ώστε να μην μπορεί να [11]ανευρεθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς από τα παραπονούμενα πρόσωπα, εφόσον διαφορετικές είναι οι αντιδράσεις ενός έκαστου ανάλογα με το ψυχισμό τους. Χωρίς προς στιγμή να παραγνωρίζεται η πρωταρχική ανάγκη θεμελίωσης των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αφετέρου, πρέπει και το Δικαστήριο να είναι δεκτικό στην ολοένα και πλέον αποδεκτή και συγκλίνουσα θέση ότι τα θύματα των σεξουαλικών επιθέσεων βιώνουν μια πληθώρα ψυχολογικών μετατραυματικών εμπειριών που αναμφίβολα επηρεάζουν και τη δυνατότητα τους να υποβάλουν άμεσα το παράπονο τους αλλά και τη δυνατότητα τους να λειτουργούν και να αντιδρούν πάντοτε κατά τρόπο που εκλογικευμένα θα θεωρείτο αναμενόμενος.» Στην υπόθεση Αντωνίου, πιο πάνω, επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε νομοθετική υποχρέωση να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία της μαρτυρίας του παραπονούμενου σε σεξουαλικά αδικήματα αν και συνηθίζεται ως θέμα πρακτικής με βάση το κοινοδίκαιο να γίνεται αυτή η αναζήτηση. Μπορεί δε το Δικαστήριο να στηριχθεί εξ ολοκλήρου στη μαρτυρία του παραπονούμενου για να θεμελιώσει καταδίκη για σεξουαλικά αδικήματα, φτάνει να λάβει υπόψη του τους πιθανούς κινδύνους που ελλοχεύουν στη στήριξη τέτοιας μαρτυρίας. ΄Εχω εξηγήσει αναλυτικά πιο πάνω γιατί η συμπεριφορά της ανήλικης δεν είναι αφύσικη υπό τις περιστάσεις και γιατί συνέχισε η σεξουαλική κακοποίηση για χρόνια χωρίς να πει οτιδήποτε σε κανένα. Κάποια επιβεβαίωση των λεχθέντων της παραπονούμενης γίνεται παραδόξως με πηγή την αστυνομική κατάθεση του κατηγορούμενου. Επιβεβαίωσε ότι έχει ελιά στο πέος για το οποίο δεν θα μπορούσε να γνωρίζει η παραπονούμενη εκτός και εάν τον είχε δει γυμνό. Βέβαια ο κατηγορούμενος επιχείρησε να δώσει μία εξήγηση για το γεγονός ότι ήξερε η ανήλικη για την ελιά όμως αυτή η εξήγηση είναι εξωπραγματική και μη πιστευτή. Επίσης επιβεβαίωσε ο κατηγορούμενος ότι σε μία περίπτωση τους τσάκωσε η σύζυγος του στο πλυσταριό και επιχείρησε να εξηγήσει τι έγινε. Εάν η σύζυγος ήταν πιο αυστηρή και αντικειμενική κριτής των γεγονότων δεν θα πίστευε την συγκεκριμένη εξήγηση χωρίς περαιτέρω έρευνα. Το πιο πάνω περιστατικό αποδεικνύει ότι υπήρχαν ενδείξεις αυτής της συμπεριφοράς και σε άλλους τρίτους αλλά κανείς δεν έκανε τίποτε για να μάθουν τι συνέβαινε μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι είχε μαλώσει με την σύζυγο του για την παραπονούμενη και αυτή είναι ακόμη μία ένδειξη ότι η σύζυγος και θεία της παραπονούμενης εθελοτυφλούσε για την πραγματικότητα. Το κίνητρο της εκδίκησης δεν τεκμηριώνεται. Είδα την παραπονούμενη και την δυσκολία που είχε να μαρτυρήσει και να καταγγείλει δημοσίως τον κατηγορούμενου για όσα τις έκανε. Αναγκάστηκε να απαντήσει κατά την αντεξέταση ερωτήσεις για την προσωπική της και ερωτική ζωή και να περιγράψει σκηνές σε σχέση με την ερωτική πράξη με τον κατηγορούμενο όπως στοματικό έρωτα, πρωκτικό έρωτα και όλες τις κινήσεις της ερωτικής πράξης που έκανε με τον κατηγορούμενο προκειμένου να δικαιωθεί. Αυτή η εμπειρία ήταν εξευτελιστική και ταπεινωτική να εξιστορήσει ενώπιον του Δικαστηρίου ιδιαίτερα αφού έχει ενηλικιωθεί και προχωρήσει με την ζωή της. Αδυνατεί η εκδοχή του κατηγορουμένου και είναι απομακρυσμένο το ενδεχόμενο ότι θα ταπείνωνε, εξευτέλιζε τον εαυτό της με αυτό τον τρόπο για να τον εκδικηθεί. τρία χρόνια μετά την καταγγελία. Δύσκολα γίνεται πιστευτό ότι η παραπονούμενη θα ήταν διατεθειμένη να υποστεί τον εξευτελισμό της ακροαματικής διαδικασίας, ειδικά αφού τώρα έχει προχωρήσει στην ζωή της, για να εκδικηθεί τον κατηγορούμενο που κατ' ισχυρισμό του κατηγορούμενου είναι ο μόνος συγγενής που την ευεργέτησε. ΄Επειτα όπως επεξήγησα αναλυτικά πιο πάνω η παραπονούμενη ήθελε να φύγει από το σπίτι της θείας της και για εκείνη η απομάκρυνση της από την οικία του κατηγορούμενου θα ήταν ευλογία και όχι κατάρα. Επομένως, η παραπονούμενη δεν είχε κανένα κίνητρο να κάνει κακό στον κατηγορούμενο και κρίνω ότι η πραγματικότητα είναι αυτή όπως την εξιστόρησε η παραπονούμενη αναλυτικά και λεπτομερώς στην οπτικοακουστική της κατάθεση. Για όλους τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω θεωρώ ότι η ανήλικη είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Δεν υπάρχει καμία νομική υποχρέωση του Δικαστηρίου να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία στην παρούσα περίπτωση και είμαι διατεθειμένη να στηριχθώ εξ' ολοκλήρου σ' αυτή. Όπως λέχθηκε από το εφετείο στην απόφαση Κλείτου ν. Δημοκρατίας 11
(2011)2 ΑΑΔ 113 το άρθρο 9 του περί Αποδείξεως Νόμου τροποποιήθηκε και έτσι οι πρόνοιες αυτού του άρθρου τυγχάνουν εφαρμογής για την απόδειξη οποιουδήποτε αδικήματος και δεν μπορεί η πρακτική του κοινοδικαίου, όπου το Δικαστήριο ήταν υπόχρεο να προειδοποιήσει τον εαυτό του για τον κίνδυνο στήριξης στη μαρτυρία της παραπονούμενης χωρίς ενίσχυση, να υπερισχύσει αυτού του ρητού ____________________ 11
(2011)2 ΑΑΔ 113 νομοθετήματος. Παρόλο τούτο έχω λάβει υπόψη μου αυτή την παράμετρο του ζητήματος και τους κινδύνους που ελλοχεύουν όταν το Δικαστήριο στηρίζεται σε μια και μοναδική τέτοια μαρτυρία ακόμα και όταν την κρίνει ότι είναι αξιόπιστη. Έχω λάβει υπόψη μου τον κίνδυνο η καταγγελία της παραπονούμενης να είναι κατασκευασμένη και έχω αποκλείσει αυτή την πιθανότητα και είμαι διατεθειμένη να βασιστώ εξ ολοκλήρου στη μαρτυρία της ανήλικης για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Έχω εξηγήσει πιο πάνω γιατί θεωρώ την εκδοχή του κατηγορουμένου αναξιόπιστη και συνεπώς μη πιστευτή. Παρόλο που είμαι πεπεισμένη για την αλήθεια της εκδοχής της παραπονούμενης, χωρίς καμία ενίσχυση, θεωρώ μεταξύ άλλων ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου βοηθά την υπόθεση της κατηγορούσας αρχή διότι προέβη σε παραδοχές σε σχέση με τους λεπτομερής ισχυρισμούς της παραπονούμενης με τρόπο που αυτές οι λεπτομέρειες που ανέφερε διασταυρώνεται ότι η παραπονούμενη αναφέρθηκε σε γεγονότα που πράγματι έγιναν, π.χ. την ύπαρξη επεισοδίου μεταξύ του κατηγορούμενου και της ανήλικης τότε, όπου τους τσάκωσε η θεία μέσα στο σκοτάδι. Εφόσον έχω πεισθεί με βεβαιότητα ότι η παραπονούμενη είπε την αλήθεια θα προχωρήσω να εξετάσω εάν έχουν αποδειχθεί οι συγκεκριμένες κατηγορίες. ΄Εχω απαλλάξει τον κατηγορούμενο σε τρεις κατηγορίες ότι είχε πρωκτικό έρωτα με την ανήλικη κατά τους καλοκαιρινούς μήνες του 2010. Κάθε κατηγορία αφορά ένα μήνα του καλοκαιριού. Σε σχέση μ' αυτές τις κατηγορίες η ανήλικη είχε αναφέρει ότι προς το τέλος της τρίτης τάξης Γυμνασίου ο κατηγορούμενος είχε κάνει μαζί της πρωκτικό έρωτα 4 με 5 φορές. Σε αντίθεση με τις συνουσίες οι οποίες γίνονταν σχεδόν καθημερινά όταν ζούσε η παραπονούμενη στην οικία του κατηγορούμενο ο πρωκτικός έρωτας δεν ήταν συνήθες φαινόμενο στην κρυφή ερωτική σχέση. Η παραπονούμενη προσδιόρισε το χρονικό διάστημα των πρωκτικών επαφών προς το τέλος της τρίτης τάξης Γυμνασίου χωρίς να προσδιορίσει συγκεκριμένη ημέρα ή ακόμη μήνα. Αποδέχομαι την κατηγορία 4 διότι αφορά χρονική περίοδο, χωρίς να προσδιορίζεται συγκεκριμένη ημερομηνία, αλλά μέσα στο χρονικό διάστημα που ανέφερε η παραπονούμενη. Επειδή δεν είχα συγκεκριμένη μαρτυρία, ότι ο πρωκτικός έρωτας συνέβηκε κατά τους συγκεκριμένους μήνες, θεώρησα ότι πιθανόν να μην στοιχειοθετούνται τα αδικήματα και εν πάση περιπτώσει θα ήταν άδικο για τον κατηγορούμενο να ετοιμάσει την υπεράσπιση του όταν δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία γι' αυτούς τους μήνες και με δεδομένο ότι ο πρωκτικός έρωτας δεν ήταν συχνό φαινόμενο. Κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως το Δικαστήριο θα κρίνει μόνο δύο ζητήματα, ήτοι κατά πόσο απουσιάζει μαρτυρία η οποία στοιχειοθετεί ουσιωδώς συστατικό της υπό κρίσης κατηγορίας και δεύτερο κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία από την κατηγορούσα αρχή έχει απογυμνωθεί κύρους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι καταφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε μετά ασφάλειας να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Στο στάδιο αυτό δεν γίνεται αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Κακουργιοδικείου που με παρέπεμψε ο κ. Γεωργίου, Ανδρονίκου ν Δημοκρατίας[12] τα γεγονότα φαίνεται να ήταν διαφορετικά επειδή σε εκείνη την υπόθεση η πλειοψηφία του Κακουργιοδικείου κάλεσε τους κατηγορούμενους σε απολογία ενώ η απόφαση μειοψηφίας τον αθώωσε εξ' ολοκληρου χωρίς αιτιολογία. Στην απόφαση in the matter of an application by Iroulla Pantelidou for orders of Mandamus and certiorari
(1984)1 CLR 661 ο Δικαστής Τριαταφυλλίδης εξέφρασε την εκτίμηση σε σχόλιο ότι δεν χρειάζεται η έκδοση απόφασης που είναι αιτιολογημένη στο στάδιο αυτό εκτός και εάν το Δικαστήριο θα απαλλάξει τον κατηγορούμενο και θα εκδώσει τελική απόφαση. «In deciding whether or not the said ruling is "reasoned" it is proper to look at it together with the subsequent ruling which was given by the trial Judge when it was complained by counsel for the applicant that the Judge's first ruling was not duly reasoned. I would like to point out, at this stage, that I have some doubts as to whether the term "judgment" in the context of Article 30.2 of the Constitution can be construed as meaning anything else but a final judgment about the outcome of a particularcase; and if only a final judgment is covered by the provisions of Article 30.2 it then follows that the aforementioned two interim rulings need not have been reasoned. On the other hand, in the case of The Attorney-General of the Republic v. Enimerotis Publishing Co. Ltd.,
(1966)2 C.L.R. 25, 30, there is to be found a dictum of Vassiliades J., as he then was, to the effect that a decision of a trial Court concerning the adjournment of the hearing of a criminal case, which obviously is not a final judgment, "must be duly reasoned, as required of all judicial decisions by Article 30.2 of the Constitution". I shall, therefore, proceed to examine, in the light of the above dictum, whether the two rulings in question are "reasoned" as required by Article 30.2. All our case-law as regards what constitutes sufficient reasoning appears to relate to final judgments; and it is useful to refer, in this respect, to the cases of Katsaronas v. The Police,
(1973)2 C.L.R. 17, 35, Petsas v. The Republic,
(1973)2 C.L.R. 84, 86, Fournaris v. The Republic,
(1978)2 C.L.R: 28, 37, Neophytouv. The Police,
(1981)2 C.L.R. 195, 198, Pioneer Candy Ltd. v. Stelios Tryfon& Sons Ltd.,
(1981)1 C.L.R. 540, 541, Papageorghiou v. HjiPieras,
(1981)1 C.L.R. 560, 563 and Hambou v. Michael,
(1981)1 C.L.R. 618, 619.As it is to be derived from the above case-law the sufficiency of reasoning depends largely on the circumstances of each particular case and, bearing in mind, inter alia, the interlocutory nature of the aforesaid two rulings, I am of the view that when they are read together they must be found to contain sufficient reasoning for the purpose for which they were given, and, thus, I am not prepared to hold that, even if Article 30:2 is applicable to them, they are not "reasoned" in the sense of such Article.In relation to the aspect of the adequacy of the reasoning set out in the two rulings in question, as well as in connection with the remaining .complaints of the applicant—with which I am going to deal next in this judgment—it is, I think, essential to bear in mind what is the exact nature of the stage of a criminal trial to which paragraphs (b) and (c) of subsection
(1)of section 74 of Cap. 155 relate; and, in this respect, very useful guidance is to be derived from the judgment in Azinas v. The Police,
(1981)2 C.L.R. 9, 52-57 (and see, too, Archbold on Pleading, Evidence and Practice in Criminal Cases, 41st ed., paras. 4-385 to 4-387, pp. 416-419, and Halsbury's Laws of England, 4th ed., vol. 11, gars. 290, p. 167).At this stage of a criminal trial the decision to be given by he trial Court should not amount in any way to a final pronouncement as regards the guilt or innocence of the accused (see, inter alia, The Attorney-General of the Republic v. Morphitis,
(1975)2 C.L.R. 138); unless, of course, it is found that no prima facie case has been made out against the accused sufficiently to require him to make a defence.It is obvious from his complained of rulings that the trial Judge went through the arguments advanced by counsel for the applicant, as well as, by the prosecuting officer, and examined the relevant parts of the evidence that had been commented on by them; and then, without making any finding as to the credibility of any witness—as he, indeed, ought not to have made—he reached the view that the applicant should be called upon to make her defence; and the fact that he did not call upon the applicant and her co-accused to defend themselves on three counts indicates that he examined the evidence against the two accused in relation to each one of the many counts that were preferred against them. Consequently, I am of the opinion that the trial Judge, in acting as he has done at that particular stage of the trial, has sot acted in excess of his jurisdiction, nor has he refused to exercise his jurisdiction, nor has he acted in a manner resulting in an error of law which is apparent on the face of the record, and, therefore, I am not satisfied that this is a proper case in which to quash by means of an order of certiorari either or both of his two ratings concerned». Στην παρούσα περίπτωση ο κατηγορούμενος έχει αθωωθεί στις συγκεκριμένες κατηγορίες στο στάδιο αυτό διότι έκρινα ότι μία από τις δύο προϋποθέσεις για το εκ πρώτης όψεως δεν έχουν ικανοποιηθεί. Δεν ενδείκνυται στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως να γίνονται υποκειμενικά ευρήματα σε σχέση με την μαρτυρία (Βλ. Μοrphitis[13]). Με την ίδια λογική κλήθηκε ο κατηγορούμενος σε απολογία στις υπόλοιπες κατηγορίες διότι έκρινα ότι πληρούνται δύο προϋποθέσεις που αφορούν αυτό το στάδιο, δηλαδή ότι οι κατηγορίες στοιχειοθετούνται και η ποιότητα της μαρτυρίας όχι τόσο κακή που δεν μπορεί να αξιολογηθεί στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας. Το ίδιο δεν ισχύει για τις κατηγορίες της που αφορούν την σεξουαλική εκμετάλλευση και την συνουσία. Η σεξουαλική κακοποίηση της παραπονούμενης αφορά χρονική περίοδο 4 ετών. Άρχισε όταν ήταν 11 ετών με χάδια και φιλιά και σταμάτησε όταν ήταν 15 χρονών όταν κατάγγειλε τον κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη ζούσε στην οικία του κατηγορούμενου και στο διάστημα που ζούσε μαζί του η σεξουαλική επαφή μαζί του ήταν συχνή και μπορεί να γινόταν επί καθημερινής βάσεως. Άλλωστε ο λόγος που ο κατηγορούμενος ζητούσε πρωκτικό έρωτα από την ανήλικη είναι για την περίοδο του μήνα που ο κολπικός έρωτας δεν ήταν εφικτός. Η παραπονούμενη αναφέρθηκε σε λιγοστές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου υπήρχε σεξουαλική επαφή όμως ως θα ήταν φυσιολογικό όταν κάτι συμβαίνει συχνά καθημερινά στην διάρκεια του χρόνου δεν μπορούσε να προσδιορίσει τις συγκεκριμένες ημερομηνίες κατά τις οποίες συνέβαινε η σεξουαλική πράξη και ποια ήταν η σεξουαλική πράξη που γινόταν την συγκεκριμένη ημέρα. Είναι γι' αυτόν τον λόγο που η κατηγορούσα αρχή διατύπωσε αριθμό κατηγοριών που καλύπτουν συγκεκριμένη χρονική περίοδο χωρίς όμως να αποκαλύπτεται σε όλες τις συγκεκριμένες κατηγορίες ποια συγκεκριμένη πράξη καλύπτεται από την κατηγορία. Συνεπώς, υπάρχουν δύο νομικά ερωτήματα που πρέπει να αντιμετωπισθούν από το Δικαστήριο για να διαπιστωθεί η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου έστω και με δεδομένο ότι η μαρτυρία της ανήλικης γίνεται πιστευτή στην ολότητα της. Αυτά τα δύο ζητήματα είναι πρώτο κατά πόσο οι κατηγορίες πάσχουν από πολλαπλότητα διότι δυνατόν να καλύπτουν πέραν της μίας σεξουαλικής πράξης για κάθε κατηγορία και δεύτερο κατά πόσο ο απροσδιόριστος χαρακτήρας των λεπτομερειών του αδικήματος δημιούργησε αδικία στην υπεράσπιση του κατηγορούμενου υπό την έννοια ότι δεν θα είχε υπόψη του για ποια συγκεκριμένη συμπεριφορά έπρεπε να προβάλει υπεράσπιση στην συγκεκριμένη κατηγορία. Το εφετείο καταπιάστηκε με το πρόβλημα της πολλαπλότητας των κατηγοριών σε υποθέσεις όπου υπάρχει συνεχιζόμενη σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκου στην υπόθεση Σ.Π. ν. Αστυνομίας[14]. Λέχθηκε ότι ένα κατηγορητήριο που πάσχει από πολλαπλότητα δεν είναι ανάγκη να οδηγήσει σε ακύρωση καταδίκης εκτός και εάν η καταδίκη είναι επί του συγκεκριμένου κατηγορητηρίου είναι ανασφαλές. Παραπέμπω πιο κάτω το σκεπτικό του Δικαστηρίου στη σελ. 18 της απόφασης αναφέρονται τα εξής: «Η ουσία του θέματος είναι άλλη. Όπως το θέτει ο Archbold - ανωτέρω - σελ. 1045, παρ. 7-78, ακόμη και ένα πάσχον από πολλαπλότητα κατηγορητήριο δεν υπόκειται κατ' ανάγκη σε ακύρωση εκτός και εάν είναι ανασφαλές, (R. v. Levantiz
(1999)1 Cr. App.R. 465), υπόθεση η οποία αφορούσε, όπως και εδώ, στην ουσία ένα κανονικό κατηγορητήριο, αλλά η μαρτυρία που δόθηκε αποκάλυπτε δύο ή περισσότερα αδικήματα. Η σύγχρονη τάση και αντίληψη είναι ο κατηγορούμενος να μην είναι αντιμέτωπος με κατηγορίες που δεν του γνωστοποιήθηκαν δεόντως ώστε να μην γνωρίζει τι θα αντιμετωπίσει στη δίκη και να υπερασπίσει εαυτόν αναλόγως. Αυτή είναι και η επιταγή του Άρθρου 6
(3)(α) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όπως λέχθηκε και στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας - ανωτέρω - για να υπάρχει ουσιώδης επίπτωση επί του ασφαλούς της καταδίκης πρέπει το κατηγορούμενο πρόσωπο να έχει παραπλανηθεί κατά ουσιώδη τρόπο. Υπάρχει δε πάντοτε η δυνατότητα αναζήτησης λεπτομερειών επί του κατηγορητηρίου και κατά πόσο υπήρξε παραπλάνηση ή αδικία συνεξετάζεται και με το κατά πόσο ζητήθηκαν τέτοιες λεπτομέρειες έχοντας ταυτόχρονα υπόψη και όλες τις άλλες πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στον κατηγορούμενο μέσα από καταθέσεις, υλικό κατά την προανάκριση, όπου υπάρχει, μαρτυρία πριν την έναρξη της δίκης κ.α. (Akritas v. Regina 20 C.L.R. 110, Loizou and Pikis: Criminal Procedure in Cyprus σελ. 47 και Archbold - ανωτέρω - σε. 1045, παρ.7-76). Στην R. v. Donnelly
(1998)Cr. App. R. 131, το Εφετείο δεν ακύρωσε την καταδίκη όπου η μαρτυρία αποκάλυπτε περισσότερα του ενός αδικήματα, όπου δεν υπήρξε ένσταση στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Και η R. v. Shore - ανωτέρω - επεξηγήθηκε στην R. v. Rackham
(1997)2 Cr. App. 222, ότι η ουσία της είναι ότι όπου ο κατηγορούμενος επιλέγει να αντιμετωπίσει γενικές κατηγορίες χωρίς ένσταση, όπως έγινε και εδώ, δεν μπορεί με ευκολία να εγείρει ζήτημα έλλειψης συγκεκριμενοποίησης ενώπιον του Εφετείου. Στην R. v. Rackham ακυρώθηκε η καταδίκη για άσεμνες επιθέσεις εναντίον παιδιών σε μια μεγάλη χρονική περίοδο, όταν το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε αίτημα για καλύτερες λεπτομέρειες των συμβάντων στις διάφορες κατηγορίες. Εδώ δεν ζητήθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες πριν ή κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης πρωτοδίκως. Η θέση του εφεσείοντος κατά τη δική του ένορκη μαρτυρία, αλλά και η αντεξέταση της παραπονούμενης από το συνήγορος του, ήταν σταθερά ότι ουδέποτε έγιναν οι άσεμνες επιθέσεις καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου που αναφερόταν στο κατηγορητήριο και ότι κίνητρο της ήταν η εκδίκηση για τη βάναυση συμπεριφορά της συζύγου του εφεσείοντος έναντι της. Και περαιτέρω η απωθημένη αντίδραση, θυμός και έμμεση εκδίκηση για τη δική της μητέρα». Μία καταδίκη θα πρέπει να κριθεί ότι είναι ανασφαλές όταν δεν είναι γνωστοί οι λόγοι καταδίκης και επί ποιων γεγονότων ή περιπτώσεων σεξουαλικής εκμετάλλευσης κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος. Όταν η απόφαση είναι αιτιολογημένη από επαγγελματία Δικαστή που στήριξε τα ευρήματα σε συγκεκριμένα γεγονότα που αναφέρονται στην αιτιολογημένη του απόφαση υπάρχει βεβαιότητα των ευρημάτων του Δικαστηρίου και έτσι η καταδίκη δεν είναι ανασφαλές διότι στηρίζεται σε συγκεκριμένα γεγονότα. Στην περίπτωση που η καταδίκη γίνεται από ενόρκους και το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης απαιτεί ότι η απόφαση των ενόρκων πρέπει να είναι ομόφωνη τότε πολλαπλότητα των κατηγοριών δημιουργεί πρόβλημα στην καταδίκη διότι δεν είναι γνωστό επί ποιων γεγονότων στηρίχθηκε ο κάθε ένορκος για να καταλήξει στην ενοχή του κατηγορούμενου στην πολλαπλή κατηγορία. Εάν τα ευρήματα του κάθε ενόρκου είναι διαφορετικά τότε η απόφαση και καταδίκη δεν είναι ομόφωνη συνεπώς, πάσχει η καταδίκη. Ως αναφέρεται στην απόφαση πιο πάνω στην περίπτωση σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων που έχει διάρκεια χρόνου και η σεξουαλική κακοποίηση ήταν συνεχόμενη και δύσκολο για το θύμα να προσδιορίσει που πότε και πόσες φορές έγινε η σεξουαλική κακοποίηση είναι δύσκολο να προσδιοριστούν οι λεπτομέρειες με τρόπο ώστε να διατυπωθεί ξεχωριστή κατηγορία για κάθε περίπτωση σεξουαλικής κακοποίησης. Μόνο εάν το ανήλικο θύμα κρατούσε σημειώσεις και/ή ημερολόγιο για κάθε σεξουαλική περίπτωση θα μπορούσε να προσδιορίσει κάθε πράξη. Γι' αυτό υπάρχει τρομερή δυσκολία σε τέτοιες περιπτώσεις να διατυπωθεί το κατηγορητήριο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατηγορούσα αρχή πρέπει να εγκαταλείψει την προσπάθεια να είναι ακριβής και δίκαια με τον κατηγορούμενο. Από την άλλη όμως, θα ήταν εντελώς παράλογο να μην διώκονται παραβάτες αυτών των σοβαρών αδικημάτων επειδή υπάρχει αδυναμία της κατηγορούσας αρχής να προσδιορίσει κάθε πράξη σεξουαλικής κακοποίησης σε ξεχωριστή κατηγορία με τις δικές της λεπτομέρειες. Δια να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα κάποιες Πολιτείες των ΗΠΑ έχουν θεσπίσει ειδική νομοθεσία με ειδικό αδίκημα για συνεχιζόμενη σεξουαλική κακοποίηση. Συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι αριθμός περιπτώσεων σεξουαλικής κακοποίησης και όχι μία περίπτωση και στην περίπτωση που αποδειχτεί ο ελάχιστος αριθμός που προβλέπεται στον νόμο τότε αποδεικνύεται το αδίκημα. Σε τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει αδικία του κατηγορούμενου διότι ετοιμάζει την υπεράσπιση του λαμβάνοντας υπόψη τον συνεχιζόμενο χαρακτήρα της σεξουαλικής κακοποίησης. Παραθέτω πιο κάτω σκεπτικό στην υπόθεση Maryland v. Cooksey[15] όπου επεξηγήθηκε ότι δεν δημιουργείται συνταγματικό κώλυμα καταδίκης του κατηγορούμενου βασισμένο σε αδίκημα που είναι πολλαπλό νοουμένου ότι τηρηθούν κάποια εχέγγυα της δίκαιης δίκης. Τα κωλύματα αυτά είναι ο κανόνας που απαγορεύει την διπλή δίωξη για τα ίδια αδικήματα Res Judicata διότι εάν δεν είναι γνωστό για ποια αδικήματα έχει καταδικασθεί ο κατηγορούμενος είναι δυνατόν να αντιμετωπίσει ξανά της ίδιες κατηγορίες. Δεύτερο πρέπει να υπάρχει βεβαιότητα ότι η καταδίκη υπήρξε ομόφωνη και τρίτο πρέπει να παρέχεται αρκετή πληροφόρηση του κατηγορούμενου ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την υπόθεση εναντίον του. Σημειώνεται στη συγκεκριμένη πολιτεία ότι στην απόφαση δεν έχει θεσπιστεί νομική πρόνοια για το αδίκημα της συνεχιζόμενης σεξουαλικής κακοποίησης. «In cases such as this one, alleging continuous sexual offenses of a child, particularly by an abuser who lives with the child, information regarding specific dates and places of criminal conduct is often impossible to ascertain. Selecting the number of incidents on which to charge the defendant is therefore quite difficult. As discussed, supra, many states have enacted legislation describing ongoing abusive activity as a separate felony in order to resolve this difficulty in charging. Although Maryland has no such statute, the State is not foreclosed from obtaining convictions of defendants who have abused children over a period of time. As stated by the Supreme Court of Idaho in 1929. "It would be a very weak rule of law that would permit a man to ravish [numerous young children] and then say in effect: 'You cannot convict me of the[ese] crime [s] as you did not guess the right date'." State v. Clark, 209 Mont. 473, 682 P.2d 1339, 1345
(1984)(quoting State v. Rogers, 48 Idaho 567, 283 p.44, 45
(1929)). In Cook v. State, 100 Md.App. 616, 642 A.2d 290
(1994), Cook similarly argued that the indictment against him, charging, inter alia, child abuse, second degree sexual offense, and third degree sexual offense, should be dismissed due to uncertainty as to the times of the commission of the offenses. These abuses were alleged to have occurred "continually from the summer of 1974 up through the time alleged in the indictment in Harford County, Maryland. The abuse continued after the family moved to Baltimore County as well [i.e. 1978]." The Court, relying on the decision in State v. Mulkey, 316 Md. 475, 560 A.2d 24
(1989), held: "In Mulkey v. State [State v. Mulkey}, the Court of Appeals recognized that the "avility of a child [victim] to definitely sate tha deate or dates of the offenses or to narrow the time frame of such occurrences may be seriously hampered by a lack of memory." Accordingly it held that, in the context of a sexual offense case involving a child victim, general allegations as to the time of the offense are constitutionally sufficient where the specific date or dates of the offense is unknown. In addition, if the offense is continuing in nature, as alleged in the instant case, the State simply may be unable to pinpoint exact dates in the charging document. We have held that such a technicality should not enable a criminal defendant to "thwart justice". When the offense is continuing in nature, a criminal defendant's avility to prepare a defense will not be frustrated where he or she is put on notice that the State plans to show a "pattern of ongoing abuses". Thus, a bill of particulars stating that various child sexual abuse offenses occurred generally during a eight year period has been held constitutionally valid under Article 21". Cook, 100 Md. App. at 629/30, 642 A.2d 290 (citations omitted). We therefore find no error, based on specificity, in the State's charging Cooksey in a continuous course of conduct between July 22, 1991, and July 22, 1992, in the sexual offense involving Casey C; and between June 30, 1984, and August 17, 1987, in the sexual offense involving Holly M. While it was not an issue specifically raised by the State in this appeal, we would affirm the trial court's decision that the indictment was reasonably particular as to the dates, given the continuing nature of the offenses. The charging of Cooksey in a continuous course of conduct, however, presents an issue other than that based on uncertainty of time. Cooksey asserts that charging multiple incidents of sexual offense in single counts is duplicitous. The State, on the other hand, argues that it would be overwhelming and impractical, not to mention oppressive for the defendant, to require it to indict continuous sexual offense cases involving a child by separate counts for each infraction. The State also notes that if Cooksey were reindicted on separate counts for every individual sexual act he was alleged to have committed, the indictment would contain between 120 and 145 counts, instead of only four. The trial court also expressed concern that Cooksey may have created a self-inflicted wound by moving to have the indictment dismissed on duplicity grounds. The court stated: The potential incarceration to which the defendant is exposed under the instant indictment appears to be Fifty
(50)years. Upon review of the States' Response to Bill of Particulars, if the defendant was re-indicted on specific incident offenses and convicted of those counts, his incarceration potential probably exceeds 2025 years. Cooksey thus implies that any time there is evidence of more than one incident the State should be required to file separate charges on each incident .It is interesting to note that prosecutors are often accused by defense counsel of overcharging in their indictments, but are seldom, if ever, accused of undercharging. It is well-settled that the determination of which criminal charges, if any, to bring is a matter of prosecutorial discretion. See, e.g., Md.Code (1957, 1996 Repl.Vol), Art. 10, § 34 (directing the State's Attorney to "prosecute and defend, on the part of the State, all cases in which the State may be interested"). A prosecutor's decision as to a particular charge is within his or her discretion. Undeniably, the State's Attorney has nearly unbridled constitutional discretion in deciding whether to prosecute, whom to prosecute, what charges to bring, and what charges to pursue. Brack v. Wells, 184 Md. 86, 90, 40 A.2d 319
(1944); Teeter v. State, 65 Md. App. 105, 119, 499 A.2d 503
(1985). Where, as here, the defendant is accused of a continuous course of conduct, the burden of isolating specific incidents on specific dates would be insurmountable for the State. With those principles in mind, we turn now to the most problematic issue before this Court. Although the State may determine what charges, if any, to bring against a defendant, the judiciary is charged with determining the constitutionality of how the defendant was charged. The crux of this appeal turns on the gravamen of duplicity in the indictment: Whether charging Cooksey with one count of second degree sexual offense and one count of third degree sexual offense, in a continuing course of conduct, is fatally duplicitous. A related stature, Art. 27 §464C, sexual offense in the fourth degree, has been interpreted to permit each infraction to be charged individually as separate offenses. State v. Boozer, 304 Md. 98, 108-09, 497 A.2d 1129
(1985)(separate acts resulting in separate insults to the victim may be separately charged and punished, even though they occur as part of the same criminal transaction). "[T]he prohibition of duplicity is said to implicate a defendant's rights to notice of the charge against him, to a unanimous verdict, to appropriate sentencing and to protection against double jeopardy". United States v. Murray, 618 F.2d 892, 896 (2d Cir.1980). Based on the information provided by the State in the indictment and Response to Bill of Particulars, as well as our decision in Mulkey, supra, Cooksey was provided adequate notice of the charges against him, even though the State was not able to provide specific dates in which the incidents allegedly occurred. Because he was charged under a four-count indictment, if convicted, Cooksay's potential sentence as estimated by the trial court appears to be fifty years. There is, therefore, no risk that Cooksey would be prejudiced. A conviction would result in a sentence commensurate with four fiolations of the law, not a sentence for each individual incident of abuse. Finally, because the State used time frames, as opposed to specific dates, Cooksey cannot be placed in double jeopardy and later tried for other incidents within the time spans provided by the State. Copsey v. State, 67 Md.App. 223, 227, 507 A.2d 186
(1986)(because the State prudently charged appellant with a single continuing offense from January 1, 1979, through Novemer 1, 1984, appellant was placed in jeopardy for any sexual offense he perpetrated upon the victim at any time during that all embracing period). The only legitimate basis for asserting the indictment was duplicitous, then, lies with Cooksey's jury unanimity concern. Where, as here, the State alleges continuous sexual offenses of a child against a defendant, occurring at unspecified times or places, there is always the risk that jurors may vote to find the defendant guilty on a particular count, but with different incidents or conduct in mind. The constitutional safeguard is offended when the jurors are left to choose the acts of abuse upon which to base a verdict. Such a method could result in a "patchwork" verdict, a ripe for constitutional challenge. "By its Declaration of Rights, common law, and procedural rules, Maryland continues an English tradition dating from the Middle Ages in requiring that criminal jury verdicts be unanimous". Lattisaw v. State, 329 Md.339, 344, 619 A.2d 548
(1993). Art. 21 of the Maryland Declaration of Rights states: That in all criminal prosecutions, every man hath a right to be informed of the accusation against him; to have a copoy of the Indictment, or charge, in due time (if required) to prepare for his defense; to be allowed counsel; to be confronted with the witnesses against him; to have process for his witnesses; to examine the witnesses for and against him on oath; and to a speedy trial by an impartial jury, without whose unanimous consent be ought not to be found guilty. (Emphasis supplied). The language of Article 21, supra, and the Sixth Amendment to the U.S. Constitution, guaranteeing a right to trial by an impartial jury in all criminal prosecutions, is virtually identical. Article 21, however, expressly provides the right to a unanimous jury verdict, while the Sixth Amendment does not. Johnson v. Louisiana, 406 U.S. 380, 381, 92 S. Ct. 1643, 32 L.Ed. 2d 170
(1972); Apodaca v. Oregon, 406 U.S. 404, 407-08, 92 S.Ct. 1628, 32 L.Ed 2d 184
(1972). Long ago, the Court of Appeals also stated, "U nanimity is indispensable to the sufficiency of the verdict". Fort v. Sate, 12 Md.514, 549
(1859)(emphasis in original). Likewise, Maryland Rule 4-327(a) instructs that "[t]he verdict of a jury shall be unanimous and shall be returned in open court." Although this Court may be unable to rely upon a rule of law such as those found in California and New York, expressly proscribing a course of sexual conduct, we are also unpersuaded by the reasoning in cases such as Van Hoek, supra, and its progeny. As succinctly stated in People v. Jones, 270 Cal. Rptr., at 616, 792 P.2d 643, "any constitutional principles or evidentiary standards we develop should attempt to assure that the resident child molester is not immunized from substantial criminal liability merely because he has repeatedly molested his victim over an extended period of time". We are of the belief that even a duplicitous indictment need not be dismissed where there is no unfairness to the defendant. In order to uphold a conviction is this sort of case, where the prosecution does not elect to rely upon a specific instance, the trial judge must ensure that the record clearly shows that the jurors understood their duty unanimously. The jury must agree unanimously that the defendant committed the same single act, or that he committed all of the acts described by the victim within the time period charged. A jury instruction to this effect can safeguard the defendant's constitutional rights by ensuring a unanimous verdict. United States v. Holley, 942 F.2d 916, 925-29 (5th Cir.1991), cert. denied, 510 U.S. 821, 114, S. Ct. 77, 126 L.Ed.2d 45
(1993)(citing United States v. Duncan, 850 F.2d 1104, 1108 n.4 (6th Cir.1988) ("Courts rejecting duplicity challenges to multiple-predicate counts, however, often premise their rulings on the condition that later augmented jury instruction swill adequately protect the defendant against the risk of an ununanimous verdict". See People v. Callan, 174 Cal.App.3d 1101, 220 Cal.Rptr. 339, 345
(1985)(unanimity instruction saves uncertainty as to the specific acts relied upon by the People); People v. Madden, 116 Cal.App.3d 212, 171 Cal.Rptr. 897, 901
(1981)(trial court erred in failing to give unanimity instruction, sua sponte, where the information charged fewer acts than shown by the evidence). United States v. Echeverry, 719 F.2d 974, 975 (9th Cir. 1983) ("When it appears. that a conviction may occur as a result of different jurors concluding that the defendant committed different acts, the general unanimity instruction does not suffice. To correct any potential confusion in such a vase, the trial judge must augment the general instruction to ensure [that] the jury understands its duty to unanimously agree to a particular set o facts"). Jurisdictions requiring unanimity of jury verdicts in criminal cases and holding that sexual assaults are not "continuing offenses" appear to be in agreement. When evidence of multiple culpable acts is adduced to prove a single charged offense, the defendant is entitled either to an election by the prosecution of the single act upon which it is relying for a conviction, or to a specific unanimity instruction. State v. Petrich, 101 Wash.2d 566, 683 P2d 173, 177
(1984), modified by, State v. Kitchen, 110 Was.2D 403, 756 P2d 105
(1988); State v. Hayes, 81 Wash.App. 425, 914 P.2d 788
(1996), review denied, 130 Wash.2d 1013, 928 P.2d 413
(1996). See also State v. Jone, No. 20543, --P.2d--, 1998, WL727344 (Haw.App.Oct. 16, 1998); State v.Dell'Orfano, 651 So.2d 1213 (Fl.App.4 Dist. 1995); State v. Little, 260 Mont. 460, 861 P.2d 154
(1993); Baine v. State, 604 So. 2d 258 (Miss.1992); State v. Altgilbers, 109 N.M. 453, 786 P.2d 680
(1989), cert. denied, 109N.M. 419, 785 P.2d 1038
(1990); Covington v.State, 703 P.2d 436 (Ala.App. 1985). A further review of cases involving duplicitous counts in an indictment reveals that in many instances the the difficulty may be resolved without violating a defendant's constitutional rights. See United States v. Blandford, 33 F.3d 685, 699 (6 th Cir. 1994), cert. denied, 514 U.S. 1095, 115 S. Ct. 1821, 131 L.Ed.2d 743
(1995)(concluding that duplicity of single count alleging four acts of extortion was cured by jury instruction requiring jury unanimously to agree on one particular payment alleged in count). Se also United States v. Trammell, 133 F.3d 1343, 1354 (10th Cir. 1998) (stating that duplicitous indictment can be cured by requiring jury unanimity on one particular act charged in count); United States v. Karam, 37 F.3d 1280, 1286 (8th Cir. 1994), cert. denied sub nom., El Hani v. United States, 513 U.S. 1156 S. Ct. 1113, 130 L.Ed.2d 1077
(1995)(the risk of a nonunanimous jury verdict inherent in a duplicitous count may be cured by a limiting instruction); United States v. Duncan, 850 F.2d 1104, 1112 n.8 (6th Cir. 1988) ("One cure of an otherwise duplicitous indictment is to give an augmented instruction requiring unanimity on one or the other of the acts charged within a count to give an augmented instruction requiring unanimity on one or the other of the acts charged within a count that otherwise appear to constitute separate offenses".) United States v. Weller, No. 98-40112-01-RDR, 1999 WL280425 at 2 (D.Kan. April 26, 1999) (the issue of jury unanimity can be resolved through appropriate jury instructions); United States v. Gordon, 990 F. Supp.l171, 179 (E.D.N.Y.1998) (same); United States v. Steurer, 942 F. Supp. 1183, 1187 (N.D.Ill. 1996) (same). Our decision in this case is not intended to encourage the bringing of multiple charges when in the prosecutor's judgment they are unwarranted. The jury unanimity instruction is an option permitted because in the majority of these cases the charge will involve crimes against children. Often these cases turn on the jury's determination of credibility: namely, the victim's version versus the accused's version. A delicate balance must be achieved between the prosecution's need to secure a conviction in child sexual offense and abuse cases and the defendant's right to be informed of the charges with sufficient factual detail to enable him to prepare a defense, and to be afforded a unanimous jury verdict. The indictment and Response to Bill of Particulars in the instant case were sufficient to enable the defendant to prepare his defense and avoid prejudicial surprise. A proper jury instruction would have protected Cooksey's right to a unanimous verdict. We believe, then, that it was premature in this sort of case for the trial court to have found the counts charged by the State in the indictment fatally duplicitous". (ελεύθερη μετάφραση) Σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή όταν υπάρχει ισχυρισμός για συνεχιζόμενη σεξουαλική κακοποίηση ειδικά από θήτη που διαμένει με το ανήλικο θύμα, πληροφορίες για τις συγκεκριμένες ημερομηνίες κακοποίησης και την τοποθεσία της κακοποίησης είναι απίθανο να εξακριβωθούν. Είναι δύσκολο να γίνει επιλογή των συγκεκριμένων περιπτώσεων για τα οποία θα διωχθεί η θήτης. Πολλές πολιτείες έχουν θεσπίσει ειδικές νομοθεσίες που αφορούν αδικήματα συνεχιζόμενης σεξουαλικής κακοποίησης ως ξεχωριστά αυτοτελή αδικήματα για να επιλύσουν το πρόβλημα σύνταξης κατηγορητηρίων μ' αυτό το πρόβλημα. H Maryland δεν είχε θεσπίσει με νόμο αυτές τις ειδικές κατηγορίες αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτεία αδυνατεί να πετύχει καταδίκες εις βάρος κατηγορουμένων που έχουν κακοποιήσει σεξουαλικά παιδιά μέσα σε διάρκεια χρόνου. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της πολιτείας Idaho θα ήταν άδικος ένας νόμος που επέτρεπε σε βιαστή παιδιών να συνεχίσει να βιάζει παιδιά και μετά αυτός να επικαλείται ως υπεράσπιση ότι είναι απίθανη η καταδίκη του επειδή δεν έχει διαπιστωθεί ορθά η ακριβής ημερομηνία τις σεξουαλικής κακοποίησης. Σε άλλη Δικαστική απόφαση στην Cook v. State παράλληλα κατηγορούμενος που αντιμετώπιζε κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση ανήλικου προσώπου δεύτερου και τρίτου βαθμού ισχυρίσθηκε ότι η δίωξη εναντίον του θα πρέπει να απορριφθεί διότι υπάρχει αβεβαιότητα σε σχέση με τον χρόνο διάπραξης της κακοποίησης. Αυτή η κακοποίηση είχε γίνει σε διαφορές ημερομηνίες κατά την διάρκεια του καλοκαιριού το 1974 μέχρι την ημερομηνία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Η κακοποίηση συνέχισε μέχρι που η οικογένεια μετακόμισε σε άλλη κομητεία το
- Στην υπόθεση Mulkey v. State το εφετείο αναγνώρισε ότι η ικανότητα παιδιού να θυμάται με ακρίβεια την ημερομηνία οι ημερομηνίες της κακοποίησης ή να είναι σε θέση να περιορίσει χρονικά το διάστημα που έγινε η κακοποίηση εμποδίζεται από απώλεια μνήμης. Με βάση αυτό το δεδομένο αποφασίσθηκε ότι δεν παραβιάζονται τα συνταγματικά δικαιώματα του κατηγορούμενου λόγω αβεβαιότητας στην διατύπωση των κατηγοριών αναφορικά με τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων όταν το παιδί δεν γνωρίζει τις ακριβής ημερομηνίες σεξουαλικής κακοποίησης. Περαιτέρω, εάν η σεξουαλική κακοποίηση είναι συνεχιζόμενη, ως είναι στην παρούσα περίπτωση, η ικανότητα του κατηγορούμενου να ετοιμάσει την υπεράσπιση του δεν επηρεάζεται αφού η πολιτεία με την διατύπωση των συγκεκριμένων κατηγοριών τον πληροφορεί για την συνεχιζόμενη φύση της σεξουαλικής κακοποίησης και την πρόθεση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει χαρακτηριστική συμπεριφορά σεξουαλικής κακοποίησης. Οπότε λεπτομέρειες του αδικήματος ότι διαφορά αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης επεσυνέβηκαν γενικά μέσα σε χρονικά διάστημα οκτώ ετών δεν παραβιάζει το άρθρο 21 του Συντάγματος. Δεν εντοπίζουμε λοιπόν λάθος στην διατύπωση των κατηγοριών εξαιτίας αβεβαιότητας με δεδομένο ότι η σεξουαλική κακοποίηση ήταν συνεχόμενη από τον Ιουλίου 1991 μέχρι τον Ιούλιο 1992 για τον ανήλικο Casey και στην σεξουαλική κακοποίηση του ανήλικου Holly μεταξύ των Ιούνιο 1984 και Αύγουστο
- Κρίνουμε ότι υπήρχαν αρκετά στοιχεία στην διατύπωση της κατηγορίας με δεδομένο ότι ήταν γνωστό και αντιληπτό στον κατηγορούμενο ότι η σεξουαλική κακοποίηση ήταν συνεχής κατά την διάρκεια ετών. Όμως υπάρχει άλλο πρόβλημα πέραν της αβεβαιότητας στην διατύπωση του χρονικού πλαισίου διάπραξης του αδικήματος που δημιουργείται εξαιτίας της συνεχιζόμενης φύσης του αδικήματος. Είναι θέση του κατηγορούμενου ότι στην περίπτωση που διάφορα σεξουαλικά αδικήματα περιλαμβάνονται σε μία κατηγορία η κατηγορία είναι κακή εξαιτίας πολλαπλότητας. Η πολιτεία από την άλλη ισχυρίζεται ότι θα ήταν αδύνατον και καταχρηστικό για τον κατηγορούμενο να υποχρεωθεί να διατυπώσει κάθε περίπτωση σεξουαλικής κακοποίησης ξεχωριστά για την συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Η πολιτεία επίσης υποστηρίζει ότι εάν είχαν διατυπωθεί ξεχωριστές κατηγορίες και κάθε περίπτωση ξεχωριστά ως είναι ισχυρισμός των θυμάτων ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος το κατηγορητήριο θα περιείχε 120 και 145 κατηγορίες αντίστοιχα και όχι μόνο 4 κατηγορίες. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε ότι ο κατηγορούμενος είχε βλάψει την υπόθεση όταν ήγειρε το ζήτημα της πολλαπλότητας. Πιθανές ποινικές κυρώσεις οι οποίες θα μπορούσαν να επιβληθούν στον κατηγορούμενο δυνάμει του υφιστάμενου κατηγορητηρίου είναι μέχρι 50 χρόνια. Εάν επανακατηγορείτο ο κατηγορούμενος με ξεχωριστή κατηγορία για κάθε περίπτωση σεξουαλικής κακοποίησης οι ποινικές κυρώσεις που θα προέκυπταν θα ήταν μέχρι και 205 έτη. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η πολιτεία όφειλε να τον κατηγορήσει ξεχωριστά για κάθε περίπτωση σεξουαλικής κακοποίησης. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η υπεράσπιση συνήθως μέμφεται την κατηγορούσα αρχή όταν αυτή φορτώνει το κατηγορητήριο με μεγάλο αριθμό κατηγοριών όμως σπάνια την μέμφεται ότι έχει κατηγορήσει τον κατηγορούμενο για λιγότερες κατηγορίες από εκείνες που έπρεπε. Η διατύπωση του κατηγορητηρίου εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια της κατηγορούσα αρχής. Επίσης ο Γενικός Εισαγγελέας της πολιτείας έχει απεριόριστη συνταγματική εξουσία να αποφασίσει την δίωξη συγκεκριμένου κατηγορούμενου και για ποια αδικήματα να τον διώξει. Επειδή η κακοποίηση ήταν συνεχιζόμενη θα ήταν εντελώς αδύνατον για την κατηγορούσα αρχή να απομονώσει τις συγκεκριμένες ημερομηνίες και περιπτώσεις της κακοποίησης ώστε να διατυπωθούν ξεχωριστά στο κατηγορητήριο. Με βάση των πιο πάνω αρχών η προσοχή μας θα πρέπει να επικεντρωθεί στο μεγαλύτερο πρόβλημα αυτής της υπόθεσης. Η πολιτεία είναι αυτή που αποφασίζει ποιες κατηγορίες να προσάψει εναντίον του κατηγορούμενου αλλά είναι καθήκον του Δικαστηρίου να αποφασίσει την συνταγματικότητα του τρόπου με τον οποίο προχώρησε η δίωξη κατά του κατηγορούμενου. Το πιο σημαντικό ζήτημα είναι αυτό της πολλαπλότητας. Το ζήτημα είναι κατά πόσο μία κατηγορία για σεξουαλική κακοποίηση δευτέρου βαθμού και μία κατηγορία για σεξουαλική κακοποίηση τρίτου βαθμού, όταν η κακοποίηση ήταν συνεχής, είναι αθεράπευτα πολλαπλή. Η πολλαπλότητα απαγορεύεται επειδή επηρεάζει το δικαίωμα του κατηγορούμενου να γνωρίζει την υπόθεση που πρέπει να αντιμετωπίσει. Η απόφαση των ενόρκων πρέπει να είναι ομόφωνη ώστε η ποινή να προκύπτει από την ομοφωνία των ενόρκων και επίσης πρέπει να είναι γνωστό επί ποιων δεδομένων καταδικάσθηκε ώστε η καταδίκη να δημιουργεί δεδικασμένο για εκείνα τα γεγονότα. Κρίνουμε ότι ο κατηγορούμενος είχε ικανοποιητική πληροφόρηση για την υπόθεση που είχε εγερθεί εναντίον του παρά το γεγονός ότι η πολιτεία δεν ήταν σε θέση να τον πληροφορήσει για τις συγκεκριμένες ημερομηνίες της σεξουαλικής κακοποίησης. Επειδή προσάφθηκαν εναντίον του 4 κατηγορίες αντιμετωπίζει ποινικές κυρώσεις μέχρι και 50 χρόνια ποινή φυλάκισης. Συνεπώς, τα δικαιώματα του κατηγορούμενου δεν έχουν επηρεασθεί. Αυτό επειδή η καταδίκη του θα προέκυπτε από τις 4 κατηγορίες που αντιμετωπίζει και όχι από μεγαλύτερο αριθμό κατηγοριών ως θα ήταν κάθε περίπτωση κακοποίησης εάν αυτή είχε διατυπωθεί ξεχωριστά. Τέλος επειδή η πολιτεία διατύπωσε τις κατηγορίες με συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα δηλαδή από μία ημερομηνία έως άλλη ημερομηνία σε άγνωστο χρόνο, σε αντιδιαστολή συγκεκριμένης ημερομηνίας, ο Cooksey δεν κινδυνεύει από μεταγενέστερη δίωξη για την χρονική περίοδο που καθορίζεται στις 4 κατηγορίες. Αυτό ισχύει επειδή η κατηγορούσα αρχή δίκαια και ορθά τον κατηγόρησε για συνεχιζόμενη κακοποίηση που επεκτείνεται από την μία περίοδο μέχρι την άλλη σε σχέση με το συγκεκριμένο θύμα. Το μόνο βάσιμο επιχείρημα του κατηγορούμενου σε σχέση με το ζήτημα της πολλαπλότητας είναι αυτό που έχει σχέση με την ανάγκη έκδοσης ομόφωνης απόφασης των ενόρκων. Επειδή οι κατηγορίες διατυπώνονται ως συνεχιζόμενα αδικήματα υπάρχει ο κίνδυνος οι ένορκοι να καταδικάσουν τον κατηγορούμενο έχοντας κατά νου διαφορετικά γεγονότα. Παραβιάζονται τα συνταγματικά δικαιώματα του κατηγορούμενου όταν οι ένορκοι είναι ελεύθεροι να επιλέξουν ο καθένας επί ποιων γεγονότων θα καταδικάσουν τον κατηγορούμενο. Εάν συμβεί αυτό η καταδίκη θα είναι ακροσφαλής. Όμως ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος που να επιτρέπει την πολλαπλότητα των κατηγοριών διά νόμου, ως ανωτέρω, η καταδίκη δεν κρίνεται ανασφαλές εκτός και εάν ο Δικαστής αποτύχει να δώσει καθοδήγηση στους ενόρκους ότι οφείλουν να εκδώσουν ομόφωνη απόφαση και ότι η καταδίκη τους πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα γεγονότα ώστε η καταδίκη να είναι ομόφωνη επί των ιδίων γεγονότων. Με βάση την διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, το κοινοδίκαιο, και την ποινική δικονομία η Maryland συνεχίζει την Αγγλική παράδοση που χρονολογείται από τον Μεσαίωνα που προϋποθέτει ότι η καταδίκη των ενόρκων πρέπει να είναι ομόφωνη. Σε κάθε ποινική δίωξη ο κατηγορούμενος δικαιούται να γνωρίζει τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, να έχει αντίγραφο του κατηγορητηρίου, να του δοθεί χρόνος να προετοιμάσει την υπεράσπιση του, να έχει τις υπηρεσίες δικηγόρου, να αντιμετωπίσει τους μάρτυρες που τον κατηγορούν, να έχει διευκολύνσεις για να παρουσιάσει τους δικούς του μάρτυρες, να αντεξετάσει τους μάρτυρες επί του όρκου τους, η δίκη του να διεκπεραιώνεται σε εύλογο χρόνο από ενόρκους που είναι αμερόληπτοι και εκτός εάν αυτοί συμφωνήσουν να τον καταδικάσουν ομόφωνα να απαλλαχθεί των κατηγοριών. Από παλαιά το Εφετείο επεξήγησε ότι η ομοφωνία των ενόρκων είναι αναγκαία για την επάρκεια της καταδίκης.. Παρόλο που σ'αυτή την πολιτεία δεν έχει καθορισθεί με νόμο αδίκημα που απαρτίζεται από συμπεριφορά συνεχιζόμενη σεξουαλικής κακοποίησης ως προβλέπεται ρητώς σε πολιτείες που έχουν θεσπίσει τέτοιες νομοθεσίες δεν έχουμε πεισθεί από σειρά αποφάσεων σ' αυτές τις πολιτείες που προεξοφλούν καταδίκη του κατηγορούμενου στην απουσία τέτοιων νομοθετημάτων. Η αρχή είναι ότι συνταγματικά δικαιώματα και/ή αποδεικτικοί κανόνες που προωθούνται δεν μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα την ασυλία παιδεραστών από ποινικές κυρώσεις επειδή τυγχάνει να κακοποιούσαν το ανήλικο θύμα τους σε βάθος χρόνου. Πιστεύομε ότι ακόμη ένα κατηγορητήριο που είναι πολλαπλό δεν πρέπει να απορριφθεί όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει αδικηθεί στην υπεράσπιση του. Το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαια δίκη διασφαλίζεται όταν ο Δικαστής εξηγήσει στους ενόρκους το καθήκον τους να καταλήξουν σε ομόφωνη καταδίκη κατά του κατηγορούμενου. Οι ένορκοι θα πρέπει ομόφωνα να αποφασίσουν ότι ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει μία συγκεκριμένη πράξη κακοποίησης ή όλων των πράξεων κακοποίησης που του αποδίδονται από το θύμα στον χρόνο που προδιαγράφεται στο κατηγορητήριο. Τέτοιο καθοδήγηση του Δικαστηρίου στους ενόρκους διασφαλίζει το συνταγματικό δικαίωμα του κατηγορούμενου σε ομόφωνη απόφαση των ενόρκων. Σε δικαιοδοσίες όπου είναι αναγκαία η ομόφωνη καταδίκη των ενόρκων και σε δικαιοδοσίες όπου θεωρείται ότι σεξουαλικές επιθέσεις δεν θεωρούνται συνεχιζόμενα αδικήματα υπάρχει σύγκλιση απόψεων. Όταν παρουσιάζεται μαρτυρία κατά του κατηγορούμενου για συνεχιζόμενη σεξουαλική κακοποίηση για να αποδειχθεί μόνο μία κατηγορία δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα του. Εάν η κατηγορούσα αρχή επιλέξει να βασισθεί σε μόνο μία περίπτωση κακοποίησης για να πετύχει καταδίκη ή εάν επιλέξει να παρουσιάσει μαρτυρία για την συνεχιζόμενη κακοποίηση να δοθεί καθοδήγηση στους ενόρκους ώστε να διασφαλιστεί ότι η καταδίκη υπήρξε ομόφωνη. Η απόφαση μας δεν πρέπει να ιδωθεί ότι ενθαρρύνει την πολλαπλή διατύπωση των κατηγοριών εάν η κατηγορούσα αρχή θεωρεί ότι κάτι τέτοιο δεν ενδείκνυται . Η καθοδήγηση των ενόρκων να προσέξουν η απόφαση τους είναι ομόφωνη είναι μία επιλογή διότι στις πλείστες περιπτώσεις της συνεχιζόμενης σεξουαλικής κακοποίησης τα θύματα είναι παιδιά. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο πιο σημαντικός παράγοντας της υπόθεσης είναι κατά πόσο το θύμα έγινε πιστευτό από τους ενόρκους, και πιο συγκεκριμένα η εκδοχή του θύματος σε αντιδιαστολή της εκδοχής του κατηγορούμενου. Μια λεπτή ισορροπία πρέπει να επιτευχθεί μεταξύ της ανάγκης η κατηγορούσα αρχή να πετύχει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης και το δικαίωμα του κατηγορούμενου να γνωρίζει τις κατηγορίες εναντίον του με αρκετή λεπτομέρεια ώστε αυτός να προετοιμάσει την υπεράσπιση του και διασφαλισθεί ότι η απόφαση στην περίπτωση καταδίκης θα είναι ομόφωνη.. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα προσδιορισμού των γεγονότων επί των οποίων θα μπορούσε να βασίζεται η καταδίκη του κατηγορούμενου επειδή η απόφαση είναι αιτιολογημένη και είναι καθαρό από το σώμα της αιτιολογημένης απόφασης ότι τα πραγματικά ευρήματα του Δικαστηρίου προέκυψαν από την ολότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης την οποία και θεωρεί αξιόπιστη. Δεν τίθεται ζήτημα καταδίκης που βασίζεται σε ακροσφαλής γεγονότα ή άγνωστα γεγονότα επειδή το Δικαστήριο απαρτίζεται από Δικαστή και όχι ενόρκους, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να αιτιολογήσει τα ευρήματα του. Αφής στιγμής γίνεται δεκτή η μαρτυρία της παραπονούμενης στην ολότητα της είναι γνωστά τα ευρήματα μου και πραγματική βάση επί της οποίας θα εξετάσω κατά πόσο στοιχειοθετούνται τα συγκεκριμένα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Ούτε τίθεται ζήτημα δυσμενή επηρεασμού της υπεράσπισης του κατηγορούμενου από την συγκεκριμένη διατύπωση των κατηγοριών. Σε όλες τις κατηγορίες προσδιορίζεται η χρονική περίοδος επί της οποίας επισυνέβησαν τα κατ' ισχυρισμόν αδικήματα. Οι συγκεκριμένες ημερομηνίες των αδικημάτων δεν είναι γνωστές εξου και