← Κύπρος

STALAGMITE INSURANCE AGENTS SUB-AGENTS AND CONSULTANTS LTD ν. O.N.A.S. INDURANCE AGENCY LTD κ.α., Αρ. υπόθεσης: 7131/2013, 29/2/2016

STALAGMITE INSURANCE AGENTS SUB-AGENTS AND CONSULTANTS LTD ν. O.N.A.S. INDURANCE AGENCY LTD κ.α., Αρ. υπόθεσης: 7131/2013, 29/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 7131/2013 STALAGMITE INSURANCE AGENTS SUB-AGENTS AND CONSULTANTS LTD Παραπονούμενοι ν 1. O.N.A.S. INDURANCE AGENCY LTD 2. ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ Κατηγορούμενοι 29 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενους: κα Λάμπρου Για κατηγορούμενο 2: κ. Σταύρου Κατηγορούμενος 2, παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει επτά συνολικά κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305(Α)

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Ειδικότερα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας (στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154) κατά ή περί τις 24.5.2011, 24.6.2011, 28.6.2011, 1.7.2011, 8.7.2011, 14.7.2011 και 11.8.2011 εξέδωσε επ' ονόματι της παραπονούμενης εταιρείας τις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου υπ' αριθμούς 95453543 για ποσό €2.250, 95453545 για ποσό €2.205, 96550921 για ποσό €1.500, 96550911 για ποσό €2.000, 95453501 για ποσό €4.500, 94223893 για ποσό €1.500 και 98128150 για ποσό €1.500 αντίστοιχα. Αναφέρω παρενθετικά ότι αναφορικά με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία η υπόθεση απορρίφθηκε και η κατηγορούμενη απαλλάχθηκε και αθωώθηκε σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας. Η ακρόαση επομένως προχώρησε μόνο αναφορικά με τον κατηγορούμενο
  2. Προς απόδειξη των κατηγοριών έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο 2 μάρτυρες, ο κ. Γιάννης Νικολάου, διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας και ο κ. Κωστάκης Δεσπότης, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου. Δεν θα παραθέσω με λεπτομέρεια το όσα ο κάθε μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Για σκοπούς όμως πληρότητας της απόφασης μου, θα αναφέρω συνοπτικά τα σημεία εκείνα της μαρτυρίας του καθενός τα οποία κρίθηκαν σημαντικά για την κατάληξη μου. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, όπως έχω αναφέρει, ήταν ο κ. Γιάννης Νικολάου διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας (ΜΚ1). Κατά την κυρίως εξέταση του, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η παραπονούμενη εταιρεία ασχολείται με την «έκδοση συμβολαίων για κάθε είδους ασφάλιση» και ότι συνεργαζόταν με την πρώην κατηγορούμενη 1 εταιρεία η οποία «προωθούσε τις υπηρεσίες της παραπονούμενης και η παραπονούμενη εξέδιδε τα ασφαλιστικά συμβόλαια πελατών που προωθούσε η πρώην κατηγορούμενη
  3. Για διευκόλυνση των πελατών της πρώην κατηγορούμενης 1, η πρώην κατηγορούμενη 1 εισέπραττε το αναλογούν τίμημα εκάστου συμβολαίου εκ μέρους της παραπονούμενης και όφειλε να το καταβάλει στην παραπονούμενη». Συνέχισε λέγοντας ότι σε σχέση με διάφορα ασφαλιστικά συμβόλαια που η παραπονούμενη εταιρεία εξέδωσε προς πελάτες της πρώην κατηγορούμενης 1, ο κατηγορούμενος 2 στις 24.5.2011 συμπλήρωσε και υπέγραψε στην παρουσία του τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9) τις οποίες του παρέδωσε. Τον διαβεβαίωσε μάλιστα, σύμφωνα με τον ΜΚ1, ότι οι επιταγές - οι οποίες όλες πλην της πρώτης ήταν μεταχρονολογημένες - θα εξαργυρώνονταν κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα. Όταν έκαστη επιταγή καθίστατο πληρωτέα, κατατίθετο στην τράπεζα προς πληρωμή αλλά επιστρεφόταν με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα». Ακολούθως, έκαστη επιταγή κατατίθετο και δεύτερη φορά προς πληρωμή αλλά επιστρεφόταν ξανά με την ένδειξη «Αποταθείτε στον εκδότη - Ανεπαρκή υπόλοιπα». Ο δε κατηγορούμενος 2, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ1, υποσχόταν στον ΜΚ1 ότι θα του κατέβαλλε το ποσό έκαστης επιταγής όμως δεν το έπραξε με αποτέλεσμα όλες οι επιταγές να παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. Η δε πρώην κατηγορούμενη 1, μετά τον επίδικο χρόνο, τέθηκε σε καθεστώς εκκαθάρισης. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, του τέθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης ότι όλες οι συναλλαγές μεταξύ της παραπονούμενης και της πρώην κατηγορούμενης 1 εταιρείας ήταν παράνομες γιατί η μεταξύ τους συνεργασία δεν είχε κοινοποιηθεί δεόντως στο Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών. Ο ΜΚ1 διαφώνησε υποστηρίζοντας ότι δεν χρειάζονταν να γίνει τέτοια κοινοποίηση διότι η πρώην κατηγορούμενη 1 εταιρεία δεν παρείχε υπηρεσίες ασφαλιστικού διαμεσολαβητή και ο ρόλος της περιοριζόταν στο να εισπράττει ποσά από πελάτες της παραπονουμένης τα οποία όφειλε μετά να της αποδίδει. Σε σχέση με τις επίδικες επιταγές, υποστήριξε ότι τις παρέλαβε προσωπικά από τον κατηγορούμενο 2, από το γραφείο του στη Λάρνακα και ότι ο κατηγορούμενος 2 τις είχε υπογράψει μπροστά του και αρνήθηκε ότι τις είχε παραλάβει η υπάλληλος των παραπονουμένων κα Βαλεντίνα Φώκου. Αφορούσαν είπε ποσά τα οποία είχε εισπράξει η πρώην κατηγορούμενη 1 εταιρεία από πελάτες της παραπονούμενης, όμως δεν είχε μαζί του κατάσταση λογαριασμού στην οποία να εμφαίνεται το οφειλόμενο υπόλοιπο μεταξύ των δύο εταιρειών κατά τον επίδικο χρόνο. Αρνήθηκε δε ότι τα ποσά των επιταγών έχουν εξοφληθεί. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Κωστάκης Δεσπότης, διευθυντής καταστήματος στην Τράπεζα Κύπρου από το 2013 και πρώην υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας (ΜΚ2). Κατά την κυρίως εξέταση του, ο ΜΚ2 αναφέρθηκε στην κάθε μια από τις επίδικες επιταγές, εξήγησε ότι έκαστη είχε παρουσιαστεί προς πληρωμή δύο φορές και ότι επιστράφηκε και τις δύο φορές διότι ο λογαριασμός από τον οποίο είχαν εκδοθεί δεν διέθετε επαρκή υπόλοιπα. Παρουσίασε κατάσταση του λογαριασμού για την επίδικη περίοδο (Τεκμήριο 10) και εξήγησε ότι ενώ υπήρχε συμφωνημένο όριο υπέρβασης €17.086, τις ημερομηνίες κατά τις οποίες έκαστη επιταγή είχε παρουσιαστεί προς πληρωμή υπήρχε υπέρβαση του ορίου αυτού. Σε σχέση με την υπογραφή στις επίδικες επιταγές, ανέφερε ότι ήταν οι ίδιες με το δείγμα υπογραφών που είχε η τράπεζα στα αρχεία της και ότι εάν είχε διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία πληρωμής των επιταγών ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ των υπογραφών στις επιταγές και του δείγματος, τότε οι επιταγές θα επιστρέφονταν απλήρωτες γι΄ αυτόν τον λόγο. Σημειώνω ότι δεν ζητήθηκε από το μάρτυρα κατά την κυρίως εξέταση του να παρουσιάσει στο Δικαστήριο το δείγμα υπογραφών, που βρισκόταν στα αρχεία της Τράπεζας. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν είναι σε θέση να πει με βεβαιότητα ότι οι υπογραφές στις επίδικες επιταγές είναι οι ίδιες με το δείγμα και ότι δεν είχε στην κατοχή του την αρχική συμφωνία ανοίγματος λογαριασμού. Σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 10, ανέφερε ότι σαν γενικός κανόνας δεν επιτρέπεται η διενέργεια πράξεων σε λογαριασμό που παρουσιάζει υπέρβαση του συμφωνημένου ορίου, ανέφερε όμως ότι ο επίδικος λογαριασμός την επίδικη περίοδο παρουσίαζε πολλές χρεωπιστώσεις και, ειδικότερα ότι κατά τους μήνες Μάιο - Αύγουστο 2011 παρουσίαζε πιστώσεις πέραν των €100.000 κάθε μήνα. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορία, ο κατηγορούμενος 2 κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να παραμείνει σιωπηλός. Παρουσίασε όμως στο Δικαστήριο ως μάρτυρα υπεράσπισης τον κ. Φάνη Φλουρέντζου, υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου (ΜΥ1). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ1, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν διευθυντής του καταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στην Αθιαίνου όπου οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν πελάτες. Ο ΜΥ1 ανέφερε συγκεκριμένα ότι η πρώην κατηγορούμενη 1 εταιρεία διατηρούσε τότε ένα τρεχούμενο λογαριασμό στην τράπεζα, τον λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Ερωτώμενος σε σχέση με το πρόσωπο το οποίο είχε δικαίωμα να υπογράφει επιταγές για τον επίδικο λογαριασμό, ο ΜΥ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφο πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου της πρώην κατηγορούμενης 1 εταιρείας ημερομηνίας 23.4.2010, καθώς και σχετικό έντυπο της τράπεζας και δείγματα υπογραφών, (τα οποία κατατέθηκαν ως δέσμη και κατέστησαν Τεκμήριο 11). Σύμφωνα με τα έγγραφα, Τεκμήριο 11, το μοναδικό πρόσωπο που είχε δικαίωμα να υπογράφει τραπεζικά έγγραφα για την εταιρεία, συμπεριλαμβανομένου, του δικαιώματος υπογραφής επιταγών, ήταν η κα Ναταλία Σωτηρίου. Ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι το σχετικό έντυπο της τράπεζας είχε υπογραφεί από τη Ναταλία Σωτηρίου στην παρουσία υπαλλήλου της τράπεζας ενώ είχε υπογραφεί και από τον κατηγορούμενο 2 ως διευθυντή της εταιρείας, στην παρουσία πιστοποιούντος υπαλλήλου. Ο ΜΥ1 ερωτήθηκε σε σχέση με τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3-9, και ειδικότερα εάν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τον υπογράφονται. Ο ΜΥ1 απάντησε ότι δεν είναι γραφολόγος και επομένως δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει εάν οι υπογραφές ανήκουν στην Ναταλία Σωτηρίου. Ανέφερε όμως ότι η Ναταλία Σωτηρίου ήταν το μοναδικό πρόσωπο που είχε δικαίωμα υπογραφής επιταγών καθώς και ότι οι υπογραφές σε όλες τις επιταγές που παρουσιάζονται προς πληρωμή στην τράπεζα ελέγχονται από ειδικό τμήμα της τράπεζας και εφόσον διαπιστωθεί διαφορά στην υπογραφή ή αν εγερθούν υποψίες ότι επιταγή υπογράφεται από πρόσωπο που δεν είναι εξουσιοδοτημένο, τότε οι επιταγές επιστρέφονται με σχετική ένδειξη. Για τις επίδικες επιταγές είπε, ο λόγος που επιστράφηκαν απλήρωτες όπως φαίνεται στις σφραγίδες που τοποθετήθηκαν σε αυτές δεν είχε σχέση με την υπογραφή. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλα τα πρόσωπα που κατέθεσαν στο Δικαστήριο καθώς και το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων, έχω κατά νου τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, την ποιότητα της, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων που έδιναν - τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση τους. Έλαβα περαιτέρω υπόψη την στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια των θέσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία τους καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική αλλά η μαρτυρία δεν πρέπει να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά και ως σύνολο, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης[1]. Πέραν από την ατομική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, συνεκτιμώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη[2]. Ξεκινώντας από τον ΜΚ1, και επικεντρώνοντας την προσοχή μου στον τρόπο με τον οποίο απαντούσε τις ερωτήσεις που του τέθηκαν - ειδικά κατά το στάδιο της αντεξέτασης - οφείλω να πω ότι σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του έδινε την εντύπωση ότι δεν απαντούσε με ειλικρίνεια. Αναφέρομαι ειδικότερα στις αναφορές του ότι οι επίδικες επιταγές υπογράφηκαν όλες στις 24.5.2011 και ότι τις συμπλήρωσε και υπέγραψε ενώπιον του ο κατηγορούμενος
  4. Όταν αμφισβητήθηκαν οι συγκεκριμένες αναφορές του κατά την αντεξέταση, οι απαντήσεις που έδωσε δεν ήταν ικανοποιητικές. Ειδικότερα, δεν απαντούσε τις συγκεκριμένες ερωτήσεις με την ίδια φυσικότητα και αμεσότητα που χαρακτήριζε την υπόλοιπη μαρτυρία του. Ως αποτέλεσμα, δεν έπεισε ότι είδε πράγματι τον κατηγορούμενο 2 να υπογράφει τις επίδικες επιταγές. Επομένως, επί αυτών των σημείων δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αληθινή. Οι ΜΚ2 και ΜΥ1 δημιούργησαν θετική εντύπωση. Θεωρώ ότι ήταν μάρτυρες αντικειμενικοί, ανεξάρτητοι και αμερόληπτοι που δεν είχαν οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση. Γενικά, δεν διέκρινα οποιοδήποτε λόγο να αμφισβητήσω την αλήθεια των όσων κατέθεσαν. Θεωρώ ότι ήταν μάρτυρες αξιόπιστοι και αποδέχομαι ως αληθινά όσα κατέθεσαν. Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Η παραπονούμενη εταιρεία, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν εταιρεία παροχής ασφαλιστικής πρακτόρευσης και διατηρούσε συνεργασία με την πρώην κατηγορούμενη 1 εταιρεία. (β) Στα πλαίσια της συνεργασίας τους, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία εισέπραττε χρήματα από τρίτα πρόσωπα εκ μέρους της παραπονούμενης εταιρείας τα οποία στη συνέχεια της απέδιδε. (γ) Ο κατηγορούμενος 2 ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, ο μοναδικός διευθυντής της πρώην κατηγορούμενης 1 εταιρείας. (δ) Σε άγνωστο χρόνο κατά ή πριν την ημερομηνία που έκαστη από τις επίδικες επιταγές κατέστη πληρωτέα, εκδόθηκαν από την πρώην κατηγορούμενη 1 εταιρεία οι επίδικες επιταγές με δικαιούχο την παραπονούμενη εταιρεία. (ε) Η πρώην κατηγορούμενη 1 εταιρεία διέθετε κατά τον επίδικο χρόνο ένα τρεχούμενο λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Ο λογαριασμός είχε συμφωνημένο όριο παρατραβήγματος €17.
  5. (στ) Στις 23.4.2010, η πρώην κατηγορούμενη 1 εταιρεία εξουσιοδότησε την Ναταλία Σωτηρίου ως το μοναδικό πρόσωπο το οποίο είχε δικαίωμα υπογραφής σε σχέση με τον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας. Η πρώην κατηγορούμενη 1 εταιρεία γνωστοποίησε το γεγονός αυτό στην Τράπεζα η οποία αποδέχτηκε την Ναταλία Σωτηρίου ως το μοναδικό πρόσωπο το οποίο, μεταξύ άλλων, είχε δικαίωμα υπογραφής επιταγών από τον εν λόγω λογαριασμό. Η Ναταλία Σωτηρίου έδωσε σχετικά δείγματα υπογραφής στην Τράπεζα. (ζ) Κατά ή μετά την ημερομηνία που έκαστη εκ των επίδικων επιταγών κατέστη πληρωτέα, αυτή παρουσιάστηκε προς πληρωμή στην Τράπεζα από την οποία εκδόθηκε όμως επιστράφηκε απλήρωτη λόγω ανεπαρκών υπολοίπων στον λογαριασμό. Ακολούθως, έκαστη επιταγή παρουσιάστηκε για δεύτερη φορά προς πληρωμή αλλά επιστράφηκε ξανά απλήρωτη για τον ίδιο λόγο. (η) Κατά τις ημερομηνίες που οι επίδικες επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες ο λογαριασμός της πρώην κατηγορούμενης 1 εταιρείας παρουσίαζε υπέρβαση του ορίου παρατραβήγματος. (θ) Κατά τον επίδικο χρόνο και ειδικότερα κατά την περίοδο Μαϊου - Αυγούστου 2011, στον επίδικο λογαριασμό γίνονταν διάφορες χρεωπιστώσεις ενώ σε έκαστο εκ των μηνών αυτών ο λογαριασμός παρουσίαζε πιστώσεις πέραν των €100.
  6. (ι) Δεν υπάρχει καμία ένδειξη στις επίδικες επιταγές ότι ο λόγος που δεν πληρώθηκαν αφορά αμφιβολίες σε σχέση με την εξουσιοδότηση ή ταυτότητα του προσώπου που τις υπογράφει. (ια) Οι επίδικες επιταγές παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που αποδίδονται στον κατηγορούμενο[3]
  7. Σαφώς το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία οφείλει να το αποσείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[4]. Όπως ανέφερα και στην αρχή της απόφασης μου, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδεται στους κατηγορούμενους είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα, προκύπτει αβίαστα ότι όλα τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος έχουν αποδειχθεί. Πέραν όμως των πιο πάνω, σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος 2 βρίσκεται αντιμέτωπος με τις κατηγορίες υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της πρώην κατηγορούμενης 1 εταιρείας στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη της επιταγής και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής της εταιρείας ο οποίος γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της[5]. Ο διευθυντής μιας εταιρείας μπορεί να κριθεί ένοχος ως συνεργός εφόσον η μαρτυρία αποδεικνύει ότι παρείχε βοήθεια ή παρακίνησε την εταιρεία στη διάπραξη του αδικήματος (actus reus) και ότι η διενέργεια των πράξεων αυτών συνοδευόταν από ένοχη διάνοια, ήτοι πρόθεση ή γνώση από μέρους του (mens rea)[6]. Στην απόφαση του Εφετείου Αθανάσιος Παυλόπουλος ν Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 AAΔ 261 αναφέρθηκε ότι έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια ενώ επίσης πρέπει να αποδεικνύεται ότι η συνέργεια επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για τον συνεργό είναι γενικά «στενότερο» και πιο αυστηρό από την περίπτωση τους αυτουργού και απαιτεί την ύπαρξη πρόσθεσης ή γνώσης από μέρους του. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τις αρχές της νομολογίας και έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι η πλευρά των παραπονούμενων δεν έχει αποδείξει τα συγκεκριμένα συστατικά στοιχεία ώστε να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της εναντίον του κατηγορούμενου 2. Ειδικότερα, όπως διαφαίνεται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν έχει αποδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο το οποίο είχε υπογράψει τις επίδικες επιταγές. Αντίθετα, από τα ευρήματα συνάγεται ότι από 23.4.2010 το μοναδικό πρόσωπο που είχε δικαίωμα να υπογράφει επιταγές εκ μέρους της πρώην κατηγορούμενης 1 εταιρείας ήταν η Ναταλία Σωτηρίου ενώ όταν οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν προς πληρωμή, η Τράπεζα δεν είχε διαπιστώσει οποιαδήποτε ασυμφωνία μεταξύ των υπογραφών στις επιταγές και του δείγματος υπογραφής του εξουσιοδοτημένου προσώπου. Επιπρόσθετα, δεν έχει αποδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία η ημερομηνία κατά την οποία είχαν εκδοθεί οι επίδικες επιταγές ώστε να μπορεί να εξεταστεί κατά πόσο, την ημερομηνία εκείνη ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι επιταγές δεν θα πληρώνονταν κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα. Σημειώνω ότι οι αναφορές τους ΜΚ1 ότι όλες οι επιταγές εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο 2 στις 24.5.2011, στην παρουσία του, δεν έγιναν αποδεκτές για τους λόγους που έχω εξηγήσει. Με αυτά τα δεδομένα, η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί ότι ο κατηγορούμενος 2, ως συνεργός, υποβοήθησε ή παρακίνησε την πρώην κατηγορούμενη 1 εταιρεία να εκδώσει επιταγές χωρίς αντίκρισμα. Ο συνήγορος υπεράσπισης είχε επίσης εισηγηθεί ότι στην παρούσα περίπτωση συντρέχει η υπεράσπιση του άρθρου 305(Α)
(5)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Ειδικότερα εισηγήθηκε ότι οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί στα πλαίσια επαγγελματικής συναλλαγής ασφαλιστικού πράκτορα και/ή διαμεσολαβητή χωρίς να αποδειχθεί ότι υπήρχε η απαραίτητη προς τούτο άδεια και εγγραφή στο μητρώο του Εφόρου Ασφαλίσεων κατά παράβαση των προνοιών του περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου 35(Ι)/
  2. Κατ' ακολουθία, εισηγήθηκε ότι η συναλλαγή ήταν παράνομη. Αναφορικά με την συγκεκριμένη θέση, κρίνω ότι δεν είμαι σε θέση να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα διότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου επαρκής μαρτυρία ώστε να είμαι σε θέση να προβώ σε εύρημα για την ακριβή φύση των εργασιών της πρώην κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Ενόψει όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η πλευρά των παραπονούμενων δεν έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου 2, ο οποίος συνακόλουθα αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 [3] Λοϊζου v Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 [4] Charitonos v The Republic
(1971)2 C.L.R.40 και Woolmighton v D.P.P.
(1935)AC 462 [5] Bondina Ltd v Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517 [6] Σχετικό το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, σελ. 70, παράγραφος Α. 5.2 καθώς και οι Johnson v Youden [1950] 1 K.B. 455 και National Coal Board v Gamble[1959] 1K.B. 11 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.