← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΜΑΜΑΣ Χ'ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ κ.α., Αρ. υπόθεσης: 14699/2013, 19/2/2016

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΜΑΜΑΣ Χ'ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ κ.α., Αρ. υπόθεσης: 14699/2013, 19/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 14699/2013 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν 1. ΜΑΜΑΣ Χ'ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ 2. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΥΠΡΗ 3. ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΡΑΝΗΣ Κατηγορούμενοι 19 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κ. Ν. Δημητρίου Για κατηγορούμενο 1: κ. Γ. Γεωργίου Για κατηγορούμενο 2: κ. Α. Δημητρίου με τον κ. Σ. Χαραλάμπους Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται για το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος μεταξύ των ημερομηνιών 1.1.2009 και 5.4.2011 συνωμότησαν μεταξύ τους για να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή τα αδικήματα της κλοπής και κλοπής υπ' αντιπροσώπου. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται για το αδίκημα της κλοπής υπ' αντιπροσώπου κατά παράβαση του άρθρου 270(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 5.4.2011, ενώ ήταν αντιπρόσωπος της περιουσίας της παραπονούμενης Hatidje Hamouza και εισέπραξε από την από την Κυπριακή Δημοκρατία εκ μέρους ή για λογαριασμό της το ποσό των €6.600.000 για την απαλλοτρίωση ακίνητης περιουσίας της στα Πάνω Πολεμίδια, μαζί με τον κατηγορούμενο 2 έκλεψε το ποσό των €3.850.400 από την εν λόγω περιουσία. Επίσης, ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 5.4.2011 απέκτησε το ποσό των €150.000 γνωρίζοντας ότι ήταν έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της κλοπής υπ' αντιπροσώπου. Ο δε κατηγορούμενος 2, πέραν από την 1η κατηγορία, αντιμετωπίζει επίσης κατηγορία για κλοπή του ποσού των €3.850.400 κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, από την περιουσία της παραπονούμενης το οποίο είχε προέλθει από ποσό €6.600.000 το οποίο ο ίδιος γνώριζε ότι είχε καταβάλει προς αυτήν η Κυπριακή Δημοκρατία για την απαλλοτρίωση ακινήτου της στα Πάνω Πολεμίδια. Αντιμετωπίζει τέλος και κατηγορία για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των προνοιών του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 και ειδικότερα ότι απέκτησε το ποσό των €1.400.000 γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της κλοπής και κλοπής από αντιπρόσωπο. Σημειώνω παρενθετικά ότι σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3, η υπόθεση αναστάληκε σε προγενέστερα στάδια της διαδικασίας με σχετική απόφαση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα και η ακρόαση προχώρησε μόνο αναφορικά με τους κατηγορούμενους 1 και 2. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, οι συνήγοροι των κατηγορούμενων 1 και 2 εισηγήθηκαν ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Οι αρχές που διέπουν αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας είναι καλά γνωστές και έχουν αναλυθεί και επεξηγηθεί επανειλημμένα από τη νομολογία[1]. Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου πρέπει να καθοδηγείται από τους ακόλουθους παράγοντες: (α) κατά πόσο ελλείπει μαρτυρία αναφορικά με ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, (β) κατά πόσο η μαρτυρία κατηγορίας είναι, αντικειμενικά κρινόμενη, τόσο αντινομική ή αναξιόπιστη ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας αφού αυτό είναι κάτι που επιτελείται μόνο στο τέλος της δίκης. Το δε βάρος απόδειξης που πρέπει να αποσείσει η κατηγορούσα αρχή το στάδιο αυτό δεν είναι το ίδιο όπως στο τέλος της δίκης αλλά η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε - με μια προκαταρτική εκτίμηση - να μπορεί να στηρίξει καταδίκη[2]. Όπως επεξηγήθηκε στην Παναγιώτου κ.α. ν Αστυνομία (ανωτέρω): «Ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία αν η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύναμη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη.» Ο σκοπός του παρόντος σταδίου της διαδικασίας είναι η διαφύλαξη του τεκμηρίου αθωότητας και κατ' επέκταση η διασφάλιση του δικαιώματος του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. Δηλαδή, ένας κατηγορούμενος δεν πρέπει να καλείται σε απολογία και να συνεχίζει να εκτίθεται στον κίνδυνο καταδίκης εκτός εάν η μαρτυρία κατηγορίας είναι τέτοια που να στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως ενοχή. Το Δικαστήριο πρέπει να αποτρέπει την κατάσταση στην οποία ένας κατηγορούμενος να καλείται με την υπεράσπιση του, ενδεχομένως, να καλύψει κενά στην μαρτυρία κατηγορίας. Ούτε και πρέπει να επιτρέπει στην κατηγορούσα αρχή να τίθεται σε πιο ευνοϊκή θέση από αυτή στην οποία θα ήταν εάν ο κατηγορούμενος, αφού καλείτο σε απολογία, επέλεγε να παραμείνει σιωπηλός. Το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητείται. Ενδεικτικό αυτού το ότι πολλά γεγονότα κατέστησαν παραδεκτά ενώ όσα έγγραφα έχουν παρουσιαστεί είτε κατατέθηκαν από κοινού ως τεκμήρια είτε κατατέθηκαν χωρίς ένσταση από την πλευρά της υπεράσπισης. Δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια σε όλα τα παραδεκτά γεγονότα ούτε και σε όλα τα τεκμήρια. Παραθέτω μόνο ακολούθως μια σύνοψη της μαρτυρίας αυτής στο βαθμό που κρίνεται σημαντική για την απόφαση μου και για σκοπούς πληρότητας, ώστε να εκθέσω το κοινώς αποδεκτό πραγματικό υπόβαθρο: (α) Η παραπονούμενη είναι Τουρκοκύπρια και από το 1975 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο μαζί με το σύζυγο της. Έχουν 4 ενήλικα παιδιά, τρεις θυγατέρες και ένα γιο, τα οποία διαμένουν σήμερα στις κατεχόμενες περιοχές. (β) Ο σύζυγος της παραπονούμενης ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης τεμαχίου γης στα Πάνω Πολεμίδια (στο εξής το «επίδικο ακίνητο) το οποίο χρησιμοποιήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία για οικοδόμηση προσφυγικών συνοικισμών και βιοτεχνικής ζώνης. (γ) Το 2009 η παραπονούμενη και ο σύζυγος της ενδιαφέρθηκαν για τα επίδικο ακίνητο και μέσω του Τουρκοκύπριου Hulus Tayip, ο οποίος είναι νυμφευμένος με μια εκ των θυγατέρων τους, επισκέφθηκαν το γραφείο του κατηγορούμενου 1, δικηγόρου. Η συνάντηση έγινε στις 11.9.2009 και σε αυτή παρέστησαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2, η παραπονούμενη και ο σύζυγος της, ο γαμπρός τους Hulus Tayip, τα τέσσερα παιδιά της κατηγορούμενης και ο εγγονός της παραπονούμενης, Samet Hamza Ruso. (δ) Αποτέλεσμα της συνάντησης ήταν ο καταρτισμός πωλητηρίου Εγγράφου (Τεκμήριο 1) και πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 2). Ο δε εγγονός της παραπονούμενης Samet Hamza Ruso ο οποίος ήταν παρών, διάβασε και εξήγησε τα έγγραφα στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, ήτοι στην παραπονούμενη, το σύζυγο της, και τα τέσσερα παιδιά τους. (ε) Το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 1, ημερομηνίας 11.9.2009, είναι συνταγμένο στην Τουρκική και Ελληνική γλώσσα. Υπάρχουν διαφορές μεταξύ του Ελληνικού κειμένου και της Τούρκικης μετάφρασης τόσο σε αυτό το πωλητήριο έγγραφο όσο και στο πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 4, στο οποίο θα αναφερθώ στη συνέχεια (σχετικό το Τεκμήριο 20). Όμως, κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν γνωρίζουν την Τουρκική γλώσσα και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν πως είχε μεταφραστεί στα Τούρκικα το κείμενο που συντάχθηκε στην Ελληνική γλώσσα. Με το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 1, ο σύζυγος της παραπονούμενης πωλούσε στον κατηγορούμενο 2 τα 4/5 του επίδικου ακινήτου και στον γαμπρό του Hulus Tayip το 1/5. Στο προοίμιο της συμφωνίας - το οποίο κατέστη αναπόσπαστο μέρος της (παράγραφος 10) - αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «στο κτήμα έχει παράνομα επέμβει η Κυπριακή Δημοκρατία η οποία δυνατό να εκδηλώσει επιθυμία απαλλοτρίωσης του». Η τιμή πώλησης του επίδικου ακινήτου καθορίζεται στην παράγραφο 2 της συμφωνίας στο ποσό των €2.750.000 εκ των οποίων ποσό €5.000 ήταν πληρωτέο ως προκαταβολή ενώ το υπόλοιπο των €2.745.000 θα ήταν πληρωτέο με τη μεταβίβαση του ακινήτου. Η παράγραφος 3 της συμφωνίας προνοούσε ότι οι αγοραστές θα είχαν το «δικαίωμα να μεταπωλήσουν/διαθέσουν το κτήμα ή μέρος του σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, όπως και να καταστούν ο δικαιούχος της τυχόν αποζημίωσης σε περίπτωση απαλλοτρίωσης του κτήματος από την Κυπριακή Δημοκρατία. Σε μια τέτοια περίπτωση οποιοδήποτε επιπλέον ποσό πέραν του τιμήματος πωλήσεως δηλαδή του ποσού των €2.750.000. είτε από την επαναπώληση του κτήματος.. είτε από την απαλλοτρίωση του κτήματος από την Κυπριακή Δημοκρατία θα το δικαιούται ο αγοραστής. Διευκρινίζεται ότι ο αγοραστής θα δικαιούται να ενεργήσει όπως αναφέρεται πιο πάνω υπό οποιουσδήποτε όρους και τιμή πώλησης ή απαλλοτρίωσης που ο αγοραστής θα αποφασίσει, ενώ ο πωλητής ή ο πληρεξούσιος του θα είναι υποχρεωμένος να υπογράφει οποιαδήποτε σχετικά έγγραφα του ζητηθεί νοουμένου ότι το ποσό της επαναπώλησης ή απαλλοτρίωσης του κτήματος δεν θα είναι μικρότερο των €2.750.000». Ακολούθως η παράγραφος 8 της συμφωνίας προνοούσε ότι «ο δικηγόρος Μάμας Χατζή Χριστοφής θα διοριστεί από τον πωλητή ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του και θα χειρίζεται εκ μέρους του πωλητή τα θέματα τα οποία τυχόν θα απορρέουν/προκύπτουν κατά την υλοποίηση της παρούσας συμφωνίας. Ο εν λόγω πληρεξούσιος αντιπρόσωπος θα είναι υποχρεωμένος να δέχεται και να εκτελεί εντολές και οδηγίες παρεχόμενες από τον αγοραστή. Όλα τα εισπρακτέα ποσά είτε από την επαναπώληση είτε από την απαλλοτρίωση του κτήματος από την Κυπριακή Δημοκρατία θα τυγχάνουν διαχείρισης και διανομής από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο μέσω ειδικού τραπεζικού λογαριασμού τον οποίο θα ανοίξει ο πωλητής ή ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος σε τραπεζικό ή συνεργατικό ίδρυμα.» (στ) Το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 2, σύμφωνα με την πιστοποίηση της υπογραφής του πληρεξουσιοδοτούντος από πιστοποιών υπάλληλο, υπεγράφη στις 11.9.2011. Με αυτό, ο σύζυγος της παραπονούμενης διόρισε τον κατηγορούμενο 1 ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του και τον εξουσιοδότησε να ενεργεί εκ μέρους του αναφορικά με το επίδικο ακίνητο. Μεταξύ άλλων η εξουσιοδότηση περιελάμβανε την εξουσία να «πωλεί, ανταλλάσσει, αποδέχεται και συγκατατίθεται για την απαλλοτρίωση/επίταξη του και να το μεταβιβάζει σε οποιοδήποτε πρόσωπο φυσικό ή νομικό ή στην Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και αντί οποιουδήποτε ποσού ή όρου. Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης/επίταξης του να με αντιπροσωπεύει και να προβαίνει σε διευθετήσεις και συμβιβασμούς ως προς το τίμημα πώλησης του όπως ο ίδιος θεωρεί ορθό και δίκαιο να ενεργήσει». Η πληρεξουσιότητα του κατηγορούμενου 1 του παρείχε επίσης την εξουσία «να παρουσιάζεται ενώπιον οιουδήποτε τραπεζικού ή συνεργατικού ιδρύματος. και εξ ονόματος μου και με μόνη την υπογραφή του να ανοίγει οποιουσδήποτε λογαριασμούς στο όνομα μου, να καταθέτει και αποσύρει χρήματα, να πληρώνει σε τρίτους και να διανέμει χρήματα σε δικαιούχους με βάσει τους όρους των συμφωνιών που έχω ήδη υπογράψει και να υπογράφει κάθε άλλο αναγκαίο έγγραφο και τις σχετικές αποδείξεις πληρωμών ή εξοφλήσεων σε σχέση μόνο με τα χρηματικά ποσά που θα προκύψουν από την πώληση ή απαλλοτρίωση του πιο πάνω κτήματος μου». (ζ) Στις 3.11.2009 ο κατηγορούμενος 1 υπέβαλε, εκ μέρους του συζύγου της παραπονούμενης, στον Υπουργό Εσωτερικών εκδήλωση ενδιαφέροντος για πώληση του επίδικου ακινήτου (Τεκμήριο 17). (η) Ο σύζυγος της παραπονούμενης απεβίωσε στις 15.12.2009 και το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της παραπονούμενης στις 12.8.2010 δυνάμει της διαχείρισης υπ' αριθμό 131/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Αντίγραφο του φακέλου της διαχείρισης κατατέθηκε από κοινού ως, Τεκμήριο 3. Στην απογραφή της περιουσίας του αποβιώσαντα καθώς και στους τελικούς λογαριασμούς της διαχείρισης καταγράφεται το επίδικο ακίνητο, διαχειριστές της περιουσίας του διορίστηκαν ο κατηγορούμενος 1 και ο γαμπρός της παραπονούμενης, Hulus Tayip, το δε επίδικο ακίνητο ενεγράφη στο όνομα της παραπονούμενης ενώ οι τρείς θυγατέρες και ο υιός του αποβιώσαντα, που ήταν και οι υπόλοιπο κληρονόμοι του, αποποιήθηκαν οποιουδήποτε δικαιώματος στην περιουσία του υπέρ της παραπονούμενης. (θ) Στις 11.9.2010 η παραπονούμενη υπέγραψε στο γραφείο του κατηγορούμενου 1 πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 4, δυνάμει του οποίου η παραπονούμενη πώλησε το επίδικο ακίνητο στον κατηγορούμενο 2. Οι όροι αυτού του πωλητηρίου εγγράφου είναι ουσιαστικά ταυτόσημοι με τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου, Τεκμηρίου 1. Σύμφωνα με το προοίμιο του πωλητηρίου εγγράφου, Τεκμήριο 4, - το οποίο κατέστη αναπόσπαστο μέρος του - «στο κτήμα έχει παράνομα επέμβει η Κυπριακή Δημοκρατία η οποία δυνατό να εκδηλώσει επιθυμία απαλλοτρίωσης του». Το τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου καθορίζεται σε €2.750.000 εκ των οποίων ποσό €5.000 θα καταβάλλετο ως προκαταβολή και το υπόλοιπο θα ήταν πληρωτέο «κατά τη μεταβίβαση του κτήματος στον αγοραστή. ή/και όταν το κτήμα μεταβιβαστεί στο όνομα οποιουδήποτε τρίτου κατόπιν εντολής του αγοραστή ή/και στην Κυπριακή Δημοκρατία κατόπιν απαλλοτριώσεως ή αγοράς» (παράγραφος 1). Επιπρόσθετα, « ο αγοραστής θα έχει το δικαίωμα να μεταπωλήσει/διαθέσει το κτήμα ή μέρος του σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, περιλαμβανομένης της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως και να καταστεί ο δικαιούχος της τυχόν αποζημίωσης σε περίπτωση απαλλοτρίωσης του κτήματος από την Κυπριακή Δημοκρατία. Σε μια τέτοια περίπτωση οποιοδήποτε επιπλέον ποσό πέραν του τιμήματος πωλήσεως δηλαδή του ποσού των €2.750.000. είτε από την επαναπώληση του κτήματος από τον αγοραστή είτε από την απαλλοτρίωση του κτήματος από την Κυπριακή Δημοκρατία θα το δικαιούται ο αγοραστής. Διευκρινίζεται ότι ο αγοραστής θα δικαιούται να ενεργήσει όπως αναφέρεται πιο πάνω, υπό οποιουσδήποτε όρους και τιμή πώλησης ή απαλλοτρίωσης που ο αγοραστής θα αποφασίσει, ενώ ο πωλητής ή ο πληρεξούσιος του θα είναι υποχρεωμένος να υπογράφει οποιαδήποτε σχετικά έγγραφα του ζητηθεί νοουμένου ότι το ποσό της επαναπώλησης ή απαλλοτρίωσης του κτήματος δεν θα είναι μικρότερο των €2.750.000» (παράγραφος 3). Επιπρόσθετα, όπως και το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 1, το πωλητήριο αυτό έγγραφο προνοούσε ότι «ο δικηγόρος Μάμας Χατζή Χριστοφής θα διοριστεί από τον πωλητή ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του και θα χειρίζεται εκ μέρους του πωλητή τα θέματα τα οποία τυχόν θα απορρέουν/προκύπτουν κατά την υλοποίηση της παρούσας συμφωνίας. Ο εν λόγω πληρεξούσιος αντιπρόσωπος θα είναι υποχρεωμένος να δέχεται και να εκτελεί εντολές και οδηγίες προερχόμενες από τον αγοραστή. Όλα τα εισπρακτέα ποσά είτε από την επαναπώληση του κτήματος από τον αγοραστή είτε από την απαλλοτρίωση του κτήματος από την Κυπριακή Δημοκρατία θα τυγχάνουν διαχείρισης και διανομής από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο μέσω ειδικού τραπεζικού λογαριασμού τον οποίο θα ανοίξει ο πωλητής ή ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος σε τραπεζικό ή συνεργατικό ίδρυμα.» (παράγραφος 8). Το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 4, περιλαμβάνει επίσης και γραπτή δήλωση ίδιας ημερομηνίας από τις τρείς θυγατέρες και τον υιό της παραπονούμενης, οι οποίοι ήταν παρόντες, ότι συμφωνούν «με τους όρους και τις εξουσιοδοτήσεις τις οποίες δίνει η μητέρα μας με βάση το πιο πάνω πωλητήριο έγγραφο στον αγοραστή και στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της». (ι) Την ίδια ημερομηνία, σύμφωνα με την σχετική πιστοποίηση της υπογραφής της παραπονούμενης από πιστοποιών υπάλληλο, υπεγράφη από την παραπονούμενη και πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 5, σύμφωνα με το οποίο εξουσιοδοτεί τον κατηγορούμενο 1 να ενεργεί εκ μέρους της σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Και πάλιν το πληρεξούσιο αυτό έγγραφο είναι ουσιαστικά πανομοιότυπο με το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 2, το οποίο είχε υπογράψει ο αποβιώσας σύζυγος της παραπονούμενης. Ειδικότερα, με το πληρεξούσιο αυτό έγγραφο η παραπονούμενη εξουσιοδοτεί τον κατηγορούμενο 1 να «πωλεί, ανταλλάσσει, αποδέχεται και συγκατατίθεται για την απαλλοτρίωση/επίταξη του [επίδικου ακινήτου] και να το μεταβιβάζει σε οποιοδήποτε πρόσωπο φυσικό ή νομικό ή στην Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και αντί οποιουδήποτε ποσού ή όρου. Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης/επίταξης του να με αντιπροσωπεύει και να προβαίνει σε διευθετήσεις και συμβιβασμούς ως προς το τίμημα πώλησης ή απαλλοτρίωσης του όπως ο ίδιος θα θεωρεί ορό και δίκαιο να ενεργήσει» (παράγραφος 1). Τον εξουσιοδοτεί περαιτέρω «να παρουσιάζεται ενώπιον οιουδήποτε τραπεζικού ή συνεργατικού ιδρύματος. και εξ ονόματος μου και με μόνη την υπογραφή του να ανοίγει, διαχειρίζεται και κλείνει οποιουσδήποτε λογαριασμούς στο όνομα μου, να καταθέτει στους λογαριασμούς αυτούς επιταγές που θα εκδοθούν στο όνομα μου καθώς και να αποσύρει οποιαδήποτε χρηματικά ποσά από τους λογαριασμούς αυτούς, να πληρώνει σε τρίτους και να διανέμει χρήματα σε δικαιούχους με βάση τους όρους των συμφωνιών που έχω ήδη υπογράψει και να υπογράφει κάθε άλλο αναγκαίο έγγραφο και τις σχετικές αποδείξεις πληρωμών ή εξοφλήσεων σε σχέση μόνο με χρηματικά ποσά που θα προκύψουν από την πώληση ή απαλλοτρίωση του πιο πάνω κτήματος μου» (παράγραφος 5). Επιπλέον παρέχει στον κατηγορούμενο 1 πληρεξουσιότητα ώστε «να ενεργεί επίσης σύμφωνα με οδηγίες τις οποίες θα λαμβάνει από πρόσωπα τα οποία έχω εξουσιοδοτήσει ή με τα οποία έχω συμβληθεί σύμφωνα πάντοτε με τις πρόνοιες των εξουσιοδοτήσεων ή των όρων και συμφωνιών που φέρουν την υπογραφή μου» (παράγραφος 6). (ια) Στις 20.9.2010 ο κατηγορούμενος 1 ενημέρωσε το Υπουργείο Εσωτερικών ότι ο σύζυγος της παραπονούμενης απεβίωσε και ότι το επίδικο ακίνητο είχε κληρονομηθεί από την παραπονούμενη η οποία τον εξουσιοδότησε δυνάμει πληρεξουσίου αλλά και υπό την δικηγορική του ιδιότητα να την αντιπροσωπεύει για σκοπούς διαδικασίας απαλλοτρίωσης του. (ιβ) Στις 14.10.2010 υποβλήθηκε φάκελος προς τον Υπουργό Εσωτερικών που αφορούσε τη διαδικασία απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου και ζητούντο οδηγίες αναφορικά με το κατά πόσο να προχωρήσει προσπάθεια φιλικού διακανονισμού όσον αφορά το ύψος της αποζημίωσης ως αποτέλεσμα της απαλλοτρίωσης. (ιγ) Στις 2.12.2010 δόθηκαν οδηγίες από τον Υπουργό Εσωτερικών για φιλικό διακανονισμό και μέσω του κατηγορούμενου 1 συμφωνήθηκε ποσό αποζημίωσης €6.600.000. Στις 26.1.2011 ο Υπουργός Εσωτερικών υπέβαλε πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο για έγκριση της καταβολής του ποσού των €6.600.000 ως συμφωνηθέν ποσό για την απαλλοτρίωση του επίδικου ακινήτου (Τεκμήριο 19). (ιδ) Στις 14.2.2011 ο κατηγορούμενος 1 υπέγραψε υπό την ιδιότητα του ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της παραπονούμενης δήλωση/συγκατάθεση σε σχέση με την απαλλοτρίωση του επίδικου ακινήτου για ποσό €6.600.000 (Τεκμήριο 16). (ιε) Στις 15.2.2011, η παραπονούμενη υπέγραψε δεύτερο πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 6, υπέρ του κατηγορούμενου 1 με το οποίο τον εξουσιοδοτεί και πάλιν να ενεργεί εκ μέρους της αναφορικά με το επίδικο ακίνητο. Το εν λόγω έγγραφο είναι και πάλιν συνταγμένο στην Ελληνική και Τουρκική γλώσσα και παρέχει στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο παρόμοιες εξουσίες ως το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 5. (ιστ) Την ίδια ημερομηνία η παραπονούμενη έδωσε γραπτές εντολές στον κατηγορούμενο 1 «ώστε από τα λεφτά τα οποία παρουσιάζονται στο όνομα μου, δοθούν στα τέσσερα παιδιά μου στα ποσοστά τα οποία διασαφηνίζω πιο κάτω. 1. Pembe Hamouza €662.500 2. Rasiha Ramadan €662.500 3. Hussein Ruso €662.500 4. Gulter Tayip €662.500 Οι υπόλοιπες εκατό χιλιάδες ευρώ που μένουν ας κατατεθούν στο δικό μου λογαριασμό.» (Τεκμήρια 13 και 13 Α) (ιζ) Στις 11.3.2011 δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα με αριθμό 4407 η απαλλοτρίωση του επίδικου τεμαχίου και στις 18.3.2011 δημοσιεύτηκε το διάταγμα απαλλοτρίωσης. (ιη) Στις 31.3.2011 το γενικό λογιστήριο της δημοκρατίας έκδωσε επιταγή με αριθμό 52623398 για ποσό €6.600.000 με δικαιούχο την παραπονούμενη και η οποία αφορούσε την αποζημίωση για την απαλλοτρίωση του επίδικου ακινήτου. (ιθ) Η εν λόγω επιταγή παραλήφθηκε από τον κατηγορούμενο 1 στις 4.4.2011 (Τεκμήριο 18) ο οποίος την κατέθεσε επ' ονόματι της παραπονούμενης σε λογαριασμό της παραπονούμενης στην ΣΠΕ Μακράσυκας, την ίδια μέρα. (κ) Στις 5.4.2011 έγινε μεταφορά από τον εν λόγω λογαριασμό ποσού €3.850.400 στο λογαριασμό του κατηγορούμενου 2 από τον κατηγορούμενο 1, δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 11.9.2010, Τεκμήριο 4. Η μεταφορά του ποσού έγινε ηλεκτρονικά πλην όμως η ΣΠΕ, για δικούς της λογιστικούς σκοπούς, ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να υπογράψει ότι έγινε ανάληψη σε μετρητά και αμέσως μετά κατάθεση σε μετρητά στο λογαριασμό του κατηγορούμενου 2. Όμως μετρητά χρήματα δεν περιήλθαν ποτέ στα χέρια του κατηγορούμενου 1 (σχετικά τα Τεκμήρια 14 και 15). (κα) Ποσό ύψους €150.000 κατατέθηκε από το λογαριασμό του κατηγορούμενου 2 σε λογαριασμό του κατηγορούμενου 1 μόλις έγινε το έμβασμα του ποσού των €3.850.400 ανωτέρω. Ούτε οι παραπονούμενοι ούτε οποιοδήποτε άλλο εμπλεκόμενο πρόσωπο δεν κατέβαλε στον κατηγορούμενο 1 άλλο ποσό ως δικηγορική αμοιβή για τις νομικές υπηρεσίες που προσέφερε σε σχέση με τη σύνταξή των πωλητηρίων εγγράφων, των πληρεξουσίων εγγράφων, τη διαδικασία συμβιβασμού της απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου και τη διαχείριση του αποβιώσαντα συζύγου της παραπονούμενης. (κβ) Στις 8.4.2011 εκδόθηκαν επ' ονόματι των παιδιών της παραπονούμενης τραπεζικές επιταγές της ΣΠΕ Μακράσυκας ως οι γραπτές οδηγίες της παραπονούμενης, Τεκμήριο 13. Οι εν λόγω επιταγές εκ ποσού €662.500 έκαστη κατατέθηκαν την ίδια μέρα σε τραπεζικούς λογαριασμούς του καθενός εκ των παιδιών της παραπονούμενης στη ΣΠΕ Μακράσυκας. (κγ) Τα τέσσερα παιδιά της παραπονούμενης έκαναν κατά διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 8.4.2011 μέχρι 7.1.2013 αναλήψεις από τους πιο πάνω αναφερόμενους λογαριασμούς τους με αποτέλεσμα στις 7.1.2013 οι λογαριασμοί τους να παρουσιάζουν τα ακόλουθα υπόλοιπα: (
  2. i)Huseyin Ruso €209.944,34 (
  3. ii)Rasiha Binatlili (Ramadan) €11.305,34 (iii) Gulter Tayip €0 (
  4. iv)Pembe Hamuza €0 (κδ) Στις 7.1.2013 η παραπονούμενη συνοδευόμενη από τον εγγονό της Samet Hamza Ruso έκανε ανάληψη του συνολικού ποσού των €101.501 από το λογαριασμό της στη ΣΠΕ Μακράσυκας, σε μετρητά. (κε) Στις 28.2.2013 ερευνήθηκε το όχημα της συζύγου του κατηγορούμενου 2 και σε αυτό ανευρέθηκαν διάφορα έγγραφα σχετικά με την υπόθεση. (κστ) Για την παρούσα υπόθεση είχε κατηγορηθεί και 3ος κατηγορούμενος εναντίον του οποίου η ποινική δίωξη αναστάληκε και στον λογαριασμό του οποίου υπήρχε ποσό €1.400.000 το οποίο ο πρώην κατηγορούμενος 3 είχε αναφέρει ότι πήρε από τον κατηγορούμενο 2 και προερχόταν από το ποσό των €3.850.400 που είχε λάβει σε σχέση με τη συναλλαγή ο κατηγορούμενος 2. Πέραν από τα πιο πάνω, από κοινού κατατέθηκαν ως τεκμήρια, μεταξύ άλλων, η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ο κατηγορούμενος 1 ημερομηνίας 31.3.2013 (Τεκμήριο 7), ο φάκελος του Υπουργείου Εσωτερικών αναφορικά με την απαλλοτρίωση του επίδικου ακινήτου (Τεκμήριο 8), ο φάκελος της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών του Υπουργείου Εσωτερικών αναφορικά με το επίδικο ακίνητο (Τεκμήριο 9) και η κατάθεση του κατηγορούμενου 2 ημερομηνίας 5.3.2013 (Τεκμήριο 21). Σημειώνω ότι έχω μελετήσει το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Η μαρτυρία της παραπονούμενης (ΜΚ1) ήταν η μοναδική δια ζώσης μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Σημειώνω ότι κατά την κυρίως εξέταση της η παραπονούμενη υιοθέτησε το περιεχόμενο τριών καταθέσεων που είχε δώσει στην αστυνομία σε σχέση με την παρούσα υπόθεση με ημερομηνίες 20-21.2.2013, 2.3.2013 και 9.3.2013 αντίστοιχα (Τεκμήρια 10, 10 Α, 11, 11 Α, 12 και 12 Α). Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω, το παρόν στάδιο δεν είναι το κατάλληλο για λεπτομερή και ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρία της. Όμως την έχω μελετήσει, στο βαθμό που όφειλα και στο βαθμό που αρμόζει για τους περιορισμένους σκοπούς αυτού του σταδίου της διαδικασίας. Έχω λάβει υπόψη ότι η παραπονούμενη είναι υπερήλικας - περίπου 85 ετών σήμερα και 80-83 ετών όταν εξελίσσονταν τα επίδικα γεγονότα - έλαβα υπόψη ότι κατέθετε σε γλώσσα άλλη από τη μητρική της γλώσσα, συνυπολόγισα το μορφωτικό της επίπεδό όπως η ίδια το εξήγησε και την ιδιοσυγκρασία της. Έλαβα επίσης υπόψη τη συναισθηματική της φόρτιση, η οποία ήταν έκδηλα έντονη σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας της καθώς και το γεγονός ότι ο κάθε μάρτυρας έχει τον δικό του, ξεχωριστό και ιδιαίτερο, τρόπο έκφρασης και μετάδοσης των όσων θέλει να πει. Ακόμα όμως και συνυπολογίζοντας όλους αυτούς τους παράγοντες, δεν μπορώ να αγνοήσω το γεγονός ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης ήταν διάχυτη από ασάφειες, αοριστίες, υπερβολές, αντιφάσεις επί σημαντικών σημείων ενώ σε πολλά ουσιώδη θέματα ήταν αντίθετη με τα παραδεκτά γεγονότα. Δεν μπορώ ακόμα να αγνοήσω ότι σε πληθώρα ερωτήσεων που της υποβλήθηκαν από τους συνηγόρους υπεράσπισης δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί γεγονότα ή οι απαντήσεις της ήταν τουλάχιστον ανακόλουθες με την υπόλοιπη μαρτυρίας της. Σε πολλά σημεία της αντεξέτασης της, παρά το ότι οι συνήγοροι υπεράσπισης προσπάθησαν επανειλημμένα να της θέσουν ερωτήσεις σε σχέση με συγκεκριμένες αναφορές στις οποίες προέβη στις καταθέσεις της, η παραπονούμενη φαινόταν να μην είναι σε θέση να αντιληφθεί τις ερωτήσεις έδινε την εντύπωση ότι ήταν απρόθυμη να απαντήσει, ή οι απαντήσεις που έδινε ήταν άσχετες με τα θέματα για τα οποία ερωτείτο. Σε αρκετές περιπτώσεις η εσωτερική ασυνέπεια και έλλειψη συνοχής και λογικής αλληλουχίας στις απαντήσεις της τέτοια που οι συνήγοροι υπεράσπισης δεν ήταν ουσιαστικά σε θέση να αντεξετάσουν επί του περιεχομένου των καταθέσεων της παραπονούμενης. Εξετάζοντας κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων, είμαι υποχρεωμένη να λάβω υπόψη την ποιότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Οι αδυναμίες που περιέγραψα πιο πάνω στη μαρτυρία της ήταν έκδηλες, ουσιαστικές και είχαν τέτοια έκταση ώστε δεν θα μπορούσα να τις αντιπαρέλθω στο τελικό στάδιο της δίκης. Θεωρώ ότι το σύνολο της μαρτυρίας της, αντικειμενικά κρινόμενο, υπολείπεται μαρτυρίας στην βάση της οποίας θα μπορούσα να καταλήξω σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί στη μαρτυρία της για να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα και, συνακόλουθα, να καταδικάσει τους κατηγορούμενους. Παραθέτω ακολούθως κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα από τη μαρτυρία της παραπονούμενης τα οποία με οδήγησαν στο πιο πάνω συμπέρασμα: (α) Η παραπονούμενη, κατά την αντεξέταση της και όταν ερωτήθηκε σχετικά και από τους δύο δικηγόρους υπεράσπισης, υποστήριξε ότι κατά τη συνάντηση που έγινε στις 11.9.2009 το γραφείο του κατηγορούμενου 1, ο κατηγορούμενος 1 έδωσε στο σύζυγο της κάποια έγγραφα για να υπογράψει χωρίς να εξηγηθεί στην ίδια και στο σύζυγο της τι καταγραφόταν στα έγγραφα αυτά. Υποστήριξε μάλιστα ότι σε καμία περίπτωση, ούτε αυτή ούτε ο άντρας της δεν θα δέχονταν να υπογράψουν εάν ήξεραν ότι με αυτά τα έγγραφα ο σύζυγος της πωλούσε το επίδικο ακίνητο. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα παραδεκτά γεγονότα σύμφωνα με τα οποία ο εγγονός της Samet Hamza Ruso, ο οποίος ήταν παρών κατά τη συνάντηση εκείνη, διάβασε και εξήγησε το περιεχόμενο των εγγράφων σε όλα τα μέλη της οικογένειας που παρευρίσκονταν. Σημειώνω ότι παρόντες σε εκείνη τη συνάντηση ήταν επίσης οι τρεις θυγατέρες και ο υιός της παραπονούμενης και ο γαμπρός τους Hulus Tayip. Το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα είναι ότι όλοι οι παρευρισκόμενοι γνώριζαν ποιο ήταν το αντικείμενο της συμφωνίας που υπέγραφαν και τους όρους της συμφωνίας αυτής κάτι που είναι καταφανώς αντίθετο με τη θέση της παραπονούμενης περί πλήρους άγνοιας. Δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι αντεξεταζόμενη για το θέμα αυτό, και ειδικότερα κατά πόσο ο εγγονός της είχε διαβάσει και εξηγήσει σε όλους, τους όρους της συμφωνίας, η παραπονούμενη σε κάποιες απαντήσεις της είχε υποστηρίξει ότι ο εγγονός της δεν ήξερε τότε να διαβάζει γιατί ακόμα πήγαινε στο σχολείο ενώ σε άλλα σημεία ανέφερε ότι ο εγγονός της ήταν τότε φοιτητής της νομικής σε πανεπιστήμιο της Αγγλίας. (β) Το ίδιο ανακόλουθη είναι η θέση της ότι στις 11.9.2011, όταν η ίδια υπέγραψε το πωλητήριο έγγραφο και πληρεξούσιο (Τεκμήρια 4 και 5) και πάλιν δεν γνώριζε ούτε γιατί είχε πάει στο γραφείο του κατηγορούμενου 1, ούτε και ποιο ήταν το αντικείμενο των εγγράφων. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την πρώτη της κατάθεση στην οποία αναφέρει ότι μετά το θάνατο του συζύγου της πήγε με το γαμπρό της Hulus Tayip στο γραφείο του κατηγορούμενου 1 και υπέγραψε κάποια έγγραφα σχετικά με το «χωράφι στα Πολεμίδια». Σημειώνω ότι η αναφορά της αυτή γίνεται προς το τέλος της πρώτης της κατάθεσης στο οποίο διορθώνει προηγούμενη αναφορά της - στην ίδια κατάθεση - ότι μετά το θάνατο του συζύγου της δεν συναντήθηκε ξανά με τον κατηγορούμενο 1 και δεν είχε υπογράψει οποιαδήποτε έγγραφα σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Σημειώνω επίσης ότι στην κατάθεση της είχε αναφέρει ότι δεν θυμάται εάν τα παιδιά της ήταν παρόντες στη συνάντηση εκείνη ενώ οι τρεις θυγατέρες και ο υιός της προσυπογράφουν επίσης το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 4, δηλώνοντας γραπτώς ότι γνωρίζουν και συμφωνούν με το περιεχόμενο της συμφωνίας. (γ) Τόσο στη δεύτερη της κατάθεση στην αστυνομία όσο και σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο, η παραπονούμενη είχε αναφέρει ότι ο γαμπρός της Hulus Tayip είχε διευθετήσει για να μεταβεί σε «κυβερνητικό γραφείο» στο Λονδίνο και να υπογράψει έγγραφα σχετικά με την επίδικη συναλλαγή. Περιέγραψε μάλιστα το πρόσωπο που την είχε μεταφέρει και την τοποθεσία στην οποία βρισκόταν το κυβερνητικό αυτό γραφείο. Από τα ίδια τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο αλλά και από τα παραδεκτά γεγονότα, διαπιστώνω ότι κανένα έγγραφο που να αφορά την παρούσα υπόθεση δεν υπογράφηκε στο Λονδίνο. (δ) Στην πρώτη κατάθεση (Τεκμήριο 10) που είχε δώσει η παραπονούμενη την αστυνομία, ανέφερε ότι ούτε αυτή ούτε ο σύζυγος της δεν είχαν υποσχεθεί ότι θα έδιναν στον γαμπρό της Hulus Tayip περισσότερα χρήματα από τη συναλλαγή σε σχέση με τα υπόλοιπα παιδιά τους. Όμως στη δεύτερη και τρίτη κατάθεση της (Τεκμήρια 11 και 12) αναιρεί τη θέση αυτή χωρίς να εξηγεί το λόγο, αναφέροντας ότι ο σύζυγος της ήθελε να δώσει στον Hulus Tayip περισσότερα. Το ίδιο επανέλαβε και κατά τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο, κατά την οποία ανέφερε μάλιστα ότι δεν έχει παράπονο εάν ο Hulus Tayip πήρε περισσότερα χρήματα από τα υπόλοιπα παιδιά της διότι ο αποβιώσας σύζυγος της ήθελε να του δώσει περισσότερα. Η τελευταία αυτή αναφορά της κατά την αντεξέταση της είναι τελείως ανακόλουθη διότι σε πάρα πολλά σημεία της δια ζώσης μαρτυρίας της εξέφρασε εντονότατα παράπονα εναντίον του γαμπρού της Hulus Tayip, ότι μεταξύ άλλων την έκλεψε, ότι ιδιοποιήθηκε χρήματα της, ότι αδίκησε την ίδια και τα άλλα της παιδιά. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των εσωτερικών αντιφάσεων στην μαρτυρία της. (ε) Σε πολλά σημεία της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο επέμενε ότι η ίδια δεν πήρε καθόλου χρήματα από την επίδικη συναλλαγή. Σε άλλα σημεία διαφοροποίησε τη θέση της υποστηρίζοντας ότι έλαβε μόνο 100 λίρες. Οι εκδοχές όμως αυτές, εκτός από το ότι είναι αντίθετες μεταξύ τους, έρχονται σε σύγκρουση και με τα παραδεκτά γεγονότα. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, στις 7.1.2013, η παραπονούμενη συνοδευόμενη από τον εγγονό της μετέβη στη ΣΠΕ Μακράσυκας και προέβη σε ανάληψη από το λογαριασμό της ποσού €101.501, σε μετρητά. (στ) Η παραπονούμενη επέμενε και επανέλαβε σε πολλά σημεία της μαρτυρίας της και μάλιστα με πολύ παραστατικό τρόπο ότι δύο άντρες - υπονοώντας τους κατηγορούμενους - πήγαν στην τράπεζα και γέμισαν σακούλες/τσάντες με χρήματα και έφυγαν, υπονοώντας ουσιαστικά ότι με αυτό τον τρόπο της πήραν τα χρήματα από το λογαριασμό της. Αυτό και πάλιν έρχεται σε σύγκρουση με τα παραδεκτά γεγονότα σύμφωνα με τα οποία οι κατηγορούμενοι δεν έλαβαν μετρητά από την ΣΠΕ Μακράσυκας αλλά προέβησαν μόνο σε μεταφορά χρημάτων από ένα λογαριασμό σε άλλο. (ζ) Η επιμονή της σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας της ότι δεν γνώριζε η ίδια που είχαν καταλήξει και πως είχαν διαμοιραστεί τα χρήματα που προέκυψαν από τη συναλλαγή συγκρούεται με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13. Το εν λόγω έγγραφο συνιστά γραπτές οδηγίες της ίδιας προς τον κατηγορούμενο 1 για το πώς να διαμοιραστεί το ποσό των €2.750.000. Η επιμονή της ότι αγνοούσε την τύχη των χρημάτων δεν συνάδει επίσης με το παραδεκτό γεγονός ότι στις 7.1.2011 μετέβη με τον εγγονό της στην ΣΠΕ Μακράσυκας και προέβη σε ανάληψη ποσού το οποίο είναι αντίστοιχου με αυτό που της αναλογούσε σύμφωνα με τις γραπτές της οδηγίες, Τεκμήριο 13. Υπάρχει επίσης αντίφαση με την πρώτη της κατάθεση στην οποία ανέφερε ότι είχε συζητήσει μαζί με τα παιδιά της και αποφάσισαν πως θα διαμοιραζόταν μεταξύ τους το ποσό των €2.750.000. (η) Δεκάδες φορές κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της η ΜΚ1 εξέφρασε το έντονο παράπονο της για το ότι ο γαμπρός της, της «έκλεψε» τα λεφτά της και τα στέρησε και από τα άλλα παιδία της. Αναφέρθηκε σε αυτόν ωσάν να πρόκειτο για το πρόσωπο το οποίο είχε την πρωτοβουλία κινήσεων και έλαβε τις αποφάσεις που οδήγησαν στο να απολέσει χρήματα. Κανένα συγκεκριμένο παράπονο δεν εξέφρασε εναντίον των κατηγορούμενων 1 και 2 και με κανένα συγκεκριμένο τρόπο δεν συνέδεσε τις ενέργειες που απέδιδε στον γαμπρό της με τους κατηγορούμενους 1 και 2. Ο γαμπρός της βεβαίως δεν είναι κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση και δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα πιο πάνω, όπως προανέφερα, είναι κάποια ενδεικτικά μόνο παραδείγματα από τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Με δεδομένη αυτή την κατάληξη μου σε σχέση με τη μαρτυρία της παραπονούμενης, οφείλω να εξετάσω κατά πόσο η υπόλοιπη μαρτυρία, ήτοι τα έγγραφα τα οποία έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια σε συνάρτηση με τα παραδεκτά γεγονότα, στοιχειοθετούν εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων. Άμεση μαρτυρία η οποία να είναι επαρκής και αξιόπιστη, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου σε σχέση με τις κατηγορίες, αλλά μόνο περιστατική. Το ερώτημα που τίθεται επομένως είναι ποια πρέπει να είναι η προσέγγιση του Δικαστηρίου όταν εξετάζει κατά πόσο περιστατική μαρτυρία είναι ικανή να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον κατηγορούμενου. Διαφωτιστική είναι η ανάλυση του King C.J. του Supreme Court of South Australia, όπως έχει διατυπωθεί στην Questions of Law Reserved on Acquittal (No. 2 of 1993)

(1993)61 SASR 1, η οποία υιοθετήθηκε στην Galbraith (ανωτέρω). Έθεσε το θέμα ως εξής: «If there is direct evidence which is capable of proving the charge, there is a case to answer no matter how weak or tenuous might consider such evidence to be. If the case depends upon circumstantial evidence, and that evidence, if accepted, is capable of producing in a reasonable mind a conclusion of guilt beyond reasonable doubt and thus is capable of causing a reasonable mind to exclude any competing hypothesis as unreasonable, there is a case to answer. There is no case to answer only if the evidence is not capable in law of supporting a conviction. In a circumstantial case, that implies that even if all the evidence for the prosecution was accepted and all inferences most favourable to the prosecution which are reasonably open were drawn, a reasonable mind could not reach a conclusion of guilt beyond reasonable doubt, or to put it another way, could not exclude all hypothesis consistent with innocence, as not reasonably open on the evidence.» Με αυτόν τον τρόπο προσεγγίζω την υπόλοιπη μαρτυρία που έχω ενώπιον μου. Σημειώνω ότι έχω κατά νου τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, όπως αυτά διακρίνονται από τις σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του Ν. 188(Ι)/2007 αντίστοιχα, αλλά και όπως έχουν επεξηγηθεί στη νομολογία. Ξεκινώντας από το αδίκημα της συνωμοσίας με το οποίο είναι αντιμέτωποι και οι δύο κατηγορούμενοι, για την στοιχειοθέτηση του απαιτείται να αποδειχθεί η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων για τη διενέργεια μιας παράνομης πράξης ή για την επίτευξη ενός νόμιμου σκοπού με παράνομα μέσα[3]. Πρέπει επίσης η μαρτυρία να αποδεικνύει την πρόθεση κοινής συμμετοχής στη διάπραξη της παράνομης πράξης. Άμεση μαρτυρία σε σχέση με συμφωνία μεταξύ των κατηγορούμενων 1 και 2, δεν έχω ενώπιον μου. Δεν παραγνωρίζω ότι, από τη φύση του, το συγκεκριμένο αδίκημα δεν επιδέχεται εύκολα άμεσης απόδειξης και στις πλείστες περιπτώσεις αποδεικνύεται μέσω περιστατικής μαρτυρίας. Η περιστατική μαρτυρία ασφαλώς δεν είναι «υποδεέστερη» της άμεσης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι είναι συνεκτική σε τέτοιο βαθμό που δεν υπάρχει κενό στην αλυσίδα γεγονότων που την συναποτελούν. Τα γεγονότα πρέπει να συνδέουν τον κατηγορούμενο με την ενοχή με τρόπο άμεσο και ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία[4]. Έχω ήδη προβεί σε συνοπτική αναφορά στα παραδεκτά γεγονότα και στα διάφορα τεκμήρια. Επί της ουσίας της 1ης κατηγορίας καταλήγω ότι η μαρτυρία αυτή δεν είναι ικανή να αποσείσει ούτε το περιορισμένο βάρος απόδειξης αυτού του σταδίου της δίκης και να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων, πόσο μάλλον να οδηγήσει ένα λογικό Δικαστήριο σε συμπέρασμα για ενοχή των κατηγορούμενων. Αυτό το οποίο διακρίνεται από το σύνολο της μαρτυρίας είναι η δυσαρέσκεια της παραπονούμενης διότι ήταν μέρος σε μια συναλλαγή το αποτέλεσμα της οποίας ενδεχομένως να μην της απέδωσε στο μέγιστο τα οφέλη τα οποία θα μπορούσε να αποκομίσει. Οι όροι της συναλλαγής θα μπορούσαν ενδεχομένως να ήταν πιο ευνοϊκοί για την ίδια και η εκ των υστέρων διαπίστωση αυτή οδήγησε στο παράπονο της. Όμως η συμφωνία της παραπονούμενης για συμμετοχή σε μια «κακή» συναλλαγή ή, καλύτερα, σε μια συναλλαγή με όρους που ενδεχομένως να μην ήταν οι βέλτιστοι για την ίδια, δεν μπορεί να εξισωθεί με τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από μέρους των κατηγορούμενων. Τα παραδεκτά γεγονότα δεικνύουν ότι ο αποβιώσας σύζυγος της παραπονούμενης είχε συμφωνήσει περί το 2009 τους όρους της συναλλαγής και, προς υλοποίηση της, υπέγραψε το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 1, και το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 2. Μετά το θάνατο του φαίνεται ότι η παραπονούμενη αποφάσισε να προχωρήσει με την υλοποίηση της συναλλαγής, με τους ίδιους ουσιαστικά όρους. Προς το σκοπό αυτό υπέγραψε το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 4, και πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 5, με πανομοιότυπους ουσιαστικά όρους ως το πωλητήριο έγγραφο και πληρεξούσιο που είχε υπογράψει ο σύζυγος της. Σημειώνω ότι, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, κατά την υπογραφή της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, από τον αποβιώσαντα σύζυγο της παραπονούμενης στις 11.9.2009, παρόντες εκτός από την παραπονούμενη και τον σύζυγο της, ήταν ο γαμπρός τους Hulus Tayip, τα τέσσερα παιδιά τους και ο εγγονός τους Samet Hamza Ruso ο οποίος - σύμφωνα και πάλιν με τα παραδεκτά γεγονότα - διάβασε και εξήγησε τα έγγραφα στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας που παρευρίσκονταν στη συνάντηση. Κατά τη συνομολόγηση δε του πωλητηρίου εγγράφου και πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήρια 4 και 5) από την παραπονούμενη, παρόντες ήταν και πάλιν τα παιδιά της τα οποία γραπτώς δήλωσαν ότι γνωρίζουν και συμφωνούν με το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών. Η υπογραφή της συμφωνίας, Τεκμήριο 4, και του πληρεξουσίου εγγράφου, Τεκμήριο 5, από την παραπονούμενη τροχοδρόμησε τις εξελίξεις που ακολούθησαν. Από τα παραδεκτά γεγονότα και τα κατατεθέντα τεκμήρια, αλλά και από τη μαρτυρία της ίδιας της παραπονούμενης - με όλες τις επιφυλάξεις με την οποία την προσεγγίζω για τους λόγους που εξήγησα - φαίνεται πως ό,τι ακολούθησε ήταν η υλοποίηση των συμφωνηθέντων. Το σύνολο της μαρτυρίας που έχω ενώπιον μου δείχνει ότι όλες οι ενέργειες των κατηγορούμενων 1 και 2 που ακολούθησαν την υπογραφή της συμφωνίας, Τεκμήριο 4, και του πληρεξουσίου, Τεκμήριο 5, ήταν συμβατές με τις πρόνοιες των εγγράφων αυτών. Το δε ποσό των €2.750.000 που η παραπονούμενη συμφώνησε να λάβει ως αντίτιμο από τη συναλλαγή, κατατέθηκε πράγματι σε λογαριασμό της και διανεμήθηκε στα παιδιά της και στην ίδια σύμφωνα με τις γραπτές οδηγίες της (Τεκμήριο 13 και 13 Α). Έλαβε δηλαδή από τη συναλλαγή το ποσό το οποίο η ίδια είχε συμφωνήσει να λάβει με τη συνομολόγηση του πωλητηρίου εγγράφου, Τεκμήριο 4, ενώ πρόκειται για το ίδιο ποσό το οποίο και ο σύζυγος της είχε συμφωνήσει να λάβει με το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 1, που είχε συνάψει πριν το θάνατο του. Τα πιο πάνω προδιαγράφουν το αποτέλεσμα σε σχέση και με τις κατηγορίες της κλοπής και κλοπής υπ' αντιπροσώπου αφού κατ' ακολουθία ελλείπει μαρτυρία ικανή να στοιχειοθετήσει συστατικό στοιχείο της κλοπής, ήτοι ότι το ποσό των €3.850.400 ήταν περιουσία της παραπονούμενης. Αυτό συμπαρασύρει και τις κατηγορίες για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αφού ελλείπει και πάλιν το βασικό συστατικό στοιχείο για τη διάπραξη των αδικημάτων αυτών που είναι η ύπαρξη του γενεσιουργού αδικήματος της κλοπής και κλοπής υπ' αντιπροσώπου ώστε να μπορούν να υποστηριχθούν - έστω και εκ πρώτης όψεως - οι συγκεκριμένες κατηγορίες. Ενόψει όλων των πιο πάνω, τα οποία καθορίζουν και το αποτέλεσμα, κρίνω ότι δεν χρειάζεται να ασχοληθώ με τα άλλα επιμέρους θέματα τα οποία εγέρθηκαν από τους συνηγόρους υπεράσπισης και που αφορούσαν ζητήματα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου. Καταληκτικά, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων 1 και 2 σε καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Συνεπώς οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται και αθωώνονται από όλες τις κατηγορίες. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά Azinas and another v Police
(1981)2 C.L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.α. ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191 και Γενικός Εισαγγελέας ν Ανδρέας Δράκος κ.α. Ποινικές Εφέσεις 5-9/12 ημερομηνίας 11.12.2012. Παραπέμπω επίσης στις Practice Note
(1962)1 All E.R. 449, R v Galbraith
(1981)2 All E.R. 1061, Ποινική Δικονομίας στην Κύπρο, Γ. Πική, σελ 198 [2] Σχετική η Γενικός Εισαγγελέας ν Ευστάθιος Θεοδώρου, Ποινική Έφεση 7107/2013, ημερομηνίας 13.2.2002 [3] Gani v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 [4] Ενδεικτικά Ihab Im Sbaih v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 188/2014, ημερομηνίας 17.7.2015, Θεόδωρος Κώστας Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 215/2012, ημερομηνίας 6.4.2015. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.