ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΣΥΛΒΙΑ ΠΥΛΙΩΤΗ, Αρ. υπόθεσης: 1015/2015, 22/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 1015/2015 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΣΥΛΒΙΑ ΠΥΛΙΩΤΗ Κατηγορούμενη 22 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κ. Παπανικολάου Για κατηγορούμενη: κ. Θωμά Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της λειτουργίας κέντρου χωρίς άδεια κατά παράβαση των προνοιών του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου 29/1985. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 13.12.2014 στην Πύλα της Επαρχίας Λάρνακας λειτουργούσε το υποστατικό με την ονομασία «Best Friends Pub» χωρίς άδεια λειτουργίας από το Διοικητικό Συμβούλιο του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού. Η 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, αφορά το αδίκημα της πώλησης οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του περί Πωλήσεως Οινοπνευματωδών Ποτών Νόμου, Κεφ. 144 και, σύμφωνα με αυτήν, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο πωλούσε οινοπνευματώδη ποτά χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Τέλος, η κατηγορούμενη κατηγορείται για το αδίκημα της χρησιμοποίησης οργάνου αυτομάτως μεταδίδοντος ενισχυμένου ήχου άνευ αδείας υπό του Επάρχου, κατά παράβαση του άρθρου 187
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Ειδικότερα, κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο έθεσε σε λειτουργία όργανο που μετέδιδε ενισχυμένο ήχο σε δημόσιο χώρο χωρίς άδεια από τον Έπαρχο Λάρνακας. Προς απόδειξη της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο πρόσωπα. Δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Θα παραθέσω μόνο για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, μια σύνοψη της μαρτυρίας στο βαθμό που κρίνεται σημαντική για την κατάληξη μου. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Αστ. 947 Πανίκος Δημητρίου (ΜΚ1). Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι υπηρετεί στον Ουλαμό Πρόληψης Εγκλημάτων Λάρνακας και ότι στις 13.12.2014 και περί ώρα 3:15π.μ. μετέβη στο επίδικο υποστατικό που περιέγραψε ως «η μπυραρία της Σύλβιας» μετά που κλήθηκαν εκεί λόγω σοβαρού περιστατικού. Είπε ότι έφτασε εκεί μαζί με άλλους συναδέλφους του, εισήλθαν στο χώρο και εκεί βρήκαν 3-4 σερβιτόρες, και 10-15 θαμώνες. Οι θαμώνες έπιναν οινοπνευματώδη ποτά - αναφέρθηκε σε μπύρες - έπαιζαν μπιλιάρδο και άκουγαν μουσική που μεταδιδόταν από μεγάφωνα. Τα μεγάφωνα βρίσκονταν δεξιά και αριστερά της εισόδου και ήταν συνδεδεμένα ηλεκτρονικά με κονσόλα. Επίσης στο μπαρ βρίσκονταν επίσης εκτεθειμένα αλκοολούχα ποτά και ότι το προσωπικό σέρβιρε μπύρες στους πελάτες (σχετικό το Τεκμήριο 1). Ανέφερε ότι ζήτησε από το προσωπικό της μπυραρίας να του υποδείξει τον υπεύθυνο και παρουσιάστηκε ως υπεύθυνη η κατηγορουμένη. Της ζήτησε να του προσκομίσει τις άδειες λειτουργίας του υποστατικού, άδειες πώλησης οινοπνευματωδών ποτών και άδειες μεγαφώνων και του είχε ότι έπρεπε να μιλήσει με κάποιο Χουσείν. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Γιώργος Μιχαήλ λειτουργός στον Τμήμα Γενικών Αδειών του Επάρχου Λάρνακας (ΜΚ2). Σύμφωνα με τον ΜΚ2 το επίδικο υποστατικό δεν διέθετε κατά τον επίδικο χρόνο άδεια λειτουργίας από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού, άδεια μεγαφώνων ή άδεια πώλησης οινοπνευματωδών ποτών. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία και κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο (ΜΥ1). Η κατηγορούμενη ανέφερε ότι περί τις 9:30 - 10μ.μ. έγινε καβγάς στο υποστατικό και ειδοποιήθηκε η αστυνομία η οποία έφτασε εκεί περί τις 2:40π.μ. Οι αστυνομικοί ήταν ντυμένοι με πολιτικά όμως η ίδια τους αναγνώρισε και κατάλαβε ότι ήταν αστυνομικοί. Εκείνη την ώρα, είπε ότι στο υποστατικό βρίσκονταν 4-5 πελάτες οι οποίοι είχαν μείνει για να δουν την εξέλιξη του επεισοδίου, καθώς και 3 ακόμα υπάλληλοι πέραν από την ίδια. Η κατηγορούμενη υποστήριξε ότι το υποστατικό λειτουργεί ως καφετέρια και όχι ως μπυραρία και ότι δεν σερβίρει αλκοολούχα ποτά παρά μόνο καφέδες, φραπέ και χυμούς. Υποστήριξε ότι η ίδια είναι απλή υπάλληλος στο υποστατικό και ότι υπεύθυνος είναι ο κ. Χουσείν Μεχμέτ ο οποίος διαχειρίζεται και άλλα υποστατικά στο χωρίο Πύλα. Αρνήθηκε ότι τον αναπληρώνει και είναι υπεύθυνη του υποστατικού όταν αυτός απουσιάζει αναφέροντας ότι αυτός ανοίγει το υποστατικό γύρω στις 7:30μ.μ. κάθε βράδυ, φεύγει και ακολούθως επισκέπτεται ξανά το υποστατικό 1-2 φορές κάθε βράδυ. Ανέφερε ότι οι σχέσεις τους είναι φιλικές και ότι η ίδια είναι απλή υπάλληλος του. Η κατηγορούμενη ανέφερε επίσης ότι οι άλλες 3 κοπέλες που εργάζονται στο υποστατικό δεν μιλούν Ελληνικά. Ερωτώμενη σε σχέση με τη μουσική, η κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι υπάρχουν μεγάφωνα και υποστήριξε ότι για σκοπούς μουσικής υπάρχει στο χώρο μόνο ένα juke box που για να λειτουργήσει χρειάζεται να πληρώσει ο πελάτης. Δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο κ. Χουσέιν Μεχμέ (ΜΥ2), ο οποίος ανέφερε ότι είναι Τουρκοκύπριος και ιδιοκτήτης της επιχείρησης που διεξάγεται στο υποστατικό το οποίο ενοικιάζει από άλλο Τουρκοκύπριο. Κατά τη μαρτυρία του ανέφερε ότι ανοίγει το υποστατικό γύρω στις 7:30μ.μ. κάθε βράδυ και ακολούθως φεύγει. Στην απουσία του υποστήριξε ότι δεν υπάρχει κανένας υπεύθυνος στο χώρο. Την επίδικη ημέρα, περί ώρα 2:30π.μ. ανέφερε ότι τον ειδοποίησε η κατηγορούμενη να έρθει γιατί είχε γίνει επεισόδιο στο υποστατικό. Έφτασε, είπε, εκεί γύρω στις 3π.μ. και δεν συνάντησε κανένα αστυνομικό εκεί. Ερωτώμενος σε σχέση το κατά πόσο διαθέτει άδειες λειτουργίας, ποτών ή μεγαφώνων για το υποστατικό ο ΜΥ2 ανέφερε ότι δεν υπάρχει καμία τέτοια άδεια. Υποστήριξε επίσης ότι δεν είναι υποχρεωμένος να έχει οποιαδήποτε άδεια γιατί οι αρχές της Δημοκρατίας δεν ελέγχουν Τουρκοκύπριους που λειτουργούν υποστατικά στο χωρίο Πύλα. Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι από τις 4 κοπέλες που εργάζονται στο επίδικο υποστατικό, η κατηγορούμενη εργάζεται εκεί περισσότερο καιρό από τις υπόλοιπες. Υποστήριξε όμως ότι δεν της έχει περισσότερη εμπιστοσύνη από τις υπόλοιπες, ότι μόνο ο ίδιος είναι υπεύθυνος για τις εισπράξεις και ότι καμία από τις υπαλλήλους δεν είναι υπεύθυνη όταν ο ίδιος απουσιάζει. Είπε όμως ότι με την κατηγορούμενη διατηρούν δεσμό. Υποστήριξε ότι το υποστατικό λειτουργεί ως καφετέρια και δεν σερβίρει οινοπνευματώδη ποτά παρά μόνο καφέδες, χυμούς, φραπέ και σνακ, παρά το ότι διαθέτει μπαρ. Σε σχέση με τη μουσική υποστήριξε ότι στο υποστατικό υπάρχει μόνο juke box. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Έλαβα υπόψη το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, την ποιότητα της, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων που έδιναν - τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση τους. Έλαβα περαιτέρω υπόψη την λογικοφάνεια και αληθοφάνεια των θέσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία τους καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική αλλά η μαρτυρία δεν πρέπει να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά και ως σύνολο, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης[1]. Πέραν από την ατομική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, συνεκτιμώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη[2]. Ξεκινώντας με τους ΜΚ1 και ΜΚ2, θεωρώ ότι και οι δύο ήταν αξιόπιστοι. Πρόκειται για άτομα ανεξάρτητα και χωρίς κανένα προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση. Ήταν σαφείς και σταθεροί στις θέσεις τους, οι απαντήσεις τους ήταν άμεσες και πειστικές και δεν διέκρινα ότι συνέτρεχε οποιοδήποτε λόγος να μην καταθέσουν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι επομένως τη μαρτυρία τους ως αληθινή. Η κατηγορούμενη δεν μου δημιούργησε θετική εντύπωση. Παρακολουθώντας την να καταθέτει διέκρινα ότι η πρόθεση της δεν ήταν να πει την αλήθεια αλλά να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο που θεωρούσε ότι ήταν θετικός για την ίδια και με πρόθεση να αποστασιοποιηθεί από οποιαδήποτε ευθύνη. Σε πολλά σημεία διέκρινα ότι δεν είχε πρόθεση ή διάθεση να καταθέσει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ενδεικτικά αναφέρω ότι παρουσίασε τη σχέση της με τον ΜΥ2 ως σχέση εργοδότη/υπάλληλου για να φανεί στη συνέχει, όπως ο ίδιος ο ΜΥ 2 ανέφερε, ότι διατηρούν δεσμό. Θεωρώ ότι ο λόγος που δεν το αποκάλυψε η ίδια ήταν γιατί δεν ήθελε να αποκαλύψει οτιδήποτε που δυνατό να εκλαμβανόταν ότι είχε «σημαντικότερη» θέση στο υποστατικό σε σχέση με τις άλλες υπαλλήλους. Επιπρόσθετα, υποστήριξε ότι το περιστατικό για το οποίο κλήθηκε η αστυνομία είχε λάβει χώρα στις 9:30-10μ.μ. κάτι που δεν εξηγεί και δεν συνάδει με την αναφορά της ότι η αστυνομία έφτασε στο χώρο μόλις στις 2:40πμ., δηλαδή 5 περίπου ώρες αργότερα. Η εκδοχή της φαντάζει ακόμα λιγότερο λογική με δεδομένη την αναφορά της ότι το υποστατικό λειτουργεί ως καφετέρια και παραμένει ανοικτό μέχρι τις 1πμ. Με αυτό το χρονοδιάγραμμα θεωρώ ως επίσης παράλογη την αναφορά της ότι κατά την άφιξη της αστυνομίας βρίσκοντας στο υποστατικό 4-5 πελάτες που, από περιέργεια, όπως το έθεσε, περίμεναν τόσες ώρες να δουν ποια θα ήταν η εξέλιξη μετά την άφιξη της αστυνομίας. Η γενική εντύπωση από τη μαρτυρία της ήταν ότι δεν κατέθεσε την αλήθεια. Οι αναφορές της ότι το υποστατικό λειτουργεί ως καφετέρια και όχι ως μπυραρία θεωρώ ότι δεν ήταν αληθείς. Το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές της ότι τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε μουσική στο υποστατικό αλλά ούτε και μεγάφωνα παρά μόνο ένα juke box. Στη βάση αυτών των διαπιστώσεων, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία της ως αληθινή. Αρνητική εντύπωση μου δημιούργησε και ο ΜΥ2.Κρινω ότι σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του είπε αλήθεια και απαντούσε αυθόρμητα και ειλικρινά. Σε άλλα σημεία όμως προσπάθησε επίσης να παραποιήσει τα γεγονότα. Αναφέρομαι ειδικότερα στις αναφορές του σε σχέση με το είδος της επιχείρησης που λειτουργούσε στο υποστατικό. Ειδικότερα, θεωρώ ότι οι αναφορές του ότι στο υποστατικό λειτουργεί επιχείρηση καφετέριας στην οποία δεν διατίθενται προς πώληση αλκοολούχα ποτά, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το ίδιο αναληθείς κρίνω ότι ήταν και οι αναφορές του στο ότι όταν ο ίδιος απουσιάζει από το υποστατικό δεν υπάρχει κανένας υπεύθυνος και μουσική μεταδίδεται μόνο μέσω Juke box. Συνεπώς, παρά το ότι είπε την αλήθεια σε σχέση με άλλα θέματα, επί των συγκεκριμένων αυτών σημείων, κρίνω ότι η μαρτυρία του ήταν κατασκευασμένη και είχε σκοπό και πρόθεση να βοηθήσει την κατηγορούμενη. Ειδικότερα σε σχέση με το ότι δεν ήταν υπεύθυνη του υποστατικού στην απουσία του η κατηγορούμενη, κρίνω ότι τα γεγονότα δεικνύουν ακριβώς το αντίθετο. Η κατηγορούμενη εργαζόταν στο υποστατικό περισσότερο καιρό από τις υπόλοιπες υπαλλήλους, ήταν η μόνη από αυτές που μιλούσε Ελληνικά, διατηρούν δεσμό, ήταν εκείνη που τον είχε ενημερώσει για το περιστατικό που είχε προηγηθεί το επίδικο βράδυ και ήταν εκείνη η οποία είχε παρουσιαστεί ως υπεύθυνη και μίλησε με τους αστυνομικούς. Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα: 1 Το επίδικο υποστατικό βρίσκεται στην 1η Λεωφόρο, στο χωρίο Πύλα της Επαρχίας Λάρνακας. 2 Το υποστατικό λειτουργούσε ως μπυραρία. 3 Κατά τον επίδικο χρόνο στο υποστατικό υπήρχαν 10-15 θαμώνες οι οποίοι κατανάλωναν μπύρα ενώ στο μπαρ εκτίθονταν προς πώληση αλκοολούχα ποτά τα οποία σέρβιραν οι υπάλληλοι. 4 Κατά τον επίδικο χρόνο στο υποστατικό βρίσκονταν 4 υπάλληλοι περιλαμβανομένης της κατηγορούμενης. 5 Κάτοχος του υποστατικού, δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο ΜΥ2, ο οποίος είναι Τουρκοκύπριος. 6 Υπεύθυνη για τη λειτουργία του υποστατικού στην απουσία του ΜΥ2, ήταν η κατηγορούμενη. 7 Κατά την άφιξη του ΜΚ1 στο υποστατικό κατά τον επίδικο χρόνο σε αυτό ακουγόταν μουσική η οποία μεταδιδόταν από μεγάφωνα που υπήρχαν στο χώρο. Στρέφομαι ένα εξετάσω κατά πόσο τα ευρήματα μου επί των γεγονότων στοιχειοθετούν τη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται η κατηγορούμενη. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της λειτουργίας κέντρου χωρίς άδεια κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου 29/
- Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Ν. 29/1985: «Ουδείς λειτουργεί κέντρον άνευ αδείας λειτουργίας εκδιδομένης συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών.» Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2,το επίδικο υποστατικό λειτουργούσε χωρίς άδεια από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Ακόμα και ο ΜΥ2, ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι δεν υπάρχει άδεια λειτουργίας σε σχέση με το υποστατικό. Συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου ότι το επίδικο υποστατικό δεν λειτουργούσε ως καφετέρια, ως ήταν η θέση της υπεράσπισης. Επί αυτού, παρενθετικά σημειώνω ότι το άρθρο 6
(2)του Ν.29/1985 δημιουργεί υποχρέωση στον επιχειρηματία, πριν την έναρξη λειτουργίας του κέντρου, να υποβάλει αίτηση για κατάταξη του σε μια από τις κατηγορίες που καθορίζει ο νόμος. Επίσης, από τα ευρήματα, διαφαίνεται ότι το υποστατικό εμπίπτει στην έννοια του «κέντρου» ως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Ν. 29/1985, δηλαδή «κατάστημα. εν τω οποίω παρέχονται επί πληρωμή εστίασις, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα, ανεξαρτήτως του εάν εις το κατάστημα προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα.». Επομένως, για τη λειτουργία του απαιτείτο η χορήγηση σχετικής άδειας από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Παρενθετικά σημειώνω ότι ακόμα και αν το υποστατικό ήταν καφετέρια και όχι μπυραρία, και πάλιν θα απαιτείτο άδεια λειτουργίας. Θεωρώ ότι η ερμηνεία του όρου «καφετέρια» διακρίνεται από τον όρο «καφενείο» για το οποίο δεν χρειάζεται άδεια. Διαφωτιστική είναι η σχετική ανάλυση του όρου από τον αδελφό Δικαστή Ε. Δημητρίου Παναγή στην πρωτόδικη απόφαση Κ.Ο.Τ. ν. Αθηνόδωρος Στεφανή, ποινική υπόθεση 10815/13 ημερ. 14.01.15 του Ε.Δ. Λεμεσού. Σύμφωνα με τη νομολογία[3], σε αδικήματα αυτής της φύσης η ποινική ευθύνη του παραβάτη δεν συναρτάται με την ιδιοκτησία του κέντρου αλλά με τις πράξεις λειτουργίας του, δηλαδή με τη συμμετοχή στην λειτουργία του κέντρου. Αυτό σημαίνει ότι ποινικά υπεύθυνο είναι το πρόσωπο που έχει την ευθύνη διαχείρισης ή λειτουργίας του κέντρου, ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι ο ιδιοκτήτης του. Παραπέμπω στα ευρήματα, σύμφωνα με τα οποία η κατηγορούμενη ήταν υπεύθυνη για την λειτουργία του υποστατικού στην απουσία του ΜΥ2. Κρίνω επομένως ότι η κατηγορούμενη είναι πρόσωπο που δυνατό να υπέχει ποινική ευθύνη σε περιπτώσεις παραβάσεων της νομοθεσίας. Προς αποφυγή επανάληψης, η συγκεκριμένη αναφορά μου σε σχέση με το ποια πρόσωπα δυνατό να υπέχουν ποινική ευθύνη, ισχύει και για τα τρία αδικήματα του κατηγορητηρίου. Το λεκτικό του άρθρου 6
(1)του Ν. 29/1985 καταδεικνύει ότι το αδίκημα με το οποίο είναι αντιμέτωπη η κατηγορούμενη είναι αδίκημα αυστηρής ποινικής ευθύνης[4]. Όπως έχει επισημανθεί από τη νομολογία[5], πρόκειται για αδίκημα ρυθμιστικής φύσης που αποβλέπει στην απρόσκοπτη εφαρμογή του νόμου σε ένα ιδιαίτερα νευραλγικό τομέα της οικονομίας, αυτό της εστίασης και ψυχαγωγίας. Η πλευρά της υπεράσπισης δεν έχει παρουσιαστεί στο δικαστήριο άδεια λειτουργίας του υποστατικού. Επί τούτου, υπενθυμίζω τη θέση του ΜΥ2 ότι τέτοια άδεια δεν υπάρχει. Ελλείψει της απαιτούμενης από το Νόμο άδειας, Καταλήγω ότι έχει στοιχειοθετηθεί επαρκώς η διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος από την κατηγορούμενη. Η 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη αφορά το αδίκημα της πώλησης οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια. Σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες του άρθρου 3
(1)του περί Πωλήσεως Οινοπνευματωδών Ποτών Νόμου, Κεφ. 144: «3.-
(1).κανένα πρόσωπο δεν πωλεί ή προσφέρει προς πώληση ή επιτρέπει να πωλούνται ή να προσφέρονται προς πώληση ή κατέχει προς πώληση οποιαδήποτε οινοπνευματώδη ποτά παρά μόνο δυνάμει και σύμφωνα με- (α) άδεια προς πώληση οινοπνευματωδών ποτών λιανικώς σε τέτοια υποστατικά ή τόπο όπως δύναται να οριστεί σε αυτή για κατανάλωση εντός ή εκτός τέτοιων υποστατικών ή τόπου (η οποία στο Νόμο αυτό αναφέρεται ως "άδεια λιανικής πώλησης"). η οποία εκδίδεται από την Αρχή Αδειών δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού μετά από αίτηση που υποβάλλεται γραπτώς στην αρχή αυτή και με τέτοιους όρους όπως δυνατό να καθοριστούν.» Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ1, οι θαμώνες του καταστήματος κατανάλωναν αλκοολούχα ποτά και, ειδικότερα, μπύρες. Η διαπίστωση αυτή του μάρτυρα δεν συνιστά βεβαίως άμεση μαρτυρία ότι τα ποτά τα οποία καταναλώνονταν ήταν πράγματι μπύρες. Αποτελεί όμως ισχυρή περιστατική μαρτυρία. Το γεγονός δε ότι άλλα ποτά, τα οποία ο ΜΚ1 περιέγραψε επίσης ως μπύρες ήταν εκτεθειμένα πίσω από το μπαρ δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε άλλο από το ότι προσφέρονταν για πώληση στους θαμώνες. Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά του ότι οι σερβιτόρες εξυπηρετούσαν και σέρβιραν τους πελάτες. Δεν ήταν στα καθήκοντα του μάρτυρα να ελέγξει το περιεχόμενο των μπουκαλιών. Ούτε εξηγήθηκε με ποιο τρόπο θα γινόταν αυτός ο έλεγχος από τον αστυφύλακα, ο οποίος βέβαια δεν είναι ειδικός για κάτι τέτοιο. Από την άλλη αν η υπεράσπιση ήθελε να αντικρούσει την πιο πάνω περιστατική μαρτυρία ότι δεν επρόκειτο για αλκοόλ, όφειλε κατά την κρίση μου να προσκομίσει η ίδια σχετική ικανή και αξιόπιστη μαρτυρία επί τούτου, υποχρέωση στην οποία απέτυχε. Κρίνω επομένως ότι τον επίδικο χρόνο και τόπο η κατηγορούμενη εξέθετε προς πώληση και πωλούσε αλκοολούχα ποτά χωρίς άδεια. Σημειώνω ότι το άρθρο 3
(1)του Κεφ. 144 δημιουργεί ένα μόνο αδίκημα το οποίο μπορεί να συντελεστεί είτε με την πώληση, είτε με την προσφορά προς πώληση, είτε με την κατοχή με σκοπό την πώληση ή με το να επιτρέπει το κατηγορούμενο πρόσωπο την πώληση. Υπήρξε η προσπάθεια από πλευράς της υπεράσπισης, να εισηγηθεί ότι κατά τον επίδικο χρόνο στο υποστατικό βρισκόταν μόνο περιορισμένος αριθμός ατόμων που ήταν εκεί ουσιαστικά αναμένοντας την άφιξη της αστυνομίας μετά από συμπλοκή που είχε προηγηθεί. Διακρίνω ότι η πρόθεση της υπεράσπισης ήταν να εισηγηθεί ότι κατά τον χρόνο εκείνο το υποστατικό δεν λειτουργούσε. Το γεγονός όμως παραμένει ότι ο ΜΚ1, μαζί με τους συναδέλφους του, εισήλθαν ελεύθερα και ανεμπόδιστα στο κέντρο, ενώ δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να εισηγείται ότι εάν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο επιθυμούσε να εισέλθει στο κέντρο, δεν θα μπορούσε να το πράξει ελεύθερα. Η δε παρουσία σερβιτόρων στο κέντρο οι οποίες εξυπηρετούσαν πελάτες, και οι πελάτες άκουγαν μουσική, έπαιζαν μπιλιάρδο και έπιναν κατά τον επίδικο χρόνο, συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι αυτό ήταν ανοικτό και λειτουργεί κανονικά. Σχετική είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Nanoka Ltd ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 471, στην οποία αποφασίστηκε ότι η μεταξύ άλλων, ότι η ανεμπόδιστη είσοδος αστυνομικού σε κέντρο καταδεικνύει ότι αυτό ήταν ανοικτό. Το βασικό κριτήριο λειτουργίας ενός κέντρου, δεν είναι η παρουσία θαμώνων αλλά το κατά πόσο το κοινό μπορούσε να εισέλθει ανεμπόδιστα ή όχι. Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι η είσοδος ήταν ελεύθερη για οποιοδήποτε πρόσωπο επιθυμούσε να εισέλθει. Για τους ίδιους λόγους που εξήγησα πιο πάνω σε σχέση με την 1η κατηγορία, κρίνω ότι και το παρόν αδίκημα είναι αυστηρής ποινικής ευθύνης. Η κατηγορούσα αρχή απέδειξε με επαρκή μαρτυρία την λειτουργία του κέντρου καθώς και την έκθεση προς πώληση και την πώληση αλκοολούχων ποτών. Υπάρχει επίσης η αναφορά των ΜΚ1 και ΜΚ2 ότι άδεια πώλησης αλκοολούχων ποτών από την αρμόδια αρχή δεν υπήρχε. Αυτά επαρκούν ώστε το βάρος απόδειξης να μετατίθεται στην υπεράσπιση για να καταδείξει ότι κατείχε την απαιτούμενη από το νόμο άδεια[6]. Η υπεράσπιση όχι μόνο δεν απέδειξε την ύπαρξη άδειας αλλά, σύμφωνα αντίθετα ο ΜΥ2 υποστήριξε ότι άδειες δεν υπήρχαν. Με αυτό το δεδομένο, θεωρώ ότι έχει στοιχειοθετηθεί και αυτό το αδίκημα. Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της χρήσης οργάνου που ενισχύει τον ήχο σε δημόσιο χώρο χωρίς άδεια κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του άρθρου 187
(1)(α) του Ποινικού Κώδικα. Η συγκεκριμένη διάταξη προβλέπει ότι: «187.-
(1)Κανένας δεν χρησιμοποιεί ή θέτει σε λειτουργία ή προκαλεί ή επιτρέπει τη χρήση από άλλο ή τη λειτουργία τηλεβόα, μεγαφώνου, ενισχυτή ήχου ή άλλου οργάνου που αυτόματα, μηχανικά ή ηλεκτρικά ενισχύει ή μεταδίδει ενισχυμένο ήχο- (α) σε δημόσιο χώρο. παρά μόνο δυνάμει άδειας που εκδίδεται από τον Έπαρχο ή από πρόσωπο που εξουσιοδοτεί ο Έπαρχος για αυτό, και σύμφωνα με τους τυχόν συνημμένους όρους σε τέτοια άδεια.» Από το λεκτικό της συγκεκριμένης διάταξης προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) ότι ο κατηγορούμενος επιτρέπει τη χρήση ή λειτουργία μεγαφώνου ή χρήση άλλων οργάνων που ενισχύουν τον ήχο, (β) ότι αυτό γίνεται σε δημόσιο χώρο και (γ) ότι αυτό γίνεται χωρίς άδεια από τον Έπαρχο ή άλλο εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο. Εν πρώτοις, κρίνω ότι το επίδικο υποστατικού συνιστούσε «δημόσιο χώρος». Συμφωνά με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα: «δημόσιος χώρος» ή «δημόσιο υποστατικό» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους, είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.» Στην δε Ευθυμιάδης v Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25 αποφασίστηκε ότι η μπυραρία αποτελεί δημόσιο χώρο εν τη έννοια του νόμου. Επιπρόσθετα και επί της ουσίας, στην παρούσα περίπτωση τα ευρήματα δεικνύουν ότι το υποστατικό πληρούσε όλα τα κριτήρια ώστε να θεωρείται «δημόσιος χώρος» αφού το κοινό είχε τη δυνατότητα ελεύθερης εισόδου. Η δε αναφορά του ΜΚ1 σε μεγάφωνα από τα οποία ακουγόταν μουσική αποδεικνύει την ύπαρξη και του τρίτου συστατικού στοιχείου του αδικήματος. Τονίζω ότι κατά τη μαρτυρία του ο ΜΚ1 αναφέρθηκε στον αριθμό των μεγαφώνων, στα σημεία όπου αυτά ήταν τοποθετημένα και στο ότι αυτά μετέδιδαν μουσική κατά τον επίδικο χρόνο. Υπενθυμίζω τέλος ότι, σύμφωνα με τους ΜΚ1 και ΜΚ2 το υποστατικό δεν διέθετε σχετική άδεια για χρήση τέτοιων οργάνων αλλά και το ότι η μη ύπαρξη σχετικής άδειας, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε, αλλά επιβεβαιώθηκε από τον ΜΥ2. Τα πιο πάνω, κρίνω ότι αποδεικνύουν σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 3ης κατηγορίας. Τέλος αναφέρω και το εξής. Κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, κατά την μαρτυρία της κατηγορούμενης και του ΜΥ2, αλλά και κατά την τελική του αγόρευση, ο συνήγορος υπεράσπισης υποστήριξε ότι το επίδικο υποστατικό βρίσκεται εντός του χωρίου Πύλας στο οποίο ισχύει «ειδικό καθεστώς». Ειδικότερα, υποστήριξε ότι υποστατικά που βρίσκονται στην Πύλα που ανήκουν σε Τουρκοκύπριους ή στα οποία διεξάγουν επιχείρηση Τουρκοκύπριοι δεν ελέγχονται από τις αρχές της Δημοκρατίας. Όπως έχω αναφέρει και στην απόφαση μου στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, το συγκεκριμένο επιχείρημα στερείται νομικού ερείσματος Το επίδικο υποστατικό βρίσκεται εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας και εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Οτιδήποτε άλλο είναι αδιάφορο και δεν μπορεί να διαφοροποιήσει το αποτέλεσμα. Η διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι ότι η κατηγορούμενη, κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο, ενήργησε κατά παράβαση των σχετικών νομοθεσιών και διέπραξε τα τρία αδικήματα που της αποδίδονται. Το συγκεκριμένο επιχείρημα δεν συνιστά ικανή υπεράσπιση για τις παραβάσεις αυτές. Καταλήγοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε όλες τις κατηγορίες. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 [3] Στυλιανού ν. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού
(1999)2 Α.Α.Δ. 47 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Χάρη Βασιλείου & Σία Λτδ
(2001)2 Α.Α.Δ 399 [4][4] Σχετική η Sea Island & Tours Ltd κ.α. ν Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού
(1995)2 Α.Α.Δ. 196 [5] Hallis v The Police
(1982)2 C.L.R. [6] Κατ' αναλογία John v. Humphreys
(1955)1 All E.R 793, Ηλιάδης, "Το Δίκαιο της Απόδειξης", σελ.72 και Ζυπιτής v Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 220 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο