M. & S. MARANGOU (DECOR) LTD ν. ELIAS G. ELIA, Αρ. υπόθεσης: 13812/2013, 24/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 13812/2013 M. & S. MARANGOU (DECOR) LTD Παραπονούμενοι ν ELIAS G. ELIA Κατηγορούμενος 24 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενους: κα Λάμπρου με κα Θωμά δια Θέμης Θωμά & Συνεργάτες Για κατηγορούμενο: κ. Θεοδούλου Κατηγορούμενος, παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά την έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Ειδικότερα, και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορείται ότι κατά ή περί τις 20.05.2012 εξέδωσε επ' ονόματι των παραπονούμενων την επιταγή της Alpha Bank Cyprus Ltd υπ' αριθμό 18049834 για το ποσό των €6.000 η οποία όταν παρουσιάστηκε προς πληρωμή δεν εξοφλήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ» και η οποία παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της. Προς απόδειξη της κατηγορίας έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ο κάθε μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο, αφού το σύνολο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα παραθέσω μια σύνοψη της μαρτυρίας του καθενός εξ αυτών επισημαίνοντας τα σημεία εκείνα που κρίθηκαν σημαντικά σε σχέση με τα επίδικα θέματα ή για σκοπούς αξιολόγησης. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Μάριος Μαραγκού, ένας εκ των διευθυντών της παραπονούμενης εταιρείας (ΜΚ1). Σύμφωνα με τον ΜΚ1, η παραπονούμενη εταιρεία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με κατασκευές και πωλήσεις γυψοσανίδας. Περί τον Απρίλιο του 2012, επικοινώνησε μαζί του τρίτο πρόσωπο που του ανέφερε ότι μαζί με τον κατηγορούμενο χρειάζονταν γυψοσανίδες για να χρησιμοποιήσουν σε υπό ανέγερση οικοδομή στην Αγία Νάπα. Ακολούθως, στις 19.5.2012 ο ΜΚ1 μετέβη στην οικοδομή και παρέδωσε προσωπικά τις γυψοσανίδες στον κατηγορούμενο και το τρίτο πρόσωπο. Υποστήριξε ότι κατά την παράδοση ο κατηγορούμενος υπέγραψε και του παρέδωσε την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 3), στην οποία ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε όλα τα στοιχεία πλην το όνομα του δικαιούχου. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο ίδιος έγραψε στην επιταγή το όνομα του δικαιούχου πριν την παρουσιάσει προς πληρωμή. Ανέφερε επίσης ότι την ίδια μέρα παρέδωσε στον κατηγορούμενο τιμολόγιο υπ' αριθμό 5255 για το ποσό των €6.000, αντίγραφο του οποίου δεν είχε στην κατοχή του. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον ΜΚ1, κατέθεσε την επιταγή προς πληρωμή αλλά αυτή επιστράφηκε με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά-Ανεπαρκή υπόλοιπα» και «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ». Προσπάθησε να εντοπίσει τόσο τον κατηγορούμενο όσο και το τρίτο πρόσωπο χωρίς επιτυχία και αποτάθηκε στους δικηγόρους του οι οποίοι απέστειλαν στον κατηγορούμενο επιστολή ημερομηνίας 5.12.2012 (Τεκμήριο 4) με την οποία του ζητούσαν την πληρωμή του ποσού της επιταγής. Ένεκα της μη ανταπόκρισης του κατηγορούμενου καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, και ερωτώμενος σχετικά, επέμενε ότι ο κατηγορούμενος είχε υπογράψει και συμπληρώσει την επιταγή στην παρουσία του. Το μόνο σημείο που ήταν κενό ήταν το όνομα του δικαιούχου το οποίο ο ΜΚ1 ανέφερε ότι έγραψε ο ίδιος στην επιταγή. Του τέθηκε επίσης ότι το όνομα του δικαιούχου, ως αναγράφεται στην επιταγή είναι «M.S. Marangou Ltd» και ότι η λανθασμένη αυτή ονομασία δεν δίνει το δικαίωμα στους παραπονούμενους να διεκδικούν το ποσό της επιταγής ή να προωθούν την παρούσα υπόθεση. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι έγραψε λάθος το όνομα της εταιρείας όμως από τη στιγμή που η τράπεζα του αποδέχτηκε προς κατάθεση την επιταγή χωρίς να εγείρει το θέμα της λανθασμένης καταγραφής του ονόματος, θεωρεί ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Πέτρου Ανδρέας, λειτουργός στο κατάστημα της Alpha Bank στο Παραλίμνι (ΜΚ2). Σύμφωνα με τον ΜΚ2, ο τραπεζικός λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή είχε κλείσει στις 3.11.
- Παρουσίασε στο Δικαστήριο το συγκεντρωτική κατάσταση κίνησης του λογαριασμού για την περίοδο 1.11.2009 μέχρι 30.11.2009 (Τεκμήριο 8) στην οποία, εξήγησε, ότι φαίνεται ότι έγινε μια μεταφορά χρημάτων στο λογαριασμό για εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου που παρουσίαζε στις 3.11.2009, και ακολούθως ο λογαριασμός έκλεισε. Παρουσίασε επίσης συγκεντρωτική κατάσταση κινήσεως λογαριασμού από 1.1.2012 μέχρι 31.12.2012 (Τεκμήριο 7) σε σχέση με την οποία εξήγησε ότι δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε κίνηση γιατί ο λογαριασμό ήταν ήδη κλειστός από 3.11.
- Ο ΜΚ2 παρουσίασε επίσης εκτυπωμένη κατάσταση από το Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών της Κεντρικής Τράπεζας (Τεκμήριο 9) σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος είχε τοποθετηθεί στο ΚΑΠ από 20.5.2009 και ο λογαριασμός του είχε παγοποιηθεί από την ίδια μέρα. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος είχε ενημερωθεί σχετικά με επιστολή που του απέστειλε η τράπεζα ημερομηνίας 28.5.2009 (Τεκμήριο 10) με την οποία του ζητούσε να σταματήσει την έκδοση επιταγών από το λογαριασμό και να παραδώσει το βιβλιάριο επιταγών του. Ερωτώμενος σε σχέση με τις σφραγίδες που είχαν τοποθετηθεί στην επιταγή, Τεκμήριο 3, ο ΜΚ2 επανέλαβε ότι ο λογαριασμός είχε τοποθετηθεί στο ΚΑΠ από 20.5.2009, ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στον λογαριασμό όταν κατατέθηκε η επίδικη επιταγή αφού αυτός ήταν κλειστός από 3.11.
- Είπε επίσης ότι μπορούσε να είχε τοποθετηθεί στην επιταγή και σφραγίδα που να δείχνει ότι ο τραπεζικός λογαριασμός ήταν κλειστός, η οποία δεν τοποθετήθηκε ενδεχομένως εκ παραδρομής. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας ήταν η κα Σταυρούλα Καλαθά Μαρκουλή, Υποδιευθύντρια καταστήματος της Alpha Bank (ΜΚ3). Κατά τη μαρτυρία της η ΜΚ3 ανέφερε ότι το κλείσιμο του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή έγινε κατόπιν ρύθμισης που συμφωνήθηκε με τον κατηγορούμενο και την κ. Κατερίνα Ηλία. Παρουσίασε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 12 που είναι έντυπο ημερομηνίας 27.10.2009 στο οποίο ο κατηγορούμενος και η κα Κατερίνα Ηλία δίνουν γραπτές οδηγίες προς την τράπεζα, μεταξύ άλλων, για μεταφορά ποσού €2.159,01 στον λογαριασμό του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τη ΜΚ3, και όπως φαίνεται και από την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 8, με την μεταφορά αυτή - η οποία διενεργήθηκε στις 3.11.2009 - εξοφλήθηκε το υπόλοιπο του λογαριασμού του κατηγορούμενου ο οποίος την ίδια ημερομηνία έκλεισε. Η ΜΚ3 παρουσίασε επίσης το έντυπο ανοίγματος λογαριασμού για τον επίδικο λογαριασμό του κατηγορούμενου ημερομηνίας 4.11.2005 (Τεκμήριο 11). Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για τους παραπονούμενους, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα του να παραμείνει σιωπηλός ενώ δεν προσκόμισε άλλη μαρτυρία στο Δικαστήριο προς υπεράσπιση. Παρακολουθώντας τους μάρτυρες στο εδώλιο και αξιολογώντας τη μαρτυρία τους, έχω κατά νου τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στο περιεχόμενο των όσων ανέφεραν, την ποιότητα της μαρτυρίας τους, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων που έδιναν - τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση τους. Έλαβα περαιτέρω υπόψη την λογικοφάνεια και αληθοφάνεια των θέσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία τους καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική αλλά η μαρτυρία δεν πρέπει να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά και ως σύνολο, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης[1]. Πέραν από την ατομική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, συνεκτιμώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη[2]. Ξεκινώντας από τον ΜΚ1, ήταν θεωρώ αξιόπιστος μάρτυρας. Δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της κυρίως εξέτασης ή της αντεξέτασης του οποιαδήποτε προσπάθεια παραπλάνησης, ή παραποίησης ή απόκρυψης της αλήθειας. Απαντούσε αυθόρμητα και με αμεσότητα και δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ή υπερβολή. Δεν διέκρινα οποιοδήποτε λόγο να αμφισβητήσω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι, επομένως, τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Οι ΜΚ2 και ΜΚ3 ήταν επίσης θεωρώ αξιόπιστοι μάρτυρες. Ήταν ανεξάρτητοι, χωρίς κανένα προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση και θεωρώ ότι κατέθεσαν την αλήθεια. Συνηγορεί προς την διαπίστωση μου αυτή το ότι η μαρτυρία τους ήταν απόλυτα σταθερή και παρέμεινε τέτοια και κατά την αντεξέταση. Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Η παραπονούμενη εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών με το όνομα «M. & S., Marangou (Decor) Limited» και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εμπορία γυψοσανίδων. (β) Στις 19.5.2012 ο ΜΚ1, εκ των διευθυντών της παραπονούμενης εταιρείας, παρέδωσε στον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο, ποσότητα γυψοσανίδων που είχαν παραγγείλει τηλεφωνικώς σε υπό ανέγερση οικοδομή στην Αγία Νάπα. (γ) Σε σχέση με την παράδοση αυτή και προς εξόφληση της ποσότητας των γυψοσανίδων που παραδόθηκε, ο κατηγορούμενος την ίδια μέρα υπέγραψε ενώπιον του ΜΚ1 και του παρέδωσε την επιταγή, Τεκμήριο 3, για ποσό €6.000 με ημερομηνία πληρωμής τις 20.5.
- Ο κατηγορούμενος είχε συμπληρώσει όλα τα σημεία της επιταγής, Τεκμήριο 3, πλην του ονόματος του δικαιούχου. (δ) Ο ΜΚ1 συμπλήρωσε το όνομα του δικαιούχου στην επιταγή, Τεκμήριο 3, αναγράφοντας «M. S. Marangou Ltd». (ε) Η επιταγή κατατέθηκε στην τράπεζα των παραπονούμενων προς πληρωμή την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα όμως επιστράφηκε στις 22.5.2012 με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα» και «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ». (στ) Η παραπονούμενη εταιρεία απέστειλε μέσω των δικηγόρων της την επιστολή, Τεκμήριο 4, ημερομηνίας 5.12.2012, προς τον κατηγορούμενο με την οποία ζητούσε την πληρωμή του ποσού της επιταγής. (ζ) Ο τραπεζικός λογαριασμός του κατηγορούμενου από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, ανοίχθηκε στις 4.11.2005 (Τεκμήριο 11). (η) Στις 20.5.2009 ο κατηγορούμενος τοποθετήθηκε στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (Τεκμήριο 9), την ίδια ημέρα ο λογαριασμός του παγοποιήθηκε και απεστάλη από την Aplha Bank προς τον κατηγορούμενο σχετική ενημερωτική επιστολή ημερομηνίας 28.5.2009 (Τεκμήριο 10) με την οποία, μεταξύ άλλων, του ζητείτο να σταματήσει να εκδίδει επιταγές και να επιστρέψει το βιβλιάριο επιταγών του. (θ) Με γραπτές οδηγίες του κατηγορούμενου και της κας Κατερίνας Ηλία ημερομηνίας 27.10.2009 (Τεκμήριο 12) ποσό €2.159,01 μεταφέρθηκε στις 3.11.2009 στον λογαριασμό του κατηγορούμενου με το οποίο εξοφλήθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε και την ίδια ημέρα ο λογαριασμός έκλεισε (Τεκμήριο 8). (ι) Στις 20.5.2012 όταν η επίδικη επιταγή είχε παρουσιαστεί προς πληρωμή, ο τραπεζικός λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε ήταν ήδη κλειστός από 3.11.2009 ενώ το όνομα του κατηγορούμενου ήταν ήδη τοποθετημένο στο ΚΑΠ και ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος από 20.5.
- (ια) Ο κατηγορούμενος δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό προς του παραπονούμενους έναντι του ποσού της επιταγής μέχρι σήμερα. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν την κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο[3]. Σαφώς το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία οφείλει να το αποσείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[4]. Όπως ανέφερα και στην αρχή της απόφασης μου, ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ο συνήγορος υπεράσπισης αμφισβήτησε ότι η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 3, είναι «επιταγή» τη εννοία του νόμου. Επισήμανε ότι το όνομα του δικαιούχου, όπως έχει αναγραφεί στην επιταγή είναι διαφορετικό από το όνομα των παραπονούμενων και υποστήριξε ότι αυτό δεν τους νομιμοποιεί να προωθούν την παρούσα διαδικασία. Κρίνω ότι το συγκεκριμένο επιχείρημα δεν μπορεί να επιτύχει. Από το σύνολο της μαρτυρίας και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, διαφαίνεται ότι ο ΜΚ1 ανέγραψε λανθασμένα το όνομα της νομικής οντότητας των δικαιούχων/παραπονούμενων στο Τεκμήριο 1. Όμως η μαρτυρία του ΜΚ1, η οποία έχει κριθεί ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, συνέδεσε την παραπονούμενη εταιρεία με τη συναλλαγή που αφορούσε η επίδικη επιταγή. Καθοριστικής δε σημασίας είναι και το γεγονός ότι η τράπεζα επί της οποίας η επιταγή παρουσιάστηκε προς πληρωμή δεν θεώρησε την λανθασμένη αναγραφή του ονόματος ως κώλυμα για την πληρωμή της. Ο λόγος που δεν πληρώθηκε η επιταγή δεν είναι ο τρόπος αναγραφής του ονόματος του δικαιούχου. Απόλυτα σχετική με το ζήτημα αυτό είναι η πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v 1. Action Construction & Development Ltd κ.α., Ποινική έφεση 184/2014, ημερομηνίας 10.2.2016 η οποία πραγματεύεται ακριβώς το κατά πόσο η λανθασμένη αναγραφή του ονόματος του δικαιούχου σε επιταγή συνιστά εμπόδιο ώστε η επιταγή να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο από την καταγραφή προκύπτει με «εύλογη βεβαιότητα» (ως το άρθρο 6
(1)του Κεφ. 262) η ταυτότητα του αποδέκτη/δικαιούχου της επιταγής. Πρόκειται δε για ζήτημα πραγματικό που πρέπει να αποφασίζεται σε συνάρτηση με όλα τα περιστατικά που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Στην παρούσα περίπτωση, με αναφορά και πάλιν στην μαρτυρία και τα ευρήματα, καταλήγω ότι πρόκειται για απλή λανθασμένη αναφορά, όμως ταυτοποιείται με εύλογη βεβαιότητα η παραπονούμενη εταιρεία ως ο δικαιούχος της επιταγής. Το γεγονός δε ότι το όνομα του δικαιούχου είχε συμπληρωθεί από τον ΜΚ1 στην επίδικη επιταγή και όχι από τον κατηγορούμενο, επίσης δεν συνιστά εμπόδιο ώστε να θεωρηθεί ότι η επιταγή Τεκμήριο 3, δεν εμπίπτει στον ορισμό της «επιταγής» ως το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα. Εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι η επιταγή, Τεκμήριο 3, εμπίπτει στην έννοια της επιταγής για σκοπούς του Ποινικού Κώδικα και ειδικότερα για τους σκοπούς του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Επομένως, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα, διαφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή προς όφελος των παραπονούμενων. Η επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα αλλά δεν εξοφλήθηκε διότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη δεν διέθετε επαρκή υπόλοιπα και ήταν παγοποιημένος. Επιπρόσθετα ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της. Η δε επιταγή δεν πληρώθηκε από τον εκδότη εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι έχουν στοιχειοθετηθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ο υπεράσπιση προώθησε τη θέση ότι η επιταγή είχε εκδοθεί άνευ ανταλλάγματος. Ειδικότερα, η υπεράσπιση επικεντρώθηκε στη μη παρουσίαση στο Δικαστήριο του τιμολογίου που είχε εκδοθεί από την παραπονούμενη εταιρεία για την παράδοση των γυψοσανίδων και έναντι του οποίου είχε εκδοθεί η επιταγή. Κρίνω ότι η συγκεκριμένη θέση επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εν πρώτοις, επισημαίνω την καθοδήγηση από το Εφετείο όπως ξεκάθαρα διατυπώθηκε στην Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Χρήστου, Ποινική Έφεση 18/2012, ημερομηνίας 16.4.2014 όπου τονίστηκε ότι «Η ίδια η έκδοση των επιταγών συνεπάγεται την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος.» Κατά δεύτερον, η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1, η οποία δεν έχει αντικρουστεί με διαφορετική μαρτυρία από την πλευρά της υπεράσπισης, θέτει το υπόβαθρο της συναλλαγής μεταξύ της παραπονούμενης εταιρείας και του κατηγορούμενου. Στα πλαίσια της συναλλαγής αυτής, ο κατηγορούμενος και τρίτο πρόσωπο δέχθηκαν παράδοση γυψοσανίδων από την παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή. Συνεπώς, θεωρώ ότι η παραπονούμενη εταιρεία ήταν νόμιμος κομιστής της επίδικης επιταγής αφού αυτή εκδόθηκε επ ' ονόματι της έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος που έλαβε ο κατηγορούμενος, ήτοι τις γυψοσανίδες. Τέλος, υπήρξε εισήγηση από πλευρά της υπεράσπισης - ειδικά κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας - ότι τα γεγονότα δεν στοιχειοθετούν ένοχη διάνοια (mens rea) από μέρους του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος. Επί αυτού σημειώνω ότι το λεκτικό του άρθρου 305 Α
(1)εισηγείται ότι πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ποινικής ευθύνης. Σε αυτό συνηγορεί το γεγονός ότι από τη συγκεκριμένη διάταξη ελλείπει οποιαδήποτε αναφορά σε πρόθεση, γνώση ή άλλη πνευματική διεργασία από μέρους του κατηγορούμενου για να επέλθει το αποτέλεσμα της μη πληρωμής της επιταγής. Η προσέγγιση αυτή υιοθετείται και από το Εφετείο στην Αθανάσιος Παυλόπουλος ν Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 AAΔ 261. Ακόμα όμως και αν απαιτείτο η απόδειξη ένοχης διάνοιας για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος, κρίνω ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση - όπως διακρίνονται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου - επαρκούν για να καταδείξουν ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε, ή τουλάχιστον όφειλε να γνωρίζει,[5] κατά τον χρόνο που εξέδωσε την επίδικη επιταγή ότι αυτή δεν θα πληρωνόταν κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα. Παραπέμπω συγκεκριμένα στο ότι ο κατηγορούμενος ήταν τοποθετημένος στο ΚΑΠ και ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν παγοποιημένος από 20.5.2009, ότι ο κατηγορούμενος είχε ενημερωθεί σχετικά με επιστολή ημερομηνίας 28.5.2009 (Τεκμήριο 10), ότι ο λογαριασμός είχε μηδενικό υπόλοιπο από 3.11.2009 και ότι κατά την ημερομηνία εκείνη έκλεισε. Παρενθετικά, σε σχέση με την επιστολή, Τεκμήριο 10, σημειώνω ότι αυτή απεστάλη στη διεύθυνση του κατηγορούμενου όπως καταγράφεται στο έντυπο ανοίγματος λογαριασμού (Τεκμήριο 11) και στις γραπτές εντολές του κατηγορούμενου προς την τράπεζα (Τεκμήριο 12), υπάρχει επομένως τεκμήριο ότι αυτή παραλήφθηκε και το τεκμήριο αυτό δεν έχει ανατραπεί από άλλη μαρτυρία. Ενόψει όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η πλευρά των παραπονούμενων με αποδεκτή, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία έχει αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδει στον κατηγορούμενο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 [3] Λοϊζου v Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 [4] Charitonos v The Republic
(1971)2 C.L.R.40 και Woolmighton v D.P.P.
(1935)AC 462 [5] Σάββα Θεοχάρους Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη κ.α., Ποινικές Εφέσεις 102/2014 και 115/2014, ημερομηνίας 23.10.2015 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο