ΤΗ. Κ. ΤΗΕΟ BROS ENTERPRISES LTD ν. ΕΥΡΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, Αρ. υπόθεσης: 7124/2013, 8/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 7124/2013 ΤΗ. Κ. ΤΗΕΟ BROS ENTERPRISES LTD Παραπονούμενοι ν ΕΥΡΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ Κατηγορούμενος 8 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενους: κα Χριστοδούλου δια Γεωργιάδης & Μυλωνάς Για κατηγορούμενο: κ. Χριστοδούλου Κατηγορούμενος, παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά την έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Ειδικότερα, και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορείται ότι κατά ή περί την 10.1.2013 εξέδωσε επ' ονόματι των παραπονούμενων την επιταγή της ΣΠΕ Αλληλεγγύης υπ' αριθμό 31996386 με ημερομηνία πληρωμής την 10.1.2013 για το ποσό των €30.000 η οποία όταν παρουσιάστηκε προς πληρωμή δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός του κατηγορούμενου ήταν κλειστός και η οποία παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της. Προς απόδειξη της κατηγορίας έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ο κάθε μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο, αφού το σύνολο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα παραθέσω μια σύνοψη της μαρτυρίας του καθενός εξ αυτών επισημαίνοντας τα σημεία εκείνα που κρίθηκαν σημαντικά σε σχέση με τα επίδικα θέματα ή για σκοπούς αξιολόγησης. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Γιώργος Σάββα, Βοηθός Υπεύθυνος Καταστήματος στη ΣΠΕ Αλληλεγγύης (ΜΚ1). Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο κατηγορούμενος διατηρούσε στην ΣΠΕ Αλληλεγγύης τον λογαριασμό υπ' αριθμό 30044-40-05356-6 από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1). Για τον εν λόγω λογαριασμό δικαίωμα υπογραφής είχε μόνο ο κατηγορούμενος. Ο ΜΚ1 συνέχισε λέγοντας ότι η επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1) κατατέθηκε προς πληρωμή στις 12.2.2013 και επιστράφηκε απλήρωτη στις 13.2.2013 διότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός. Ανέφερε ότι ο λογαριασμός είχε κλείσει από τις 27.9.2011 και παρουσίασε στο Δικαστήριο τη σχετική απόδειξη κλεισίματος λογαριασμού (Τεκμήριο 2) καθώς και κατάσταση λογαριασμού για τον λογαριασμό για την περίοδο από 27.8.2011 μέχρι 27.9.2011 (Τεκμήριο 3). Παρενθετικά σημειώνω ότι σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 3, ο λογαριασμός από τον οποίο είχε εκδοθεί η επίδικη επιταγή ήταν τρεχούμενος λογαριασμός χωρίς όριο πίστωσης. Επιπρόσθετα φαίνεται ότι η μοναδική πίστωση στον εν λόγω λογαριασμό αφορούσε μια κατάθεση ποσού €1.350 που έγινε στις 3.9.2011 και όλες οι υπόλοιπες καταχωρήσεις αφορούν χρεώσεις, καθώς και καταθέσεις επιταγών οι οποίες επιστράφηκαν απλήρωτες. Τέλος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ενήμερος για το κλείσιμο του λογαριασμού του διότι αποστέλλεται αυτόματα επιστολή από το ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας αλλά και διότι οι πελάτες ενημερώνονται τηλεφωνικώς σε περίπτωση κλεισίματος λογαριασμού. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν ενημέρωσε τηλεφωνικά τον κατηγορούμενο για το κλείσιμο του λογαριασμού ούτε και απέστειλε την επιστολή ενημέρωσης. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Κυπριακός Θεοχαρίδης, ένας εκ των διευθυντών της παραπονούμενης εταιρείας (ΜΚ2). Σύμφωνα με τον ΜΚ2, η παραπονούμενη εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια υποστατικού στη Λάρνακα, το οποίο είχε ενοικιάσει στον κατηγορούμενο δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 1.12.2012 (Τεκμήριο 4). Σύμφωνα με τον ενοικιαστήριο έγγραφο, Τεκμήριο 4, η περίοδος ενοικίασης ήταν 5 χρόνια αρχομένης από 1.12.2010 (παράγραφος 2) ενώ για την περίοδο από 1.12.2012 μέχρι 31.12.2013 το ενοίκιο είχε καθοριστεί στο ποσό των €30.000, πληρωτέο την 10.1.2013 (παράγραφος 4(α)). Ο ΜΚ2 συνέχισε λέγοντας ότι με την υπογραφή του συμβολαίου την 1.12.2012 ο κατηγορούμενος εξέδωσε και υπέγραψε ενώπιον του την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1) η οποία ήταν πληρωτέα στις 10.1.2013 και η οποία αφορούσε την πληρωμή του ενοικίου για την περίοδο από 1.12.2012 μέχρι 31.12.2013 ως η συμφωνία, Τεκμήριο
- Ακολούθως, περί τις αρχές Ιανουαρίου, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος του ζήτησε να μην καταθέσει την επιταγή για πληρωμή διότι θα του πλήρωνε το ποσό του ενοικίου σε μετρητά. Στις 18.1.2013 ο κατηγορούμενος πλήρωσε €1.500 σε μετρητά έναντι του ενοικίου (Τεκμήριο 5) και στις 28.1.2013 πλήρωσε ακόμα €1.000 σε μετρητά (Τεκμήριο 6), υποσχόμενος ότι θα εξοφλούσε το εναπομείναν υπόλοιπο στις αρχές Φεβρουαρίου. Στη συνέχεια, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι επειδή ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε το εναπομείναν ποσό ως είχε υποσχεθεί, κατάθεσε την επίδικη επιταγή στις 12.2.2013 η οποία επιστράφηκε με την ένδειξη «Ο λογαριασμός έκλεισε - παρακαλούμε όπως παρουσιαστεί ξανά για σκοπούς ΚΑΠ». Ο ΜΚ2 εξήγησε ότι ενημέρωσε σχετικά τον κατηγορούμενο ο οποίος σε διάφορους χρόνους πλήρωσε διάφορα ποσά έναντι της επιταγής. Ειδικότερα, στις 26.2.2013 πλήρωσε το ποσό των €500 (Τεκμήριο 7), στις 11.3.3013 πλήρωσε το ποσό των €1.000 (Τεκμήριο 8), στις 8.4.2013 το ποσό των €322,52 (Τεκμήριο 9), στις 7.5.2013 το ποσό των €400 (Τεκμήριο 10), στις 13.5.2013 το ποσό των €300 (Τεκμήριο 11), στις 22.5.2013 το ποσό των €300 (Τεκμήριο 12) και στις 3.6.2013 το ποσό των €400 (Τεκμήριο 13). Δηλαδή, σύμφωνα με τον ΜΚ2, ο κατηγορούμενος πλήρωσε συνολικό ποσό €5.722,52 έναντι του ποσού της επιταγής ενώ το υπόλοιπο παραμένει οφειλόμενο. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 του τέθηκε ότι η επίδικη επιταγή δεν εκδόθηκε για να εξοφλήσει το πρώτο ετήσιο ενοίκιο αλλά ως εξασφάλιση για την πληρωμή μηνιαίων ενοικίων. Ο ΜΚ2 διαφώνησε υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία ενοικίασης, Τεκμήριο 4, προνοούσε ρητά για πληρωμή του ενοικίου του πρώτου έτους, ήτοι συνολικού ποσού €30.000, προκαταβολικά στις 10.1.
- Εξήγησε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε τα χρήματα να πληρώσει το ενοίκιο με την υπογραφή της συμφωνίας και παρακάλεσε όπως το ενοίκιο να είναι πληρωτέο αρχές Ιανουαρίου. Ο λόγος είναι ότι στο υποστατικό θα λειτουργούσε νυχτερινό κέντρο/εστιατόριο και προγραμμάτιζε όπως πληρώσει το ποσό των €30.000 με τις εισπράξεις που θα έκανε κατά την περίοδο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Τέθηκε στον ΜΚ2 ότι επειδή το ποσό των €30.000 αναλογούσε σε ολόκληρο το έτος, το μηνιαίο ενοίκιο ήταν €2.500 και άρα όταν στις 12.2.2013 κατέθεσε την επίδικη επιταγή δεν είχε δικαίωμα να το πράξει γιατί δεν είχε καταστεί πληρωτέτο ολόκληρο το ποσό των €30.000 αλλά μόνο το ποσό που αναλογούσε για την περίοδο μέχρι τότε. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε υποστηρίζοντας ότι είχε συμφωνηθεί ρητά ότι ολόκληρο το ενοίκιο της πρώτης περιόδου της ενοικίασης ήταν πληρωτέτο προκαταβολικά και είχε καταστεί πληρωτέο στις 10.1.
- Στη συνέχεια ο συνήγορος υπεράσπισης έθεσε στον ΜΚ2 ότι η συμφωνία, Τεκμήριο 4, περιελάμβανε πρόνοια σύμφωνα με την οποία παράληψη του κατηγορούμενου/ενοικιαστή να πληρώσει το ποσό των €30.000 μέχρι την 10.1.2013 καθιστούσε τη συμφωνία άκυρη εξ υπαρχής. Κατά συνέπεια, ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, οι παραπονούμενοι δεν δικαιούνταν να καταθέσουν την επιταγή μετά από την εν λόγω ημερομηνία γιατί η συμφωνία σε σχέση με την οποία εκδόθηκε είχε ακυρωθεί. Ο ΜΚ2 διαφώνησε επιμένοντας στο δικαίωμα των παραπονούμενων να καταθέσουν την επιταγή και να διεκδικούν το ποσό της επισημαίνοντας ότι ο κατηγορούμενος συνέχισε να έχει κατοχή του υποστατικού το οποίο τελικά εγκατέλειψε αφού αναγκάστηκαν να καταχωρήσουν αγωγή και να εξασφαλίσουν σχετικό δικαστικό διάταγμα. Περαιτέρω, ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος ήταν αλκοολικός και ότι κατά τον επίδικο χρόνο ενεργούσε υπό την επήρεια αλκοόλ με αποτέλεσμα οι παραπονούμενοι να τον ξεγελάσουν κατά την υπογραφή της συμφωνίας, Τεκμήριο
- Ο ΜΚ2 αρνήθηκε ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας ο κατηγορούμενος ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ υποστηρίζοντας ότι εάν είχε αντιληφθεί κάτι τέτοιο δεν υπήρχε περίπτωση να προχωρούσε με τη σύναψη της συμφωνίας διότι το οικονομικό ρίσκο για τους παραπονούμενους θα ήταν δυσανάλογο. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Παύλος Δημητριάδης ο οποίος ήταν υπεύθυνος του Τμήματος Τρεχουμένων Λογαριασμών στη ΣΠΕ Μακράσυκας κατά τον επίδικο χρόνο (ΜΚ3). Ο ΜΚ3 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε λογαριασμό χωρίς πιστωτικό όριο από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 3, εξήγησαν ότι αφορούσε την περίοδο από το άνοιγμα μέχρι και το κλείσιμο του λογαριασμού και ότι η μοναδική πίστωση ήταν η κατάθεση ποσού €1.350 που έγινε από τον κατηγορούμενο στις 03.09.
- Παρουσίασε στο Δικαστήριο δείγμα υπογραφής που σύμφωνα με τον ίδιο ανήκε στον κατηγορούμενο και είχε δοθεί με το άνοιγμα του λογαριασμού (Τεκμήριο 15). Παρουσίασε επίσης τους όρους και κανονισμούς που αφορούσαν τον λογαριασμού του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 16), σύμφωνα με τους οποίους δεν επιτρέπεται στον κάτοχο του λογαριασμού η έκδοση επιταγών μετά το κλείσιμο του λογαριασμού. Ο ΜΚ2 εξήγησε ότι ο λογαριασμός έκλεισε με πρωτοβουλία της ΣΠΕ διότι ο κατηγορούμενος είχε προβείς σε μια μόνο πίστωση στον λογαριασμό, την κατάθεση ποσού €1.350 με το άνοιγμα του, ενώ εξέδιδε διάφορες επιταγές οι οποίες δεν καλύπτοντας από το ποσό αυτό με αποτέλεσμα να επιστρέφονται απλήτωτες. Υποστήριξε ότι για το κλείσιμο του λογαριασμού ο κατηγορούμενος είχε ενημερωθεί με επιστολή ως ήταν η πολιτική της ΣΠΕ ενώ ο ίδιος είχε ενημερώσει τον κατηγορούμενο και τηλεφωνικώς. Κατά την αντεξέταση του, αμφισβητήθηκε η αναφορά του ότι το δείγμα υπογραφής που παρουσίασε ανήκει στον κατηγορούμενο αλλά επέμενε στην αρχική του θέση. Αμφισβητήθηκε επίσης ότι είχε ενημερώσει τηλεφωνικώς τον κατηγορούμενο για το κλείσιμο του λογαριασμού αλλά επίσης επέμενε. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορία, ο κατηγορούμενος έδωσε μαρτυρία ενόρκως στο Δικαστήριο. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ανέφερε ότι διέθετε πολυετή πείρα στη διαχείριση εστιατορίων και νυχτερινών κέντρων και ότι περί τον Νοέμβριο/Δεκέμβριο 2012 συμφώνησε με τους παραπονούμενους να ενοικιάσει υποστατικό τους για να το λειτουργήσει ως νυχτερινό κέντρο. Υποστήριξε ότι συμφώνησαν ότι η διάρκεια ενοικίασης θα ήταν 5 χρόνια και ότι το μηνιαίο ενοίκιο για το πρώτο έτος θα ήταν €2.500 μηνιαίως. Ανέφερε ότι ο ΜΚ1 του ζήτησε όπως το ενοίκιο του πρώτου έτους είναι πληρωτέο προκαταβολικά και ο ίδιος διαφώνησε υποστηρίζοντας ότι αυτό ήταν παράλογο. Τελικά συμφώνησαν ότι θα αναλάμβανε κατοχή από τον Δεκέμβριο 2012 για να λειτουργήσει την επιχείρηση κατά την περίοδο των εορτών και να συγκεντρώσει το ποσό των €30.000 το οποίο θα ήταν πληρωτέο στις 10.1.
- Τότε ο ίδιος παρέδωσε στον ΜΚ2 την επίδικη επιταγή ως εγγύηση για την πληρωμή του εν λόγω ποσού και ο ΜΚ2 συμπλήρωσε στην επιταγή το όνομα του δικαιούχου. Τον Ιανουάριο 2013, επειδή η επιχείρηση δεν είχε τα αναμενόμενα κέρδη, ζήτησε από τον ΜΚ2 να μην καταθέσει την επιταγή και θα του έδινε το ποσό που αναλογούσε στο ενοίκιο του Ιανουάριου σε μετρητά, όπως και έπραξε σε δύο δόσεις στις 18.1.2013 και 28.1.2013 αντίστοιχα. Τον Φεβρουάριο 2013 όμως ο ΜΚ2 κατέθεσε την επιταγή αναφέροντας του ότι οι μέτοχοι της παραπονούμενης εταιρείας επέμεναν στους όρους της συμφωνίας, Τεκμήριο
- Του ζήτησε δε όταν αυτή επιστράφηκε απλήρωτη, να εγκαταλείψει το υποστατικό. Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι ουδέποτε είχε ενημερωθεί από την ΣΠΕ Μακράσυκας ότι ο λογαριασμός του είχε κλείσει κάτι που έγινε αυθαίρετα από την τράπεζα. Πρόσθεσε ότι λόγω διαφόρων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε από το 2010, ανέπτυξε αγχώδη κατάθλιψη και έκανε υπερβολική χρήση αλκοόλ. Παρουσίασε δε δύο ιατρικά πιστοποιητικά σε σχέση με την κατάσταση του. Σημειώνω παρενθετικά ότι το πρώτο ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Βερεσιές, ημερομηνίας 28.4.2015 (Τεκμήριο 19) αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος λόγω «οικονομικών προβλημάτων ανάπτυξε αγχώδη κατάθλιψη και κατά τους τελευταίους μήνες κάνει υπερβολική χρήση αλκοόλ». Το δεύτερο φέρει ημερομηνία 26.11.2015 (Τεκμήριο 18) και σε αυτό ο Δρ. Βερεσιές αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι παρουσιάζει «βαριάς μορφής κατάθλιψη - έχει κακή διάθεση, μείωση των ενδιαφερόντων, φοβίες, νευρικότητα, αϋπνίες, κλαίει με το παραμικρό και το τελευταίο διάστημα σκέφτεται έντονα το θάνατο» καθώς και ότι του «χορηγήθηκε θεραπεία για αποτοξίνωση από το αλκοόλ και θεραπεία της κατάθλιψης». Κατά την αντεξέταση του κατηγορούμενου, αυτός συμφώνησε ότι η συμφωνία ενοικίασης, Τεκμήριο 4, υπεγράφη την 1.12.2012 και ότι προνοεί για πληρωμή ετήσιου ενοικίου. Του τέθηκε ότι στις 14.11.2013 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση, στην παρουσία του, στα πλαίσια της αγωγής 4270/2013 η οποία αφορούσε παράνομη επέμβαση στο επίδικο υποστατικό όμως ανέφερε ότι δεν θυμόταν και υποστήριξε ότι εγκατέλειψε το υποστατικό στα τέλη Ιουνίου
- Του τέθηκε ότι είχε εκδοθεί διάταγμα για παράδοση του επίδικου υποστατικού στους παραπονούμενους στις 27.11.2013 αλλά και πάλιν απάντησε ότι δεν θυμάται. Υποστήριξε επίσης ότι όταν κατατέθηκε προς πληρωμή η επίδικη επιταγή ο ίδιος δεν όφειλε το ποσό των €30.000 αλλά μόνο το ενοίκιο για τον μήνα Ιανουάριο 2013 και ότι ο ΜΚ2 είχε συμφωνήσει προφορικά ότι δεχόταν να γίνεται πληρωμή του ενοικίου με το μήνα. Ανέφερε ότι συνέχιζε να κάνει κάποιες πληρωμές κάθε μήνα και ότι εγκατέλειψε το υποστατικό όταν κατάλαβε ότι δεν θα μπορούσε να πληρώνει το ενοίκιο κανονικά. Επέμενε ότι δεν τον είχε ενημερώσει κανείς για το ότι ο λογαριασμός του είχε κλείσει ενώ ανέφερε ότι δεν θυμάται το ποσό που είχε καταθέσει στο λογαριασμό αρχικά. Επίσης, ανέφερε ότι η επίδικη επιταγή είχε δοθεί στους παραπονούμενους σαν εξασφάλιση για την πληρωμή των μηνιαίων ενοικίων και ότι δεν είχαν δικαίωμα να την καταθέσουν γιατί πλήρωνε σε μετρητά το ενοίκιο. Ανέφερε όμως σε σχετική ερώτηση που του έγινε ότι γνώριζε ότι επιστρέφονταν επιταγές απλήρωτες από το συγκεκριμένο λογαριασμό και ότι ο λόγος ήταν ότι δεν υπήρχαν επαρκή χρήματα για την πληρωμή τους. Για την υπεράσπιση, κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο και ο Δρ. Κυριάκος Βερεσιές (ΜΥ2) ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο των ιατρικών του πιστοποιητικών με κάποιες επουσιώδεις διορθώσεις, εξήγησε τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και ανέφερε ότι ξεκίνησε να παρακολουθεί τον κατηγορούμενο από τις 28.4.
- Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων, έχω κατά νου τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, την ποιότητα της, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων που έδιναν - τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση τους. Έλαβα περαιτέρω υπόψη την λογικοφάνεια και αληθοφάνεια των θέσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία τους καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική αλλά η μαρτυρία δεν πρέπει να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά και ως σύνολο, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης[1]. Πέραν από την ατομική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, συνεκτιμώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη[2]. Οι ΜΚ1 και ΜΚ3 ήταν θεωρώ αξιόπιστοι μάρτυρες. Κρίνω ότι ήταν ανεξάρτητοι και αμερόληπτοι και ότι κατέθεσαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Δεν διέκρινα οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή άλλα στοιχεία στη μαρτυρία τους που να έδειχναν το αντίθετο, ενώ σημαντικό μέρος της μαρτυρίας τους υποστηρίζεται και συνάδει πλήρως με τα έγγραφα τα οποία παρουσίασαν στο Δικαστήριο και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Αποδέχομαι επομένως το σύνολο των όσων κατέθεσαν. Ο ΜΚ2 επίσης που δημιούργησε θετική εντύπωση. Κατέθεσε με σαφήνεια και αμεσότητα, η μαρτυρία του είχε εσωτερική συνοχή και πειστικότητα και δεν διέκρινα οποιεσδήποτε αντιφάσεις, υπερβολές ή ασυνέπειες στα όσα ανέφερε τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση. Κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Ο κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο που έκρινε ότι ήταν βοηθητικός για την εκδοχή που προσπαθούσε να προβάλει. Η εκδοχή του και η ερμηνεία που προσπαθούσε να δώσει στα γεγονότα δεν ήταν πειστική σε σημαντικά σημεία, όπως η αναφορές του ότι δεν γνώριζε ποιο ποσό είχε καταθέσει στον λογαριασμό του και ότι 15 περίπου μήνες μετά που ο λογαριασμός του έκλεισε αυτός δεν είχε αντιληφθεί το γεγονός ούτε είχε ενημερωθεί σχετικά. Επιπρόσθετα, σε σημαντικά και πάλιν σημεία, η εκδοχή του στερείτο λογικής όπως, π.χ. η επιμονή του ότι οι παραπονούμενοι δεν δικαιούνταν να καταθέσουν την επίδικη επιταγή διότι κατέβαλε το ποσό του ενοικίου μηνιαίως ενώ η εκδοχή του ΜΚ2 επί των ποσών που πλήρωνε - την οποία δεν αντέκρουσε - δείχνει ότι δεν γινόταν και τέτοιο. Οι δε αναφορές του ότι είχε υπογράψει τη συμφωνία, Τεκμήριο 4, αλλά η πραγματική συμφωνία του με τον ΜΚ2 ήταν διαφορετική από αυτά που καταγράφονται και ότι είχε υπογράψει τους όρους λειτουργίας του λογαριασμού του Τεκμήριο 16 αλλά δεν τους είχε διαβάσει, δείχνουν κατά την άποψη μου ότι κατά τη μαρτυρία του προσπάθησε συνειδητά να αποποιηθεί ευθυνών σε σχέση με οποιοδήποτε γεγονός έκρινε ότι ήταν επιβαρυντικό για την εκδοχή του. Ο ΜΥ2, τέλος, θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο όμως η μαρτυρία του δεν κρίνεται βοηθητική σε σχέση με τα επίδικα θέματα αφού, σύμφωνα με τον ίδιο, άρχισε να παρακολουθεί τον κατηγορούμενο μόλις τον Μάιο 2015, πολύ δηλαδή μεταγενέστερα από τον επίδικο χρόνο. Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Την 1.12.2012 οι παραπονούμενοι ως ιδιοκτήτες και ο κατηγορούμενος ως ενοικιαστής υπέγραψαν τον ενοικιαστήριο έγγραφο, Τεκμήριο 4, δυνάμει του οποίου ο κατηγορούμενος ενοικίασε από τους παραπονούμενους υποστατικό των τελευταίων με σκοπό να λειτουργήσει σε αυτό επιχείρηση εστιατορίου/νυχτερινού κέντρου. (β) Αποτελούσε ρητό όρο του Τεκμηρίου 4 ότι η ενοικίαση θα είχε διάρκεια 5 έτη, ότι το ενοίκιο θα ήταν πληρωτέο σε ετήσια βάση ενώ το ενοίκιο για την περίοδο από 1.12.2012 μέχρι 31.12.2012 το οποίο ήταν €30.000 θα ήταν πληρωτέο στις 10.1.
- (γ) Προς πληρωμή του εν λόγω ενοικίου, κατά την υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο 4, ο κατηγορούμενος εξέδωσε και υπέγραψε την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1) στην παρουσία του ΜΚ
- (δ) Η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε προς πληρωμή στις 12.2.2013 αλλά επιστράφηκε απλήρωτη στις 13.2.213 διότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός. Ο δε λογαριασμός είχε κλείσει από 27.9.2011 (Τεκμήριο 2). (ε) Ο εν λόγω λογαριασμός ήταν τρεχούμενος λογαριασμός χωρίς όριο πίστωσης και η μοναδική κατάθεση που είχε γίνει στον λογαριασμό ήταν για ποσό €1.350 στις 27.8.2011 (Τεκμήρια 2 και 3). (στ) Για το κλείσιμο του λογαριασμού η ΣΠΕ Μακράσυκας είχε αποστείλει σχετική επιστολή τον κατηγορούμενο ενώ ο ΜΚ3 τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς. (ζ) Έναντι της επίδικης επιταγής ο κατηγορούμενος κατέβαλε κατά καιρούς διάφορα ποσά σε μετρητά ως ανέφερε ο ΜΚ2 (Τεκμήρια 5-13), συνολικού ύψους €5.722,
- (η) Το υπόλοιπο ποσό της επιταγής ύψους €24.277,48 δεν έχει πληρωθεί από τον κατηγορούμενο προς τους παραπονούμενους μέχρι σήμερα. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν την κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο[3]. Σαφώς το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία οφείλει να το αποσείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[4]. Όπως ανέφερα και στην αρχή της απόφασης μου, ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα, διαφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή προς όφελος των παραπονούμενων. Η επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα αλλά δεν εξοφλήθηκε διότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της. Η δε επιταγή δεν πληρώθηκε από τον εκδότη εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι έχουν στοιχειοθετηθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ο υπεράσπιση προώθησε τη θέση ότι η επιταγή είχε εκδοθεί άνευ ανταλλάγματος. Ειδικότερα, κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 και μέσω της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι δηλαδή η συμφωνία (τεκμήριο 4) είχε καταστεί άκυρη μετά την 10.1.2013 οπόταν δεν πληρώθηκε το συμφωνημένο ενοίκιο και κατά συνέπεια οι παραπονούμενοι δεν δικαιούνταν να την καταθέσουν προς πληρωμή στις 12.02.2001. Κρίνω ότι η συγκεκριμένη θέση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εν πρώτοις, θεωρώ ότι οι παραπονούμενοι ήταν νόμιμος κομιστής της επίδικης επιταγής αφού αυτή εκδόθηκε επ ' ονόματι τους έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος που έλαβε ο κατηγορούμενος, ήτοι ήταν μέρος της συμφωνημένης αντιπαροχής για τη ενοικίαση του υποστατικού των παραπονούμενων από τον κατηγορούμενο. Επί του ζητήματος αυτού επισημαίνω και την καθοδήγηση από το Εφετείου όπως ξεκάθαρα διατυπώθηκε στην Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Χρήστου, Ποινική Έφεση 18/2012, ημερομηνίας 16.4.2014 όπου τονίστηκε ότι «Η ίδια η έκδοση των επιταγών συνεπάγεται την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος.» Κατά δεύτερο, όπως είναι καλά γνωστό ένας συμβαλλόμενος δεν μπορεί να επικαλείται δική του παράβαση ενός συμβατικού όρου προς ίδιο όφελος. Εάν αποδεχόμουν το συγκεκριμένο επιχείρημα ουσιαστικά θα επέτρεπα στον κατηγορούμενο να προβάλει ως υπεράσπιση στο ποινικό αδίκημα του άρθρου 305 Α
(1)του Κεφ. 154, τις δικές του αντισυμβατικές ενέργειες. Επιπρόσθετα, και παρά το ότι θεωρώ ότι το ποινικό Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται με λεπτομέρεια σε θέματα που αφορούν ερμηνεία μιας σύμβασης και διάγνωση συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η θέση αυτή της υπεράσπισης επιλεκτικά επικεντρώνεται σε συγκεκριμένη πρόνοια της συμφωνίας, Τεκμήριο 4. Όμως παραβλέπει ότι η ίδια παράγραφος της συμφωνίας επίσης ρητά προνοεί ότι εάν οι ιδιοκτήτες ανεχθούν οποιαδήποτε καθυστέρηση στην πληρωμή του ενοικίου τότε αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τροποποιεί τις πρόνοιες αναφορικά με τον χρόνο καταβολής του (παράγραφος 4 του τεκμηρίου 4). Πέραν αυτού, ο συνήγορος υπεράσπισης υποστήριξε ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν στοιχειοθετούν ένοχη διάνοια (mens rea) από μέρους του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος. Επί αυτού σημειώνω ότι το λεκτικό του άρθρου 305 Α
(1)εισηγείται ότι ενδεχομένως να πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ποινικής ευθύνης. Σε αυτό συνηγορεί το γεγονός ότι από τη συγκεκριμένη διάταξη ελλείπει οποιαδήποτε αναφορά σε πρόθεση, γνώση ή άλλη πνευματική διεργασία από μέρους του κατηγορούμενου για να επέλθει το αποτέλεσμα της μη πληρωμής της επιταγής. Η προσέγγιση αυτή υιοθετείται και από το Εφετείο στην Αθανάσιος Παυλόπουλος ν Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 AAΔ 261. Ακόμα όμως και αν απαιτείτο η απόδειξη ένοχης διάνοιας για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος, κρίνω ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση - όπως διακρίνονται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου - επαρκούν για να καταδείξουν ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ή τουλάχιστον όφειλε να γνωρίζει[5] κατά τον χρόνο που εξέδωσε την επίδικη επιταγή ότι αυτή δεν θα πληρωνόταν κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα. Παραπέμπω συγκεκριμένα στο ότι από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού η μοναδική ουσιαστικά πίστωση ήταν μια κατάθεση στην οποία είχε προβεί ο κατηγορούμενος ύψους €1.350, ότι ο λογαριασμός ήταν χωρίς όριο, ότι η επίδικη επιταγή ήταν για ποσό €30.000 και ότι εκδόθηκε 15 περίπου μήνες μετά που ο λογαριασμός είχε κλείσει. Δεν παραβλέπω επίσης ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι γνώριζε ότι επιστρέφονταν και άλλες επιταγές που εξέδωσε από τον ίδιο λογαριασμό λόγω έλλειψης κεφαλαίων προς πληρωμή τους. Τέλος, οι αναφορές του συνηγόρου υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του ΜΚ2, αλλά και του ιδίου του κατηγορουμένου κατά την μαρτυρία του περί αλκοολισμού και ψυχολογικών προβλημάτων, εκτός από το ότι παρέμειναν ατεκμηρίωτες (ο ΜΥ2 ξεκίνησε να παρακολουθεί τον κατηγορούμενο το 2015) δεν συνιστούν ικανή υπεράσπιση. Ενόψει όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η πλευρά των παραπονούμενων με αποδεκτή, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία έχει αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδει στον κατηγορούμενο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 [3] Λοϊζου v Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 [4] Charitonos v The Republic
(1971)2 C.L.R.40 και Woolmighton v D.P.P.
(1935)AC 462 [5] Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη Ποινικές Εφέσεις 102/14 και 115/14, ημερομηνίας 23.10.2015. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο